ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕφΑθ 4356/2019

 

Επενδυτικές συμβουλές - Ευθύνη παρέχοντος υπηρεσίες - Έννοια καταναλωτή - Ευθύνη προστήσαντος - Τράπεζες - Υποχρέωση ενημέρωσης - Αδικοπραξία -.

 

Παροχή επενδυτικών συμβουλών από πιστωτικό ίδρυμα. Υποχρέωση διασφάλισης της ορθότητας και της πληρότητας των συμβουλών αυτών. Αρχή της καταλληλόλητας. Το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Ευθύνη πιστωτικού ιδρύματος ή ΕΠΕΥ αν δεν εφιστούν εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του. Υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη επενδυτή. Ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας (perpetual bonds). Έννοια απάτης. Ελαττωματική δήλωση βούλησης. Ευθύνη προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Υπαιτιότητα. Ευθύνη προστήσαντος. Εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικώς η αναμφίβολους γνωστή έννοια της  προστήσεως, θεωρείται ότι προβάλλονται τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση από τον προστήσαντα του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του. Έννοια καταναλωτή κατά το ελληνικό δίκαιο. Το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων, τα οποία αποκτούν το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών τους αναγκών, εφόσον είναι οι τελικοί αποδέκτες αυτών. Στην προστασία του ν. 2251/1994 υπάγονται τόσο οι τραπεζικές υπηρεσίες, οι οποίες εκ της φύσεως τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, όσο και οι απευθυνόμενες σε επαγγελματίες. Ευθύνη παρέχοντος υπηρεσίες. Προϋποθέσεις. Παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τράπεζα. Μεταβατικό δίκαιο σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις. Επίκληση και προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στην κατ’ έφεση δίκη.

 

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αριθμός απόφασης 4356/2019

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 15ο

 

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Χρονόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Διονυσία Νίκα και Κυριακή Κατσιβέλη-Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7-2-2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», που εδρεύει στην Αγ. Παρασκευή Λευκωσίας Κύπρου, επί της οδού ., ΑΦΜ ., νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα δια του υποκαταστήματος της επί της ., Αθήνα και νομίμως εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ ., η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τις πληρεξούσιες δικηγόρους Μαρία Φερφελή και Κων/να Παναγοπούλου-Πέρεζ.

 

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ...  9) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Μαρκουλάκου.

 

Οι ενάγοντες, και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 26-5-2015 αγωγή τους, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ./2015, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.

 

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1906/2017 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως προς της πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 8-11-2017 έφεση της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ./2017.

 

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

I. Η κρινόμενη από 8.11.2017 (αριθμ.εκθ καταθ. στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ./2017 και ./2017 στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου) έφεση, κατά της 1906/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθόσον αποδεικνύεται ότι ακριβές κυρωμένο αντίγραφο της ως άνω οριστικής αποφάσεως με επιμέλεια των εφεσίβλητων επιδόθηκε νομοτύπως στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία την 9.10.2017 (βλ. σχετ. την από 9.10.2017 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... στο σώμα της επιδοθείσας αποφάσεως) και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 8.11.2017 (βλ. σχετ. την προαναφερόμενη έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Αθηνών - άρθρα 19, 144 παρ. 1, 147 παρ. 2, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1.1.2016, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 2 Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 [Α' 80]», και εφαρμόζονται στην κρινόμενη έφεση ως εκ του χρόνου ασκήσεως αυτής μετά την προαναφερομένη ημερομηνία). Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και το νόμω και ουσία βάσιμο των επιμέρους λόγων της κατά την αυτή διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. σχετ. το ./2017 ηλεκτρονικό παράβολο, η κατάθεση του οποίου βεβαιώνεται στην από 8.11.2017 έκθεση καταθέσεως της κρινόμενης εφέσεως).

 

II. Οι ενάγοντες άσκησαν την από 26.5.2015 (αριθμ.εκθ.καταθ. ./30.10.2015) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εναγομένη, αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την οποία συνεργάζονταν στα πλαίσια τοποθετήσεως των αποταμιεύσεων τους έχοντας αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης, πρότεινε δια των αρμοδίων υπαλλήλων της στον αναφερόμενο, κατά περίπτωση, στο αγωγικό δικόγραφο τόπο και χρόνο (εντός του έτους 2008), παρέχοντας σ' αυτούς (ενάγοντες) επενδυτική συμβουλή, να προβούν στην αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων, ήτοι ενός νέου και εξαιρετικώς συμφέροντος, κατά τους ισχυρισμούς της, καταθετικού προϊόντος με τη μείζονα δυνατή τοκοφορία και απολύτως εξασφαλισμένη επιστροφή κεφαλαίου, παραπλήσιο της προθεσμιακής καταθέσεως, καθώς μετά το πέρας της συμφωνηθείσας πενταετούς διάρκειας του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία είχε υποχρέωση να τους αποδώσει το αρχικό κεφάλαιο. Ότι τα ομόλογα αυτά τους παρουσιάσθηκαν ως ιδιαιτέρως ελκυστικά, καθ' όσον προσέφεραν σταθερό επιτόκιο 7,5% για το πρώτο έτος και κυμαινόμενο επιτόκιο έκτοτε. Ότι, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προέβησαν έκαστος στην τοποθέτηση των αναφερομένων στην αγωγή ποσών που εκταμιεύθηκαν από τους αναφερομένους κατά περίπτωση τραπεζικούς λογαριασμούς τους, με τα οποία αγόρασαν μετατρέψιμα χρεόγραφα με τον τίτλο «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» (Μ.Χ. 2013/2018). Ότι, ομοίως, πειθόμενοι στις παραινέσεις και τις οδηγίες των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά το επόμενο έτος (2009), αντάλλαξαν τα Μ.Χ. 2013/2018 στην ονομαστική αξία του κεφαλαίου  ενός  εκάστου με τα δήθεν όμοια και αποδοτικότερα επενδυτικά  προϊόντα με  την ονομασία «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» (Μ.Α.Κ. ή ΚΥΠΡ02), που τους παρουσιάσθηκαν από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης ως αναγκαίο και επωφελές παρακολούθημα της αρχικής μεταξύ τους επενδυτικής σχέσεως (με αντικείμενο τα Μ.Χ. 2013/2018), βελτιωμένο όμως ως προς το επιτόκιο, το οποίο πλέον ήταν σταθερό (5,5% ετησίως) και όχι κυμαινόμενο. Ότι κατά το έτος 2011 οι αρμόδιοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας καθοδήγησαν αυτούς να ανταλλάξουν τα Μ.Α.Κ. ή ΚΥΠΡΌ2 με νέα επενδυτικά προϊόντα, ήτοι τα «Μετατρέψιμα Ενισχυμένα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» (Μ.Α.Ε.Κ. ή ΚΥΠΡΟ 3/ΚΥΠΡΌ4), τα οποία ομοίως παρουσιάσθηκαν ως αναγκαίο και επωφελές παρακολούθημα της μέχρι τότε υφισταμένης μεταξύ τους επενδυτικής σχέσεως (με αντικείμενο τα Μ.Χ. 2013/2018 και τα Μ.Α.Κ.), βελτιωμένο όμως ως προς το επιτόκιο, το οποίο ήταν αυξημένο κατά ποσοστό 1% σε σχέση με το επιτόκιο των Μ.Α.Κ. Ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία ήταν υβριδικά (hybrid) και μετατρέψιμα (convertible), σύνθετα στη σύλληψη και λειτουργία τους, με όρους μονομερώς προδιατυπωμένους, συνιστώντα μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας (subordinated), συνδεόμενα με πλήθος κινδύνων, είτε γενικών (κίνδυνος πτωχεύσεως της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας [insolvency risk], κίνδυνος επιτοκίου [interest rate risk], πιστωτικός κίνδυνος [credit risk], κίνδυνος ρευστότητας αγοράς [market risk]), είτε ειδικών (κίνδυνος αφερεγγυότητας της Τράπεζας, κίνδυνος απώλειας κεφαλαιακής επάρκειας, κίνδυνος ακυρώσεως καταβολής τόκων, επιχειρηματικός κίνδυνος, κίνδυνος εκμηδενίσεως της αξίας τους λόγω μετατροπής τους σε μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας κλπ.), διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αόριστης διάρκειας (perpetual - αφορά στα Μ.Α.Κ. και στα Μ.Α.Ε.Κ.), περιέχοντα τον όρο της ακυρώσεως πληρωμής τόκων σε περίπτωση κεφαλαιακής ανεπάρκειας της Τράπεζας (αφορά στα Μ.Α.Κ.) ή, επιπλέον, τον όρο της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές (convertible contingent ή coco - αφορά στα Μ.Α.Ε.Κ.). Ότι σκοπός εκδόσεως των Μ.Χ. 2013/2018 κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2008, συνολικού ύψους πεντακοσίων ογδόντα τριών εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (583.000.000 €), ήταν η ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της (δευτεροβάθμιο κεφάλαιο - Tier 2), για το λόγο δε, αυτό η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία προώθησε τα εν λόγω χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία ήταν σχεδιασμένα να «απορροφούν» τυχόν ζημίες της, στη λιανική τραπεζική (δηλαδή σε πλήθος πελατών, καταθετών ή μετόχων της) ως «μηδενικού ρίσκου» και ασφαλή προϊόντα, όπως μια προθεσμιακή κατάθεση. Ότι την 6.6.2009 η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία προέβη στην έκδοση των Μ.Α.Κ., συνολικού ύψους εξακοσίων πενήντα εννέα εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (659.000.000€), με το οποίο αποσκοπούσε πλέον στην ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσεως δια της αυξήσεως των ιδίων κεφαλαίων αυτής (Tier 1), στοχεύοντας σε ανταλλαγή κατά ποσοστό 100% των Μ.Χ. 2013/2018 από τα Μ.Α.Κ., πείθοντας τους κατόχους των Μ.Χ. 2013/2018 ότι τα Μ.Α.Κ. είναι εξίσου ασφαλή χρηματοοικονομικά προϊόντα, βελτιωμένα ως προς το επιτόκιο και περισσότερο   συμφέροντα, αποκρύπτοντας όμως την επιδείνωση της πραγματικής κεφαλαιακής της θέσεως λόγω της υπερβολικής εκθέσεως αυτής σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Ε.Δ.) κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2009 - Απριλίου 2010 σε ποσόν δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (2.400.000.000€), καθ' ο χρόνο τα κεφάλαια αυτής ανέρχονταν σε δύο δισεκατομμύρια πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ (2.500.000.000€), με ποσοστό συγκεντρώσεως πραγματικού κινδύνου 80%, τελικώς δε υπέστη ζημία στα ίδια κεφάλαια της λόγω απομειώσεως της αξίας των Ο.Ε.Δ., ποσού πεντακοσίων είκοσι εννέα εκατομμυρίων πεντακοσίων δεκατριών χιλιάδων ΕΥΡΩ (529.513.000€), με συνέπεια την επιδείνωση της κεφαλαιακής της επάρκειας, καθ' όσον δεν είχε λάβει μέτρα αποφυγής ή περιστολής της ζημίας αυτής (είτε με πώληση Ο.Ε.Δ., είτε με αγορά πιστωτικής προστασίας - CDS). Ότι η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, αφ' ενός μεν απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς στις οικονομικές της καταστάσεις, αφ'  ετέρου δε, την 18.5.2011 εξέδωσε και προώθησε μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της στους πελάτες λιανικής τραπεζικής τα Μ.Α.Ε.Κ., συνολικού ύψους ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων   σαράντα δύο εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (1.342.000.000), από το οποίο τελικώς καλύφθηκε το ποσόν των εννιακοσίων δεκαπέντε εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (915.000.000€), τα οποία ομοίως εντάσσονταν στα ίδια κεφάλαια της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προσαυξάνοντας το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Core Tier 1 και διαλάμβαναν τους ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους της υποχρεωτικής ακυρώσεως τόκων και της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, εν τέλει δε κατέπεισε τους κατόχους Μ.Α.Κ. να προβούν σε ανταλλαγή τους με Μ.Α.Ε.Κ., τα οποία όμως παρείχαν σε αυτήν τις ως άνω ευχέρειες μονομερούς ενέργειας. Ότι, δηλαδή, η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, αφού εγκλώβισε αυτούς (ενάγοντες) σε μια επενδυτική σχέση με την έκδοση και προώθηση των Μ.Χ. 2013/2018 κατά το έτος 2008, παραπλανώντας τους ως προς τις αληθείς ιδιότητες και τους διαλαμβανόμενους σε αυτά κινδύνους, εξέδωσε και προώθησε σε αυτούς τα Μ.Α.Κ. (κατά το έτος 2009) και τα Μ.Α.Ε.Κ. (κατά το έτος 2011), καταπείθοντάς τους να προβούν σε ανταλλαγή τους δήθεν προς το συμφέρον τους, ενώ πραγματικός και αποκλειστικός σκοπός της ήταν η, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και του εγχειριδίου πολιτικής κινδύνων (risk policy manual), χρησιμοποίηση των ως άνω επενδυτικών προϊόντων ως εργαλείων ενισχύσεως και διατηρήσεως της κεφαλαιακής επάρκειας αυτής, εκμεταλλεύθηκε δε την προνομιακή αυτής πληροφόρηση σε σχέση με αυτούς, την ισχυρή οργανωτική και λειτουργική υποδομή της (διατήρηση καταστημάτων σε όλη την Ελλάδα), την εκτεταμένη δυνατότητα διεισδύσεως στην προσωπική τους σφαίρα, ώστε με ελλιπή ενημέρωση και σύσταση να τους καταπείσει δολίως να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους αρχικώς σε Μ.Χ. (με σκοπό την ενίσχυση του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της - Tier 2), εν συνεχεία σε Μ.Α.Κ. (με σκοπό την ενίσχυση του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της - Tier 1) και εν τέλει σε Μ.Α.Ε.Κ. (με σκοπό την ενίσχυση του δείκτη Core Tier 1). Ότι για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών οργάνωσε «εκστρατείες» προωθήσεως των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, όρισε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, έθεσε συγκεκριμένη στοχοθέτηση ανά κατάστημα (η οποία στις περιπτώσεις ανταλλαγής των Μ.Χ. 2013/2018 σε Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Κ. σε Μ.Α.Ε.Κ. έφθανε σε ποσοστό 100% της προηγουμένης εκδόσεως) και έδωσε ρητές οδηγίες και εντολές προς τους υπαλλήλους της σχετικώς με την προώθηση και πώληση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων. Ότι η υλοποίηση του συγκεκριμένου σχεδίου έλαβε χώρα μέσω του νομίμως εγκατεστημένου στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής εταιρίας, Γενικός Διευθυντής του οποίου ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και Διευθυντής Χρηματιστηριακών Υπηρεσιών Θεματοφυλακής και Επενδυτικής Τραπεζικής Ελλάδας ήταν ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίοι ανέλαβαν να κατευθύνουν, συντονίσουν και οργανώσουν την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων. Ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν αγόρασαν πρωτογενώς ή δευτερογενώς τα ως άνω επενδυτικά προϊόντα με δική τους βούληση και πρωτοβουλία, αλλά η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, δια των αρμοδίων υπαλλήλων και στελεχών της (η πλειονότητα των οποίων δεν είχε πιστοποιηθεί κατά τις σχετικές προβλέψεις της κειμένης νομοθεσίας), κατηύθυνε αυτούς, παρέχουσα επενδυτικές συμβουλές, στην αγορά αρχικώς των Μ.Χ. 2013/2018, εν συνεχεία των Μ.Α.Κ. και εν τέλει των Μ.Α.Ε.Κ., δηλαδή κατηύθυνε αυτούς στη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή : α) χωρίς να λάβει τα απαραίτητα μέτρα διαχειρίσεως της συγκρούσεως συμφερόντων, η οποία δημιουργήθηκε από τη διάθεση και πώληση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων από την ίδια ως εκδότρια αυτών, β) χωρίς να τηρήσει τις υποχρεώσεις επιμελείας και διαφωτίσεως, οι οποίες απορρέουν από την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της και γ) χωρίς να τηρήσει την υποχρέωση αντλήσεως πληροφοριών αναφορικούς με την πείρα και τις  γνώσεις αυτών (εναγόντων) στον επενδυτικό τομέα και την οικονομική κατάσταση και τους στόχους τους (έλεγχος καταλληλότητας/συμβατότητας), αντιθέτως δε, δημιούργησε σε αυτούς μέσω των αρμοδίων οργάνων και υπαλλήλων της παραπλανητικές και ψευδείς παραστάσεις αναφορικώς με τις αληθείς ιδιότητες των ως άνω επενδυτικών προϊόντων, διαβεβαιώνοντας τους ότι αυτά ήταν απολύτως προσαρμοσμένα στις ανάγκες και τους στόχους τους και εν τέλει κατέπεισε αυτούς να προβούν σε αγορά τους, αναφερομένη στην ασφάλεια της προθεσμιακής καταθέσεως, στην πενταετή διάρκεια, στην εγγύηση του κεφαλαίου κατά ποσοστό 100% κατά τη λήξη τους (την 30.6.2013 τα Μ.Χ. 2013/2018, την 30.6.2014 τα Μ.Α.Κ. και την 30.6.2016 τα Μ.Α.Ε.Κ.), στην εγγυημένη απόδοση τόκων ανά εξάμηνο με σταθερό προνομιακό επιτόκιο και στη φερεγγυότητα και αξιοπιστία της ίδιας ως πιστωτικού ιδρύματος. Ότι για όλα τα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα είχαν εκδοθεί από την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία αντίστοιχα ενημερωτικά δελτία, τα οποία όμως η τελευταία ουδέποτε τους χορήγησε, ούτε γνωστοποίησε την ύπαρξη τους, ούτε υπέγραψαν ή έλαβαν υπόψη τους τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία πριν από την αγορά των προκειμένων επενδυτικών προϊόντων. Ότι, εάν είχαν ενημερωθεί επαρκώς και γνώριζαν την αληθή φύση των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων, δεν θα είχαν προβεί στην προτεινομένη από τους αρμοδίους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας επένδυση, δεν θα είχαν προβεί σε τοποθέτηση των κεφαλαίων τους αρχικώς στα Μ.Χ. 2013/2018 κατά το έτος 2008 και εν συνεχεία δεν θα είχαν συναινέσει στην ανταλλαγή τους με τα Μ.Α.Κ. κατά το έτος 2009 και με τα Μ.Α.Ε.Κ. κατά το έτος 2012. Ότι, ειδικότερα, έκαστος αυτών διατηρούσε συναλλακτική σχέση με την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία (διατηρώντας απλούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή προθεσμιακές καταθέσεις), έχοντας αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με τους αρμοδίους υπαλλήλους των αρμοδίων υποκαταστημάτων της τελευταίας, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη σχέση αυτή, τους προσέγγισαν, είτε απ' ευθείας στο πλαίσιο της διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών, είτε τηλεφωνικώς και τους πρότειναν αρχικώς την επένδυση σε Μ.Χ. 2013/2018, εν συνεχεία σε Μ.Α.Κ. και εν τέλει σε Μ.Α.Ε.Κ., υπερτονίζοντας τα πλεονεκτήματα των εν λόγω  επενδυτικών προϊόντων σε επίπεδο  αποδόσεως του κεφαλαίου τους και διαβεβαιώνοντας τους ότι η τοποθέτηση των χρημάτων τους είναι απολύτως εγγυημένη, μηδενικού «ρίσκου», όπως ακριβώς στην προθεσμιακή κατάθεση. Ότι, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, επένδυσαν το κεφάλαιο τους στα ως άνω επενδυτικά προϊόντα, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο δι' έκαστον των εναγόντων. Ότι αρχικώς  εισέπρατταν κανονικώς τους συμφωνηθέντες τόκους, πλην όμως μετά το μήνα Μάρτιο του έτους 2012 η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία ήλθε σε επαφή μαζί τους με δική της πρωτοβουλία και, επικαλούμενη την πρόκληση σε αυτήν σημαντικής ζημίας από τη μείωση της αξίας («κούρεμα») των τηρουμένων στο χαρτοφυλάκιο της Ο.Ε.Δ., κάλεσε αυτούς να προβούν σε εθελοντική ανταλλαγή των προϊόντων τους με μετοχές της, πλην όμως αυτοί (πλην των τετάρτης, πέμπτης και έκτου των εναγόντων) αρνήθηκαν τη μετατροπή, αγνοώντας ότι η αντισυμβαλλομένη τους είχε ήδη αποκτήσει δικαίωμα μονομερούς μετατροπής των προϊόντων τους (πλέον Μ.Α.Ε.Κ.) σε μετοχές. Ότι κατά το θέρος του έτους 2012 η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία προέβη μονομερώς σε ακύρωση της καταβολής τόκων, ασκώντας, όπως το πρώτον πληροφορήθηκαν, συμβατικό της δικαίωμα. Ότι, εν τέλει, δυνάμει : α) του από 29.3.2013 «Περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ΛΤΔ» Διατάγματος, εκδοθέντος από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, υπό την ιδιότητα αυτής ως Αρχής, Εξυγιάνσεως και β) του από 30.7.2013 «Περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ΛΤΔ (Τροποποιητικό (Αρ. 3)» Διατάγματος, ομοίως εκδοθέντος από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, το επενδεδυμένο σε Μ.Α.Ε.Κ. κεφάλαιο τους μετατράπηκε υποχρεωτικώς σε μετοχές της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής ανωνύμου εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής ενός ΕΥΡΩ (1 €), κατά τα αναλυτικώς στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα, με συνέπεια να υποστούν σημαντική ζημία έκαστος, λόγω απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους, καθ' όσον οι ευρισκόμενες εις χείρας τους μετοχές είχαν μηδενική αξία. Ότι η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας τους : α) κατά τις διατάξεις του Ν. 3606/2007 και της συναφούς νομοθεσίας, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στις μεταξύ τους σχέσεις στο πλαίσιο εκπληρώσεως συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, β) κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ. Α ) και γ) κατά τις διατάξεις περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες (άρθρο 8 Ν. 2251/1994), περαιτέρω δε έχουν υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Βάσει του ιστορικού αυτού οι ενάγοντες ζήτησαν : Α. να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν : α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσόν των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 €) ως αποζημίωση, επιπλέον δε, το ποσόν των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) στο δεύτερο ενάγοντα το ποσόν των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000 €) ως αποζημίωση και το ποσόν των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ) στην τρίτη ενάγουσα το ποσόν των σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ (45.000 €) ως αποζημίωση και το ποσόν των δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (13.500 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δ) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσόν των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (44.000 €) ως αποζημίωση και το ποσόν των δεκατριών χιλιάδων ευρώ (13.000 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ε-στ) στους πέμπτη και έκτο ενάγοντες το ποσόν των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000 €) εις ολόκληρον ως αποζημίωση και το ποσό των επτά χιλιάδων ευρώ (7.000 ευρώ) στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ζ) στην έβδομη ενάγουσα το ποσόν των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000 €) ως αποζημίωση, επιπλέον δε το ποσόν των ένδεκα χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (1 1.000 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η) στον όγδοο ενάγοντα το ποσόν των δώδεκα χιλιάδων ευρώ (12.000 €) ως αποζημίωση και το ποσόν των τριών χιλιάδων εξακοσίων (3.600 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, θ) στην ένατη ενάγουσα το ποσόν των είκοσι χιλιάδων (20.000 €) ως αποζημίωση και το ποσόν των έξι χιλιάδων ευρώ (6.000 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα δε ποσά αυτά εντόκως νομίμως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, Β. να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και Γ. να καταδικασθούν οι εναγόμενοι σε καταβολή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης.

 

III. Επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη 1906/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι αποδείχθηκε ότι δεν είχαν καμία συμμετοχή στη διαδικασία έκδοσης και προώθησης των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων, δέχθηκε κατά τα λοιπά αυτή (αγωγή) εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει ως αποζημίωση, σε καθένα από τους ενάγοντες, το αιτούμενο από αυτούς χρηματικό ποσό (απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων και συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους που προέβαλε η πρώτη εναγομένη) καθώς και τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά χρηματικής ικανοποίησης, τα δε ποσά αυτά εντόκως νομίμως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. 2) Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι όροι για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και συμψήφισε στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη. Ήδη με την κρινόμενη από 8.11.2017 έφεση η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η κατ' αυτής από 26.5.2015 αγωγή και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι σε καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 

IV. Ο Ν. 3606/2007 «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (καταργηθείς πλέον με τον ομότιτλο Ν. 4514/2018 «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις»), ο οποίος είχε εισαγάγει και ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «Για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου» της 21.4.2004 (L 145/30.4.2004), γνωστή και ως «MiFID», και εξακολουθεί να εφαρμόζεται επί πράξεων ή παραλείψεων τελεσθεισών μέχρι τη θέση σε ισχύ του Ν. 4514/2018 (άρθρο 98 παρ. 1 αυτού), προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : 1) « 1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ, στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. 2. Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις : (α ) το άρθρο 2, ( β ) η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού, καθώς και τα άρθρα 6, 7, 12 έως 15 και 19, ( γ ) τα άρθρα 25 έως 30, ( δ ) οι παράγραφοι 1, 6 και 7 του άρθρου 3 1, οι παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 32, τα άρθρα 34 και 49 έως 58, ( ε ) τα άρθρα 59 έως 62, 66 και 69 και ( στ ) το άρθρο 71 » (άρθρο 3 παρ. 1 και 2), 2 ) « 1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής : ( α ) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. ( β ) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ' αυτών, (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. ( ε ) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. (η) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ). 2 Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται οι εξής : (α) Η φύλαξη και διοικητική διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών θεματοφύλακα και παροχής συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων ή παρεχόμενων ασφαλειών, (β) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο. (γ) Η παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου τους, την κλαδική στρατηγική και συναφή θέματα, καθώς και παροχή συμβουλών και υπηρεσιών σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων. (δ) Η παροχή υπηρεσιών ξένου συναλλάγματος εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, (ε) Η έρευνα στον τομέα των επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση ή άλλες μορφές γενικών συστάσεων που σχετίζονται με συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (στ) Η παροχή υπηρεσιών σχετιζόμενων με την αναδοχή. (ζ) Η παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σχετικά με τα υποκείμενα μέσα των παραγώγων που περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις ε' έως ζ' και ι' του άρθρου 5, εφόσον σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών» (άρθρο 4 παρ. 1 και 2) και 3) «1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με : ( α ) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, ( β ) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, ( γ ) τους τόπους εκτέλεσης και ( δ ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας ). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι1 αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις : ( α ) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, ( με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα ), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα. Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ' του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού. ( β ) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη. ( γ ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. ( δ ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. 7. Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχείο με τα έγγραφα και τις συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ του πελάτη και της ΑΕΠΕΥ, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα. 8. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν σε κάθε πελάτη εγγράφως επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Στην ενημέρωση αυτή περιλαμβάνεται, όπου συντρέχει περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών που εκτελούνται για λογαριασμό του και των υπηρεσιών που του παρέχονται. 9. Όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοπιστωτικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας ή σε κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη όσον αφορά την αξιολόγηση του κινδύνου των πελατών και τις απαιτήσεις περί πληροφοριών, η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες ε το άρθρο αυτό υποχρεώσεις. 10. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις των ΕΠΕΥ που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 8, σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 10 του άρθρου 19 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. 11. Οι ΑΕΠΕΥ, οι ΑΕΔΟΕΕ και τα πιστωτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται ηλεκτρονικά συστήματα μέσω των οποίων προσφέρονται κινητές αξίες, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 3401/2005, πρέπει να παρέχουν στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες πληροφόρηση για τις προσφορές αυτές, που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής : ΐ. πληροφορίες για τη νομική κατάσταση του εκδότη, ii. επισκόπηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εκδότη, iii. πληροφορίες για πιθανά επενδυτικά σχέδια του εκδότη, ίν. πληροφορίες για τους μετόχους / εταίρους με ποσοστό πάνω από πέντε τοις εκατό (5%) και για το κεφάλαιο. Περιγραφή κάθε γνωστής στον εκδότη συμφωνίας, της οποίας η εφαρμογή θα μπορούσε, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, να επιφέρει αλλαγές όσον αφορά στον έλεγχο του εκδότη, ν. πληροφορίες για τη διοίκηση του εκδότη, νί. πληροφορίες για τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ διοίκησης, μετόχων του εκδότη και ΑΕΠΕΥ που παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία της περίπτωσης α' της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, ΑΕΔΟΕΕ του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 4209/2013 ή πιστωτικού ιδρύματος που διαμεσολαβεί, vii. πληροφορίες για τον τόπο δημοσίευσης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του εκδότη (π.χ. ιστοσελίδα του εκδότη, ΓΕΜΗ, κ.τ.λ.), viii. πληροφορίες σχετικά με τις κινητές αξίες που προσφέρονται και τους όρους της προσφοράς (π.χ. τρόπος κατανομής των κινητών αξιών σε περίπτωση υπερκάλυψης της προσφοράς, παράδοση κινητών αξίων κ.α.), ix. περιγραφή των δικαιωμάτων ( ψήφου, πληροφόρησης) που αποκτά ο επενδυτής, χ. διακριτή παράθεση των παραγόντων κινδύνου που συνδέονται με τον εκδότη, τον τομέα δραστηριότητας του και τις κινητές αξίες που προσφέρονται, xi. προειδοποίηση ότι η επένδυση δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμη και υπάρχει ενδεχόμενο ολικής απώλειας κεφαλαίου, xii. παράθεση των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τις παραπάνω πληροφορίες, xiii. προειδοποίηση ότι οι παραπάνω πληροφορίες δεν εγκρίνονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις πληροφόρησης που προβλέπονται παραπάνω για τις ΑΕΠΕΥ και τις ΑΕΔΟΕΕ της παρούσης παραγράφου και τα πιστωτικά ιδρύματα, να καθορίζονται τα τεχνικά μέσα εφαρμογής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια» (άρθρο 25). Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 10 του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1/452/1.1 1.2007 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Φ.Ε.Κ. Β' 2136/1.11.2007) « Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ( Ε.Π.Ε.Υ. ) », η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής : 1 ) « Για τους σκοπούς της απόφασης αυτής, νοούνται ως : ... 9. " Επενδυτική συμβουλή " : μια προσωπική σύσταση προς ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, η οποία : ( α ) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για το πρόσωπο αυτό ή λαμβάνει υπόψη της την κατάσταση του προσώπου αυτού και (β) αποτελεί σύσταση για την : ( βα ) αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, (ββ) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει ορισμένο χρηματοπιστωτικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοπιστωτικού μέσου. Μια σύσταση δεν είναι προσωπική σύσταση εάν διαδίδεται αποκλειστικά μέσω διαύλων επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό. 10. " Δίαυλος επικοινωνίας " : το μέσο ή ο τρόπος, μέσω του οποίου δημοσιοποιείται ή είναι πιθανό ότι θα δημοσιοποιηθεί μία πληροφορία, στην οποία έχει πρόσβαση μεγάλος αριθμός προσώπων, όπως ενδεικτικά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και η μαζική ταχυδρομική αποστολή (έγχαρτη ή ηλεκτρονική)» (άρθρο 2 παρ. 9 και 10), 2) «1. Η ΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι όλες οι πληροφορίες, περιλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, τις οποίες απευθύνει σε ιδιώτες πελάτες ή τις οποίες διαδίδει με τρόπο που καθιστά πιθανή τη λήψη τους από ιδιώτες πελάτες, πληρούν τις προϋποθέσεις, προκειμένου να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. 2. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει απαραιτήτως την επωνυμία της ΕΠΕΥ. 3. Η πληροφόρηση πρέπει να είναι ακριβής και ειδικότερα να μη δίνει έμφαση σε ενδεχόμενα δυνητικά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία ή από ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, χωρίς να επισημαίνει, παράλληλα, με σαφήνεια κάθε σχετικό κίνδυνο. Η πληροφόρηση πρέπει να είναι επαρκής και να παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να είναι πιθανή η κατανόηση της από το μέσο μέλος της ομάδας των προσώπων στην οποία απευθύνεται και από κάθε άλλο πιθανό αποδέκτη της. Η πληροφόρηση δεν πρέπει να αποκρύπτει, να υποβαθμίζει ή να συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις. 4. Όταν η πληροφόρηση συγκρίνει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, χρηματοπιστωτικά μέσα ή πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, πρέπει : ( α ) η σύγκριση να είναι εύλογη και να παρουσιάζεται με ακριβοδίκαιο τρόπο, ( β ) να προσδιορίζονται οι πηγές της πληροφόρησης που χρησιμοποιούνται για τη σύγκριση και ( γ ) να αναφέρονται τα βασικά στοιχεία και οι παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύγκριση. 5. Όταν η πληροφόρηση περιλαμβάνει ένδειξη προηγούμενων επιδόσεων ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, ενός χρηματοοικονομικού δείκτη ή μιας επενδυτικής υπηρεσίας : (α) Η ένδειξη προηγούμενων επιδόσεων δεν πρέπει να αποτελεί το προεξέχον στοιχείο της σχετικής ανακοίνωσης, (β) Η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει τις κατάλληλες πληροφορίες για τις επιδόσεις της αμέσως προηγούμενης πενταετίας ή, εάν το διάστημα κατά το οποίο είτε ήταν διαθέσιμο το χρηματοπιστωτικό μέσο, είτε καταρτίστηκε ο δείκτης, είτε παρασχέθηκε η επενδυτική υπηρεσία, είναι μικρότερο των πέντε ετών, για όλο το χρονικό αυτό διάστημα. Η ΕΠΕΥ, πάντως  μπορεί να  παρέχει πληροφόρηση  για  μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την πενταετία. Σε κάθε περίπτωση η πληροφόρηση αφορά πλήρεις δωδεκάμηνες περιόδους. ( γ ) Η περίοδος αναφοράς και η πηγή των πληροφοριών πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια. (δ) Η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι τα αριθμητικά στοιχεία αναφέρονται στο παρελθόν και ότι οι προηγούμενες επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων. ( ε ) Όταν η ένδειξη προηγουμένων επιδόσεων βασίζεται σε αριθμητικά στοιχεία εκπεφρασμένα σε νόμισμα διαφορετικό από εκείνο του κράτους μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο ιδιώτης πελάτης, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια το σχετικό νόμισμα και να περιλαμβάνεται προειδοποίηση ότι η απόδοση ενδέχεται να επηρεαστεί θετικά ή αρνητικά από συναλλαγματικές διακυμάνσεις. ( στ ) Όταν η ένδειξη προηγουμένων επιδόσεων βασίζεται σε μεικτή απόδοση, πρέπει να γνωστοποιούνται αναλυτικά οι επιβαρύνσεις από προμήθειες, αμοιβές ή άλλες χρεώσεις. 6. Η πληροφόρηση, που περιλαμβάνει ή αναφέρεται σε προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, πρέπει να αναφέρεται σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή χρηματοοικονομικό δείκτη και να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις : ( α ) η προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων πρέπει να βασίζεται σε πραγματικές προηγούμενες επιδόσεις ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων ή χρηματοοικονομικών δεικτών, οι οποίοι είτε αφορούν το ίδιο χρηματοπιστωτικό μέσο είτε υποκείμενο μέσο του, ( β ) οι πραγματικές προηγούμενες επιδόσεις, στις οποίες βασίζεται η προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων ( α ) έως ( γ ), ( ε ) και ( στ ) της παραγράφου 5 και ( γ ) η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι τα αριθμητικά στοιχεία αφορούν προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων και ότι οι προηγούμενες αυτές επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων. 7. Όταν η πληροφόρηση περιλαμβάνει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με μελλοντικές επιδόσεις : ( α ) η πληροφόρηση δεν πρέπει να βασίζεται ή να αναφέρεται σε προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, ( β ) η πληροφόρηση πρέπει να βασίζεται σε εύλογες παραδοχές που μπορούν να τεκμηριωθούν με αντικειμενικά δεδομένα, ( γ ) σε περίπτωση που η πληροφόρηση βασίζεται σε μεικτή απόδοση, πρέπει να γνωστοποιούνται αναλυτικά οι επιβαρύνσεις από προμήθειες, αμοιβές ή άλλες χρεώσεις και ( δ ) η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι οι προβλέψεις σχετικά με τις μελλοντικές επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων. 8. Πληροφόρηση, η οποία αναφέρεται σε ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση, πρέπει να επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από τα ατομικά δεδομένα κάθε πελάτη και ενδέχεται να μεταβληθεί στο μέλλον. 9. Η πληροφόρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το όνομα αρμόδιας αρχής με τρόπο που να δείχνει ή να υποδηλώνει ότι η αρμόδια αρχή υποστηρίζει ή εγκρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της ΕΠΕΥ » ( άρθρο 4 ), 3 ) « 1. Η ΕΠΕΥ παρέχει στους πελάτες της γενική περιγραφή της φύσης και των κινδύνων που ενέχουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα την κατηγοριοποίηση του πελάτη ως ιδιώτη ή επαγγελματία. Η περιγραφή αυτή εξηγεί τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου και τους συγκεκριμένους κινδύνους που αυτό ενέχει, με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε ο πελάτης να μπορεί να λαμβάνει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις. 2. Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του χρηματοπιστωτικού μέσου, την κατηγορία και το επίπεδο γνώσης του πελάτη, τα ακόλουθα στοιχεία : ( α ) τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος χρηματοπιστωτικού μέσου, επεξηγώντας τη μόχλευση που παρέχει και τις συνέπειες της, καθώς και τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης, (β) τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, καθώς και οποιουσδήποτε υφιστάμενους στην αγορά, στην οποία το μέσο αυτό αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, περιορισμούς, (γ) το γεγονός ότι ο επενδυτής, εκτός από το κόστος απόκτησης των χρηματοπιστωτικών μέσων, ενδέχεται να αναλάβει, ως αποτέλεσμα συναλλαγών επί των συγκεκριμένων μέσων, οικονομικές δεσμεύσεις καθώς και άλλες πρόσθετες υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων ενδεχόμενων υποχρεώσεων, ( δ ) το περιθώριο ασφάλισης ή παρόμοια υποχρέωση που, ενδεχομένως, απαιτείται για τη διενέργεια συναλλαγών επί των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων. 3. Όταν η ΕΠΕΥ παρέχει σε ιδιώτη πελάτη πληροφορίες σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο που αποτελεί αντικείμενο δημόσιας προσφοράς, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη και για την οποία έχει εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3401/2005, ενημερώνει τον πελάτη σχετικά με το πού διατίθεται στο κοινό το συγκεκριμένο ενημερωτικό δελτίο. 4. Όταν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαφορετικά χρηματοπιστωτικά μέσα ή υπηρεσίες και είναι πιθανό οι κίνδυνοι, οι οποίοι συνδέονται με το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, να είναι μεγαλύτεροι από τους κινδύνους που συνδέονται με κάθε μία από τις συνιστώσες του, η ΕΠΕΥ παρέχει επαρκή περιγραφή των συνιστωσών του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, καθώς και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδραση τους αυξάνει τους κινδύνους. 5. Όταν χρηματοπιστωτικά μέσα ενσωματώνουν εγγύηση τρίτου, η πληροφόρηση που παρέχει η ΕΠΕΥ σχετικά με την εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες για τον εγγυητή και την εγγύηση, προκειμένου ο ιδιώτης πελάτης να μπορεί να προβεί σε εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της εγγύησης» (άρθρο 8), 4) «1.Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, ή της διαχείρισης χαρτοφυλακίων λαμβάνει, από τους πελάτες, τις πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης επενδυτικής υπηρεσίας, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή, που προτείνει στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, ή που καταρτίζει στο πλαίσιο της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια : ( α ) είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη, ( β ) ο πελάτης έχει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει το βάρος των σχετικών επενδυτικών κινδύνων, σύμφωνα με τους επενδυτικούς του στόχους, ( γ ) ο πελάτης διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχει η προτεινόμενη συναλλαγή ή η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. 2. Η πληροφόρηση, αναφορικά με τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά : (α) με το χρονικό διάστημα για το οποίο ο πελάτης επιθυμεί να διατηρήσει την επένδυση, ( β ) με τις προτιμήσεις του όσον αφορά την ανάληψη κινδύνου, ( γ ) με το επενδυτικό του προφίλ και ( δ ) με τους σκοπούς της επένδυσης. 3. Η  πληροφόρηση, αναφορικά με  την οικονομική κατάσταση πελάτη, περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά : ( α ) με την προέλευση και το ύψος των τακτικών του εισοδημάτων, ( β ) με τα περιουσιακά του στοιχεία, περιλαμβανομένων των ρευστών του διαθεσίμων, των επενδύσεων και των ακινήτων του, και ( γ ) με τις τακτικές οικονομικές του υποχρεώσεις. 4. Ο επαγγελματίας πελάτης θεωρείται ότι διαθέτει το απαιτούμενο επίπεδο πείρας και γνώσης, για τα προϊόντα, τις συναλλαγές και τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη. Ο επαγγελματίας πελάτης της περίπτωσης ( α ) της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3606/2007, θεωρείται ότι διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει το βάρος των σχετικών επενδυτικών κινδύνων, σύμφωνα με τους επενδυτικούς του στόχους, όταν η παρεχόμενη επενδυτική υπηρεσία συνίσταται στην παροχή επενδυτικών συμβουλών. Ο επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος θεωρείται ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να φέρει το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου, που είναι σύμφωνος με τους επενδυτικούς του στόχους. 5. Σε περίπτωση που η ΕΠΕΥ, δεν λάβει ως προς συγκεκριμένο πελάτη την πληροφόρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 και εξειδικεύεται τις παραγράφους 1 έως 3 αυτού του άρθρου, δεν προβαίνει στην παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τον συγκεκριμένο πελάτη ή στη διαχείριση χαρτοφυλακίου του » (άρθρο 12), 5) «1. Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συμβατότητας μίας επενδυτικής υπηρεσίας για έναν πελάτη της, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, κρίνει αν ο πελάτης αυτός διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχει το επενδυτικό προϊόν ή η επενδυτική υπηρεσία, που του παρέχει η ΕΠΕΥ ή που αιτείται ο πελάτης. 2. Ένας επαγγελματίας πελάτης θεωρείται ότι διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχουν οι συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες ή συναλλαγές, ή τα είδη των συναλλαγών ή προϊόντων, για τα οποία ο πελάτης αυτός έχει ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη » (άρθρο 13) και 6) «1. Η πληροφόρηση, αναφορικά με τη γνώση και την πείρα που διαθέτει πελάτης στον τομέα των επενδύσεων, περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, στο μέτρο που είναι κατάλληλα για τον πελάτη αυτό, το είδος και την έκταση της υπηρεσίας που θα παρασχεθεί, καθώς και το είδος του προϊόντος ή της συναλλαγής που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, συμπεριλαμβανομένης της πολυπλοκότητας τους και των κινδύνων που ενέχουν : ( α ) τα είδη των επενδυτικών  υπηρεσιών,   των  συναλλαγών  και χρηματοπιστωτικών μέσων με τα οποία είναι εξοικειωμένος ο πελάτης, ( β ) τη φύση, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του πελάτη σε χρηματοπιστωτικά μέσα και τη χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, ( γ ) το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα ή συναφές προηγούμενο επάγγελμα του πελάτη. 2. Η ΕΠΕΥ δεν ενθαρρύνει τους πελάτες να μην παράσχουν την απαιτούμενη πληροφόρηση της αξιολόγησης της καταλληλότητας και της συμβατότητας, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, όπως εξειδικεύονται στα άρθρα 13 έως 15. 3. Η ΕΠΕΥ δικαιούται να βασίζεται στην πληροφόρηση που της παρέχουν οι πελάτες της, εκτός εάν γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πληροφόρηση αυτή είναι καταφανώς παρωχημένη, ανακριβής ή ελλιπής» (άρθρο 14). Τέλος, στην υπ' αριθ. 2501/31.12.2002 Πράξη Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος « Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους » ( Φ.Ε.Κ. Α' 277/18.11.2002 ) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : « Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ : Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν : Να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των ττροσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές. -Να παρέχουν περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους συναλλασσόμενους κατά τη διάρκεια ισχύος και λειτουργίας των συμβάσεων για τον τρόπο εφαρμογής των όρων που έχουν συμφωνηθεί. -Να ανταποκρίνονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σε αιτήματα συναλλασσομένων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων. - Να διαθέτουν ειδική υπηρεσιακή μονάδα για την εξέταση παραπόνων ή καταγγελιών πελατών. - Να μεριμνούν για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών προς το συναλλακτικό κοινό. - Να διαμορφώνουν το περιεχόμενο των διαφημίσεων τους σύμφωνα και με τους βασικούς κανόνες διαφάνειας της παρούσας Πράξης. - Να διαμορφώνουν τα επιτόκια στο πλαίσιο της αρχής της ανοικτής αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, συνεκτιμώντας τους κατά περίπτωση αναλαμβανόμενους κινδύνους, και λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες μεταβολές στις χρηματοοικονομικές συνθήκες καθώς και στοιχεία και πληροφορίες, τις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι οφείλουν να παρέχουν με ακρίβεια για το σκοπό αυτό. Β. ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ : Σύμφωνα με τις ως άνω γενικές αρχές τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ' ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης: ... Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων...». Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι κυρία υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών αποτελεί η διασφάλιση της ορθότητας και της πληρότητας των συμβουλών αυτών. Η ενημέρωση του επενδυτή πρέπει να χωρεί κατά τρόπο ευλόγως κατανοητό και με τη μεγίστη δυνατή σαφήνεια, όπερ σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή αναφορικώς με το αντικείμενο της επενδύσεως, οι δε συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη, όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως. Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε πρέπει, στο πλαίσιο παροχής συγκεκριμένης συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσεως, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως. Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο πρέπει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επενδύσεως. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες, οι οποίες αφορούν γενικώς στην αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επενδύσεως, ως και πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε ενδελεχή έρευνα. Το πιστωτικό ίδρυμα και κάθε εταιρία παροχής επενδυτικών συμβουλών οφείλουν να διαθέτουν τις πλέον «επικαιροποιημένες» πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινομένης επενδύσεως. Ιδιαιτέρως αυξημένο είναι το καθήκον του πιστωτικού ιδρύματος ή της εταιρίας  παροχής επενδυτικών συμβουλών για έρευνα ή ενημέρωση σε περιπτώσεις ιδιαιτέρως επικινδύνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μια επένδυση με αυξημένους κινδύνους, πλην όμως οφείλει να καταστήσει σε αυτόν σαφείς τους κινδύνους αυτούς, στους οποίους πρόκειται να εκτεθεί. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, οι οποίες βαρύνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρίες παροχής επενδυτικών συμβουλών δεν είναι η επιτυχία της επενδύσεως, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή πάσης δυνατής επιμελείας κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως διαφωτίσεως, έρευνας και παροχής καταλλήλων συμβουλών ( Γ. Γεωργιάδης, Οι υποχρεώσεις της τράπεζας για ενημέρωση, διαφώτιση και παροχή συμβουλών στον πελάτη, ΧρΙδΔ 2008 856). Βάσει, λοιπόν, των προαναφερομένων διατάξεων δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρίας παροχής επενδυτικών συμβουλών, εάν, ενδεικτικώς, δεν εφιστούν εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, εάν δεν πραγματοποιούν - με κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους - τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των περιλαμβανομένων στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα κινητών αξιών ή εάν δεν ενημερώνουν με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων προς επένδυση τίτλων ( ΕφΑΘ 885/2017 ΔΕΕ 2017 1478, ΕφΑΘ 770/2014 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Τούτο δε ισχύει ιδίως για τα λεγάμενα ομόλογα «ατελεύτητης διάρκειας » ή « αόριστης διάρκειας » ή « διηνεκή » ή «αιώνια » ομόλογα (perpetual bonds), τα οποία συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μια ανώνυμη εταυπα_ή ένα κράτος, παρέχονται δε στον κομιστή αυτών, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαιώματα απολήψεως των συμφωνηθέντων ( υψηλών κατά κανόνα ) τόκων, όχι όμως και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξεως. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση ή επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του επί σκοπώ εισπράξεως της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας τους ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου οποτεδήποτε, κατά την ελεύθερη αυτού κρίση και βούληση. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως «υβριδικοί», καθ' όσον παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές άνευ δικαιώματος ψήφου, χωρίς όμως να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη ή και τη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρίες ( είτε πιστωτικά ιδρύματα είτε Ε.Π.Ε.Υ.) να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη ευθύνη και υποχρέωση ενημερώσεως του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, ιδίως όταν αυτός ανήκει στην κατηγορία των ιδιωτών επενδυτών ( δηλαδή όχι των επαγγελματιών ή των θεσμικών επενδυτών ), δεδομένου ότι η χρήση και η κυκλοφορία αυτών ως ομολόγων ομολογιακού δανείου αποδίδει μια μη πραγματική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει ακόμη και τον εμπειρότερο επενδυτή ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους. Αυτή καθ' εαυτή η ονομασία τους, υποδηλούσα αξιογραφική παράσταση δανειακής υποχρεώσεως  του εκδότη (ομολογία, αναγνώριση χρέους ), δημιουργεί, κατά τα απολύτως κρατούντα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, σταθερή πεποίθηση περί συνάψεως δανειακής σχέσεως και συνακολούθως αδιαμφισβήτητης αξιώσεως του δανειστή (κομιστή της ομολογίας) κατά του εκδότη περί επιστροφής του δανείου σε συγκεκριμένο χρόνο ή οποτεδήποτε αυτός το ζητήσει και όχι αντιστρόφως. Αυτό ακριβώς το φαινόμενο οφείλει πρωτίστους μια τράπεζα να απαλείψει με δική της ευθύνη, πληροφορώντας καταλλήλως τον επενδυτή και παραλλήλως διενεργώντας πραγματικό και ενδελεχή έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας αυτού, κατά τα προεκτεθέντα. Εάν δεν το πράξει, παραβιάζει τις προεκτεθείσες διατάξεις, και υπόκειται σε αξιώσεις αποζημιώσεως των επενδυτών - πελατών της (ΕφΑΘ 4507/2018, ΕφΑΘ 4509/2018, ΕφΑΘ 2365/2018, ΕφΑΘ 2366/2018 αδημ. στο νομικό τύπο, προσκομιζόμενες). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ «Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση απευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτον, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέσως δικαίωμα από αυτήν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη », κατά δε τη διάταξη του άρθρου 149 του ίδιου Κώδικα « Εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Έχει επίσης δικαίωμα να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο να ανορθωθεί η ζημία ». Εν προκειμένω η απάτη αντιμετωπίζεται : α ) ως λόγος, ο οποίος καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, στον οποίο παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεως του και β ) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία γεννά εις βάρος του απατήσαντος υποχρέωση προς αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ). Ως απάτη κατά την έννοια της πρώτης των ως άνω διατάξεων νοείται κάθε συμπεριφορά, η οποία τείνει να παραγάγει, να ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βουλήσεως, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγνοούντο αυτά ήταν επιβεβλημένη από το καθήκον διαφωτίσεώς του βάσει της αρχής της καλής πίστεως ή της υπάρχουσας ιδιαίτερης σχέσεως μεταξύ αυτού και εκείνου, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, δεν ενδιαφέρει το είδος της δημιουργηθείσας από την απάτη πλάνης, δηλαδή εάν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, ως και εάν αναφέρεται αποκλειστικώς στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο δηλώσεως της βουλήσεως (βλ.σχετ. ΑΠ 316/2018, ΑΠ 209/2018 δημοσιευμένες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Ως λόγος, ο οποίος καθιστά ελαττωματική τη δήλωση βουλήσεως, αποκτά σημασία μόνο εντός του πλαισίου της δικαιοπραξίας, καθ' όσον συνιστά αρνητική προϋπόθεση του κύρους της, ενώ ως αδικοπρακτική συμπεριφορά ιδρύει υποχρέωση αποζημιώσεως, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιποί γενικοί όροι της αδικοπραξίας (βλ.σχετ. ΑΠ 384/2004 ΝοΒ 53 492). Η απάτη των άρθρων 147 επ. ΑΚ διαφέρει της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ, διότι η αστική διάταξη αναφέρεται σε απατηλή πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως, ενώ ο Ποινικός Κώδικας αναφέρεται σε διάθεση περιουσίας. Ο δόλος στην αστική απάτη αρκεί να τείνει στην παραγωγή συγκεκριμένης δηλώσεως βουλήσεως και δεν ενδιαφέρει ο πορισμός παρανόμου περιουσιακού οφέλους, και ως εκ τούτου οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Επομένως, εάν η παραπλάνηση, η οποία δημιουργείται ή ενισχύεται ή διατηρείται σε κάποιο πρόσωπο από την απάτη αυτή, προκάλεσε ζημία, στην οποία υπάγεται οποιαδήποτε μείωση της περιουσίας του, γεννάται υπέρ του απατωμένου πρωτογενής αξίωση αποζημιώσεως έναντι του μετερχομένου την απάτη προσώπου (βλ.σχετ. ΑΠ 683/1995 ΕΕΝ 1996 560). Στοιχεία της απάτης εν προκειμένω είναι : α) η πλάνη, δηλαδή η εσφαλμένη παράσταση ή αντίληψη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, είτε του παρελθόντος είτε του παρόντος είτε του μέλλοντος, β ) πρόκληση της πλάνης αυτής από άλλο πρόσωπο εις βάρος του πλανωμένου, γ ) η πλάνη και η παραπλάνηση να χωρούν εκ προθέσεως και δ ) η πρόκληση « ελαττωματικής » βουλήσεως, συνεπεία της οποίας ο πλανηθείς προβαίνει σε δήλωση αυτής. Εάν ο απατηθείς επιλέξει να μην ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεως βουλήσεως αυτού λόγω απάτης, αλλά να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία ως έγκυρη και ισχυρή και να ζητήσει αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), η αποζημίωση διαλαμβάνει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όπως γενικώς προβλέπεται από τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις (βλ. σχετ. ΑΠ 247/2018 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 745/2017 Αρμ. 2018 341). Η απάτη ως παραγωγική αιτία αποζημιώσεως δύναται να συντρέχει και ως προσυμβατικό πταίσμα, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθεί να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως (βλ. σχετ. ΕφΠατρ 292/2017 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ « Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει », ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του ... ».  Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γενέσεως ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι : α ) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως, γ ) υπαιτιότητα, δ ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (ήτοι του «νομίμου λόγου ευθύνης » ) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 8/2018 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 1572/2014, ΑΠ 1361/2013, δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΕφΑΘ 6675/2014 ΕλλΔνη 57 802 ). Ως ανθρώπινη συμπεριφορά νοείται η εκούσια εξωτερική κοινωνική συμπεριφορά ανθρώπου και όχι οι καταστάσεις του εσωτερικού του κόσμου ή οι οφειλόμενες σε άσκηση επ' αυτού ακαταμάχητης δυνάμεως ή σε καταστάσεις ελλείψεως συνειδήσεως ή σε άλογες ενέργειες ζώων, δύναται δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη. Ευθύνη από παράλειψη δημιουργείται, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, τούτο δε συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας, ειδικότερα δε όταν ο ζημιώσας με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα αποτροπής του κινδύνου (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1736/2013 δημοσιευμένες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Παράνομη είναι, κατ' αρχήν, η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου και προσβάλλει τα προστατευόμενα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου, ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως κρίνεται βάσει του ισχύοντος κατά το χρόνο συντελέσεώς της νομικού καθεστώτος.  Το στοιχείο του παρανόμου θεωρείται ότι συντρέχει όχι μόνον όταν παραβιάζεται απαγορευτικός ή επιτακτικός κανόνας δικαίου, αλλά και όταν διαπιστώνεται αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της εννόμου τάξεως και ειδικώς παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως συγκεκριμένων μέτρων επιμελείας προς αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (βλ. σχετ. ΑΠ 93/2016 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»).  Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δεν περιέχει επιταγή ή απαγόρευση, αλλά απλώς καθορίζει την κύρωση ( ήτοι την υποχρέωση αποζημιώσεως ) σε περίπτωση, κατά την οποία ορισμένη πράξη είναι παράνομη λόγω παραβάσεως κάποιου κανόνα δικαίου.  Για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ χαρακτηρίζεται ως «λευκός» κανόνας δικαίου, καθ' όσον δεν ορίζει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, αλλά παραπέμπει για το χαρακτηρισμό μιας πράξεως ως παράνομης ή μη στο σύνολο της κειμένης νομοθεσίας (αστικής, ποινικής, διοικητικής κλπ.) και, εφ' όσον βάσει της νομοθεσίας αυτής ορισμένη πράξη χαρακτηρισθεί παράνομη, επιβάλλεται ως κύρωση η υποχρέωση προς αποζημίωση. Περαιτέρω, υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία επιτρέπει την απόδοση στο δράστη προσωπικής μομφής, δηλαδή παριστά τον ψυχικό δεσμό αυτού με την αδικοπραξία (βλ. σχετ. ΑΠ 1361/2013 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στην συμπεριφορά να την καθιστά εν ταυτώ παράνομη ή και αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ιδία και την ύπαρξη υπαιτιότητας με τη μορφή γενικότερα της αμελείας, όταν ιδίως η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμελείας, με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συναλλασσόμενος, ασχέτως του εάν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου. Υπαιτιότητα νοείται είτε υπό τη μορφή του δόλου είτε της αμελείας, με πράξη ή παράλειψη, εάν δε η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου του παθόντος, αυτός δεν δικαιούται αποζημίωση, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματος αυτού ευρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, κατά την οποία το Δικαστήριο δύναται να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να επιδικάσει αυτή μειωμένη. Εξάλλου, ζημία ως προϋπόθεση της αδικοπραξίας αποτελεί κάθε βλάβη, η οποία προκαλείται στα υλικά ή άυλα αγαθά του προσώπου, αποκαθίσταται δε όχι μόνο η περιουσιακή ζημία, αλλά και η ηθική βλάβη, πρέπει δε αυτή να είναι άμεση, και ως εκ τούτου αξίωση αποζημιώσεως αποκτά μόνον ο αμέσως ζημιωθείς, δηλαδή ο φορέας ή ο δικαιούχος του προσβληθέντος από την άδικη πράξη εννόμου αγαθού (βλ.σχτ. ΑΠ 1253/2012 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ Σ.Α.), ως και ο αμέσως προσβληθείς στα προστατευόμενα συμφέροντα του. Ως χρόνος υπολογισμού της ζημίας του ενάγοντος νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ.σχετ. ΟλΑΠ 44/1996 ΝοΒ 45 451, ΑΠ 1401/2005 ΕλλΔνη 47 132, ΕφΠειρ 383/2013 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ»). Τέλος, αιτιώδης σύνδεσμος (αιτιώδης συνάφεια) υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και είχε τη δυνατότητα να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ζημιογόνο αποτέλεσμα (βλ.σχετ. ΑΠ 1610/2013 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή, αναλόγως, την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (βλ.σχετ. ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 427/2008, ΑΠ 190/2007 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Διάταξη ειδική και συμπληρωματικού χαρακτήρα σχετικώς με την ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ είναι εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι «όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι : α ) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τοιαύτη δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, συμφώνως προς τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, επί των οποίων στηρίζεται το θετικό δίκαιο, β ) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και υπό τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας και παρά ταύτα δεν θέλησε να αποστεί αυτής, γ ) πρόκληση ζημίας σε άλλον και δ ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.σχετ. ΑΠ 1354/2015 όπ.). Μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά, άνευ άλλου τινός, και αδικοπραξία, υπό την προπαρατεθείσα έννοια. Είναι όμως δυνατόν η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά ( πράξη ή παράλειψη ), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, εφ' όσον αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια κάποιον άλλον. Δηλαδή, εάν το πταίσμα, το οποίο επέφερε τη ζημία, ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την αθέτηση της συμβάσεως και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί αδικοπραξιών (βλ.σχετ. ΑΠ 449/2014 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 212/2000 ΕλλΔνη 41 755). Σε αντίθετη περίπτωση υφίσταται συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, οι οποίες δύνανται μεν να ασκηθούν παραλλήλως, όχι όμως και να ικανοποιηθούν σωρευτικώς, διότι η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη άνευ αντικειμένου (βλ.σχετ. ΟλΑΠ 767/1973 ΝοΒ 22 705, ΑΠ 1596/2014 ΧρΙδΔ 2015 185, ΑΠ 1667/2009 ΕλλΔνη 51 462, ΕφΑΘ 4489/2011 ΕπισκΕμπΔ 2016 216), εκτός εάν ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε η συρρέουσα από αδικοπραξία αξίωση σώζεται κατά το αίτημα αυτό (βλ.σχετ. ΑΠ 560/2010 όττ. π., ΑΠ 1664/2005 ΔΕΕ 2006 188, ΕφΑΘ 1137/2008 ΕττισκΕμπΔ 2008 904 ). Ενόψει των ανωτέρω, το πραγματικό του «λευκού» κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ πληρούται, όταν παραβιάζονται, ιδίως αναφορικώς με τα αναφερόμενα ανωτέρω υπό στοιχείο I της μείζονος σκέψεως «ατελεύτητα ομόλογα» (perpetual bonds), οι διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις » και των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ' αριθ. 1/452/1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Φ.Ε.Κ. Β' 2136/1.1 1.2007) « Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.)», οι οποίες τείνουν και στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των επενδυτών, γεννάται δε υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος και ή/και της εταιρίας παροχής επενδυτικών συμβουλών προς αποζημίωση του επενδυτή κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ( άρθρα 914 επ. ΑΚ ), εάν η προκληθείσα στον τελευταίο ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα οργάνων ή προστηθέντων αυτών και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας του επενδυτή (ΑΠ 1738/2013 ΕπισκΕμπΔ 2013 638, ΕφΑΘ 885/2017 όπ. π., ΕφΑΘ 3253/2016 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ », ΕφΑΘ 4841/2014 ΧΡΗΔΙΚ 2015 136, ΕφΑΘ 770/2014 όπ. π., Σπ. Ψυχομάνης, η διάθεση « perpetual bonds » από τις ελληνικές τράπεζες, ΔΕΕ 2010 867 επ. ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ « Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του ». «Πρόστηση» είναι η τοποθέτηση ή ο διορισμός ή η χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του προστήσαντος. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει : α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών στον προστηθέντα σχετικώς με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του. Δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξαρτήσεως, η οποία όμως επιτρέπει μια γενική εποπτεία. Η σχέση προστήσεως δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους, ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσεως μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά είναι δυνατόν να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, είναι δε αδιάφορο εάν οφείλεται ή όχι αμοιβή, ομοίως δε αδιάφορος είναι και ο τρόπος προσλήψεως του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του (βλ.σχετ. ΑΠ 698/2012 ΕΕμπΔ 2013 354), β) παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του προστηθέντος, δηλαδή αδικοπραξία αυτού κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και γ ) πράξη η παράλειψη του προστηθέντος τελεσθείσα κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, ακόμη και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη τελέσθηκε εντός των ορίων των ανατεθειμένων στον προστηθέντα καθηκόντων ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, οι οποίες έχουν δοθεί σε αυτόν, ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφ' όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας ( πράξεως ή παραλείψεως ) του προστηθέντος και της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση ούτε όφειλε να την γνωρίζει (βλ.σχετ. ΑΠ 631/2015 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 959/2004 ΕλλΔνη 45 1602, ΑΠ 651/2001 ΕλλΔνη 42 1540). Η διάταξη ιδρύει γνήσια αντικειμενική και εις ολόκληρον ευθύνη του προστήσαντος για ζημίες λ προκληθείσες παρανόμως και υπαιτίως από τον προστηθέντα και ως εκ τούτου δεν παρέχεται δυνατότητα απαλλαγής του προστήσαντος από την ευθύνη, ακόμη και εάν αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα (αμέλεια ) περί την επιλογή του προστηθέντος ή ως προς τις παρασχεθείσες σε αυτόν οδηγίες ή ότι ο προστηθείς ανέπτυξε πρωτοβουλία εντός του πεδίου δράσεως του προστήσαντος (βλ.σχετ. ΑΠ 243/2016 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Δικαιολογητικό λόγο της καθιερώσεως γνήσιας αντικειμενικής ευθύνης του προστήσαντος αποτελεί το γεγονός ότι αυτός ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους προκύπτοντες από τη δραστηριότητα του προστηθέντος κινδύνους. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, πέραν των αναφερομένων στα άρθρα 117 και 118 ΚΠολΔ αναγκαίων για κάθε δικόγραφο στοιχείων, πρέπει επιπλέον να διαλαμβάνει : α ) σαφή έκθεση των θεμελιούντων κατά νόμον αυτή στοιχείων, τα οποία δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ ) ορισμένο αίτημα. Σαφής έκθεση των απαραιτήτων κατά νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει, και όταν ιστορικώς αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστικώς περιγραφόμενη με αυτά έννοια, η οποία αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενο της είναι αναμφιβόλως γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως, με την οποία αυτή δηλώνεται. Κατά συνέπεια, εφ' όσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικώς η αναμφίβολους γνωστή έννοια της προστήσεως, θεωρείται ότι προβάλλονται τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση από τον προστήσαντα του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του (βλ.σχετ. ΑΠ 1440/2014 ΔΕΕ 2015 162, ΑΠ 1 198/2009 ΔΕΕ 2009 1361, ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1507/2005 δημοσιευμένες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΕφΑΘ 2876/2012 ΔΕΕ 2012 797 ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι σκοπός του δικαίου της αποζημιώσεως είναι η αποκατάσταση της πλήρους, αλλά και μόνον, ζημίας και όχι ο πλουτισμός του ζημιωθέντος. Επομένως, εάν το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε μεν στον ζημιωθέντα ζημία, αλλά απέφερε στον τελευταίο ορισμένες ωφέλειες ( κέρδος ), αποκαταστατέα τυγχάνει η πραγματική ζημία, δηλαδή η διαφορά, η οποία προκύπτει από την αφαίρεση του κέρδους από την προκληθείσα ζημία. Ο λεγόμενος « συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους» ( compensate lucri cum damno ) δεν συνιστά εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες του δικαίου της αποζημιώσεως, αλλά εφαρμογή τους κατά τρόπο, ο οποίος προκύπτει από την ιδία την έννοια της ζημίας, για τον υπολογισμό της οποίας εκτιμάται η συνολική περιουσιακή κατάσταση του ζημιωθέντος και οι επιπτώσεις του ζημιογόνου γεγονότος, τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές. Συνεπώς, για τον υπολογισμό της περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος μετά την επέλευση της ζημίας πρέπει να συνυπολογισθεί και το τυχόν κέρδος. Η επίκληση του συνυπολογιστέου κέρδους αποτελεί ανατρεπτική της αγωγής ένσταση του εναγομένου, η οποία οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής εν σχέσει προς το μέρος του αξιουμένου ποσού αποζημιώσεως, το οποίο καλύπτεται από το κέρδος, το οποίο αποκομίζει ο εναγών από το επιζήμιο γεγονός (βλ.σχετ. ΟλΑΠ 54 και 55/1990 ΝοΒ 41 380). Δυσχέρεια εμφανίζει το ζήτημα του προσδιορισμού ( ή της οριοθετήσεως ) των συνυπολογιστέων ωφελειών, διότι ο συνυπολογισμός όλων ανεξαιρέτως των κερδών, ακόμη και των πλέον απομακρυσμένων και μόνον εμμέσως συνδεομένων με το ζημιογόνο γεγονός, θα οδηγούσε σε άδικα αποτελέσματα. Κατά μία άποψη ( θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας ) συνυπολογίζονται μόνο τα κέρδη, τα οποία είναι δυνατόν να προβλεφθούν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και όχι τα οφειλόμενα σε τυχαία ή έκτακτα περιστατικά, ενώ κατ' άλλη άποψη ( θεωρία του σκοπού της κερδοφόρου παροχής ) απαιτείται προσφυγή στον σκοπό της πράξεως, της συμβάσεως ή της διατάξεως του νόμου, βάσει της οποίας ο ζημιωθείς αποκόμισε το όφελος ( κέρδος ) και, εάν ο σκοπός αυτός συμπίπτει με το σκοπό του δικαίου της αποζημιώσεως, το κέρδος πρέπει να συνυπολογίζεται προς αποφυγή πλουτισμού του ζημιωθέντος. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και κέρδους ( όπως δέχονται οι ΑΠ 244/2016 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 1857/2005, ΑΠ 1213/2001 ΕλλΔνη 43 96, ΕφΑΘ 4881/2014 όπ. π. ), αλλά και μη αντίθεση του συνυπολογισμού του κέρδους υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη ( ΑΠ 762/2007 ΝοΒ 55 1561 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' εδ. α' Ν. 2251/1994 « Προστασία των καταναλωτών », όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3587/2007 «Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2251/1994 " Προστασία των καταναλωτών ", όπως ισχύει - Ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( EE L 149 ) » και πριν από την εκ νέου αντικατάσταση της με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 3 και 4 Ν. 4512/2018 « Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις », ως «καταναλωτής» νοείται « κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα ) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του ». Με την ως άνω διάταξη, η οποία εξακολουθεί να εφαρμόζεται υπό την ως άνω διατύπωση της επί εννόμων σχέσεων, τα παραγωγικά γεγονότα των οποίων ανάγονται σε χρόνο μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 3587/2007 και πριν την εφαρμογή του Ν. 4512/2018 ( άρθρα 2 ΑΚ και 24 ΕισΝΑΚ - ΑΠ 181/2000 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΕφΙωαν 25/2010 Αρμ. 1099 ), διευρύνθηκε ο κύκλος των προσώπων, στα οποία αναγνωρίζεται η ιδιότητα του « καταναλωτή » και παρέχεται η προβλεπόμενη από το Ν. 2251/1994 προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών, στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας Ν. 1961/1991. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β' της Οδηγίας « καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες », ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991 «καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών». Ειδικότερα, καταναλωτής, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 2251/1994, είναι το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων, τα οποία αποκτούν το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών τους αναγκών, εφ όσον είναι οι τελικοί αποδέκτες αυτών ( ΑΠ 733/201 1 ΕλλΔνη 53 741 ). Τέτοιος τελικός αποδέκτης (και όχι ενδιάμεσος) είναι εκείνος, ο οποίος αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα συμφώνως προς τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός, ο οποίος χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η κατά το Ν. 2251/1994 ρύθμιση ως προς την έννοια του καταναλωτή αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεση του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, οι οποίοι περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή στον αποκτώντα προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω Οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, το οποίο ορίζει ότι « Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή », επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σ' αυτόν τη θέσπιση ταυτόσημης κατά περιεχόμενο προστασίας κατά των καταχρηστικών Γ.Ο.Σ. και υπέρ προσώπων, τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 2β της ως άνω Οδηγίας. Επομένως, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε ένα στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην προαναφερόμενη, ελάχιστης εναρμονίσεως, Οδηγία, δεν εκτοπίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εθνικής ρυθμίσεως, διότι πρόθεση του ( κοινοτικού νομοθέτη ) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη Οδηγία κατώτατους ( ελάχιστους ) όρους προστασίας. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες αφορούν ειδικώς στις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των Γ.Ο.Σ. τραπεζών. Δεδομένης, όμως, της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικώς μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων ( αλλά και η κατάρτιση συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ), απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλίσκονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβιβάσεως τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, είτε αυτοί χρησιμοποιούν τις τραπεζικές υπηρεσίες για την κάλυψη ατομικών ( μη επαγγελματικών - επιχειρηματικών ) αναγκών τους (λ.χ. καταναλωτικά δάνεια, αποταμίευση, επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα ) είτε αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επαγγελματικών - επιχειρηματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής & συναλλαγής και δεν τίθεται ζήτημα περαιτέρω μεταβιβάσεως τους προς τρίτους. Δηλαδή, υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 τόσο οι τραπεζικές υπηρεσίες, οι οποίες εκ της φύσεως τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών ( αποταμιευτικών, επενδυτικών κλπ. ), όσο και οι απευθυνόμενες σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ενστάσεως από την τράπεζα, εάν η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης ή, εν γένει, ο αντισυμβαλλόμενος της αποταμιευτής, επενδυτής κλπ. δεν εμφανίζει έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να δύναται να διαπραγματευθεί ισοτίμως τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως (ίδ. σχετ. ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙδΔ 2015 675, ΑΠ 1463/2017 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ »,ΕφΑΘ1 366/2017 ΔΕΕ 2017 538 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 10 Ν. 3587/2007, « 1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο. 2. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. 4. Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως : α ) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β ) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ ) ο χρόνος παροχής της, δ ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε ) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν. 5. Η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα. 6. Οι διατάξεις για τη συνυπευθυνότητα, τη μείωση ή άρση της ευθύνης και την απαγόρευση απαλλακτικών ρητρών των παραγράφων 10, 11 και 12 του άρθρου 6 εφαρμόζονται αναλογικά και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες ». Η προαναφερομένη διάταξη δεν προβλέπει περίπτωση « ειδικώς ρυθμισμένης » αδικοπραξίας ( με απλή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως ), αλλά ιδρύει ( και μετά την τροποποίηση της από το Ν. 3587/2007 ), κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αυτοτελή και ανεξάρτητο της συμβάσεως ή της αδικοπραξίας νόμιμο λόγο ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες προς αποζημίωση του λήπτη των υπηρεσιών, ήτοι την « παροχή υπηρεσιών » ( ανεξαρτήτως, δηλαδή, της εντάξεως των υπηρεσιών αυτών στο πλαίσιο συμβάσεως ή μη ), και προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις εφαρμογής της, διαφοροποιούμενες σε ουσιώδη σημεία των ( κατά τα λοιπά ομοίων ) / προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, ήτοι : α ) παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, β ) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή αυτών, η οποία τεκμαίρεται, και ο παρέχων φέρει το βάρος αποδείξεως της ελλείψεως της ( νόθος αντικειμενική ευθύνη ), γ ) παράνομη συμπεριφορά, δ ) ζημία κατά το γενικό δίκαιο της αποζημιώσεως ( άρθρα 297, 298 ΑΚ ) και ε ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της υπάρξεως υπαιτιότητας αναφέρονται στον νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες δεν συναρτάται προς το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρεώσεως του προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά προς την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών, τις οποίες θεμιτώς δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και προς την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, ήτοι προς την παραβίαση της υποχρεώσεώς λήψεως μέτρων προνοίας και ασφαλείας, τα οποία όφειλε κατά τον νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει εντός της σφαίρας επιρροής του, υπό ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστεως και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, η οποία εν τέλει αποτελεί το προστατεύσιμο δικαίωμα. Εφ' όσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες να αξιώσει την αποκατάσταση της ( ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 427/2015 δημοσιευμένες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 589/2001 ΔΕΕ 2001, ΑΠ 589/2001 ΔΕΕ 2001 1 117, ΕφΑΘ 2556/2010 ΕλλΔνη 52 251 ). Οι διατάξεις του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 και 5 αυτού, κατισχύουν - ως ειδικές - πάσης άλλης διατάξεως αντιβαίνουσας σε αυτές ή αναφερομένης σε θέματα ρυθμιζόμενα από αυτές, επομένως και των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ, εκτός εάν οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μείζονα προστασία από την ειδική ρύθμιση του νόμου αυτού, με εξαίρεση τις διατάξεις, οι οποίες αφορούν σε παραγραφές και αποκλειστικές προθεσμίες ( ΕφΑΘ 3270/2012 ΕΕμπΔ 2013 575, ΕφΘεσ 1 133/2004 ΕπισκΕμπΔ 2004 980 ). Ενόψει των ανωτέρω, η παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους πιστωτικών ιδρυμάτων ή εταιριών παροχής επενδυτικών συμβουλών αναμφιβόλως εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της ως άνω διατάξεως, εφ' όσον ο επενδυτής έχει, εν πάση περιπτώσει, την ιδιότητα του « τελικού αποδέκτη » της σχετικής τραπεζικής -  επενδυτικής υπηρεσίας,  και μάλιστα ανεξαρτήτως, κατ' αρχήν, της ιδιότητας αυτού ως « ερασιτέχνη» ή «επαγγελματία» επενδυτή. Περαιτέρω, σε περίπτωση διαμεσολαβήσεως πιστωτικού ιδρύματος (τράπεζας) κατά τις συναλλαγές με αντικείμενο χρηματοπιστωτικά προϊόντα, πρέπει κατ' αρχήν να θεωρείται υφισταμένη η μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του πελάτη αυτού -επενδυτή σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος να δίδει συμβουλές στους πελάτες του αναφορικώς με χρηματοπιστωτικά προϊόντα, πρέπει δε ακόμη να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις αυτές έχει συναφθεί σιωπηρώς τοιαύτη σύμβαση, έστω και εάν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος, όπως είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία, τα οποία φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών στην περίπτωση αυτή είναι ότι : α ) για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανής η μεγάλη σημασία της πληροφορήσεως για τον δυνητικό επενδυτή, διότι η πληροφόρηση αυτή θα αποτελέσει τη βάση της λήψεως σοβαρών αποφάσεων εκ μέρους του τελευταίου για τη διαχείριση των κεφαλαίων του, β ) καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος περί τη χρηματιστηριακή - επενδυτική πρακτική των εγχωρίων και διεθνών αγορών, οι εν λόγω επιχειρήσεις διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής κατά κανόνα αποφασίζει βάσει των συμβουλών των επιχειρήσεων αυτών, τις εμπιστεύεται και αναμένει υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική δραστηριότητα τους και γ ) οι ως άνω επιχειρήσεις αποκομίζουν ίδιο οικονομικό όφελος από την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή, τουλάχιστον, έμμεσο ( Ε. Αλεξανδρίδου, Τα επενδυτικά προϊόντα της Lehman Brothers και η κάλυψη των ζημιών των επενδυτών, ΔΕΕ 2010 136 ). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ « Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια  που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση ή από τις μεσολαβήσασες περιστάσεις ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, καθ' όσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες, οι οποίες απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να επάγεται δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (βλ.σχετ. ΟλΑΠ 6/2016 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36 1531, ΑΠ 151/2016 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 496/2014 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΑΠ 1432/2010 ΕλλΔνη 52 492). Καθ' όσον αφορά στα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, τα οποία τίθενται διαζευκτικώς, υπό την έννοια ότι αρκεί η πλήρωση του ενός, προκειμένου να διαγνωσθεί η κατάχρηση, ως « καλή πίστη » νοείται η ευθύτητα, εμπιστοσύνη και εντιμότητα, οι οποίες πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, δηλαδή η συμπεριφορά η επιβαλλομένη στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοούμενη αντικειμενικώς, ώστε να μην βλάπτει ο δικαιούχος κάποιον άλλον, δυσαναλόγως προς την ωφέλεια, την οποία αποκομίζει από την άσκηση του δικαιώματος του, αλλά να προτιμά ηπιότερο τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος. Ως κριτήριο των « χρηστών ηθών » χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά τη γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Ο «κοινωνικός» και « οικονομικός » σκοπός του δικαιώματος συναρτάται προς την επιτελούμενη δια του δικαιώματος λειτουργία, πέραν της εξυπηρετήσεως των ατομικών συμφερόντων του φορέως του, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως. Τέλος, « προφανής » είναι η υπέρβαση των ορίων ασκήσεως του δικαιώματος, όταν είναι έκδηλος, καταφανής. Τοιαύτη υπέρβαση υπάρχει, όταν ο ασκών το δικαίωμα, ουδέν συμφέρον προσδοκά ή, κατ' άλλη έκφραση, όταν η υπέρβαση προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ιδίου Νόμου: «Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, «1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3.Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα: «Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ». Με τη θέση σε ισχύ του Ν. 4335/2015 καταργήθηκε (ομοίως με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο αυτού) από 1.1.2016 η μέχρι τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, η οποία όριζε ότι: «Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παρ. 3 του άρθρου 237 και του γ' εδ. του άρθρου 238, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες». Οι νέες διατάξεις των άρθρων 422 -424 ΚΠολΔ περί ενόρκων βεβαιώσεων υπόκεινται από πλευράς μεταβατικού δικαίου στη γενική ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 1 άρθρου πρώτου Ν. 4335/2015 και ως εκ τούτου εφαρμόζονται από 1.1.2016 και εφεξής. Περαιτέρω, από τη διαλαμβάνουσα γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 εδ. β' ΕισΝΚΠολΔ, κατά την οποία «διαδικαστικές πράξεις απόδειξης που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό », συνάγεται ότι διαδικαστικές πράξεις περί αποδείξεως (εν προκειμένω κλήσεις για λήψη ενόρκων βεβαιώσεων και ένορκες βεβαιώσεις), οι οποίες έλαβαν χώρα πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου δικαίου, ήτοι πριν από την 1.1.2016, διέπονται από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, ενώ όσες λαμβάνουν χώρα μετά την ημερομηνία αυτή διέπονται από τις ρυθμίσεις του Ν. 4335/2015, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές, ένδικα μέσα και ένδικα βοηθήματα έχουν ασκηθεί προ της 1.1.2016. Επομένως, η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως, η οποία επιδίδεται μετά την 1.1.2016 πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του νέου άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ και δύνανται να ληφθούν έως πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις, έστω και εάν η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται στο πλαίσιο δίκης επί αγωγής ασκηθείσας μέχρι την 31.12.2015 (Π. Γιαννόπουλος - Χ. Τριανταφυλλίδης, Οι τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στο πεδίο του δικαίου της αποδείξεως, ΕλλΔνη 2016, 665), αντιθέτως δε, οι επιδοθείσες προ της 1.1.2016 κλήσεις για λήψη ενόρκων βεβαιώσεων, ως ειδικότερες διαδικαστικές πράξεις περί αποδείξεως, κρίνονται ως προς τη νομιμότητα τους βάσει του προϊσχύοντος του Ν. 4335/2015 νομοθετικού καθεστώτος, ακόμη και εάν η ένορκη βεβαίωση τελικώς δόθηκε μετά την ημερομηνία αυτή (βλ.σχετ. ΑΠ 927/2017 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ»). Τα ανωτέρω ισχύουν, κατά την άποψη αυτή, και επί του ζητήματος του ποσοτικού περιορισμού των τριών (κατά την ισχύουσα μέχρι την 3 1.12.2015 διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ ) ή των πέντε ( κατά την ισχύουσα από 1.1.2016 διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ ) ενόρκων βεβαιώσεων, ο οποίος ομοίως θα κριθεί βάσει του χρόνου επιδόσεως της κλήσεως για λήψη ένορκης βεβαιώσεως, κατά τα προεκτιθέμενα. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβλέπει τον ανωτέρω κανόνα διαχρονικού δικαίου και αποδέχεται τον κίνδυνο προσβολής, κατά περίπτωση, του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος). Ωστόσο, η άποψη αυτή επιλύει μεν επιτυχώς το ζήτημα του προσδιορισμού των αναγκαίων για τη νομιμότητα των ενόρκων βεβαιώσεων προϋποθέσεων και στοιχείων με κριτήριο το χρόνο επιδόσεως της κλήσεως για τη λήψη τους, όχι όμως και το απολύτως συναφές ζήτημα του καθορισμού του (διαφοροποιημένου μετά την επελθούσα με το Ν. 4335/2015 νομοθετική μεταβολή) αριθμού των λαμβανομένων υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, ιδίως εάν οι πλείονες ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί τόσο πριν, όσο και μετά την 1.1.2016, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο δίκης επί αγωγής, ασκηθείσας μεν προ της ημερομηνίας αυτής (εφαρμοζομένων επ' αυτής των μέχρι την 31.12.2015 παλαιών διατάξεων των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ αναφορικώς με την κατάθεση προτάσεων και την προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 Ν. 4335/2015), αλλά φερομένης προς συζήτηση μετά την ημερομηνία αυτή, οπότε ισχύουν πλέον οι προαναφερόμενες νέες διατάξεις των άρθρων 421,422 και 424 ΚΠολΔ και όχι η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ (κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ως άνω Νόμου). Ορθότερο είναι να γίνει δεκτό στην περίπτωση αυτή ότι, εφ' όσον προσκομίζονται πλείονες των τριών ( 3 ) ενόρκων βεβαιώσεων, λαμβάνονται υπόψη έως πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις κατά τη σειρά επικλήσεως αυτών από τους διαδίκους, πλείονες δε των πέντε ( 5 ) δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

 

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή κρίνεται ανεπιεικής, περιορίζει άνευ αποχρώντος λόγου το δικαίωμα των διαδίκων να αποδείξουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους και παρορά το γεγονός ότι σε χρόνο καταθέσεως των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μετά την 1.1.2016, έστω και εάν πρόκειται περί αγωγής κατατεθειμένης προ της ημερομηνίας αυτής, μόνη ισχύουσα διάταξη είναι αυτή του νέου άρθρου 422 τταρ. 3 ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 τταρ. 1 ΚΠολΔ «Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη επιτρέπεται, αν αυτό επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου». Ως « νέα » νοούνται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είτε δεν υποβλήθηκαν πρωτοδίκως είτε υποβλήθηκαν μεν, πλην όμως απαραδέκτως ( λ.χ. εκπροθέσμως ή άνευ νομίμου σημάνσεως ή άνευ επικλήσεως ), ασχέτως του εάν το Δικαστήριο αποφάνθηκε για το απαράδεκτο αυτό ή αντιπαρήλθε σιγή το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (βλ.σχετ. ΑΠ 1622/2009 ΝοΒ 58 444, ΑΠ 1 107/2008 ΝοΒ 56 2682, ΕφΑΘ 21019/2003 Αρμ. 2005, 746). Επομένως, ακόμη και εάν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζον επί αγωγής κατατεθειμένης προ της 1.1.2016, έλαβε υπόψη του (ορθώς ή εσφαλμένως) μόνο τρεις (3) εκ των προσκομισθεισών μετ' επικλήσεως ενόρκων βεβαιώσεων των διαδίκων κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του μετά την ως άνω ημερομηνία συζήτηση, το κατ' έφεση δικάζον Δικαστήριο, εφ' όσον οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται εκ νέου με τις νομίμως κατατιθέμενες προτάσεις τους (βλ.σχετ. ΑΠ 232/2018 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ») και ένορκες βεβαιώσεις πέραν των ληφθεισών υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τριών (3), συνεκτιμά, ως «νέα» αποδεικτικά μέσα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις μέχρι συμπληρώσεως των πέντε (5) ανά διάδικο μέρος, και μάλιστα χωρίς ειδικό προς τούτο παράπονο των διαδίκων.

 

V. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις που νόμιμα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι (με την επισήμανση ότι λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο κατά τις διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 3 και 529 ΚΠολΔ το σύνολο των προσκομιζομένων κατά την ως άνω σειρά επικλήσεως τόσο σε πρώτο, όσο και σε δεύτερο βαθμό ενόρκων βεβαιώσεων από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία και τους εψεσιβλήτους, ήτοι οι ως άνω πέντε ένορκες βεβαιώσεις δι' έκαστο διάδικο μέρος, κατά τα εκτενώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη), και ειδικότερα τις: ./16.1 1.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ., ./16.1 1.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ορεστιάδος ., ./15.3.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., ./15.3.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Θες/νίκης . και ./9.1.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ.σχετ. τις ., ./2.11.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ., τις   ./9.3.2016,   ./28.1.2015,   ./3.1.2017 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή), τις ένορκες βεβαιώσεις που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα και ειδικότερα τις: ./9.3.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., ./9.3.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, ./10.3.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας ., 3/10.3.2016 ένορκη βεβαίωση του . ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νιγρίτας Σερρών και ./10.3.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ., οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. σχετ. τις .../4.4.2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .), τις 3432/16.1 1.2015, 3563/9.3.2016 και την ./11.3.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., οι οποίες προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από το μη διάδικο στην παρούσα δίκη δεύτερο εναγόμενο ., προσκομίζονται εκ νέου μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία και έχουν ληφθεί ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσίβλητων να παραστούν κατά τη λήψη τους (βλ.σχετ. τις .11.11.2015 και ...4.3.2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .), τις .../11.3.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών . και την ./10.3.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θες/νικης, ., οι οποίες προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από το μη διάδικο στην παρούσα δίκη τρίτο εναγόμενο ., προσκομίζονται εκ νέου μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία και έχουν ληφθεί ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσίβλητων να παραστούν κατά τη λήψη τους (βλ.σχετ. τις ....3.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .) και τα παραδεκτώς μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ όμοια και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα (είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία περιλαμβάνονται, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά σε αυτές, βλ.σχετ. ΑΠ 736/2016 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ») οι προσκομισθείσες από αμφότερα τα διάδικα μέρη ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί σε δίκες επί αγωγών αποζημιώσεως άλλων επενδυτών κατά της εδώ εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφορικώς με τα αυτά επενδυτικά προϊόντα και ii. ένορκες επ' ακροατηρίω καταθέσεις στο πλαίσιο άλλων πολιτικών και ποινικών δικών μεταξύ άλλων επενδυτών στα επίδικα προϊόντα και της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας ή στελεχών της, και κρίνεται ότι αυτές δεν έχουν ληφθεί επίτηδες, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη (βλ.σχετ. ΑΠ 627/2018 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1342/2010 ΝοΒ 59 390, ΕφΠειρ 874/2014 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, εδρεύουσα στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρούσε δε κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο στο σκεπτικό κρίσιμο χρόνο ικανό αριθμό υποκαταστημάτων ανά την ελληνική επικράτεια, διενεργώντας ευρύ φάσμα τραπεζικών και εν γένει χρηματοοικονομικών εργασιών. Την 30.4.2008 το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής αποφάσισε την έκδοση επενδυτικού προϊόντος υπό τον τίτλο «ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ 2013/2018» (εφεξής χάριν συντομίας : Μ.Χ. 2013/2018), ειδικότερα δε την έκδοση έως πεντακοσίων εβδομήντα τριών εκατομμυρίων τετρακοσίων εννέα χιλιάδων επτακοσίων ενός (573.409.701) Μ.Χ. 2013/2018, ονομαστικής αξίας εκάστου ενός ΕΥΡΩ (1 €), με δικαίωμα προτεραιότητας εγγραφής υπέρ των τότε υφισταμένων μετόχων της. Την 25.6.2008 εκδίδεται από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία το Σημείωμα Εκδιδομένου Τίτλου «ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΠΑΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18 », στην πρώτη σελίδα του οποίου αναφέρεται ότι: « Η έγκριση του παρόντος εγγράφου δεν συνεπάγεται παρότρυνση προς το επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη. Πριν τη λήψη της επενδυτικής του απόφασης το επενδυτικό κοινό προτρέπεται να συμβουλεύεται το σύμβουλο επενδύσεων του. Η επένδυση στους τίτλους του Εκδότη συνεπάγεται κινδύνους, οι οποίοι περιγράφονται στο μέρος με τίτλο ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ του Δελτίου Παρουσίασης Εκδότη ημερομηνίας 21 Μαΐου 2008 και του Σημειώματος Εκδιδόμενου Τίτλου. Ο επενδυτής πρέπει να βασίζει οποιαδήποτε επενδυτική απόφαση του στην εξέταση του Ενημερωτικού Δελτίου ως σύνολο». Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο από 25.6.2008 σχετικό Περιληπτικό Σημείωμα αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής : « Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα θα φέρουν σταθερό επιτόκιο 6,5% για τις πρώτες δύο περιόδους τόκου δηλ. μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009 και ακολούθως κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αναθεωρείται στην αρχή της κάθε περιόδου τόκου και θα ισχύει για τη συγκεκριμένη περίοδο τόκου. Για την περίοδο 30 Ιουνίου 2009 - 30 Ιουνίου 2013 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 1,00%. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν προβεί στην εξαγορά των Μετατρέψιμων Χρεογράφων, τότε για την περίοδο 1 Ιουλίου 2013 -30 Σεπτεμβρίου 2018 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 2,00%. Περίοδος Τόκου και Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου : Η περίοδος τόκου είναι εξαμηνιαία και ο τόκος θα πληρώνεται σε μετρητά στο τέλος κάθε περιόδου τόκου. Ως Ημερομηνίες Πληρωμής Τόκου ορίζονται η 30 Ιουνίου και η 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περίοδος Μετατροπής : 15-30 Σεπτεμβρίου και 15-31 Μαρτίου κάθε έτους. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής 15-30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής 15-31 Μαρτίου 2013. Τιμή Μετατροπής 10,50 €. Τελευταία ημερομηνία αποπληρωμής 30 Ιουνίου 2018. Τιμή αποπληρωμής : Στο άρτιο, δηλ. στο €1 ανά αξία. Εξαγορά (Redemption) και αγορά : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοραστούν από την Τράπεζα, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους κατά τις 30 Ιουνίου 2013 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται. Προτεραιότητα (Subordination) : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα αποτελούν άμεσες, μη σε ίση προτεραιότητα προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι καταθέτες ή άλλοι πιστωτές, των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων έχουν προτεραιότητα έναντι των κατόχων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και μετόχων της Τράπεζας. Προορισμός υπό άντληση κεφαλαίων : Ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του Συγκροτήματος και μαζί με τα προβλεπόμενα στο τριετές Σχέδιο του Συγκροτήματος αυξημένα αδιανέμητα κέρδη, θα μπορούν να επενδυθούν για την ανάπτυξη των εργασιών του Συγκροτήματος, τόσο οργανικά, όσο και μέσω εξαγορών. Εισαγωγή στο ΧΑΚ και στο ΧΑ : Υποβλήθηκε αίτηση για εισαγωγή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στο ΧΑΚ και το ΧΑ και αναμένονται οι υποχρεώσεις της Τράπεζας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα κατατάσσονται εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα των δύο χρηματιστηρίων ». Καθ' όσον αφορά στους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, στο αυτό ως άνω έγγραφο της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφέρονται τα ακόλουθα : « ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ : Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Περιληπτικό Σημείωμα, στο Δελτίο Παρουσίασης Εκδότη, στο Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο και στο Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται παρακάτω, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων και των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που θεωρούνται επουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ : Μη επαρκής κάλυψη της παρούσας έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων Επιτοκιακός Κίνδυνος  Εξαγορά (Redemption) και Αγορά - Προτεραιότητα (Subordination) - Περιορισμοί έκδοσης χρεογράφων - Επίδραση της έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στην τιμή της μετοχής - Εμπορευσιμότητα των μετοχών που θα προκόψουν από τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων -Εμπορευσιμότητα και διακυμάνσεις τιμών των Μετατρέψιμων Χρεογράφων. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ : - Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών έχουν χαμηλότερη ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια - Η τιμή των μετοχών ενδέχεται να παρουσιάσει διακυμάνσεις. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ : Το Συγκρότημα υπόκειται σε κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι υπό τον έλεγχο του και αν παρουσιαστούν σε σημαντικό βαθμό ενδέχεται να επηρεάσουν τα οικονομικά του αποτελέσματα και να δημιουργήσουν πρόβλημα στην πληρωμή τόκου των Χρεογράφων ή και του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κίνδυνοι αυτοί συνοψίζονται πιο κάτω : - Υπάρχει ο κίνδυνος το Συγκρότημα να μην επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους όπως έχουν τεθεί στο τριετές στρατηγικό του πλάνο με δυσμενείς επιπτώσεις στα αποτελέσματα και τη χρηματοοικονομική θέση του Συγκροτήματος - Οι Μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό του Δανειακού Χαρτοφυλακίου του Συγκροτήματος - Κίνδυνος ρευστότητας - Το ρυθμιστικό πλαίσιο του κυπριακού τραπεζικού τομέα μεταβάλλεται - Οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στον Κυπριακό, Ελληνικό και Διεθνή Χώρο - Ένταση ανταγωνισμού - Νομικός κίνδυνος (litigation risk ) - Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο και αλλού θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς τη λειτουργία του Συγκροτήματος ... ». Εν τέλει η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία την 8.8.2008 με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την έναρξη της διαπραγματεύσεως των Μ.Χ. 2013/2018 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η δε έκδοση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, με την οποία επιδιώχθηκε η ενίσχυση του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 2), καλύφθηκε πλήρως, όπως συνομολογείται και δεν αμφισβητείται ειδικώς από αμφότερα τα διάδικα μέρη. Περαιτέρω, με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 25.2.2009 ανακοίνωση του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» (εφεξής χάριν συντομίας : Μ.Α.Κ.), μέχρι του ποσού των εξακοσίων σαράντα πέντε εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (645.000.000 €). Πράγματι, την 30.4.2009 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 30.4.2009 Ενημερωτικό Δελτίο «ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 645.327.822 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ». Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα I (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : « Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 645.327.822. Ονομαστική αξία : € 1,00 ( στο άρτιο ). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίες του € 1 και πολλαπλάσια αυτού ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18 που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2009 μέχρι 5 Ιουνίου 2009 τους δεδουλευμένους τόκους των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 τα οποία θα γίνουν αποδεκτά ως αντιπαροχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου. Καθεστώς εξασφάλισης : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Προτεραιότητα κατάταξης : Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης : -είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated ) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας έχουν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Καμία πληρωμή σε σχέση με τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν θα καθίσταται πληρωτέα εκτός και αν η Τράπεζα είναι φερέγγυα (solvent) και θα μπορεί να συνεχίσει να είναι φερέγγυα (solvent) ευθύς αμέσως μετά την πληρωμή. Διάρκεια : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης ( βλέπε " Εξαγορά " πιο κάτω ). Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου.  Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 3 1 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου θα παύει να φέρει Τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς ή μετατροπής του. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δύνανται κατ' επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : € 5,50 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00. Περίοδοι Μετατροπής : 15-30 Σεπτεμβρίου & 15 - 31 Μαρτίου κάθε έτος μέχρι το 2014. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής : 15-30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής :  15 - 31 Μαρτίου 2014. Εξαγορά (Redemption) : Τα Μετατρέψιμα   Αξιόγραφα Κεφαλαίου μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολο τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο, εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι η Τράπεζα διαθέτει ικανοποιητική επάρκεια κεφαλαίου. Τιμή Εξαγοράς : Στο άρτιο, δηλ. στο € 1 ανά Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ... Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές ». Στο Μέρος Α' του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι « Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτά. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα.  Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος», ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζόμενους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού ).

 

Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Κ., ρητώς προβλέπεται (υπό τον τίτλο «Ακύρωση Πληρωμής Τόκων») ότι «Η Τράπεζα μπορεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου.  Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, αν η Τράπεζα, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, διαπιστώσει ότι δεν τηρεί τη σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων, στα πλαίσια των "Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στον Όρο 4. Οποιαδήποτε τέτοια Ακύρωση Πληρωμής Τόκου θα ικανοποιηθεί από την Τράπεζα μόνο ( i ) κατά την εξαγορά των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και ( ii ) κατά την εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή των Όρων λόγω αλλαγών στο θεσμικό και φορολογικό πλαίσιο που διέπει τις εκδόσεις Πρωτοβάθμιου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα τις εκδόσεις Αξιόγραφων Κεφαλαίου. Οποιαδήποτε Ακύρωση Πληρωμής Τόκου δύναται να ικανοποιηθεί (εκτός σε περίπτωση διάλυσης και στις περιπτώσεις που περιγράφονται στον Όρο 6 ) μόνο με το προϊόν έκδοσης Μετοχών της Τράπεζας μέσω του Εναλλακτικού Μηχανισμού Ικανοποίησης Πληρωμής Τόκου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά. Αν η Τράπεζα δεν δύναται να προβεί στην πληρωμή τόκων σε μετρητά, δύναται να καλύψει την πληρωμή τόκων μέσω έκδοσης μετοχών στους κατόχους των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου κατόπιν έγκρισης της έκδοσης από Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας » και (υπό τον τίτλο «Εξαγορά [Redemption και Αγορά») ότι «Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα», ενώ επισημαίνεται ( υπό τον τίτλο «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν αποτελούν κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές») ότι « Κάθε πιθανός επενδυτής σε οποιαδήποτε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου πρέπει να αξιολογήσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Συγκεκριμένα, κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : (ί) να έχει απαραίτητη γνώση και εμπειρία έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση των όρων των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, των δικαιωμάτων και κινδύνων που εμπεριέχονται στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται ή που ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, ( ii) να έχει την κατάλληλη γνώση και πρόσβαση σε εργαλεία ανάλυσης έτσι ώστε να αξιολογήσει, στα πλαίσια της ιδιαίτερης κατάστασης  του, την επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει μια τέτοια επένδυση στο συνολικό του χαρτοφυλάκιο, ( iii ) να έχει ικανοποιητικούς πόρους και ρευστότητα έτσι ώστε να μπορεί να επωμισθεί όλους τους κινδύνους της επένδυσης του στα Μετατρέψιμα «Αξιόγραφα Κεφαλαίου, ( ίν ) να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, (ν) να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και καθόλου και ( νί ) να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε ο ίδιος είτε με τη βοήθεια οικονομικών συμβούλων) τα πιθανά σενάρια που αφορούν τους παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν την επένδυση του όπως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, τα επιτόκια ή άλλους παράγοντες και στη δυνατότητα του να αναλάβει τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην επένδυση του», ως και (υπό τον τίτλο «Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους») ότι «Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών. Με βάση τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, οι τιμές τους θα κυμαίνονται ανάλογα με τον όγκο συναλλαγών και τις διαφορές μεταξύ των εντολών αγοράς και πώλησης », τέλος δε αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Η τελευταία την 10.6.2009 με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την υπερκάλυψη της εκδόσεως του εν λόγω επενδυτικού κεφαλαίου, ως και ότι το αντληθέν ποσόν των εξακοσίων πενήντα εννέα εκατομμυρίων ΕΥΡΏ ( 659.000.000 €) πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την περαιτέρω ενδυνάμωση της κεφαλαιακής της επάρκειας και δη για την ενίσχυση των πρωτοβαθμίων κεφαλαίων (Tier 1) αυτής. Ακολούθως, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 28.2.2011 ανακοίνωση του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των « Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου  » (εφεξής χάριν συντομίας  : Μ.Α.Ε.Κ.), μέχρι του ποσού του ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων σαράντα δύο εκατομμυρίων ΕΥΡΩ ( 1.342.000.000 € ). Πράγματι, την 6.4.2011 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο « ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ  ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.422.297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ». Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα I (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : «Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διαρκείας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 1.342.422.297. Ονομαστική αξία : € 1,00 ( στο άρτιο ). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε Sgft του € 1 . Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα (ί) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, ( ii ) Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και ( iii ) Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 ( " Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες " ). Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007 ( Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες ) που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των ΜΑΕΚ της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους των Επιλέξιμων για Ανταλλαγή Αξιών, οι οποίες θα γίνουν δεκτές για ανταλλαγή στην έκδοση των ΜΑΕΚ. Καθεστώς εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης : Τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης : - είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ή εκφράζονται να είναι ίσης προτεραιότητας ( rank pari passu ) με τις αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ, κάτοχοι χρεοχτοάφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) -είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου - έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Οι αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ σε περίπτωση διάλυσης όπου η Τράπεζα παραμένει φερέγγυα (solvent) θα περιορίζονται στην ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιοσδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας. Διάρκεια : Τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης (βλέπε "Εξαγορά" πιο κάτω ). Επιτόκιο σε Ευρώ (€) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Επιτόκιο σε Δολάριο ( $ ) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ. Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 3 1 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς/αγοράς/μετατροπής. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : € 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00 (και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις)  Περίοδοι Μετατροπής : 1 - 15 Μαρτίου, 15-31 Μαίου, 1-15 Σεπτεμβρίου και 15 - 30 Νοεμβρίου κάθε χρόνου με την πρώτη Περίοδο Μετατροπής να αρχίζει την Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής και την τελευταία Περίοδο Μετατροπής να τελειώνει την Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής. Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής : 1 Σεπτεμβρίου 2011. Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής : 31 Μαΐου 2016. Εξαγορά ( Redemption ) : Τα ΜΑΕΚ μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολο τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης ... Προαιρετική Επιλογή Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων : Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των " Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου " που αναφέρονται πιο κάτω. Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας. Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων : Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της  φερεγγυότητας  όπως  ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την Πληρωμή Τόκων στα ΜΑΕΚ. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια. Διανεμητέα Στοιχεία κατά την οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου σημαίνει, το καθαρό κέρδος του Συγκροτήματος για το  έτος που προηγείται τέτοιας Ημερομηνίας Πληρωμής Τόκου μαζί με οποιαδήποτε καθαρά κέρδη και Αδιανέμητα Κέρδη (retained earnings ) που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη και οποιεσδήποτε καθαρές μεταφορές από οποιουσδήποτε λογαριασμούς αποθεματικών σε κάθε περίπτωση οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για διανομή στους μετόχους της Τράπεζας. Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου : Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή ( και εξαγορά ή αγορά ) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα II Μέρος Β Όρος 5 ( γ ). Υποχρεωτική Μετατροπή : Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο κάτω. Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ( Contingency Event ) : Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε ( i ) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο του 5%, ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων -Common Equity Tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί, ή ( ii ) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς. Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των ΜΑΕΚ σε Συνήθεις Μετοχές συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί. Γεγονός Βιωσιμότητας ( Viability Event ) : Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε ( i ) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή ( ii ) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική Ν βοήθεια για (α) τη διατήρηση της φερεγγυότητας της ή ( β ) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσης της ή ( γ ) δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων της ή ( iii ) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που θα καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ με το ψηλότερο της Κατώτατης Τιμής (Floor Price) και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από ( i ) την ανώτατη τιμή των € 3,30 ( και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις), και (ii) το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Κατώτατη Τιμή ( Floor Price ) ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή (που — κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι € 1 ) . Παράγοντες Κινδύνου : Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα ΜΑΕΚ υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες Κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους. Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσης τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα II, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ... Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα ΜΑΕΚ θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές ». Στο Μέρος Α' του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι « Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή ή/και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρίας. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος », ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζόμενους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού). Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται (υπό τον τίτλο «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές ») ότι « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας (στις οποίες είναι μετατρέψιμα) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους. Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του. Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : ί. να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, ii. να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυση του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα  Ενισχυμένου  Κεφαλαίου, iii. να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή, ίν. να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο τους όρους που αφορούν την Ακύρωση Τόκου, την Αναγκαστική Μετατροπή σε μετοχές, το Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και το Γεγονός Βιωσιμότητας και να κατανοεί τη λειτουργία των σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης  Κεφαλαίου  και Γεγονός Βιωσιμότητας,  ν.  να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να  μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου, vi. να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυση του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές, και τη δυνατότητα του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου εκτός αν κατέχει τη γνώση και την εμπειρία ( είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο) για να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκόψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και * την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσης τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο ». Στο Μέρος Α' του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναφέρεται επίσης : α) (υπό τον γενικό τίτλο « Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας») ότι : «Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε μετοχές ... », β) (υπό τον γενικό τίτλο « Προαιρετική Επιλογή και Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων σε μη συσσωρευτική βάση») ότι : «Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται Μέρος Β, Όρο 5 "Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου". Πριν από την ημερομηνία οποιοσδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί την σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των "Συνεπακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στο Τμήμα II, Μέρος Β/ΙΙ στον Όρο  5. Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά», γ) (υπό τον τίτλο « Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης») ότι «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσης τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου », δ) (υπό το γενικό τίτλο « Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [Redemption] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου») ότι « Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα. Η Τράπεζα όμως έχει την επιλογή με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό-iL των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016, ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ... », ε) (υπό τον γενικό τίτλο « Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης » ) ότι « ... εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών και πιστωτών των οποίων οι cj^Jtlr αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσης τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε Κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεων του λόγω της μετατροπής της επένδυσης του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυση τους » και στ) (υπό τον τίτλο « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο [Tier 1 capital]») ότι «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου / Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο (Tier 1 capital) και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλων και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισης τους και την αόριστη διάρκεια τους». Τέλος, στο αυτό Τμήμα του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου επισημαίνεται (υπό τον γενικό τίτλο « ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18, ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΕΙΡΑ Γ (12/2007) ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΣΕ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ») ότι: « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας, πριν τη λήψη οποιοσδήποτε απόφασης για συμμετοχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου μέσω της πιθανής ανταλλαγής των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας που ήδη κατέχουν θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη δική τους οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους και ορίζοντες και τις πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και ιδιαίτερα τους κινδύνους που περιγράφονται πιο κάτω και αφορούν τη νέα έκδοση και το ενδεχόμενο ανταλλαγής ... Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018  (τα οποία κατατάσσονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο (Tier 2 capital) της Τράπεζας) έχουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (τα οποία κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο (Tier 1 capital) της Τράπεζας). Οι Κάτοχοι Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 θα πρέπει να εξετάσουν τις διαφορές μεταξύ των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2103/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 και των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προτεραιότητα κατάταξης και το καθεστώς εξασφάλισης τους, τη διάρκεια τους, το επιτόκιο, την εξαγορά και τη δυνατότητα μετατροπής σε μετοχές της Τράπεζας εφόσον υφίσταται καθώς και της υποχρεωτικής μετατροπής σε συνήθεις μετοχές σε περίπτωση που επισυμβεί Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Οι πλήρεις όροι των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζονται στο Μέρος Β του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου ... », ότι (υπό τον τίτλο « Αβεβαιότητα ως προς τη ρευστότητα κατά τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου»): « Η Τράπεζα δεν σκοπεύει να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιαδήποτε ρυθμισμένη αγορά εκτός από την αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αξιών. Τα νέα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν », ως και ( υπό τον τίτλο «Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους») ότι: «Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου  12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσης τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και  τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών», τέλος δε αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Περαιτέρω, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελληνικής Δημοκρατίας ιδίως μετά το έτος 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής χάριν συντομίας : Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδεινώσεως των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009 και μηνός Απριλίου έτους 2010 αύξησε την έκθεση της σε Ο.Ε.Δ.  μέχρι του ποσού των δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (2.400.000.000 €), ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής ανέρχονταν σε δύο δισεκατομμύρια πεντακόσια εκατομμύρια ΕΥΡΩ (2.500.000.000 €), με συνέπεια η συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου για την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία να ανέρχεται σε ποσοστό 80%, περαιτέρω δε δεν έλαβε  μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού (είτε με πώληση Ο.Ε.Δ. είτε με αγορά Συμβολαίων Ανταλλαγής Πιστωτικής Αθετήσεως - Credit Default Swaps [CDS]). Η συνεχής επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας επέφερε εν τέλει καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή  επάρκεια της -εκτεθειμένης σε υπερβολικό βαθμό σε Ο.Ε.Δ. - εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας (δεδομένου ότι οι επενδύσεις της τελευταίας σε   Ο.Ε.Δ. την 31.3.2010 είχαν λογιστική αξία 2.000.000.000 €), η τελική δε ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής από τη συγκεκριμένη αιτία (απομείωση αξίας Ο.Ε.Δ.) ανήλθε κατά το τέλος του έτους 2010 (31.12.2010) στο ποσόν των 529.513.000 €. Ωστόσο, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς τις ζημίες της από την απομείωση της αξίας των Ο.Ε.Δ. στις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις ( καθ' όσον τούτο θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον Δείκτη Tier Core 1), αποκρύπτοντας σκοπίμως την πραγματική οικονομική της κατάσταση, αλλά αντιθέτως προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της, περαιτέρω δε επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο σύνθετων επενδυτικών προϊόντων (προεχόντως των Μ.Α.Ε.Κ.), τα οποία έφεραν τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, εν αγνοία και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επενδύσεως τους, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία την 15.6.2012 αποφάσισε, αναφορικώς με τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ., την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακυρώσεως πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το αυτό δε έπραξε την 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Την 30.6.2012 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παρουσίασε έλλειμμα (οφειλόμενο εν πολλοίς στο ελληνικό πρόγραμμα PSI αναφορικώς με τα Ο.Ε.Δ.) και συμφώνησε με τους πιστωτές της τη χρηματοδότηση αυτής με το ποσόν των δέκα δισεκατομμυρίων ΕΥΡΩ (10.000.000.000 €), ενώ την 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.A.) το ποσόν του ενός δισεκατομμυρίου ΕΥΡΩ (1.000.000.000 €). Ωστόσο, την 15.3.2013 το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποιήσεως των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της Λαϊκής Τράπεζας, με την αυτή δε απόφαση του Eurogroup μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας προς τον E.L.A., ύψους εννέα εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (9.000.000 €). Την 26.3.2013 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως δυνάμει του «Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και ʼλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013», στα πρότυπα της «Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων» και βάσει της  «Οδηγίας   του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθμ. 2001/24/ΕΚ της 4ης Απριλίου 2001 " Για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων"» και του «Περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2004», με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η ως άνω Οδηγία και επιβλήθηκε το πρώτον η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα (bail - in), δηλαδή με «κούρεμα» καταθέσεων και μετοχοποίηση ομολόγων. Εν τέλει, με τα υπ' αριθ. 103/29.3.2013 και 278/30.7.2013 Διατάγματα (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχής Εξυγιάνσεως κατά τους ορισμούς των άρθρων 5(1), 5(7),5(12)(α), 7(1) και 12 του « Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και ʼλλων Ιδρυμάτων» Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ. μετετράπησαν σε Μετοχές Δ' Τάξεως με τιμή μετατροπής ένα ΕΥΡΩ ( 1 € ), δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία εκάστης μετοχής στο ένα ΕΥΡΩ (1 €) για κάθε ΕΥΡΩ των ως άνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία, επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ' Τάξεως από 1 € σε 0,01 € δι' εκάστη μετοχή, επί σκοπώ διαγραφής των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Κάθε εκατό (100) μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 € δι' εκάστη μετοχή, οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια (νέα) συνήθη μετοχή, αξίας ενός ΕΥΡΩ (1 €) εκάστης. Οι μη ενοποιημένες μετοχές ( λ.χ. αριθμός μετοχών ελάσσων των 100) ακυρώθηκαν και το ποσόν της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απολήψεως μερίσματος στους μετόχους. Την 4.1.2017 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Αναστολή διαπραγμάτευσης των Υφιστάμενων Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ », με την οποία γνωστοποίησε στο επενδυτικό κοινό ότι η ( εντασσόμενη στο σχέδιο εξυγιάνσεως της) αναστολή της διαπραγματεύσεως της μετοχής της στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου θα αρχίσει από 10.1.2017, ως και ότι η διαπραγμάτευση των νέων μετοχών της θα άρχιζε, υπό την αίρεση της λήψεως των σχετικών εγκρίσεων, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο L.S.E. (όχι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) από 19.1.2017. Στο πλαίσιο αυτό η συναλλακτική σχέση των διαδίκων μερών διαμορφώθηκε ως ακολούθως : Α. Ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο …: Ο πρώτος εφεσίβλητος, ηλικίας ογδόντα πέντε (85) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, τυγχάνει συνταξιούχος (διατηρούσε πρατήριο άρτου και ζαχαροπλαστικής με τη θανούσα σύζυγο του στα Ιωάννινα), ήταν δε απόφοιτος των τριών πρώτων τάξεων του δημοτικού σχολείου και έχει δύο ( 2 ) ενήλικα τέκνα. Διατηρούσε με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία συνεργασία ήδη από το έτος 2003, εξυπηρετούμενος από το Υποκατάστημα Ιωαννίνων αυτής και έχοντας αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και εκτιμήσεως με το εκεί εργαζόμενο προσωπικό, ιδίως δε με τον Διευθυντή … Μοναδικός σκοπός του ως άνω εφεσίβλητου ήταν η τοποθέτηση των χρημάτων του σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και η λήψη ικανοποιητικού επιτοκίου για τη συμπλήρωση της σύνταξης του, ιδίως μέσω προθεσμιακών καταθέσεων, προς εξυπηρέτηση δε του σκοπού αυτού από το έτος 2003 (έναρξη της συνεργασίας του με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία) έως και το μήνα Ιούλιο του έτους 2008 διατηρούσε προθεσμιακούς καταθετικούς λογαριασμούς κυρίως ετήσιας διάρκειας (με αριθμούς ...), ενώ είχε υπογράψει και την από 29.4.2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Περί τα τέλη μηνός Ιουλίου του έτους 2008 ο πρώτος εφεσίβλητος δέχθηκε από τον Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος . τηλεφώνημα, κατά τη διάρκεια του οποίου ενημερώθηκε από τον τελευταίο για ένα «προνομιακό αποταμιευτικό πρόγραμμα», προσομοιάζον στην προθεσμιακή κατάθεση, το οποίο η Τράπεζα προσέφερε στους καλούς πελάτες της με ετήσιο επιτόκιο 7,5%. Πράγματι, ο πρώτος εφεσίβλητος μετέβη στο Υποκατάστημα και ενημερώθηκε για το νέο αυτό προϊόν από τον ανωτέρω αναφερόμενο Διευθυντή, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη λόγω της μέχρι τότε ομαλής συναλλακτικής τους σχέσεως, και πείσθηκε να «κλείσει» στο νέο προϊόν το ποσόν των 30.000 €, τα οποία χρεώθηκαν στους . και . κοινούς λογαριασμούς του την 5.8.2008, ενώ για την υπογραφή της σχετικής σύμβασης παραπέμφθηκε στον υπάλληλο της τράπεζας ., ο οποίος του είπε να υπογράψει σε ένα έγγραφο, διαβεβαιώνοντας τον ότι πρόκειται για τυπικό τραπεζικό έγγραφο. Υπό τις συνθήκες αυτές ο πρώτος εφεσίβλητος, αποδέκτης και πεισθείς από τις άνω παραστάσεις των προαναφερόμενων τραπεζικών υπαλλήλων, επένδυσε σε Μ.Χ. 2013/2018 το ποσόν των 30.000 €, έλαβε δε την 3 1.12.2008 τόκους ποσού 968,75€. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2009 ο Διευθυντής του ως άνω Υποκαταστήματος . επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πρώτο εφεσίβλητο και τον ενημέρωσε ότι υπάρχει ένα νέο επενδυτικό προϊόν, το οποίο προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για μια πενταετία (2009 - 2013) και ότι κατά τα λοιπά αποτελεί «μία πιο βελτιωμένη έκδοση των Μ.Χ.» Σε επιγενόμενη επίσκεψη του πρώτου εφεσίβλητου στο Υποκατάστημα την 1.6.2009 ο ως άνω Διευθυντής από κοινού με τον υπάλληλο ... επανέλαβαν στον πρώτο τα ίδια, ότι δηλαδή πρόκειται για ασφαλή και επικερδέστερη τοποθέτηση του κεφαλαίου του, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου «επενδυτικού προϊόντος». Πεισθείς στις διαβεβαιώσεις των ως άνω τραπεζικών υπαλλήλων, στους οποίους επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, ο πρώτος εφεσίβλητος δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε την 1.6.2009, ενώπιον των ανωτέρω υπαλλήλων ένα μονοσέλιδο έγγραφο χωρίς να λάβει καμία ειδικότερη πληροφόρηση. Υπό τις συνθήκες αυτές ο πρώτος εφεσίβλητος προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Χ. 2013/2018 και επένδυσε σε Μ.Α.Κ. το ποσόν των 30.000€, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 877,50 € την 30.6.2009 ( για το προηγούμενο προϊόν, ήτοι τα Μ.Χ. 2013/2018, στο οποίο είχαν επενδύσει, κατά τα προεκτεθέντα ), β ) ποσού 957,92 € την 31.12.2009, γ) ποσού 746,62 € την 30.6.2010 και δ ) ποσού 759 € την 31.12.2010. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011 ο αυτός ως άνω Διευθυντής επικοινώνησε εκ νέου με τον πρώτο εφεσίβλητο και τον ενημέρωσε ότι η Τράπεζα εξέδωσε το καινούριο - τρίτο κατά σειρά - προθεσμιακό, εξελιγμένο πακέτο της. Στην επακολουθήσασα επίσκεψη του πρώτου εφεσίβλητου στο ως άνω Υποκατάστημα την 13.5.2011, ο Διευθυντής . με τον υπάλληλο ... του είπαν ότι το νέο προθεσμιακό πρόγραμμα είχε σταθερό επιτόκιο 6,5% για μία πενταετία και εγγύηση κεφαλαίου στο 100% στη λήξη του, χωρίς όμως να αναφερθούν στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του, ενώ επέμεναν να διαθέσει και επιπλέον κεφάλαιο στο προϊόν αυτό, δελεάζοντας αυτόν να «σπάσει» προθεσμιακή του κατάθεση χωρίς ποινή. Πεισθείς στις διαβεβαιώσεις των ως άνω τραπεζικών υπαλλήλων, στους οποίους επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, ο πρώτος εφεσίβλητος δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε την 13.5.2011 ένα μονοσέλιδο έγγραφο που του επέδειξαν οι ανωτέρω υπάλληλοι, συμπληρώνοντας ταυτόχρονα το κεφάλαιο των 30.000 ευρώ με επιπλέον 270.000 ευρώ. Υπό τις συνθήκες αυτές ο πρώτος εφεσίβλητος προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Α.Κ. και επένδυσε σε Μ.Α.Ε.Κ. συνολικά το ποσόν των 300.000 , έλαβε δε τόκους : α) ποσού 565,13 € την 30.6.2011 και β) ποσού 12.127,40 € την 31.12.2011. Κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2012 ο πρώτος εφεσίβλητος έλαβε τηλεφώνημα από το Διευθυντή ... προκειμένου να προσέλθει οπωσδήποτε στο κατάστημα της τράπεζας, όταν δε προσήλθε, ο ανωτέρω Διευθυντής από κοινού με τον ανωτέρω υπάλληλο -του πρότειναν να μετατρέψει τα Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές της εκκαλούσας - αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Ο πρώτος εφεσίβλητος αρνήθηκε σθεναρά και δεν υπέβαλε σχετική αίτηση. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο των 300.000 € του πρώτου εφεσίβλητου να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική (χρηματιστηριακή) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευση τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, Β. Ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο .: Ο δεύτερος εφεσίβλητος, ήταν ηλικίας τριάντα έξι (36) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, απόφοιτος του Τεχνικού  -  Επαγγελματικού Λυκείου Φαρσάλων, άγαμος και ιδιοκτήτης καταστήματος διαχείρισης μηχανικών βλαβών ποδηλάτων και μοτοποδηλάτων στα Φάρσαλα . Ο εν λόγω εφεσίβλητος διατηρούσε με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία συνεργασία ήδη από του έτους 2001, εξυπηρετούμενος αρχικά από το Υποκατάστημα Αχίλλειου Λάρισας, στη συνέχεια δε, με το υποκατάστημα οδού Μ.Αλεξάνδρου Λάρισας, όπου Διευθυντής ήταν ο ., σύζυγος της πρώτης του εξαδέλφης, με τον οποίο είχε σχέσεις εμπιστοσύνης και εκτιμήσεως. Μοναδικός σκοπός του ως άνω εφεσίβλητου ήταν η τοποθέτηση των χρημάτων του σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και η λήψη ικανοποιητικού επιτοκίου, ιδίως μέσω προθεσμιακών καταθέσεων, προς εξυπηρέτηση δε του σκοπού αυτού διατηρούσε αποκλειστικά και μόνο καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς (ενδεικτικά με αριθμούς ...). Τον Ιούλιο του έτους 2008 ο δεύτερος εφεσίβλητος δέχθηκε από τον … τηλεφώνημα, κατά τη διάρκεια του  οποίου  ενημερώθηκε από τον τελευταίο για ένα νέο καταθετικό προϊόν με προνομιακό επιτόκιο και κλήθηκε να μεταβεί στο Υποκατάστημα προς ενημέρωση. Πράγματι, ο δεύτερος εφεσίβλητος μετέβη στο Υποκατάστημα την 25.7.2008 και ενημερώθηκε για το νέο αυτό προϊόν από τον ως άνω υπάλληλο, ο οποίος αναφέρθηκε σε ένα προϊόν «απολύτως ασφαλές όπως η προθεσμιακή κατάθεση» προορισμένο μόνο «καλούς πελάτες» με προνομιακό επιτόκιο. Τον συμβούλευσε δε, να «σπάσει» την  προθεσμιακή του κατάθεση «χωρίς ποινή προεξόφλησης». Πεισθείς ο δεύτερος εφεσίβλητος στις παραινέσεις του ως άνω υπαλλήλου, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη λόγω της οικογενειακής και μέχρι τότε ομαλής συναλλακτικής τους σχέσεως, δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα την αίτηση εγγραφής στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν, ενώ την 29.7.2008 προσήλθε πάλι στο υποκατάστημα προκειμένου να υπογράψει τα υπόλοιπα έγγραφα, χωρίς, ωστόσο, να του δοθούν εγγράφως η προφορικώς οιεσδήποτε διευκρινίσεις για τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, ήτοι των Μ.Χ. 2013/2018, όπως τα στοιχεία αυτά λεπτομερώς παρατίθενται ανωτέρω στο σκεπτικό, ούτε το «Ερωτηματολόγιο Επενδυτικού Προφίλ» το οποίο δε φέρει την υπογραφή του. Υπό τις συνθήκες αυτές ο δεύτερος εφεσίβλητος επένδυσε σε Μ.Χ. 2013/2018 το ποσόν των 50.000 €, έλαβε δε την 31.12.2008 τόκους ποσού 1.614,58 €. Το καλοκαίρι του έτους 2009 ο ως άνω υπάλληλος … επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το δεύτερος εφεσίβλητο και τον ενημέρωσε ότι υπάρχει ένα νέο επενδυτικό προϊόν, το οποίο αποτελεί «βελτιωμένη έκδοση» του προηγούμενου καθόσον προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για μια πενταετία (2009 - 2014) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι αυτοί όροι με το προηγούμενο προϊόν (δηλαδή τα Μ.Χ. 2013/2018) και ότι «ήταν τυχερός γιατί άλλοι μπορεί να μη γίνουν δεκτοί». Ο δεύτερος εφεσίβλητος επισκέφθηκε άμεσα, την 3.6.2009, το υποκατάστημα και ?πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στον οποίο επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, υπέγραψε την αναγκαία αίτηση, πλην όμως ουδέποτε του παραδόθηκε το σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο ούτε του δόθηκαν εγγράφως ή προφορικώς οιεσδήποτε διευκρινίσεις για τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, ήτοι των Μ.Α.Κ., όπως τα στοιχεία αυτά λεπτομερώς παρατίθενται ανωτέρω στο σκεπτικό. Υπό τις συνθήκες αυτές ο δεύτερος εφεσίβλητος προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Χ. 2013/2018 και επένδυσε σε Μ.Α.Κ. το ποσόν των 50.000 €, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 1462,50 € την 30.6.2009 (για το προηγούμενο προϊόν, ήτοι τα Μ.Χ. 2013/2018, στο οποίο είχε επενδύσει, κατά τα προεκτεθέντα), β ) ποσού 1596,53 € την 31.12.2009, γ ) ποσού 1382,64 € την 30.6.2010 και δ) ποσού 1405,56 € την 31.12.2010. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011 ο . επικοινώνησε εκ νέου τηλεφωνικώς με το δεύτερο εφεσίβλητο και τον ενημέρωσε ότι η Τράπεζα διαθέτει ένα εξελιγμένο επενδυτικό προϊόν για μια ακόμη πενταετία υπό τους αυτούς όρους και με την εγγύηση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, η οποία είχε πλέον αποδείξει την αξιοπιστία της. Πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στον οποίο επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, ο δεύτερος εφεσίβλητος προσήλθε στην τράπεζα την 11.5.2011 και υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα, την ανανέωση της επένδυσης του των 50.000ευρώ, την δε, 3.6.2011 συμπλήρωσε αυτή με άλλες 50.000 ευρώ, επενδύοντας συνολικά σε αυτό το ποσό των 100.000 ευρώ, χωρίς ουδέποτε να του παραδοθεί το αναφερόμενο στο σκεπτικό Ενημερωτικό Δελτίο, ούτε του δόθηκαν εγγράφως ή προφορικούς οιεσδήποτε διευκρινίσεις για τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, ήτοι των Μ.Α.Ε.Κ., όπως τα στοιχεία αυτά λεπτομερώς παρατίθενται ανωτέρω στο σκεπτικό. Υπό τις συνθήκες αυτές ο δεύτερος εφεσίβλητος προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Α.Κ. και επένδυσε σε Μ.Α.Ε.Κ. το ποσόν των 100.000 € έλαβε δε τόκους : α ) ποσού 1046,53 € την 30.6.2011 και β) ποσού 4.042,47 € την 31.12.2011. Την άνοιξη του έτους 2012 ο ως άνω Διευθυντής . επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το δεύτερο εφεσίβλητο προτείνοντας του την εθελοντική μετατροπή των ευρισκομένων εις χείρας του Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές σε προνομιακή τιμή και με παροχή επιπλέον δωρεάν μετοχών, πλην όμως ο δεύτερος εφεσίβλητος αρνήθηκε και δεν υπέβαλε σχετική αίτηση. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο των 100.000 € του δευτέρου εφεσίβλητου να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 1000 (νέες) συνήθεις μετοχές της . εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική (χρηματιστηριακή) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευση τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, Γ. Ως προς την τρίτη εφεσίβλητη . : Η τρίτη εφεσίβλητη, ηλικίας σαράντα (40) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, απόφοιτη Λυκείου, διαζευγμένη με ένα (1) ανήλικο τέκνο (15 ετών) και άνεργη, είχε μοναδική σχέση με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία την από 2005 σύμβαση αγοράς αυτοκινήτου με leasing που είχε συνάψει στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Ηγουμενίτσα, όπου κατοικεί. Το έτος 2008 κέρδισε στο Λαϊκό λαχείο το ποσό - μετά τη φορολόγηση - των 67.550 ευρώ, τα οποία αποφάσισε να αποταμιεύσει για τις ανάγκες του τέκνου της. Τότε, ο διευθυντής του ως άνω υποκαταστήματος, ., αφού τη συνεχάρη προσωπικά, προσφέρθηκε να την ενημερώσει για τις επενδυτικές επιλογές που μπορούσε να της προσφέρει η εκκαλούσα. Όταν εκείνη του κατέστησε σαφές ότι μοναδικός σκοπός της ήταν η εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών, δικών της και του τέκνου της, και η εξασφάλιση των σπουδών του τελευταίου, ο ως άνω Διευθυντής την ενημέρωσε ότι επίκειται η έκδοση ενός «μοναδικού προϊόντος» ιδανικό για την περίπτωση της. Λίγες ημέρες αργότερα, περί το μήνα Ιούλιο 2008 η τρίτη εφεσίβλητη δέχθηκε από τον ως άνω Διευθυντή τηλεφώνημα, κατά τη διάρκεια του οποίου ενημερώθηκε για ένα αποταμιευτικό πρόγραμμα προσομοιάζον στην προθεσμιακή κατάθεση, πενταετούς διάρκειας με υψηλό επιτόκιο. Πράγματι, η τρίτη εφεσίβλητη μετέβη στο Υποκατάστημα την 21.7.2008, όπου με την καθοδήγηση του ως άνω Διευθυντή τοποθέτησε στο «νέο προϊόν» το ποσό των 45.000 ευρώ, και υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα από την υπάλληλο ., την επίμαχη σύμβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές η τρίτη εφεσίβλητη επένδυσε σε Μ.Χ. 2013/2018 το ποσόν των 45.000 €, έλαβε δε την 31.12.2008 τόκους ποσού 1.307,82 €. Κατά το τέλος του μήνα Μαΐου του έτους 2009 ο αυτός Διευθυντής του ως άνω Υποκαταστήματος . επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την τρίτη εφεσίβλητη και την ενημέρωσε ότι υπάρχει ένα νέο βελτιωμένο επενδυτικό προϊόν, το οποίο προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για μια πενταετία (2009 - 2014) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι αυτοί όροι με το προηγούμενο προϊόν (δηλαδή τα Μ.Χ. 2013/2018), ήτοι η ασφάλεια της προθεσμιακής καταθέσεως και η εγγύηση κεφαλαίου σε ποσοστό 100% λόγω της ισχυρής θέσεως της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Σε επιγενόμενη επίσκεψη της τρίτης εφεσίβλητης στο Υποκατάστημα, ο ως άνω Διευθυντής τη διαβεβαίωσε για τα όσα της είχε πει τηλεφωνικά και η τρίτη εφεσίβλητη πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του, στον οποίο επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση και για το λόγο αυτό υπέγραψε, την 2.6.2009, μία μονοσέλιδη αίτηση όπως της υπέδειξε. Υπό τις συνθήκες αυτές η τρίτη εφεσίβλητη προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Χ. 2013/2018 και επένδυσε σε Μ.Α.Κ. ίσης αξίας, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 1.462,50 € την 30.6.2009 (για το προηγούμενο προϊόν, ήτοι τα Μ.Χ. 2013/2018, στο οποίο είχε επενδύσει, κατά τα προεκτεθέντα ), β) ποσού 1436,88 € την 31.12.2009, γ) ποσού 1244,38 € την 30 6.2010 και δ) ποσού 1265 6 την 31.12.2010. Το μήνα Μάιο του έτους 2011 ο ως άνω Διευθυντής … επικοινώνησε εκ νέου με την τρίτη εφεσίβλητη και της ζήτησε να επισκεφθεί την τράπεζα γιατί υπήρχε μία νέα προσφορά. Την 12.5.2011 η τρίτη εφεσίβλητη επισκέφθηκε το υποκατάστημα όπου ο ως άνω Διευθυντής την ενημέρωσε ότι η Τράπεζα διαθέτει ένα εξελιγμένο επενδυτικό προϊόν για μια ακόμη πενταετία υπό τους αυτούς όρους, με υψηλότερο επιτόκιο 6,50% και με την εγγύηση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τους στόχους της, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσεως στην ελληνική κοινωνία και της αστάθειας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, χωρίς, ωστόσο, να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου «επενδυτικού προϊόντος». Πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του ως άνω Διευθυντή, στον οποίο επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, η τρίτη εφεσίβλητη δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε, όπως και τις προηγούμενες φορές, μία μονοσέλιδη αίτηση. Υπό τις συνθήκες αυτές η τρίτη εφεσίβλητη προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Α.Κ. και επένδυσε σε Μ.Α.Ε.Κ. το ποσόν των 45.000 €, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 847,69 € την 30.6.2011 και β) ποσού 1.819,11 € την 31.12.2011. Το μήνα Ιούνιο δεν καταβλήθηκαν καθόλου τόκοι για την επένδυση, σε ερώτηση δε, της τρίτης εφεσίβλητης ο ως άνω Διευθυντής την καθησύχασε λέγοντας της ότι πρόκειται για προσωρινό πρόβλημα και θα τακτοποιηθεί το δεύτερο εξάμηνο. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο των 45.000 € της τρίτης εφεσίβλητης να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 450 (νέες) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική (χρηματιστηριακή) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευση τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου κατά τα προεκτιθέμενα. Δ. Ως προς τον τέταρτο εφεσίβλητο . : Ο τέταρτος εφεσίβλητος, ηλικίας σαράντα οκτώ (48) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, απόφοιτος Λυκείου, ανειδίκευτος εργάτης και άγαμος, έως το έτος 2011 ζούσε με τους γονείς του, τους οποίους φρόντιζε καθόσον αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας (η μητέρα του παραπληγική και ο πατέρας του έπασχε από Αλτσχάιμερ). Ο εν λόγω εφεσίβλητος είχε με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία συνεργασία ήδη από του έτους 2006, εξυπηρετούμενος από το Υποκατάστημα Κολωνακίου αυτής, έχοντας αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και εκτιμήσεως με την εκεί εργαζόμενη τραπεζική υπάλληλο .. Μοναδικός σκοπός του ως άνω εφεσίβλητου ήταν η τοποθέτηση των χρημάτων του σε προθεσμιακές καταθέσεις, προς εξυπηρέτηση δε του σκοπού αυτού, από το έτος 2006 έως και το μήνα Ιούλιο του έτους 2008, διατηρούσε αποκλειστικά προθεσμιακές καταθέσεις (ενδεικτικά με αριθμούς ...). Περί τα τέλη μηνός Ιουλίου 2008, και ενώ έληγε η . προθεσμιακή του κατάθεση, ο τέταρτος εφεσίβλητος δέχθηκε από την ως άνω τραπεζική υπάλληλο . τηλεφώνημα, κατά τη διάρκεια του οποίου ενημερώθηκε από την τελευταία για ένα νέο προϊόν, προσομοιάζον με προθεσμιακή κατάθεση. Πράγματι, ο τέταρτος εφεσίβλητος προσήλθε στο Υποκατάστημα και ενημερώθηκε για το νέο αυτό προϊόν από την ως άνω υπάλληλο ., η οποία του πρότεινε αντί για νέα προθεσμιακή κατάθεση «ένα ισοδύναμο» προϊόν με εγγυημένη επιστροφή κεφαλαίου στην πενταετία, με σταθερό επιτόκιο 7,5% τον πρώτο χρόνο και κυμαινόμενο τα επόμενα τέσσερα, ιδανικό για «εγγύηση κεφαλαίου και μακρόχρονη αποταμίευση» με «εξαιρετική ευκαιρία προνομιακού επιτοκίου» και ότι δύο φορές το χρόνο μπορεί να ανταλλάξει τα χρήματα του με μετοχές. Σε επισήμανση του ότι δεν επιθυμεί να εμπλακεί καθόλου με το χρηματιστήριο, η ως άνω τραπεζική υπάλληλος τον διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για προαιρετικό χαρακτηριστικό του προϊόντος και μόνο εφόσον το επιλέξει ο ίδιος. Πεισθείς ο τέταρτος εφεσίβλητος στις παραινέσεις της υπαλλήλου …, στην οποία είχε εμπιστοσύνη λόγω της μέχρι τότε ομαλής συναλλακτικής τους σχέσεως, δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα από τον υπάλληλο …, την από 22.7.2008, σχετική σύμβαση και επένδυσε σε Μ.Χ. 2013/2018 το ποσόν των 35.000 € (από το σύνολο των 50.000 ευρώ της προθεσμιακής του κατάθεσης), έλαβε δε την 31.12.2008 τόκους ποσού 1130,21 €. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, λόγω των αναταραχών στην Αθήνα την 6.12.2008, το ανωτέρω υποκατάστημα έκλεισε και ο τέταρτος εφεσίβλητος εξυπηρετούνταν έκτοτε από το υποκατάστημα της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας στην Αργυρούπολη, όπου συνεργάστηκε εξαρχής με την υπάλληλο ..  Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2009 η ως άνω υπάλληλος . επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον τέταρτο εφεσίβλητο και τον ενημέρωσε ότι τον συμφέρει να ανανεώσει την επένδυση του με ένα νέο επενδυτικό προϊόν, το οποίο προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για μια πενταετία ( 2009 - 2014 ) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι ίδιοι όροι με το προηγούμενο προϊόν ( δηλαδή τα Μ.Χ. 2013/2018 ), ενίσχυσε δε τις ανωτέρω προτροπές με το δέλεαρ της απαλοιφής της ποινής προεξόφλησης της τρέχουσας προθεσμιακής του κατάθεσης, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου «επενδυτικού προϊόντος». Σε επιγενόμενη επίσκεψη του τετάρτου εφεσίβλητου στο Υποκατάστημα την 22.5.2009, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις της ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, διατήρησε την αρχική του επένδυση σε Μ.Χ. 2013/2018, ποσού 35.000€, και δέχθηκε να προβεί στη νέα επένδυση για το επιπλέον ποσό των 5.000€, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα, την από 22.5.2009 σχετική σύμβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές ο τέταρτος εφεσίβλητος επένδυσε σε Μ.Α.Κ. αξίας 40.000 €, έλαβε δε τόκους : για τα Μ.Χ. 2013/2018 ποσού 1137,5 € την 30.6.2009 και για τα Μ.Α.Κ.: ποσού 1277,22 € την 31.12.2009, ποσού 1106,11 € την 30.6.2010 και ποσού 1124,44 € την 31.12.2010.  Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 η ως άνω υπάλληλος . επικοινώνησε εκ νέου με τον τέταρτο εφεσίβλητο και τον προέτρεψε να επενδύσει σε ένα εξελιγμένο επενδυτικό προϊόν για μια ακόμη πενταετία υπό τους αυτούς όρους, με βελτιωμένο επιτόκιο 6,50% και με την εγγύηση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τους στόχους του, με την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης. Στην επακολουθήσασα επίσκεψη του τετάρτου εφεσίβλητου στο ως άνω Υποκατάστημα η υπάλληλος . επανέλαβε τα προαναφερόμενα, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου « επενδυτικού προϊόντος». Πεισθείς στις διαβεβαιώσεις της ως άνω τραπεζικής υπαλλήλου, στην οποία επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, ο τέταρτος εφεσίβλητος δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε, την 2.5.2011, ένα μονοσέλιδο, συμπληρώνοντας το κεφάλαιο της επένδυσης με 4.000 ευρώ και υπό τις συνθήκες αυτές, προέβη σε ανταλλαγή του συνόλου των μέχρι τότε ευρισκομένων εις χείρας του Μ.Α.Κ. και επένδυσε σε Μ.Α.Ε.Κ. Το ποσόν των 44.000 €, ακολούθως δε, έλαβε τόκους : α ) ποσού 837,22 ευρώ την 30.6.2011 και ποσού 1778,68 € την 31.12.2011. Ωστόσο, κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον τέταρτο εφεσίβλητο, η ως ανω υπάλληλος Ευθυμιοπούλου Ειρήνη, κάλεσε αυτόν στο υποκατάστημα, οπότε του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του «κουρέματος» των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν «αναγκαία λύση» γι' αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο τέταρτος εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε την 2.3.2012, το 1/3 του κεφαλαίου του, ήτοι 15.000 ευρώ με - το ισάξιο - 20.000 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας. Στη συνέχεια, έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο των 44.000€ του τετάρτου εφεσίβλητου να μετατραπεί, αφενός κατά τα 15.000 ευρώ σε 200 μετοχές αξίας 1 ευρώ εκάστη (20.000 μετοχές) και τα υπόλοιπα ευρώ, αναγκαστικώς και μονομερώς σε 290 (νέες) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1€ (συνολικά σε 490 μετοχές αξίας 1 ευρώ εκάστη), όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική (χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευση τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα,  Ε - ΣΤ. Ως προς τους πέμπτη και έκτο εφεσίβλητους ...: Η πέμπτη εφεσίβλητη, ηλικίας ογδόντα (80) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είναι χήρα και συνταξιούχος μαία του Γ.Ν. Γιαννιτσών, ενώ ο έκτος εφεσίβλητος, ηλικίας τριάντα επτά (37) ετών κατά, το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, μικρότερος γιός της πρώτης, είναι έγγαμος με ένα ανήλικο τέκνο, διατηρών κατάστημα καφεκοπτείου στα Γιαννιτσά. Με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία η συνεργασία τους ξεκίνησε από το έτος 2005, οπόταν τοποθετήθηκε ως υποδιευθύντρια στο υποκατάστημα Γιαννιτσών η ., τραπεζική υπάλληλος με την οποία διατηρούσε από ετών συνεργασία ο θανών σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δευτέρου. Μοναδικός σκοπός των ανωτέρω εφεσίβλητων ήταν η τοποθέτηση των χρημάτων της σε προθεσμιακές καταθέσεις και η λήψη ικανοποιητικού επιτοκίου. Περί τα τέλη μηνός Ιουλίου 2008 η ανωτέρω υπάλληλος . τηλεφώνησε στην πέμπτη εφεσίβλητη και με αφορμή τη λήξη προθεσμιακής κατάθεσης και την ενημέρωσε για ένα «νέο καταθετικό προϊόν», πενταετούς διάρκειας, προσομοιάζον στην προθεσμιακή κατάθεση, το οποίο η Τράπεζα προσέφερε στους καλούς πελάτες της με προνομιακό επιτόκιο. Σε επίσκεψη, την 28.72008, του έκτου εφεσίβλητου, στην τράπεζα, η ανωτέρω υποδιευθύντρια επανέλαβε τα ανωτέρω προτείνοντας του να «κλείσει όσα περισσότερα μπορούσε ... γιατί το κεφάλαιο είναι εγγυημένο και μέσα στην πενταετία θα έχει λάβει ένα σημαντικό ποσό από τόκους».  Πεισθείς ο έκτος εφεσίβλητος στις διαβεβαιώσεις της ως άνω τραπεζικής υπαλλήλου δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση για ποσόν 100.000 € και υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα, τη σχετική σύμβαση, επενδύοντας σε Μ.Χ. 2013/2018 το ανωτέρω ποσό. Κατά τους πρώτους μήνες του έτους 2009 η επίμαχη σύμβαση πέρασε και στα δύο ονόματα, της πέμπτης εφεσίβλητης και του έκτου εφεσίβλητου. Έλαβαν δε τόκους, την 31.12.2008 ποσού 3.229,17 €. Κατά τα τέλη του μήνα Μαΐου του έτους 2009 η υποδιευθύντρια . επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους εφεσίβλητους και τους ενημέρωσε ότι υπάρχει ένα νέο επενδυτικό προϊόν, «βελτιωμένη έκδοση» του προηγούμενου, το οποίο προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για μια πενταετία ( 2009 - 2014 ) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι αυτοί όροι με το προηγούμενο προϊόν ( δηλαδή τα Μ.Χ. 2013/2018). Σε επιγενόμενη επίσκεψη των πέμπτης και έκτου εφεσίβλητων στο Υποκατάστημα την 25.5.2009, η ως άνω τραπεζική υπάλληλος επανέλαβε τα ίδια και τους προέτρεψε να υπογράψουν ένα μονοσέλιδο έγγραφο, το οποίο και υπέγραψαν, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις της ως άνω τραπεζικής υπαλλήλου, στην οποία επέδειξαν εκ νέου εμπιστοσύνη. Υπό τις συνθήκες αυτές οι πέμπτη και έκτος εφεσίβλητοι προέβησαν σε ανταλλαγή των Μ.Χ. 2013/2018 και επένδυσαν σε Μ.Α.Κ. το ποσόν των 100.000 €, έλαβαν δε τόκους : α ) ποσού 2925 € την 30.6.2009 ( για το προηγούμενο προϊόν, ήτοι τα Μ.Χ. 2013/2018, στο οποίο είχε επενδύσει, κατά τα προεκτεθέντα), β ) ποσού 3193,06 € την 31.12.2009, γ ) ποσού 2765,28 € την 30.6.2010 και δ) ποσού 2811,11 € την 31.12.2010. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011 η αυτή ως άνω τραπεζική υπάλληλος επικοινώνησε εκ νέου τηλεφωνικώς με τους πέμπτη και έκτο εφεσίβλητους και τους ενημέρωσε ότι η Τράπεζα διαθέτει ένα εξελιγμένο επενδυτικό προϊόν για μια ακόμη πενταετία υπό τους αυτούς όρους, με βελτιωμένο επιτόκιο 6,50% για την επένδυση σε ΕΥΡΩ και με την εγγύηση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τους στόχους τους, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσεως στην ελληνική κοινωνία και της αστάθειας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στην επακολουθήσασα επίσκεψη του έκτου εφεσίβλητου στο ως άνω Υποκατάστημα η υποδιευθύντρια … επανέλαβε τα προαναφερόμενα, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου « επενδυτικού προϊόντος ». Πεισθέντες στις διαβεβαιώσεις της ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στην οποία επέδειξαν εκ νέου εμπιστοσύνη, οι ως άνω εφεσίβλητοι δέχθηκαν να προβούν στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και την 6.5.2011 ο έκτος εφεσίβλητος υπέγραψε για λογαριασμό και των δύο εφεσίβλητων ένα μονοσέλιδο έγγραφο, με το οποίο οι εφεσίβλητοι προέβησαν σε ανταλλαγή των ευρισκομένων  στην κατοχή  τους Μ.Α.Κ.  και επένδυση  αυτών σε Μ.Α.Ε.Κ., αξίας 100,000 €. Ελαβαν δε τόκους ποσού 2093,06 € "την 30.6.2011 και ποσού 4042,47 € την 31.12.2011. Κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2012 η ως άνω τραπεζική υπάλληλος . επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους πέμπτη και έκτο εφεσίβλητους κατά την οποία τους ενημέρωσε ότι υπήρχαν δυσάρεστες εξελίξεις αναφορικά με το δεσμευμένο κεφάλαιο τους. Την 16.3.2012 ο έκτος εφεσίβλητος επισκέφθηκε το υποκατάστημα, όπου η ανωτέρω τραπεζική υπάλληλος, αφού τον ενημέρωσε υπάρχει πρόβλημα λόγω «κλυδωνισμού του τραπεζικού συστήματος» που επηρεάζει και την επένδυση τους, τους πρότεινε να προβούν σε εθελοντική μετατροπή των ευρισκομένων εις χείρας τους Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Υπό αυτή την πίεση οι πέμπτη και έκτος εφεσίβλητοι, μη γνωρίζοντας άλλη λύση για τη διάσωση του κεφαλαίου τους, υπέγραψαν δήλωση ανταλλαγής του ποσού των 50.000 ευρώ με συνολικά (με τις χαριστικές) 66.666 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Περαιτέρω, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το ως άνω επενδυθέν κεφάλαιο των πέμπτης και έκτου εφεσίβλητων να μετατραπεί σε συνολικά 1.166 συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €. Ζ. Ως προς την έβδομη εφεσίβλητη .: Η έβδομη εφεσίβλητη (εκ παραδρομής αναφέρεται ως έκτη εφεσίβλητη στην αγωγή), ηλικίας εξήντα ενός (61) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είναι απόφοιτος δημοτικού και χήρα με τρεις (3) ενήλικες θυγατέρες. Η εν λόγω εφεσίβλητη διατηρούσε με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία συνεργασία από του έτους 2007, εξυπηρετούμενη από το Υποκατάστημα Σεπολίων και έχοντας αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και εκτιμήσεως με το εκεί εργαζόμενο προσωπικό, ιδίως δε με τον τραπεζικό υπάλληλο .. Μοναδικός σκοπός της έβδομης εφεσίβλητης ήταν η τοποθέτηση των χρημάτων από την πώληση ενός οικοπέδου (δε λάμβανε σύνταξη χηρείας) σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και η λήψη ικανοποιητικού επιτοκίου, ιδίως μέσω προθεσμιακών καταθέσεων, προς εξυπηρέτηση δε του σκοπού αυτού από 18.1.2008  διατηρούσε  απλούς κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου και προθεσμιακές καταθέσεις (ενδεικτικώς με αριθμούς ...). Περί τα μέσα μηνός Ιουλίου 2008 η έβδομη εφεσίβλητη δέχθηκε τηλεφώνημα από τον ως άνω υπάλληλο, ο οποίος της ζήτησε να επισκεφθεί το κατάστημα να την ενημερώσει για ένα «νέο αποταμιευτικό προϊόν». Στην επίσκεψη της τελευταίας την 25.7.2008 την ενημέρωσε για τη δυνατότητα συμμετοχής της σε ένα νέο πρόγραμμα, πενταετούς διάρκειας, προσομοιάζον στην προθεσμιακή κατάθεση, με ετήσιο επιτόκιο 7,5% για το πρώτο έτος και με κυμαινόμενο επιτόκιο τα επόμενα  τέσσερα έτη, με εγγύηση επιστροφής του κεφαλαίου στη λήξη της πενταετίας και με πίστωση του τόκου ανά εξάμηνο. Ο εν λόγω υπάλληλος προέτρεψε την έβδομη εφεσίβλητη να «σπάσει» τη μεγαλύτερη προθεσμιακή της κατάθεση χωρίς ποινή και «κλείσει» το ποσό της για μια πενταετία. Πεισθείσα η έβδομη εφεσίβλητη στις παραινέσεις του ως άνω υπαλλήλου, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη λόγω της μέχρι τότε ομαλής συναλλακτικής τους σχέσεως, δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, αφού ανέλαβε το ποσόν των 100.000 € από την 20453341 προθεσμιακή της κατάθεση, χωρίς να της επιβληθεί ποινή προεξοφλήσεως, παρά το γεγονός ότι η ως άνω προθεσμιακή κατάθεση δεν είχε λήξει, ακολούθως δε υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα, την από σύμβαση (προσυμπληρωμένα έγγραφα), με την οποία επένδυσε σε Μ.Χ. 2013/2018 το ποσόν των 50.000 €, έλαβε δε την τόκους ποσού 1614,58 €. Κατά τα τέλη Μαΐου του έτους 2009 ο ως άνω υπάλληλος . επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την έβδομη εφεσίβλητη και της είπε ότι υπάρχει μία «νέα και βελτιωμένη έκδοση του προθεσμιακού προϊόντος» για το οποίο πρέπει να την ενημερώσει. Σε επιγενόμενη δε, επίσκεψη της στο κατάστημα ο ως άνω υπάλληλος την ενημέρωσε ότι το νέο προϊόν προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για μια πενταετία ( 2009 - 2014 ) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι αυτοί όροι με το προηγούμενο προϊόν ( δηλαδή τα Μ.Χ. 2013/2018 ), ήτοι η ασφάλεια της προθεσμιακής καταθέσεως και η εγγύηση κεφαλαίου σε ποσοστό 100%, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου «επενδυτικού προϊόντος». Πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στον οποίο επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, η έβδομη εφεσίβλητη δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε, αφού ετοιμάσθηκαν επιτόπου τα σχετικά έγγραφα, την από 26.5.2009 σύμβαση και προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Χ. 2013/2018 και επένδυσε σε Μ.Α.Κ. ίσης αξίας, έλαβε δε τόκους : α ) ποσού 1625 € την 30.6.2009 ( για το προηγούμενο προϊόν, ήτοι τα Μ.Χ. 2013/2018, στο οποίο είχε επενδύσει, κατά τα προεκτεθέντα ), ποσού 1596,53 € την 31.12.2009, ποσού 1382,64 € την 30.6.2010 και ποσού 1405,56 € την 31.12.2010. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011 επικοινώνησε με την έβδομη εφεσίβλητη ο ανωτέρω τραπεζικός υπάλληλος … και την ενημέρωσε ότι η Τράπεζα διαθέτει ένα εξελιγμένο επενδυτικό προϊόν για μια ακόμη πενταετία υπό τους αυτούς όρους, με βελτιωμένο επιτόκιο, το οποίο θα λειτουργούσε ταυτόχρονα ως εγγύηση για το δάνειο που είχε λάβει η κόρη της . τον Ιανουάριο του 2011. Την 13.5.2011 η έβδομη εφεσίβλητη επισκέφθηκε το κατάστημα της εκκαλούσας όπου ο ανωτέρω υπάλληλος της είπε ότι, πέραν του βελτιωμένου επιτοκίου 6,50%, το νέο επενδυτικό προϊόν έχει - όπως τα προηγούμενα - την εγγύηση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφορικά με τους τόκους και το κεφάλαιο, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του. Πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στον οποίο επέδειξε εκ νέου  εμπιστοσύνη, η  έβδομη εφεσίβλητη δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε την από 13.5.2011 σύμβαση (μονοσέλιδη αίτηση). Υπό τις συνθήκες αυτές η έβδομη εφεσίβλητη προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Α.Κ. και επένδυσε σε Μ.Α.Ε.Κ. το ποσόν των 50.000€, έλαβε δε τόκους : α ) ποσού 1046,53 € την 30.6.2011 και β ) ποσού 2021,23 € την 31.12.2011. Κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 η  έβδομη εφεσίβλητη έλαβε τηλεφώνημα από τον ίδιο υπάλληλο, …, στο οποίο την ενημέρωσε ότι ενδεχομένως να μην καταβληθούν οι τόκοι του πρώτου εξαμήνου, όμως την καθησύχασε ότι θα καταβληθούν μόλις ομαλοποιηθεί η οικονομική κατάσταση. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας (γεγονός που αντιλήφθηκε η έβδομη εφεσίβλητη τον Αύγουστο του 2012), κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο της των 50.000 € να μετατραπεί αναγκαστικός και μονομερώς σε 500 συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευση τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, Η. Ως προς τον όγδοο εφεσίβλητο . : Ο όγδοος εφεσίβλητος, ηλικίας σαράντα τεσσάρων (44) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, αγρότης, είναι έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα. Ξεκίνησε συνεργασία με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία από το έτος 2008, εξυπηρετούμενος από το Υποκατάστημα Τρικάλων και έχοντας ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης και εκτιμήσεως με τον τραπεζικό υπάλληλο ., στενό παιδικό του φίλο. Μοναδικός σκοπός του ογδόου εφεσίβλητου ήταν η τοποθέτηση των χρημάτων του σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και η λήψη ικανοποιητικού επιτοκίου. Στο πλαίσιο συζητήσεως μεταξύ του ογδόου εφεσίβλητου και του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου ο . του πρότεινε ένα «προνομιακό και σίγουρο τραπεζικό προϊόν» πενταετούς διάρκειας, προσομοιάζον στην προθεσμιακή κατάθεση, με ετήσιο επιτόκιο 7,5% για το πρώτο έτος και με κυμαινόμενο επιτόκιο τα επόμενα τέσσερα έτη, με εγγύηση επιστροφής του κεφαλαίου στη λήξη της πενταετίας και με πίστωση του τόκου ανά εξάμηνο. Πεισθείς ο όγδοος εφεσίβλητος στις παραινέσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στον οποίο επέδειξε εμπιστοσύνη λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους, και παρά το γεγονός ότι δε διέθετε κεφάλαια, δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, ακολούθως δε, την 29.7.2008, υπέγραψε, αφού τον ειδοποίησαν ετοιμάσθηκαν τα σχετικά έγγραφα από την υπάλληλο …, την από 29.7.2008 σύμβαση, επενδύοντας - εν αγνοία του - σε Μ.Χ. 2013/2018 το ποσόν των 3.500 €, έλαβε δε την 31.12.2008 τόκους ποσού 101,72€. Παράλληλα δε, δημιούργησε από κοινού με τη σύζυγο του έναν παιδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, όπου αποταμίευαν χρήματα για τα τέκνα τους. Περί τα τέλη μηνός Μαΐου του έτους 2009 ο ως άνω τραπεζικός υπάλληλος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ένατο εφεσίβλητο και τον ενημέρωσε ότι υπάρχει ένα «καινούριο προϊόν με καλύτερους όρους». Όταν ο τελευταίος την 1.6.2009 επισκέφθηκε το κατάστημα της εκκαλουμένης, ο . τον ενημέρωσε ότι το προϊόν αυτό προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για τα επόμενα πέντε έτη ( 2009 - 2014 ) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι αυτοί όροι με το προηγούμενο προϊόν ( δηλαδή τα Μ.Χ. 2013/2018), χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου «επενδυτικού προϊόντος». Πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στον οποίο επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, ο όγδοος εφεσίβλητος δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε την από 1.6.2009 σύμβαση (μονοσέλιδη αίτηση). Υπό τις συνθήκες αυτές ο όγδοος εφεσίβλητος προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Χ. 2013/2018 και επένδυσε σε Μ.Α.Κ. ίσης αξίας, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 113,75 € την 5.6.2009 (για το προηγούμενο προϊόν, ήτοι τα Μ.Χ. 2013/2018, στο οποίο είχε επενδύσει, κατά τα προεκτεθέντα ), β) ποσού 111,76 € την 31.12.2009, γ) ποσού 96,78 € την 30.6.2010 και δ) ποσού 98,39 € την 31.12.2010. Περί τα μέσα μηνός Μαΐου του έτους 2011 επικοινώνησε με τον όγδοο εφεσίβλητο ο ως άνω τραπεζικός υπάλληλος, ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει Διευθυντής του καταστήματος και τον ενημέρωσε ότι η Τράπεζα διαθέτει ένα προϊόν που αποτελεί «νέα εξέλιξη». Στην επιγενόμενη επίσκεψη του στο κατάστημα ο ... τον ενημέρωσε για το νέο προϊόν που προσφέρει υψηλότερο επιτόκιο για μια ακόμη πενταετία υπό τους αυτούς όρους, «εγγυημένο ακόμα και αν η Ελλάδα βγει από την Ευρωζώνη». Επέμενε έντονα δε, να συμπληρώσει χρήματα και από τον παιδικό αποταμιευτικό λογαριασμό. Πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, στον οποίο επέδειξε εμπιστοσύνη λόγω της παλαιόθεν φιλικής τους σχέσης και της μέχρι τότε συνεργασίας του με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, ο όγδοος εφεσίβλητος δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, και αφού μετέφερε το ποσό των 8.500 ευρώ από τον παιδικό αποταμιευτικό λογαριασμό, υπέγραψε την από 16.5.2011 σύμβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές ο όγδοος εφεσίβλητος προέβη σε ανταλλαγή των ΧΜ.Α.Κ. και επένδυσε σε Μ.Α.Ε.Κ. αξίας συνολικά 12.000 ευρώ, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 65,93 € την 30.6.2011 και β ) ποσού 485,10 € την 31.12.2011. Το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 ο όγδοος εφεσίβλητος δέχθηκε τηλεφώνημα από τον ως άνω Διευθυντή …, στη διάρκεια του οποίου ενημερώθηκε ότι οι τόκοι του πρώτου εξαμήνου του έτους 2012 θα αναβληθούν προσωρινά, αλλά θα καταβληθούν το δεύτερο εξάμηνο. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο των 12.000 € του ογδόου εφεσίβλητου να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 120 συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική (χρηματιστηριακή) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευση τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, Θ. Ως προς την ένατη εφεσίβλητη . : Η ένατη εφεσίβλητη, ηλικίας σαράντα πέντε (45) ετών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είναι εργαζόμενη στα ΚΕΠ Δ, έγγαμη με τρία τέκνα, ένα εκ των οποίων ενήλικο. Η συνεργασία της ένατης εφεσίβλητης με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία ξεκίνησε το 2008, όταν θέλησε να ξεκινήσει ένα ασφαλές αποταμιευτικό πρόγραμμα για τα τέκνα της και επισκέφθηκε το υποκατάστημα Αιγίου. Όταν την 25.7.2008 επισκέφθηκε το ανωτέρω υποκατάστημα της εκκαλούσας, αφού εξέθεσε το σκοπό της επίσκεψης της, την παρέπεμψαν στην προϊσταμένη του καταστήματος . Η τελευταία της παρουσίασε ένα νέο προϊόν, ισοδύναμο με προθεσμιακή κατάθεση, πενταετούς διαρκείας, το οποίο η Τράπεζα προσέφερε με ετήσιο επιτόκιο 7,5% για το πρώτο έτος και με κυμαινόμενο επιτόκιο τα επόμενα τέσσερα έτη, με εγγύηση επιστροφής του κεφαλαίου στη λήξη της πενταετίας, με πίστωση του τόκου ανά εξάμηνο. Πεισθείσα η ένατη εφεσίβλητη στις παραινέσεις της προϊσταμένης ., στην οποία έδειξε εμπιστοσύνη λόγω της θέσης της, δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε την από 25.7.2008 σύμβαση, επενδύοντας σε Μ.Χ. 2013/2018 το ποσόν των 12.000 €, έλαβε δε την 31.12.2008 τόκους ποσού 387,50€. Περί τα τέλη μηνός Μαΐου του έτους 2009 η προϊσταμένη του ως άνω Υποκαταστήματος . επικοινώνησε τηλεφωνικά με την ένατη εφεσίβλητη και της ζήτησε να επισκεφθεί το κατάστημα προκειμένου να την ενημερώσει για το καταθετικό της προϊόν. Όταν την 2.6.2009 η ένατη εφεσίβλητη επισκέφθηκε το ανωτέρω κατάστημα της εκκαλούσας η . την ενημέρωσε ότι υπάρχει ένα νέο επενδυτικό προϊόν, το οποίο προσφέρει σταθερό επιτόκιο 5,50% για μια πενταετία (2009 - 2013,) και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι αυτοί όροι με το προηγούμενο προϊόν (δηλαδή τα Μ.Χ. 2013/2018), ήτοι η ασφάλεια της προθεσμιακής καταθέσεως και η εγγύηση κεφαλαίου σε ποσοστό 100%. Επίσης, την παρότρυνε, εφόσον είχε τη δυνατότητα, να αυξήσει το κεφάλαιο της, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του νέου «επενδυτικού προϊόντος». Πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις της ως άνω τραπεζικής υπαλλήλου, στην οποία επέδειξε εκ νέου εμπιστοσύνη, η ένατη εφεσίβλητη δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση, αποφέρουσα υψηλότερους τόκους, και υπέγραψε την από 2.6.2009 σχετική σύμβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές η ένατη εφεσίβλητη προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Χ. 2013/2018 και επένδυσε σε Μ.Α.Κ. το ποσόν των 12.000€, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 390 € την 30.6.2009 ( για το προηγούμενο προϊόν, ήτοι τα Μ.Χ. 2013/2018, στο οποίο είχε επενδύσει, κατά τα προεκτεθέντα), β) ποσού 383,17 € την 31.12.2009, γ) ποσού 33 1,83 € την 30.6.2010 και δ) ποσού 337,33 € την 31.12.2010. Το Μάιο του έτους 2011 η προϊσταμένη . επικοινώνησε με την ένατη εφεσίβλητη και της ζήτησε να προσέλθει στο κατάστημα της εκκαλούσας προκειμένου να συζητήσουν για μία ακόμη ανανέωση. Όταν την 11.5.2011 η ένατη εφεσίβλητη επισκέφθηκε το κατάστημα, η προϊσταμένη …  την ενημέρωσε ότι η Τράπεζα διαθέτει ένα εξελιγμένο επενδυτικό προϊόν για μια ακόμη πενταετία υπό τους αυτούς όρους, με βελτιωμένο επιτόκιο 6,50% και με την εγγύηση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προσαρμοσμένο στο σκοπό της, χωρίς όμως να αναφερθεί στα χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους του. Της συνέστησε δε, να μεταβεί σε αυτό, ανανεώνοντας την επένδυση της, δίχως καμία επιβάρυνση. Πεισθείσα η ένατη εφεσίβλητη στις διαβεβαιώσεις της ως άνω τραπεζικής υπαλλήλου, στην οποία επέδειξε εμπιστοσύνη λόγω της ομαλής - απ'όσο αντιλαμβανόταν συναλλακτικής τους σχέσης, δέχθηκε να προβεί στην εν λόγω επένδυση και υπέγραψε την από 11.5.2011 σύμβαση, με την οποία προέβη σε ανταλλαγή των Μ.Α.Κ. και επένδυσε σε Μ.Α.Ε.Κ. το ποσόν των 20.000 €, συμπληρώνοντας το κεφάλαιο της με επιπλέον 8.000 ευρώ από άλλο λογαριασμό της, έλαβε δε τόκους : α) ποσού 251,17 € την 30.6.2011 και β ) ποσού 808,49 € την 31.12.2011. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε ή υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν συνολικό κεφάλαιο των 20.000 ευρώ να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 200 (νέες) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική (χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευση τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα. Μετά ταύτα, σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις : I. Η πρωτοβουλία προσεγγίσεως των εφεσίβλητων - πελατών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με σκοπό την προσέλκυση των πρώτων και την πρόκληση της αποφάσεως να επενδύσουν στα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα ανήκε αποκλειστικώς στην τελευταία, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας, στο πλαίσιο λεπτομερούς σχετικού σχεδιασμού και ενεργούντες επί τη βάσει ρητών οδηγιών από τις κεντρικές υπηρεσίες της, επικοινώνησαν, είτε τηλεφωνικώς, είτε δια ζώσης κατά τη προσέλευση των εφεσίβλητων στα ως άνω Υποκαταστήματα, προκειμένου να ενημερώσουν και εν τέλει να προτείνουν σε αυτούς την επένδυση των εις χρήμα κεφαλαίων τους (μέχρι τότε διαθεσίμων, είτε σε απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, είτε -κυρίως - σε προθεσμιακούς λογαριασμούς). Το γεγονός ότι υπήρξε οργανωμένη και βάσει σχεδίου προσέγγιση των πελατών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με σκοπό τη μαζική προώθηση των ως άνω επενδυτικών προϊόντων αποδεικνύεται από σειρά προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως από αμφότερα τα διάδικα μέρη εσωτερικών εγγράφων αυτής προς τα στελέχη της, ενδεικτικώς δε, αναφέρονται (σχετικώς με την έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ.) : α) το από 10.3.2011 υπ' αριθ. CRM/052/11 έγγραφο με τίτλο « ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ 99 : ΕΚΤΑΚΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ » και β) το από 11.4.2001 1 υπ' αριθ. πρωτ. CRM/074/11 όμοιο με τίτλο « ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ 101 : ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ », τα οποία απευθύνονται σε ανώτερα στελέχη της Τράπεζας και στα οποία γίνεται αναφορά σε «εκστρατεία» και «στόχους», προσδιορίζονται οι ομάδες ενδιαφέροντος - στόχοι (με αναφορά στο χαρτοφυλάκιο και το ύψος των καταθέσεων τους), καθορίζεται ο τρόπος επικοινωνίας και προσεγγίσεως των πελατών, αλλά και η μέθοδος καταγραφής της προσεγγίσεως αυτής και των αποτελεσμάτων της, II. Οι εφεσίβλητοι- πελάτες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τη σύναψη των αντιστοίχων συμβάσεων (Μ.Χ.13/18 - Μ.Α.Κ. - Μ.Α.Ε.Κ.) υπέγραψαν αντίστοιχες αιτήσεις για : «ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΧΑΚ/ΧΑ ... ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ.» στις οποίες αναγράφονταν ότι «Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβούμε στην αξιολόγηση της επένδυσης μου/μας στα ... και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/μαστε τους Όρους Έκδοσης - και τους παράγοντες κινδύνου (στην περίπτωση των Μ.Α.Ε.Κ.), όπως περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο - Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου ημερομηνίας .... Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε υπάλληλο της για τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα της παρούσας έκδοσης». Ωστόσο, ουδέποτε παραδόθηκαν στους εφεσίβλητους τα ως άνω αναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία, ούτε τους γνωστοποιήθηκε εάν και πού αυτά είναι διαθέσιμα, ούτε τους δόθηκαν εγγράφως ή προφορικώς οιεσδήποτε διευκρινίσεις για τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων, όπως τα στοιχεία αυτά λεπτομερώς παρατίθενται ανωτέρω στο σκεπτικό. Αντίθετα, οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι φρόντισαν να εξασφαλίσουν την υπογραφή των εφεσίβλητων στις προαναφερόμενες (συνοπτικές και ολίγων σελίδων) αιτήσεις συμμετοχής στα επίμαχα επενδυτικά προϊόντα, στις οποίες περιλαμβάνεται - σε «ψιλά» γράμματα η τυπική - αλλά όχι ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα - παραδοχή ότι έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο και τους όρους των εν λόγω προϊόντων και επιπλέον τους κατανόησαν πλήρως, πράγμα εν πάση περιπτώσει εξαιρετικώς αμφίβολο, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι έλαβαν στην κατοχή τους και ανέγνωσαν τα εν λόγω Ενημερωτικά Δελτία ή πληροφορήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο τους, δεδομένου ότι αυτά ήταν πυκνογραμμένα σε δυσνόητη τεχνική γλώσσα με σύνθετους νομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους, μη κατανοητούς από τον στερούμενο ειδικών γνώσεων μέσο μη επαγγελματία αποταμιευτή ή επενδυτή, III. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι σκοπίμως απέκρυψαν (αποσιώπησαν) από τους εφεσίβλητους την πραγματική φύση και λειτουργία των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ήτοι ότι επρόκειτο για μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) απαιτήσεις, ως και ότι συνιστούσαν υβριδικά (hybrid) και μετατρέψιμα (convertible) σε μετοχές παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (financial derivatives), με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και δη είτε του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 2 - τα Μ.Χ. 2013/2018) είτε του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 1 - τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ.), σύνθετα στη σύλληψη και της λειτουργία τους, συνδεόμενα με πλήθος γενικών και ειδικών κινδύνων όχι μόνο για τους τόκους, αλλά και για το ίδιο το επενδυόμενο κεφάλαιο, κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα ανωτέρω στο σκεπτικό, (αναφορικώς με τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ.) αόριστης "διάρκειας («άληκτα » ή « αιώνια » - perpetual bonds), υπό την έννοια ότι ο επενδυτής δεν είχε αξίωση κατά της εκδότριας Τράπεζας να αναζητήσει το κεφάλαιο του σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή οποτεδήποτε, αλλά μόνο δυνατότητα να διαθέσει αυτά στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά υπό τις επικρατούσες σε δεδομένη χρονική στιγμή συνθήκες διαπραγματεύσεως, ιδίως δε οι ως άνω τραπεζικοί υπάλληλοι εκ προθέσεως απέκρυψαν και δεν επισήμαναν στους εφεσίβλητους τους ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους της μονομερούς κατά την κρίση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας ακυρώσεως πληρωμής τόκων (κατά την επένδυση σε Μ.Α.Κ.) και, επιπλέον (αναφορικώς με την επένδυση σε Μ.Α.Ε.Κ.) της μονομερούς και αναγκαστικής μετατροπής των τελευταίων κατά σειρά επενδυτικών προϊόντων σε μετοχές της, δεδομένου ότι όλα τα ως άνω επενδυτικά προϊόντα σχεδιάσθηκαν ως «μέσα απορροφήσεως ζημιών» της εκκαλούσας αλλοδαπής εταιρίας, ιδίως δε τα Μ.Α.Κ. και προεχόντως τα Μ.Α.Ε.Κ. αποτέλεσαν προστατευτικό μέσο («μαξιλάρι»), το οποίο ήταν σχεδιασμένο να απορροφήσει τις ιδιαιτέρως αυξημένες ζημίες αυτής λόγω της υπερβολικής εκθέσεως της σε Ο.Ε.Δ., το ενδεχόμενο προκλήσεως των οποίων ήταν ορατό και αναμφιβόλως γνωστό στα στελέχη της εκκαλούσας αλλοδαπής εταιρίας ήδη κατά το χρόνο σχεδιασμού τόσο των Μ.Χ. 2013/2018 και των Μ.Α.Κ., όσο - και κυρίως - των Μ.Α.Ε.Κ. και IV. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι σκοπίμως και παραπλανητικώς προέβησαν σε (άμεση ή έμμεση) σύγκριση των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων με τις κοινές προθεσμιακές καταθέσεις (με τη λειτουργία των οποίων ήταν εξοικειωμένοι οι εφεσίβλητοι), υπερτονίζοντας και προβάλλοντας τα πλεονεκτήματα αυτών σε σχέση με τις καταθέσεις αυτές (αυξημένο και ιδιαιτέρως ελκυστικό επιτόκιο), αποσιωπώντας τους κινδύνους, όπως αυτοί περιγράφονται ανωτέρω, προβάλλοντας το διεθνές κύρος και την ευρωστία της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και διαβεβαιώνοντας ότι το επενδυόμενο κεφάλαιο είναι «ασφαλές» και «εγγυημένο», καίτοι, όπως καλώς γνώριζαν, ίσχυε το ακριβώς αντίθετο. Ότι κατά την προσέγγιση των πελατών της Τράπεζας με σκοπό την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων σημαντικό επιχείρημα αποτελούσε η προβολή των πλεονεκτημάτων αυτών σε σχέση με την απλή προθεσμιακή κατάθεση αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από το προοριζόμενο «αυστηρώς για εσωτερική χρήση» έγγραφο της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφορικώς με τα Μ.Α.Ε.Κ. με τίτλο « ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑ! ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ », όπου αναφέρεται επί λέξει (υπό τον τίτλο « ΜΑΕΚ Vs κατάθεση ») ότι « Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% ( για τα πρώτα 5 χρόνια ) μια απόδοση που είναι ψηλότερη από την κατάθεση ... », χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους σχετικούς κινδύνους προϊόντος. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, υπό την ιδιότητα της παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες, εντασσόμενες στον κύκλο της συνήθους εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενα στα προαναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία προς αποφυγή δυσμενών για την ίδια εννόμων συνεπειών, σαφώς παρέσχε δια των ως άνω προστηθέντων υπαλλήλων της επενδυτική υπηρεσία - συμβουλή (υπό τη μορφή της συστάσεως) στους πελάτες της εφεσίβλητους, οι οποίοι φέρουν την ιδιότητα του καταναλωτή των παρεχομένων επενδυτικών υπηρεσιών ως τελικοί αποδέκτες αυτών και δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή - μη «επαγγελματία» επενδυτή, δεδομένου ότι τα επενδυθέντα ποσά ( ακόμη και τα υψηλότερα) δεν είναι ασυνήθη στο πεδίο της τρέχουσας αποταμιευτικής - ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας και δεν αποδείχθηκε συστηματική ενασχόληση των εφεσίβλητων με χρηματιστηριακές και εν γένει επενδυτικές δραστηριότητες. Πέραν και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι ως άνω τραπεζικοί υπάλληλοι δεν διενήργησαν τον επιβαλλόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις διατάξεις του Ν. 3606/2007 έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των εφεσίβλητων αναφορικώς με τις συγκεκριμένες επενδύσεις, δεδομένου, μάλιστα, ότι γνώριζαν το συντηρητικό επενδυτικό profile των τελευταίων, αλλά και το γεγονός ότι - κατά τα ρητώς αναφερόμενα σε όλα τα προαναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία - τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα (ιδίως τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ.) δεν ήταν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εκμεταλλεύθηκε με κακοπιστία την πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ αυτής και των εφεσίβλητων, με μοναδικό σκοπό να τους προωθήσει επενδυτικά προϊόντα, ιδιαιτέρως πολύπλοκα και ριψοκίνδυνα, επιφυλάσσοντας στην ίδια υπέρμετρα και υπερβολικά εξουσιαστικά δικαιώματα (ιδίως υποχρεωτικής ακυρώσεως πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, ανυπαρξία υποχρεώσεως επιστροφής του κεφαλαίου), είναι δε ομοίως προφανές ότι εάν οι εφεσίβλητοι, συντηρητικοί αποταμιευτές και επενδυτές, ενεργούντες με γνώμονα την εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, γνώριζαν εξαρχής το σύνολο των πραγματικών δεδομένων της επενδύσεως τους, η οποία τελικώς ήταν απολύτως συνυφασμένη με την κεφαλαιακή επάρκεια, την ευρωστία, την τιμή της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και τις εν γένει διεθνείς και εσωτερικές χρηματοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες, αναμφιβόλως δεν θα προέβαιναν στις συγκεκριμένες επενδυτικές επιλογές. Το γεγονός ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή εταιρία πράγματι τήρησε τις διατάξεις του Ν. 3401/2005 «Ενημερωτικό Δελτίο προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση», του κυπριακού Νόμου περί Εταιριών και της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας (Οδηγία 2003/71/ΕΚ και Κανονισμός 809/2004) για τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών, στερείται εννόμου επιρροής στην υπό κρίση περίπτωση, διότι δεν επάγεται, άνευ άλλου τινός, τον αποκλεισμό της εφαρμογής του Ν. 3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία MiFID, καθ' όσον ναι μεν δεν εμπίπτει κατ' αρχήν στο ρυθμιστικό πεδίο του τελευταίου η πρωτογενής διάθεση χρηματοοικονομικών προϊόντων (δηλαδή η απ' ευθείας διάθεση αυτών από τον εκδότη στον επενδυτή, όπως συνέβη με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα), αλλά μόνο η διάθεση στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά, πλην όμως οι ρυθμίσεις του Ν. 3606/2007 ενεργοποιούνται και εφαρμόζονται και την περίπτωση αυτή, εφ' όσον εν τοις πράγμασι διαπιστώνεται η παροχή επενδυτικής υπηρεσίας υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής από τους αρμοδίους προς διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων υπαλλήλους των κατά τόπους Υποκαταστημάτων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα προεκτιθέμενα, όπως ορθώς έκρινε συναφώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα πρώτος λόγος εφέσεως περί εφαρμογής αποκλειστικώς της ως άνω ειδικής νομοθεσίας περί δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών και όχι του Ν. 3606/2007 τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παρέσχε επενδυτική υπηρεσία υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής (παροχή συστάσεως) αποδεικνύεται ιδίως από : α ) την « Έκθεση ειδικού ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου », η οποία εκπονήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με αντικείμενο τη διερεύνηση της παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ. και στην οποία καταγράφεται η πρακτική των αρμοδίων υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κατά την προσέγγιση των πελατών της με σκοπό την προώθηση των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ., η μη επαρκής ενημέρωση των τελευταίων για τους κινδύνους των προϊόντων αυτών, ο υπερτονισμός των πλεονεκτημάτων τους, η πρακτική της μη επιβολής ποινών για τυχόν προεξόφληση λογαριασμών υπό προειδοποίηση, εφ' όσον με τα κεφάλαια αυτών θα ελάμβανε χώρα αγορά των εν λόγω αξιόγραφων, διατυπώνεται δε το συμπέρασμα αναφορικώς με αμφότερα τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα (Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ.) ότι υπήρξε παροχή επενδυτικής συμβουλής υπό τη μορφή της συστάσεως, με την οποία παρουσιάσθηκαν τα εν λόγω προϊόντα ως κατάλληλα για έκαστο συγκεκριμένο επενδυτή, β) την υπ' αριθ. 9/700/10.12.2014 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία : βα) πρόστιμο 5.000 € για παράβαση  του άρθρου 16 παρ. 1 της υπ' αριθ. 17452/1.11.2007 αποφάσεως αυτής και ββ) πρόστιμο 5.000 € για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 4 Ν. 3606/2007, καθ' όσον διαπιστώθηκε από την εν λόγω δημόσια αρχή μεταξύ άλλων ότι : ϊ. « Η Τράπεζα εξέδωσε εσωτερικές οδηγίες προς τους υπαλλήλους της προκειμένου να τους προετοιμάσει για να παρουσιάσουν τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα στους πελάτες με τους οποίους έρχονταν σε επαφή. Στις οδηγίες αυτές διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημείων παροχής επιλεκτικής πληροφόρησης προς τους πελάτες και παροχής κινήτρων προς ορισμένες κατηγορίες πελατών με ενδεχόμενο  αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόφαση τους προς επένδυση. Η ύπαρξη επιλεκτικής πληροφόρησης και παρότρυνσης αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν την επενδυτική συμβουλή. Η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ ενήργησε κατά τρόπο που ακόμη και αν δεν ήταν στις προθέσεις της, φαίνεται να παρείχε επενδυτικές συμβουλές ... Ακόμα και εάν στα έντυπα των " αιτήσεων αγοράς" των επενδυτικών προϊόντων διατυπώνεται σαφής αποποίηση ότι καμία συμβουλή δεν δίνεται, ο χειρισμός από την Τράπεζα της προώθησης των επενδυτικών προϊόντων ως προς τα σημεία που περιγράφονται ανωτέρω, οδηγεί σε βάσιμες ενδείξεις για την παροχή εκ μέρους της επενδυτικών συμβουλών. Επομένως προκύπτει ότι η Τράπεζα κατά την προώθηση  των ΜΑΚ  και ΜΑΕΚ παρείχε την επενδυτική υπηρεσία των  επενδυτικών  συμβουλών,  χωρίς να  έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 16 της απόφασης 1/452/1.11.2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς » και π. «ίϋ.Στο έντυπο "Ερωτήσεις και Απαντήσεις" που στάλθηκε στο δίκτυο για αυστηρά εσωτερική χρήση με σκοπό την ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση των υπαλλήλων του δικτύου για τα ΜΑΕΚ υπό τη μορφή ερωταπαντήσεων, στην ερώτηση υπ! αριθμ. 24 " ΜΑΕΚ vs Κατάθεση " αναφέρεται ότι : " Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% ( για τα πρώτα 5 χρόνια ) μια απόδοση υψηλότερη από την κατάθεση. Τα ΜΑΕΚ δυνατόν να εξασφαλίσουν στους κατόχους τους αρκετά ψηλότερες αποδόσεις εάν η τιμή της μετοχής στο Χρηματιστήριο είναι ψηλότερη από την τιμή της μετατροπής. Η μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές δεν είναι υποχρεωτική. Η απόφαση για την μετατροπή εναπόκειται στον κάθε επενδυτή αν επιλέξει να τα μετατρέψει ... Επίσης Εισηγήτρια σχετικά μ£ τα υπό iii. Αναφερόμενα, στην ερώτηση υπ' αριθμ. 24 "ΜΑΕΚ vs Κατάθεση" του εντύπου "Ερωτήσεις και Απαντήσεις" διενεργείται σύγκριση των ΜΑΕΚ με τις καταθέσεις, με επισήμανση μόνο των πλεονεκτημάτων του προϊόντος (όπως το υψηλό επιτόκιο και τις υψηλότερες αποδόσεις από μια κατάθεση), χωρίς στην ίδια παράγραφο να αναφέρεται ότι σε περίπτωση που συμβεί οποιοδήποτε γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου ή γεγονός βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές. Επίσης, ενώ υπάρχει η αναφορά " ... Η μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές δεν είναι υποχρεωτική. Η απόφαση για την μετατροπή εναπόκειται στον κάθε επενδυτή αν επιλέξει να τα μετατρέψει ... ", δεν αναφέρεται ότι η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την πληρωμή τόκου και ότι οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Επομένως, οι υπάλληλοι της Τράπεζας, οι οποίοι, προκειμένου να είναι σε θέση να ενημερώνουν για τα βασικά χαρακτηριστικά των επενδυτικών προϊόντων τους δυνητικούς επενδυτές, έλαβαν γνώση του συγκεκριμένου ερωτηματολογίου, οδηγούνται να συγκρίνουν ένα σύνθετο επενδυτικό προϊόν με μια κατάθεση υποβαθμίζοντας τους κινδύνους που ενέχει η συγκεκριμένη επένδυση καθώς τονίζονται επιλεκτικά μόνο τα πλεονεκτήματα της, καθώς εκτός των άλλων, δεν υπάρχει καν η αναφορά ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν εντάσσονται σε κανένα "σχέδιο προστασίας ", όπως συμβαίνει με τις καταθέσεις. Η παροχή επιλεκτικής πληροφόρησης είναι δυνατόν να επηρεάσει την απόφαση του επενδυτή ... » και, αφού επισημάνθηκε ότι παρασχέθηκαν από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική διαφόρων τύπων κίνητρα προς διευκόλυνση της προωθήσεως των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ. στο επενδυτικό κοινό (μη επιβολή επιβαρύνσεων για πρόωρη άντληση κεφαλαίων από λογαριασμούς υπό προειδοποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι τα αντλούμενα κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν για την αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, παροχή δανείων με ευνοϊκούς όρους χρηματοδοτήσεως για το προσωπικό της Τράπεζας, παροχή καταναλωτικών δανείων με ευνοϊκούς όρους χρηματοδοτήσεως σε νέους επενδυτές, παροχή δανείων καταναλωτικής, επαγγελματικής και στεγαστικής πίστεως με εξασφάλιση τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα), κρίθηκε ότι «Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στη διαδικασία προώθησης των ΜΑΕΚ από την Τράπεζα εντοπίστηκαν σημεία παροχής επιλεκτικής πληροφόρησης προς τους πελάτες και παροχής κινήτρων προς ορισμένες κατηγορίες πελατών με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόφαση τους για επένδυση. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από την κοινή θέση των καταγγελλόντων ότι για την αγορά των συγκεκριμένων προϊόντων παρακινήθηκαν από υπαλλήλους της Τράπεζας, τους οποίους σε αρκετές περιπτώσεις κατονομάζουν. Επομένως προκύπτει ότι η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΕΚ ενήργησε με τρόπο που ακόμη κι αν δεν ήταν στις προθέσεις της, φαίνεται να παρείχε επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 16 της απόφασης 1/452/1.11.2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και χωρίς να έχει διενεργήσει ως όφειλε αξιολόγηση της καταλληλότητας των επενδυτών, κατά παράβαση της παρ. 4 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 ... », γ) την υπ' αριθ. πρωτ. 4995/25.2.2013 Έγγραφη Σύσταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή (κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 Ν. 3297/2004) προς την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1, 12 παρ. 3 και 25 Ν. 3606/2007, των άρθρων 8 παρ. 1 και 9ε Ν. 2251/1994 και 197 ΑΚ, με αναφορά στα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, αλλά και με επισήμανση : γα) της ελλείψεως πιστοποιήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων προς της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας για την παροχή των συγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών (πράγματι δεν αποδείχθηκε ότι οι συγκεκριμένοι ανωτέρω αναφερόμενοι στο σκεπτικό τραπεζικοί υπάλληλοι ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο ειδικώς πιστοποιημένοι για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών) και γβ) της συνδρομής περιπτώσεως συγκρούσεως συμφερόντων κατά την έκδοση και διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, διότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία είναι ταυτοχρόνως ο εκδότης αυτών και ο παρέχων την επενδυτική συμβουλή περί αγοράς τους και ως τούτου ενδεχομένως να μην έχει συμφέρον σε πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση των υποψηφίων επενδυτών αναφορικώς με τα στοιχεία της επενδύσεως, διότι αυτό ενδεχομένως θα απέτρεπε μέρος αυτών από την επένδυση, με συνέπεια την μη πλήρη κάλυψη της συγκεκριμένης εκδόσεως και δ) την από 13.9.2013 Απόφαση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με θέμα «Παράλειψη συμμόρφωσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ με ορισμένες διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 και της Οδηγίας που εκδόθηκε βάσει του εν λόγω Νόμου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την ʼσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων του 2007», με την οποία με ανάλογο σκεπτικό επιβλήθηκε στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία διοικητικό πρόστιμο για παράβαση της προαναφερομένης κυπριακής νομοθεσίας περί παροχής επενδυτικών συμβουλών (παροχή μη σαφών, ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών προς πελάτες ή πιθανούς πελάτες, παροχή πληροφορήσεως σε μη κατανοητή μορφή, παράλειψη αντλήσεως πληροφοριών για τους πελάτες ή πιθανούς πελάτες αναφορικώς με τη γνώση και την πείρα τους στον επενδυτικό τομέα, παροχή επενδυτικών συμβουλών από μη εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο πρόσωπα, παράλειψη γενικής περιγραφής της φύσεως και των κινδύνων των χρηματοοικονομικών μέσων με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε να είναι δυνατή η λήψη επενδυτικής αποφάσεως επί τη βάσει σωστής ενημερώσεως, παράλειψη αξιολογήσεως της καταλληλότητας των πελατών ή πιθανών πελατών να επενδύσουν σε αξιόγραφα). Ενόψει των ανωτέρω, η ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφείσα στο σκεπτικό παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων κατά περίπτωση υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας συνιστά παράβαση : α ) των διατάξεων του Ν. 3606/2007, ιδίως δε των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1 και 2 και 25 αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ' αριθ. 1/452/1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281, 288 και 334 ΑΚ, β) της διατάξεως του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περί ευθύνης αυτής ως παρέχουσας τραπεζικές - επενδυτικές υπηρεσίες, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω υπό στοιχεία I. και V. της μείζονος σκέψεως της παρούσας, δεδομένου ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραβίασε στοιχειώδεις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, επιβαλλόμενες από την αρχή της καλής πίστεως, και δεν κατέβαλε πάσα δυνατή επιμέλεια κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως ενημερώσεως, διαφωτίσεως και παροχής κατάλληλης συμβουλής στους αντισυμβαλλομένους της επενδυτές - καταναλωτές της παρεχομένης επενδυτικής υπηρεσίας και γ ) των διατάξεων των άρθρων 147, 149 εδ. β', 197, 198, 297, 298, 914 επ., 922, 932 ΑΚ, καθ' όσον συνιστά εν ταυτώ αδικοπραξία, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα ανωτέρω υπό στοιχεία II. και III. της μείζονος σκέψεως, διότι με απατηλά μέσα οι ως άνω προστηθέντες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας τραπεζικοί υπάλληλοι δολίως προκάλεσαν στους εφεσίβλητους, οι οποίοι ήταν συντηρητικοί πελάτες της Τράπεζας με profile μέσου αποταμιευτή και επενδυτή, την απόφαση να επενδύσουν το εις χρήμα κεφάλαιο τους στα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα, παριστώντας σε αυτούς ψευδώς ότι αυτά αποτελούν ασφαλή για το κεφάλαιο τους επενδυτική επιλογή, ενώ σαφώς γνώριζαν ότι αυτό δεν ισχύει, περαιτέρω δε επιμελώς αποσιώπησαν τους κινδύνους των συγκεκριμένων επενδύσεων, προβάλλοντας σκοπίμως μόνο τα ελκυστικά στοιχεία αυτών, με μόνο σκοπό τη διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας μέσω της αντλήσεως κεφαλαίων από τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα και εν τέλει δια της μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές, όπως τελικώς συνέβη, κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια οι τελευταίοι να υποστούν περιουσιακή ζημία, αλλά και ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας, η οποία προκλήθηκε σε αυτούς από  την απώλεια του κεφαλαίου τους υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων, οι υποστηρίζοντες δε τα αντίθετα δεύτερος, τρίτος και ένατος λόγος εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι Μετά ταύτα, από την ως άνω συμπεριφορά της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας οι εφεσίβλητοι υπέστησαν περιουσιακή ζημία, συνισταμένη στην ποιοτική μετατροπή (ήδη κατά την αγορά των Μ.Χ. 2013/2018 και εν συνεχεία με την αγορά των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ.) του διαθεσίμου εις χρήμα κεφαλαίου τους σε ιδιαιτέρως επισφαλείς απαιτήσεις κατά της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας (σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα) με τα αναλυτικώς ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό χαρακτηριστικά, η οποία (ζημία) ισούται με το σύνολο του επενδυθέντος τελικώς σε Μ.Α.Ε.Κ. κεφαλαίου τους και υπολογίζεται : α) για τον πρώτο εφεσίβλητο, στο ποσόν των τριακοσίων χιλιάδων ΕΥΡΩ (300.000 €), β) για το δεύτερο εφεσίβλητο, στο ποσόν των εκατό χιλιάδων ΕΥΡΩ (100.000 €), γ) για την τρίτη εφεσίβλητη, στο ποσόν των σαράντα πέντε χιλιάδων ΕΥΡΩ (45.000 €), δ) για τον τέταρτο εφεσίβλητο, στο ποσόν των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων ΕΥΡΩ (44.000 €), ε-στ) για τους Πέμπτη και έκτο εφεσίβλητους, στο ποσόν των εκατό χιλιάδων ΕΥΡΩ  (100.000  €) εις  ολόκληρον,  ζ) για την έβδομη εφεσίβλητη, στο ποσόν των πενήντα χιλιάδων ΕΥΡΩ (50.000 €), ζ) για τον όγδοο εφεσίβλητο, στο ποσόν των δώδεκα χιλιάδων ΕΥΡΩ (12.000 €) και, η) για την ενάτη εφεσίβλητη, στο ποσόν των είκοσι χιλιάδων ΕΥΡΩ (20.000 €). Σημειωτέον ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική δεν προσβάλλει με ειδικό λόγο εφέσεως το κεφάλαιο της επιδικασθείσας εις έκαστον των εφεσίβλητων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως προς το ύψος των επιδικασθέντων επιμέρους ποσών, και ως εκ τούτου, μετά την απόρριψη του ενάτου λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 932 ΑΚ λόγω μη συνδρομής των όρων της αδικοπραξίας, το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται περαιτέρω του συγκεκριμένου κεφαλαίου της εκκαλουμένης αποφάσεως. Εξάλλου, με τον έκτο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, δεχόμενο ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του προβαλλομένου ως ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας των εφεσίβλητων, διότι μετά τη θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εξυγιάνσεως την 26.3.2013 με τον «Περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και ʼλλων Ιδρυμάτων Νόμο ( 17 ) 2013 » της Κυπριακής Δημοκρατίας η μετατροπή των Μ.Χ. 2013/2018, Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές αυτής έλαβε χώρα σε εκτέλεση των διατάξεων του Νόμου αυτού με τα αναφερόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία οριζόταν ως Αρχή Εξυγιάνσεως, δηλαδή η όποια περιουσιακή ζημία των εφεσίβλητων δεν οφείλεται στην αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων κατά τα έτη 2008, 2009 και 2011, αλλά σε επιγενόμενα γεγονότα ανωτέρας βίας, μη δυνάμενα να προβλεφθούν εκ των προτέρων, λαβόντα χώρα κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2013, και μάλιστα μη συνδεόμενα με δικές της ενέργειες ή παραλείψεις (ήτοι στην ψήφιση του ως άνω Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην έκδοση των προαναφερομένων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου), και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου. Επί του προκειμένου λόγου εφέσεως λεκτέα τα ακόλουθα : Αναγκαίος όρος για την κατάφαση ευθύνης προς αποζημίωση αποτελεί, μεταξύ άλλων η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης (αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά) του δράστη και της επελθούσας ζημίας του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμο λόγο ευθύνης της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας συνιστούν (και δη σωρευτικώς) η παράβαση της εν τοις πράγμασι καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως παροχής επενδυτικών συμβουλών (εν προκειμένω υπό τη μορφή της συστάσεως - παράβαση άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1 και 2 και 25 Ν. 3606/2007, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ' αριθ. 1/452/1.1 1.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281, 288 ΑΚ), η παράβαση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες και η αδικοπραξία ( άρθρα 914 επ. ΑΚ), κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, ενώ ζημία, όπως έχει ήδη επισημανθεί, συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η μετατροπή κεφαλαίου (μετρητών χρημάτων) των εφεσίβλητων σε μετοχές, αλλά το γεγονός ότι το κεφάλαιο αυτό εξήλθε της περιουσίας τους και αντ' αυτού δεν εισήλθε ισοδύναμο ποιοτικώς μέγεθος, αλλά κάτι έτερο (aliud), ήτοι σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, ιδιαιτέρως επισφαλή, μη παρέχοντα δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου και, εν τέλει, μηδενικής αξίας λόγω της πραγματικής οικονομικής καταστάσεως της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, με συνέπεια η ζημία των εφεσίβλητων να θεωρείται επελθούσα, ακόμη και σε περίπτωση, καθ' ην δεν είχε χωρήσει μετατροπή  σε τραπεζικές μετοχές. Μεταξύ των πλειόνων συρρεόντων νομίμων λόγων ευθύνης της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και της ως άνω ζημίας των εφεσίβλητων υφίσταται πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι, εάν η εκκαλούσα είχε παράσχει, ως όφειλε κατά τις αρχές της καλής συναλλακτικής πίστεως, τη δέουσα πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση στους εφεσίβλητους πελάτες της ως προς τη φύση, τη λειτουργία και, κυρίως, τους κινδύνους της επενδύσεως στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν επεδείκνυε συστηματικώς την προπεριγραφείσα παραπλανητική συμπεριφορά, οι εφεσίβλητοι, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα είχαν επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους. Πρέπει, ιδίως, να επισημανθεί ότι κατά το χρόνο εκδόσεως των Μ.Α.Ε.Κ. (2011), το Ενημερωτικό Δελτίο των οποίων αναφέρεται εκτενώς - το πρώτον - σε « Γεγονός Βιωσιμότητας » και σε « Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου », τα οποία, εφ' όσον επισυμβούν, οδηγούν υποχρεωτικώς σε μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία σαφώς γνώριζε την σημαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της και τη δραματική υποβάθμιση της κεφαλαιακής της επάρκειας λόγω της υπερβολικής εκθέσεως αυτής σε Ο.Ε.Δ., γεγονός, το οποίο επιρρωνύει τη βασική παραδοχή ότι προεχόντως τα Μ.Α.Ε.Κ. σχεδιάσθηκαν ειδικώς, προκειμένου να απορροφήσουν τις ιδιαιτέρως αυξημένες ζημίες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας από την υπερβολική έκθεση της σε Ο.Ε.Δ. και να αναπληρώσουν τις απώλειες της σε πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Ζήτημα διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου από την παρεμβολή του Κυπριακού Δημοσίου (δια της θέσεως σε ισχύ του ως άνω Νόμου) και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (δια της εκδόσεως των προαναφερομένων Διαταγμάτων) δεν τίθεται, αφ' ενός διότι η ζημία των κατόχων των Μ.Α.Ε.Κ. είχε ήδη επέλθει με την αγορά των επιδίκων τριών επενδυτικών προϊόντων σε προγενέστερο χρόνο, αφ' ετέρου δε διότι, εν πάση περιπτώσει, με τις εν λόγω νομοθετικές παρεμβάσεις απλώς υλοποιήθηκαν οι όροι του αφορώντος στα Μ.Α.Ε.Κ. Ενημερωτικού Δελτίου, όπως αυτοί παρατίθενται αναλυτικώς ανωτέρω στο σκεπτικό (βλ. σχετ. Σπ. Ψυχομάνη, Η διάθεση στην Ελλάδα " Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου " [ΜΑΕΚ], ως καινοφανών ομολόγων ομολογιακού δανείου αλλοδαπής τράπεζας, εις ΔΕΕ 2018 21 επ.), δηλαδή δεν πρόκειται περί επελεύσεως άλλου εξαιρετικού και απροβλέπτου γεγονότος, ανεξάρτητου προς την αρχική αδικοπραξία, εντελώς ασχέτου προς το γεγονός, το οποίο ήταν πρόσφορο να επιφέρει και θα επέφερε το βλαπτικό αποτέλεσμα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν τέλει δεν επήλθε λόγω του πράγματι επελθόντος εξαιρετικού και απροβλέπτου γεγονότος, με συνέπεια τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου (βλ. σχετ ΑΠ 1479/2013 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με παρεμφερή, έστω και ελλιπή αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο ( άρθρο 534 ΚΠολΔ ), απέρριψε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης της και της επελθούσας ζημίας των εφεσίβλητων λόγω παρεμβολής γεγονότων ανωτέρας βίας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα έκτος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, με συνέπεια να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την παραδεκτώς με τις προτάσεις προταθείσα εκ μέρους της ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εφεσίβλητων περί την πρόκληση και την έκταση της ζημίας τους, διότι αυτοί : α ) δεν ζήτησαν πληροφορίες για την ακριβή φύση και τους κινδύνους των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ώστε να προβούν σε εκποίηση αυτών στη δευτερογενή αγορά (Χρηματιστήριο ) και β ) μετά την ακύρωση των τόκων περί το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 δεν έσπευσαν να ρευστοποιήσουν τα χρεόγραφα τους στη χρηματιστηριακή αγορά με τον αυτό σκοπό, ακολούθως δε να εισπράξουν το τίμημα της πωλήσεως, αποκομίζοντας ενδεχομένως και κέρδος, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να αφαιρέσει από τα επιδικασθέντα ποσά αποζημιώσεως τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της εφέσεως δι' έκαστο εφεσίβλητο ποσά. Ωστόσο, η υπό κρίση ένσταση τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα, κατά το πρώτο μεν σκέλος της διότι υπό τις ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενες συνθήκες προσεγγίσεως και καταπείσεως των εφεσίβλητων με απατηλά μέσα να προβούν στις επίδικες επενδύσεις δεν νοείται συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος αυτών (πολλώ δε μάλλον δεν τίθεται ζήτημα ετοιμότητας των εφεσίβλητων να προβούν σε χρηματιστηριακή πώληση των ομολόγων τους καθ' ο χρόνο εισπράττουν τόκους με κανονικούς ρυθμούς), αφ' ετέρου δε μετά την ακύρωση των τόκων κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 η κατακόρυφη πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των εν λόγω προϊόντων και εν τέλει ο μηδενισμός της (μετά την υποχρεωτική μετατροπή αυτών σε μετοχής μηδενικής πραγματικής αξίας) καθιστούν κάθε απόπειρα πωλήσεως αυτών στη χρηματιστηριακή αγορά άνευ αντικειμένου. ʼλλωστε, οι εδώ εφεσίβλητοι, ως μέσοι συντηρητικοί αποταμιευτές - επενδυτές, δεν είχαν ειδικές νομικές και χρηματοοικονομικές γνώσεις και, εν πάση περιπτώσει, δεν διέθεταν ειδικούς νομικούς και χρηματιστηριακούς συμβούλους ( όπως εθεωρείτο αναγκαίο, κατά τα αναφερόμενα στα σχετικά Ενημερωτικά Δελτία), ώστε να λαμβάνουν συνεχώς νομική και χρηματοοικονομική ενημέρωση για την εξέλιξη της επενδύσεως τους και να αντιλαμβάνονται πλήρως και επαρκώς τις μεταβολές των χρηματιστηριακών δεικτών, για το λόγο δε αυτό μόνη η προς τους εφεσίβλητους αποστολή από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εγγράφων ενημερώσεων (statements) για τις αποδόσεις των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων σε τακτά χρονικά διαστήματα δεν αρκεί προς απόδειξη της πλήρους γνώσεως αυτών περί τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους των προϊόντων αυτών, αλλά μόνο περί το χαρακτήρα τους ως επενδύσεων (τον οποίο οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβητούν, καθ' όσον δεν ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω προϊόντα ήσαν προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά προϊόντα ομοιάζοντα προς προθεσμιακές καταθέσεις, προς τις οποίες και συγκρίθηκαν από τους κατά περίπτωση αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό), τις οποίες όμως ευλόγως θεωρούσαν ασφαλείς και χωρίς κίνδυνο για το επενδυόμενο κεφάλαιο τους, το αυτό δε ισχύει και για τις από 18.5.2009 (για τα Μ.Α.Κ) και από 20.4.201 1 ( για τα Μ.Α.Ε.Κ. ) ενημερωτικές επιστολές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας προς τους μετόχους και τους κατόχους Μ.Χ. 2013/2018, Μ.Α.Κ. και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 2007 ( κατά περίπτωση ), οι οποίες απεστάλησαν και στους εφεσίβλητους, διότι η αποστολή των εν λόγω εγγράφων καλύπτει μεν τύποις τη γενική υποχρέωση ενημερώσεως των υποψηφίων επενδυτών ( με χρήση συνθέτων και μη ευχερώς κατανοητών από τον μέσο μη «επαγγελματία» επενδυτή τεχνικών νομικών χρηματοοικονομικών όρων), δεν αποδεικνύει όμως πλήρη και ουσιαστική γνώση της πραγματικής φύσεως και λειτουργίας των εν λόγω προϊόντων και - προεχόντως - των κινδύνων τους από τους συγκεκριμένους στερούμενους ειδικών νομικών και χρηματοοικονομικών γνώσεων εφεσίβλητους, στοιχεία, τα οποία κατά τη ζώσα επικοινωνία των τελευταίων με τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπαλλήλους (οι οποίοι και είχαν την πρωτοβουλία της προσεγγίσεως των υποψηφίων επενδυτών είτε τηλεφωνικώς είτε δια ζώσης στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής) επιμελώς αποσιωπήθηκαν, ενώ παρεσχέθησαν σαφείς διαβεβαιώσεις για την κεφαλαιακή επάρκεια της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, την ασφάλεια του επενδυόμενου κεφαλαίου και την καταγραφή υψηλών αποδόσεων τόκου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την προταθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 300 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα έβδομος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τον όγδοο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 149, 297, 298 και 914 ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την παραδεκτώς προταθείσα με τις προτάσεις της ένσταση συνυπολογισμού στη ζημία των εφεσίβλητου του κέρδους αυτών από την απόληψη τόκων των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να αφαιρέσει από τα επιδικαζόμενα ποσά αποζημιώσεως τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της εφέσεως εισπραχθέντα από τους εφεσίβλητους ποσά τόκων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά παραδεκτώς προβαλλόμενη ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (άρθρα 297 και 298 ΑΚ), τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, και αληθούς υποτιθεμένης της εισπράξεως των ως άνω ποσών τόκων από τις εφεσίβλητους, οι αποδόσεις αυτές δεν συνιστούν κέρδος αυτών από τη ζημία τους, αλλά αποτελούν καρπούς της επενδύσεως τους στα ως άνω επενδυτικά προϊόντα, η οποία σαφώς προέβλεπε συγκεκριμένες απολήψεις. Δηλαδή, οι τόκοι, τους οποίους έλαβαν οι εφεσίβλητοι, αποτελούν μεν κέρδος τους, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από (ήτοι δεν συνδέεται αιτιωδώς) το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, όπως απαιτείται κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου τους στην τελευταία, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι' αυτήν τρόπο, αποδίδοντας στους εφεσίβλητους τους παραγόμενους τόκους, εν πάση δε περιπτώσει ο συνυπολογισμός των εισπραχθέντων τόκων ως κέρδους στη ζημία των εφεσίβλητων παρίσταται στην ένδικη περίπτωση αντίθετος στην καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών απατηλής προσελκύσεως των εφεσίβλητων στην αγορά των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα όγδοος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι αλυσιτελώς παραπονείται η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με τον αυτό λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και απέρριψε μη προταθείσα από τους εφεσίβλητους ένσταση συμψηφισμού ( άρθρα 440 επ.  ΑΚ ), διότι το τελευταίο, έστω και μ£ επάλληλη σκέψη, προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ενστάσεως και ορθώς απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται με τον τέταρτο λόγο εφέσεως ότι κακώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την παραδεκτώς προταθείσα εκ μέρους της ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ( άρθρο 281 ΑΚ ), ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να τη δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να απορρίψει την αγωγή, επί τω λόγω ότι προέβησαν σε άσκηση της, καίτοι οι ίδιοι παρέβησαν τους κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, διότι συνειδητώς επέλεξαν να μην αναγνώσουν τα υπογραφέντα από αυτούς έγγραφα αγοράς των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων και να ην λάβουν γνώση των σχετικών κινδύνων. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί, ακόμη εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι συγκροτούν καταλυτική της αγωγής νόμιμη ένσταση περί καταχρήσεως δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικώς παρατίθενται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, δεν παρίστανται βάσιμοι, διότι αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι προστηθέντες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας υπάλληλοι με απατηλά μέσα, εκμεταλλευόμενοι την προς το πρόσωπο, την επαγγελματική ιδιότητα και τις ειδικές γνώσεις τους εμπιστοσύνη των εφεσίβλητων, προκάλεσαν σε αυτούς την απόφαση να προβούν σε αγορά των επιδίκων χρεογράφων, από την οποία η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία αποκόμισε άμεσο όφελος (ενίσχυση αρχικώς του δευτεροβαθμίου και εν συνεχεία του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της με πρόβλεψη δικαιώματος μονομερούς ακυρώσεως πληρωμής τόκων και αναγκαστικής μετατροπής τους σε μετοχές) , ενώ οι εφεσίβλητοι υπέστησαν σημαντική ζημία (οριστική απώλεια του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους). Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του όιρθρου 281 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα τέταρτος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Επιπλέον, καθ' όσον αφορά στον πέμπτο λόγο εφέσεως περί αντιφατικών ισχυρισμών της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη δεύτερο και τρίτο εναγομένους ..., διευθυντικά στελέχη της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής  εταιρίας), αυτός τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δεδομένου ότι η ευθύνη της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας προς αποζημίωση  είναι αυτοτελής και θεμελιώνεται επαρκώς στην εκκαλουμένη απόφαση, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα στο σκεπτικό, και δεν επηρεάζεται από την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς τη θεμελίωση ή μη ατομικής (ενδοσυμβατικής ή αδικοπρακτικής) ευθύνης συγκεκριμένων φυσικών προσώπων (στελεχών της) προς αποζημίωση. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η από 8.11.2017 κρινόμενη έφεση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ, όπως η αρχική παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ίσχυε μέχρι την 31.12.2015, αναριθμηθείσα σε παρ. 3 μετά την αντικατάσταση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016) και να συμψηφισθεί στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου υπήρξε ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία την από 8.11.2017 έφεση της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΛτΔ) κατά της 1906/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του ./2017 ηλεκτρονικού παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2019 και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι, στις 29 Ιουλίου 2019.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ