ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕφΑθ 1800/2021

 

Ασφαλιστήριο ζωής - Πρόσθετη κάλυψη απαλλαγής από την πληρωμή ασφαλίστρων σε περίπτωση Διαρκούς Ολικής Ανικανότητας ή Σοβαρής Ασθένειας (ΑΠΑ3) -.

 

Ο λήπτης της ασφάλισης, εμπίπτει στην κατά το ν. 2251/1994 έννοια του καταναλωτή (άρθρο 4 παρ. 4α αυτού), αφού έκανε χρήση υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, προορίζονται γι' αυτόν και αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους, ήτοι είχε συνάψει έγκυρη σύμβαση ασφάλισης βάσει της οποίας θα δικαιούνταν παροχής υπηρεσιών, συνισταμένων στην καταβολή του ασφαλίσματος, σε περίπτωση  επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως και η ασφαλιστική εταιρεία εμπίπτει στην έννοια του προμηθευτή (άρθρο 4 παρ. 4β του ιδίου νόμου), δεδομένου ότι κατά την άσκηση της επιχειρηματικής  δραστηριότητάς της, παρέσχε τις παραπάνω υπηρεσίας της στον λήπτη της ασφάλισης, ήτοι ασφάλιση πλήρους νοσοκομειακής περίθαλψης από ασθένεια ή ατύχημα, με την υπόσχεση ότι θα καταβάλει το ασφάλισμα, σε περίπτωση επέλευσης κάποιου από τους κινδύνους αυτού. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές περιπτώσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, είναι, πέραν της αρχής της συμβατικής ισορροπίας και η αρχή της διαφάνειας, σύμφωνα με την οποία οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων τα κρίσιμα στοιχεία, πρέπει δηλαδή, να είναι κατανοητοί από έναν άνθρωπο μέσης εμπειρίας στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό ή ασάφεια στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν από το Δικαστήριο διαπιστώνεται, είτε ως προς τον ατομικό όρο της σύμβασης, κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, προς κατάρτισή τους, είτε ως προς τον όρο (ρήτρα), των γενικών όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ), που έχουν υπαχθεί στην ατομική σύμβαση, επίσης ομοίως, και δη αμφιβολία, για την έννοια της σχετικής ρήτρας, επιβάλλεται η προσφυγή (και καταφυγή), στους προπαρατιθέμενους ερμηνευτικούς κανόνες Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος,  η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα συναλλακτικά ήθη. είναι ότι: Από την ερμηνεία των όρων του Παραρτήματος Β΄ της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, με αναζήτηση της αληθινής βούλησης των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως της ενάγουσας - εκκαλούσας, την οποία αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και την φύση της σύμβασης ασφάλισης, προκύπτει ότι α) η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να απαλλάσσει τον ασφαλισμένο, εν προκειμένω την εκκαλούσα, από τη συμβατική υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων σε περίπτωση επελεύσεως είτε διαρκούς ολικής ανικανότητας, είτε εκδήλωσης οποιασδήποτε διαλαμβανόμενης, στον κατάλογο του άρθρου 1 παρ. ΙΙ του ως άνω Παραρτήματος, σοβαρής ασθένειας και β) σε περίπτωση είτε άρσης της διαρκούς ολικής ανικανότητας, είτε ιάσεως της ως άνω σοβαρής ασθένειας, ενεργοποιείται εκ νέου η υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, ενώ σε περίπτωση υποτροπής της νόσου υπάρχει και πάλι η δυνατότητα ενεργοποίησης της ανωτέρω ρήτρας απαλλαγής. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή υπό την οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος, ήτοι η εφεσίβλητη βαρύνεται σε κάθε περίπτωση, ήτοι ακόμη και εάν υπάρχει ίαση της σοβαρής ασθένειας, με την εκπλήρωση της παροχής του, ήτοι την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης και το έτερο συμβαλλόμενο μέρος, ήτοι η εκκαλούσα απαλλάσσεται διά παντός από την υποχρέωση εκπληρώσεως της αντιπαροχής του, ήτοι την καταβολή ασφαλίστρων, δικαιούμενο σε λήψη όλων των οφειλομένων συμβατικών παροχών του αντισυμβαλλόμενου μέρους, αντίκειται στον σκοπό της σύμβασης και στις ανωτέρω αρχές. Άλλωστε η χρήση του όρου «αποκατάσταση της ικανότητας» έχει την έννοια της μη ύπαρξης ενεργού νόσου, η οποία ορίζεται κατά τρόπο αντικειμενικό, βάσει των πορισμάτων του ιατρικού ελέγχου και δεν εναπόκειται σε κρίση της ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ ο εξεταζόμενος όρος του ασφαλιστηρίου, ερμηνευόμεvoς σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν έχει ως συνέπεια διατάραξη της ισορροπίας των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και δεν αποβαίνει σε βάρος του ασφαλισμένου, τον οποίο αποβλέπει να προστατεύσει, αφού σε περίπτωση που αυτός δεν νοσεί, ελλείπει και ο δικαιολογητικός λόγος απαλλαγής του από την υποχρέωση πληρωμής ασφαλίστρων. Στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για περίπτωση ερμηνείας λόγω αμφιβολίας της δήλωσης των μερών, αλλά κενού συμβατικού όρου, στην ερμηνεία του οποίου έχουν ληφθεί, επίσης υπόψη τα συμφέροντα της εκκαλούσας ασφαλισμένης, την οποία αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος.

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ

 

 

Αριθμός Απόφασης 1800/2021

TO ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παρασκενή Ψυχογυιού, Πρόεδρο Εφετών, Σπυρίδωνα Γεωργουλέα, Δημήτριο Μάκο-Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Ελένη Μαχαίρα.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 21η Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Της καλούσας-εφεσίβλητης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την

επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ"», που εδρεύει, στην Αθήνα επί της λεωφόρου Συγγρού αρ. 103-105 και, εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Βασιλική Μπερσίμη και Δέσποινα Γρυσμπολάκη, με δήλωση κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

 Της καθ’ ης η κλήση — εκκαλούσας: … και της … η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Νικολάου Κανατάκη, με δήλωση κατ’ αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

 Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 8.4.2014 με αρ. κατ. … /2014 αγωγή της εκκαλούσας, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 832/2018 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.

 

 Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου,  η πρωτοδίκως ενάγουσα με την από 24.6.2018 έφεση της με αρ. κατ. ./27.6.2018 (αρ. προσδ. εφετείου … /27.6.2018).

 

Για την έφεση αυτή ορίστηκε δικάσιμος η 23.5.2019 οπότε και η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας Ευρωεκλογών, Περιφερειακών και Δημοτικών εκλογών. Ακολούθως, η υπόθεση επαναφέρθηκε με την από 12.7.2019 με αρ. κατ. ./15.7.2019 κλήση της εφεσίβλητης, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η 7.5.2020 οπότε και η υπόθεση ματαιώθηκε εκ νέου λόγω της αναστολής λειτουργίας των πολιτικών Δικαστηρίων για χρονικό διάστημα από 13.3.2010 μέχρι 31.5.2020, εισάγεται δε αυτεπαγγέλτως για συζήτηση με την υπ' αριθ. 3035/24.8.2020 πράξη του Προϊσταμένου του Τριμελούς Συμβουλίου Δ/νσης του Εφετείου Αθηνών, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά του πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι, δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δηλώσεις, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους μέσω των προτάσεων τους, που προκατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΉ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ TO ΝΟΜΟ

 

Ι. Σύμφωνα με το Ν. 4690/2020 «ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΣ Γ: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ʼρθρο 74 Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης 1…2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε  διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται, αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και. στην Κεντρική Υπηρεσία, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. 3... 4. ME την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, όπως και στον ʼρειο Πάγο κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2020 έως 15.9.2020, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή ο αρμόδιος δικαστής κατανέμει χρονικά εντός της αυτής ημέρας τις εγγεγραμμένες στο πινάκιο ή έκθεμα υποθέσεις και ο καταμερισμός αυτός με πρωτοβουλία του γραμματέα γνωστοποιείται ακολούθως, και πάντως το αργότερο την προηγούμενη της δικασίμου εργάσιμη ημέρα, στους διαδίκους ή στους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και προσθέτως στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους, εφόσον είναι γνωστή, ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. Στις υποθέσεις αυτές παρέχεται η δυνατότητα αναβολής ατελώς αι χωρίς τις δεσμεύσεις του άρθρου 241 ΚΠολΔ. Η αναβολή μπορεί να δοθεί και χωρίς παράσταση των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ή έκθεμα κατά την ημέρα τα δικασίμου, εφόσον οι δικηγόροι αυτοί διατυπώσουν σχετικό αίτημα σε κοινή ανέκκλητη δήλωσή τους, κατά την παρ. 2 του άρθρου 242 ΚΠολΔ και κατ’ απόκλιση της παρ. 2 του άρθρου 115 ΚΠολΔ, η οποία υποβάλλεται στην οικεία γραμματεία του δικαστηρίου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το αργότερο μέχρι τη δωδεκάτη ώρα της προηγούμενης της δικασίμου εργάσιμης ημέρας. 5.  Στις ίδιες υποθέσεις εφόσον όλοι οι διάδικοι δεν επιθυμούν να εξετάσουν κατά τη συζήτηση των υποθέσεων μάρτυρα, μπορούν να το δηλώσουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέχρι τη δωδεκάτη ώρα της προηγούμενης της δικασίμου εργάσιμης ημέρας, προκειμένου η συζήτηση της υπόθεσης τους να τεθεί στην αρχή του πινακίου ή εκθέματος. Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για τη συζήτηση των υποθέσεων της παρ. 3...».

 

Από το συνδυασμό των ανωτέρω προκύπτει αφενός ότι παρατείνεται το δικαστικό έτος (2020) μειουμένου αντίστοιχα του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών για το έτος αυτό κατά τα διαστήματα από 1η έως και τις 15 Ιουλίου 2020 και από την 1η έως και τις 15 Σεπτεμβρίου 2020, αφετέρου δε ότι κατά παρέκκλιση της πρακτικής που ακολουθήθηκε στο παρελθόν σε περιπτώσεις διακοπής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω εκλογών, θεομηνιών κλπ., με τη § 2 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 καθιερώνεται ως κανόνας η οίκοθεν επαναφορά των υποθέσεων, των οποίων η συζήτηση ματαιώθηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής. Η διαδικασία επαναφοράς των υποθέσεων γίνεται αποκλειστικά με πρωτοβουλία του δικαστηρίου και κατά το πρότυπο του άρθρου 237 παρ. 4 ΚΠολΔ. Επίδοση κλήσης δεν απαιτείται, ούτε άλλη ενέργεια εκ μέρους του διαδίκου. Στο μέτρο που ο νόμος δεν διακρίνει η ρύθμιση εφαρμόζεται χωρίς διάκριση ως προς το είδος της διαδικασίας. Καταλαβάνονται επομένως και υποθέσεις ειδικών διαδικασιών, εκούσιας δικαιοδοσίας και ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον η συζήτηση τους ματαιώθηκε στο διάστημα  13.3.2020-31.5.2020. Για τη διευκόλυνση των διαδίκων προβλέπεται, η δυνατότητα γνωστοποίηση της νέας δικασίμου με πρωτοβουλία του γραμματέα και στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των διαδίκων. Πρόκειται πάντως για διακριτική ευχέρεια και όχι υπηρεσιακό καθήκον, ώστε η παράλειψη της να μην προκαλεί ακυρότητα. Αυτονόητη προϋπόθεση για την ακώλυτη εφαρμογή της επαναφοράς κατά την § 2 αποτελεί η προηγούμενη έγκαιρη επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης. Εφόσον αυτή δεν έχει συντελεσθεί, ο διάδικος οφείλει να επισπεύσει την επίδοση του μετά την άρση της αναστολής. Η ρύθμιση κατατείνει, στη· διευκόλυνση των διαδίκων και στην εξοικονόμηση της δαπάνης επαναπροσδιορισμού της ματαιωθείσας υπόθεσης που θα βάραινε κανονικά τον επιμελέστερο διάδικο. Δεν θέτει εκποδών πάντως τη δυνατότητα των ενδιαφερόμενων να κλητεύσουν τον αντίδικο και μέσω των μεθόδων επίδοσης των άρθρων 122 επ ΚΠολΔ. Στην τελευταία περίπτωση οι γραμματείες των δικαστηρίων οφείλουν να χορηγούν πιστοποιητικό για τη νέα δικάσιμο, ώστε ο επιμελέστερος διάδικος να μπορεί να ολοκληρώσει την κλήτευση και μέσω δικαστικού επιμελητή. Σύμφωνα με την § 2 εδ. α’ η συζήτηση των υποθέσεων που ματαιώθηκαν τοποθετείται κατά προτεραιότητα στο διάστημα μεταξύ 1.7.2020 έως 15.7.2020 και από 1.9.2020 έως 15.9.2020. Η ρύθμιση υλοποιεί και εξειδικεύει την επέκταση ταυ δικαστικού έτους που θεσπίσθηκε ρε το άρθρο 18 Ν. 4684/2020. Οι υποθέσεις μπορούν να προσδιορίζονται, είτε στις αρχήθεν προβλεπόμενες δικάσιμους των θερινών τμημάτων εκάστου δικαστηρίου, είτε στις δικάσιμους που θα προσδιορισθούν με πρωτοβουλία των διευθυνόντων τα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 2 ʼρθρο τριακοστό τέταρτο του ν. 4690/2020  (άρθρο 34 της ΠΝΠ της 1.5.2020), κατά το οποίο τα τμήματα εκάστου δικαστηρίου και ο τρόπος συγκράτησης τους, ο αριθμός των δικασίμων και των υποθέσεων κάθε μίας δικασίμου, καθώς και η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα ορίζονται με πράξη του οργάνου διοίκησης εκάστου δικαστηρίου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των οριζόμενων για τα θέματα αυτά στον Κανονισμό του. Κατά τη ρητή πρόβλεψη της § 2 εδ. α’ η υλοποίηση του επαναπροσδιορισμού των υποθέσεων στο διάστημα 1.7.2020 έως 15.7.2020 και 1.9.2020 έως 15.9.2020 χωρεί κατά προτεραιότητα, Κατ’ ακολουθία πρέπει να νοηθεί ότι η πρόβλεψη έχει χαρακτήρα κατευθυντήριας αρχής. Προσδιορισμός των υποθέσεων σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν προκαλεί ακυρότητα και κατά μείζονα λόγο δεν δικαιολογεί προβληματισμούς ως προς την προσήκουσα συγκρότηση του δικαστηρίου.  H διατύπωση της ρύθμισης δεν αποκλείει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για τον ορισμό κατά προτίμηση δικασίμου στον επαναπροσδιορισμό σύμφωνα με το άρθρο 226 § 5 ΚΠολΔ. Η διαδικασία της § 2, εφαρμόζεται και στην περίπτωση της επαναφοράς υποθέσεων της παλαιάς τακτικής διαδικασίας που αναβάλλονται υποχρεωτικά σύμφωνα με την § 3 (βλ. Καλαβρός, Τσαντίνης, Γιαννόπουλος Ενημερωτικό Σημείωμα για τις ρυθμίσεις της υπ’ αρ. 316/27.5.2020. τροπολογίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης επί του ΣχΝ του Υπουργείου  Υγείας για την Κύρωση της από 13.4.2020 ΠΝΠ «Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 κ.λπ., ειδικά κεφ. 3 Επαναφορά των υποθέσεων των οποίων η συζήτηση ματαιώθηκε κατά το διάστημα 13.3.2020-31.5.2020).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ αριθ. 3035/24.8.2020 πράξη του Προϊσταμένου του Τριμελούς Συμβουλίου Δ/νσης του Εφετείου Αθηνών, νόμιμα επανεισάγεται σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη διαλαμβανόμενα, η από 12.7.2019 με αρ. κατ. ./15.7.2019 κλήση της εφεσίβλητης, με την οποία, επίσης νόμιμα, επαναφέρεται για συζήτηση η από 24.6.2018 με αρ. κατ. ./27.6.2018 (αρ. προσδ. εφετείου ./27.6.2018) έφεση της ενάγουσας, με την οποία πλήττεται η υπ αριθμ. 832/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, η οποία απέρριψε την από 8.4.2014 με αρ. κατ. ./2014 αγωγή της εκκαλούσας. Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, καθώς από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε από την εκκαλούσα εντός της απαιτούμενης κατά νόμο προθεσμίας των τριάντα (30) ήμερων (άρθρα 495 παρ. 1, 499, 500, 511, 513, 516, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σ αυτήν, σύμφωνα με τη σχετική αναφορά στο δικόγραφο των προτάσεων της έγινε στις 14.6.2018 (βλ. την επισημείωση επί του σώματος της εκκαλουμένης απόφασης από τον επιδόσαντα αυτή Δικαστικό Επιμελητή .), η δε άσκηση (κατάθεση) της εφέσεως στη Γραμματεία του εκδόσαντος, την ως άνω απόφαση Δικαστηρίου, έγινε κατά τα ανωτέρω στις 27.6.2018, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθρ. 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/25-7-2011, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Η εκκαλούσα, έξαλλου, κατέβαλε το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν.4055/6-7-2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο 3 του ν. 4335/2015 και εκ νέου το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 -όπως αναριθμήθηκε η ως άνω παρ. 4 του εν λόγω άρθρου -, με τα άρθρα 35.2 και 45 του ν. 4446/2016 με έναρξη ισχύος από 23.1.2017), όπως  προκύπτει από σχετική επισημείωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών επί του εφετηρίου. Επομένως, η έφεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία όπως και πρωτοδίκως.

 

Με την από 8.4.2014 με αρ. κατ. ./2014 ένδικη αγωγή η εκκαλούσα -ενάγουσα εξέθεσε ότι συνήψε με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία το υπ' αριθ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής με ισόβια διάρκεια, έναντι καταβολής ασφαλίστρου κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, ποσού 489,71 ευρώ ανά εξάμηνο, πληρωτέο την 30 Απριλίου και 31 Οκτωβρίου εκάστου έτους. Ότι πλην άλλων, στο Παράρτημα Β’ του ανωτέρω συμβολαίου προβλεπόταν η πρόσθετη ασφάλιση απαλλαγής από την πληρωμή των ασφαλίστρων σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας ή σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας, όπως αυτές προσδιορίζονται περιοριστικά στο ανωτέρω παράρτημα, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο καρκίνος. Ότι στις 23.9.2011 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ολικής αφαίρεσης του θυροειδούς διότι, διαγνώσθηκε καρκίνος του θυροειδούς. Ότι, κατόπιν τούτου, ενημέρωσε την εναγομένη και υπέβαλε σε αυτήν όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την ενεργοποίηση του ως άνω όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ότι η τελευταία με την από 7.11.2011 επιστολή της ….  αναγνώρισε ότι η ασθένεια της ενάγουσας) είναι σοβαρή και γι’ αυτό το λόγο κατ’ εφαρμογή του σχετικού όρου του παραρτήματος, από 31.10.2011 και μετέπειτα, την απάλλαξε από την καταβολή ασφαλίστρων. Ότι, όμως, με την από 27.1.2014 επιστολή της, η εναγομένη αιφνίδια και αντισυμβατικά, της ανακοίνωσε ότι ή απαλλαγή της από την πληρωμή των ασφαλίστρων παύει και ότι θα πρέπει να καταβάλει τα ασφάλιστρα περιόδου 30.4.2014 έως 31.10.2014, ύψους 823,83 ευρώ, καθώς και ότι δεν υπάγεται πλέον στην ασφαλιστική περίπτωση της απαλλαγής από την καταβολή ασφαλίστρων λόγω σοβαρής ασθένειας, διότι διαπιστώθηκε ότι δεν πάσχει πλέον από ενεργό νόσο. Ότι η εναγόμενη επέμεινε αδικαιολόγητα αντισυμβατικά στην παύση της απαλλαγής της (ενάγουσας) από την πληρωμή των ασφαλίστρων, άλλως της ανέφερε ότι θα προέβαινε στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης. Κατόπιν αυτών ζήτησε να αναγνωριστεί: α) η υποχρέωση της εναγομένης να διατηρήσει σε πλήρη ισχύ το με αριθμό …. ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής υπό καθεστώς απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων λόγω εμφάνισης της σοβαρής ασθένειας του καρκίνου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 παρ. II του παραρτήματος Β’ του ως άνω συμβολαίου και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να παρέχει τις ασφαλιστικές καλύψεις από το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο χωρίς την καταβολή από αυτήν ασφαλίστρων, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας απαλλαγής λόγω σοβαρής ασθένειας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 και 904 του ΑΚ, 1 επ. v. 2496/1997, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ως εκ τούτου η εκκαλουμένη απόφαση είναι οριστική κατά την έννοια του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, καθότι περατώθηκε όλη η δίκη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απεκδύθηκε της εξουσίας του επ’ αυτής, οπότε και υπόκειται σε έφεση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα - ενάγουσα, με τους αναφερόμενους στην κρινόμενη έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της για να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή.

 

ΙΙ. α. Ο λήπτης της ασφάλισης, εμπίπτει στην κατά το ν. 2251/1994 έννοια του καταναλωτή (άρθρο 4 παρ. 4α αυτού), αφού έκανε χρήση υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, προορίζονται γι’ αυτόν και αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους, ήτοι είχε συνάψει έγκυρη σύμβαση ασφάλισης βάσει της οποίας θα δικαιούνταν παροχής υπηρεσιών, συνισταμένων στην καταβολή του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως και η ασφαλιστική εταιρεία εμπίπτει στην έννοια του προμηθευτή (Αρθρο 4 παρ. 4β του ιδίου νόμου), δεδομένου ότι κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της, παρέσχε τις παραπάνω υπηρεσίες της στον λήπτη της ασφάλισης, ήτοι ασφάλιση πλήρους νοσοκομειακής περίθαλψης από ασθένεια ή ατύχημα, με την υπόσχεση ότι θα καταβάλει το ασφάλισμα, σε περίπτωση επέλευσης κάποιου από τους κινδύνους αυτούς (ΑΠ 763/2017 ΤΝΠΔΣΑ).

 

 

Β. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές περιπτώσεις της παραγράφου 7 του 2 του ν. 2251/1994, είναι, πέραν της αρχής της συμβατικής ισορροπίας και η αρχή της  διαφάνειας. Σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το νόμο 2251/1999 και εμμέσως στο άρθρο 2 παρ. 1-3 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το ν. 2741/1999 και πριν από την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και εφαρμόζεται κατά τα προαναφερόμενα στην προκείμενη περίπτωση, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων τα κρίσιμα στοιχεία, πρέπει δηλαδή να είναι κατανοητοί από έναν άνθρωπο μέσης εμπειρίας στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων χρήσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΑΠ 763/2017 ο.π.). Επίσης, κατά το άρθρο 2 § 5 του ν. 2251/1994 («για την προστασία των καταναλωτών») (όπως, αυτός ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007, που ισχύει από 10.07.2007 και δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση) «κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή»,» και κατά μεν, το άρθρο 5 εδάφιο β’ της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ «Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή, έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μίας ρήτρας επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία…», κατά δε το άρθρο 2 §1 του ν. 2251/1994 «όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (γενικοί οροί συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή - που σύμφωνα με την προαναφερόμενη Οδηγία της EΟΚ, στο άρθρο 2 εδ. β’ αυτής νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που προκύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες - αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης - τους αγνοούσε ανυπαιτίως και ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους».

 

γ. Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται, σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό η ασάφεια στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν από το Δικαστήριο διαπιστώνεται είτε ως προς τον ατομικό όρο της σύμβασης, κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, προς κατάρτιση τους, είτε ως προς τον όρο (ρήτρα), των γενικών όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ), που έχουν υπαχθεί στην  ατομική σύμβαση, επίσης ομοίως, και δη αμφιβολία, για την έννοια της σχετικής ρήτρας, επιβάλλεται η προσφυγή (και καταφυγή), στους προπαρατιθέμενους ερμηνευτικούς κανόνας (ad hoc για περίπτωση ερμηνείας ΓΟΣ ασφαλιστικής σύβασης, που αφορά, όμως «ασάφεια» ΕφΑθ 4958/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ, σχετ. ΑΠ 969/2003, 844/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μ. Σταθόπουλος ΝΔικ 25. 149 - ο ίδιος σε ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου άρθρο 200 αρ. 27 - Σημαντήρας Αστ. Κωδ. «Γεν. Αρχ.» αρ. 824 -Παπαντωνίου σ. 331, - Κ. Ρόκας Οι γενικοί όροι, ασάφειες και το πρόβλημα της προστασίας του ασφαλισμένου ΕΒρπΔ 11 (1971). 652 επ - Μ. Δ. Καράσης «Γενικοί όροι συναλλαγών - Δικαστική προστασία» (1992), σ. ιδίως 68, 69, 127,128 - Καζάκος «Αστικό Δίκαιο και οικονομία της αγοράς» σ. 165, 167, 168 - Κ. Γαζετάς «Γενικοί Όροι Συναλλαγών - Δικαστική προστασία» Δ’ έκδοση (2001) σ. 56, 57, 62, 63, 201, 202 – πρβλ. Δελούκας «Το πρόβλημα των συμβάσεων προσχωρήσεως (1952) 266, 267 – Κοτσίρης «Προς μιαν αντικειμενικήν περί γενικών εντύπων όρων θεωρίαν» ΕΕμπΔ 13.80). Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβιάζονται όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, AΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή-προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα στο οποίο καταλήγει μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και, δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011). Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως αλλά να αναζητεί, την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά η οποία επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ απαλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενεργείας. Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και την φύση της συμβάσεως. Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως, θα πρέπει, να ληφθεί με την έννοια την οποία απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπ' όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει, τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 1763/2014, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 282/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ). Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφαση του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 1399/2019, AΠ 2/2019, ΑΠ 1636/2018, AΠ 867/2018, ΑΠ 2132016, ΑΠ 1763/2014, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 84/2008, ΑΠ 282/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ).

 

 

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη  απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται ρητώς κατωτέρω, χωρίς να παραλειφθεί η εκτίμηση κανενός κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών των διαδίκων (ΑΠ 354/2006, ΑΠ 1084/2002 ΝΟΜΟΣ), από τα οποία άλλα έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη και άλλα εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια κατά το άρθρο 395 ΚΠολΔ (ΑΠ 1492/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2001.678), από, όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούνται από τους διαδίκους, από τους ισχυρισμούς των οποίων συνάγεται ομολογία ή άρνηση (άρθρο 261 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη από το δικαστήριο (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα συνήψε με την εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία το υπ αριθ. ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ισόβιας διάρκειας, με χρόνο έναρξης της ασφάλισης την 31η Οκτωβρίου 2006. Με το εν λόγω ασφαλιστήριο, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην ενάγουσα τις εξής καλύψεις: (α) βασική ασφάλιση ζωής, β) απαλλαγής από την πληρωμή ασφαλίστρων σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας ή σοβαρής ασθένειας (παράρτημα Β της σύμβασης), (γ) εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης (παράρτημα Δ της σύμβασης) και (δ) προσωπικών ατυχημάτων, συμπεριλαμβανομένων των τροχαίων ατυχημάτων και των ιατροφαρμακευτικών εξόδων (παράρτημα Η’ της σύμβασης). Επίσης, στο παράρτημα Β' του ως άνω συμβολαίου, στο άρθρο 2 περ. 1 με τίτλο ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ ορίζεται ότι: «Η. εταιρεία απαλλάσσει το συμβαλλόμενο από περαιτέρω καταβολή, ασφαλίστρων, αν ο ασφαλισμένος πάθει Διαρκή Ολική Ανικανότητα ή κάποια από τις σοβαρές ασθένειες (άρθρο 1) και εφόσον η ασφάλεια βρίσκεται σε πλήρη ισχύ ...». Ως διαρκής ολική ανικανότητα με βάση το άρθρο 1, περ. I τού παραρτήματος Β' θεωρείται «...η για ένα τουλάχιστον -χρόνο από τότε που θα αναγγελθεί εγγράφως στην εταιρεία διαρκής και ολοκληρωτική ανικανότητα του Ασφαλισμένου, είτε από ασθένεια είτε από ατύχημα, να εκτελέσει την εργασία που έκανε πριν πάθει την ανικανότητα ή κάθε άλλη εργασία για την οποία έχει την απαιτούμενη μόρφωση, εκπαίδευση και πείρα, ρε την προϋπόθεση ότι το ασφαλιστήριο ζωής και το παρόν παράρτημα θα βρίσκονται τότε σε πλήρη ισχύ. ...» και ως σοβαρές ασθένειες σύμφωνα με το άρθρο 1, περ.ΙΙ ορίζονται: 1) το έμφραγμα του μυοκαρδίου, 2) η εγχείρηση by pass συνεπεία στεφανιαίας νόσου, 3) το εγκεφαλικό επεισόδιο, 4) ο καρκίνος και 5) η νεφρική ανεπάρκεια. Επίσης, στο άρθρο 3 του παραρτήματος Β' το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας ή σοβαρής ασθένειας» ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ασφαλισμένος οφείλει δύο μήνες πριν από κάθε ετήσια επέτειο της αναγνώρισης, να παρέχει με δικά του έξοδα ιατρική έκθεση σχετική με την  ανικανότητα του, ενώ, τέλος, στο ανωτέρω άρθρο 2 περ. I του ίδιου παραρτήματος και δη στο τελευταίο εδάφιο προβλέπεται ότι: «Σε περίπτωση που έχει αποκατασταθεί, η ικανότητα του ασφαλισμένου πρέπει, να επαναληφθεί καταβολή των ασφαλίστρων και σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζονται οι Γενικοί Όροι του Ασφαλιστηρίου Ζωής», όπως αυτοί αναγράφονται στις σελίδες 19 έως 21 αυτού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Αύγουστο του 2011 η ενάγουσα διαγνώσθηκε ότι πάσχει από θηλώδες καρκίνωμα 0,8 εκατοστών αριστερού λοβού θυροειδούς, με εστιακή διήθηση της κάψας, ήτοι με καρκίνο στο θυροειδή και για το λόγο αυτό υπεβλήθη στις 23.9.2011 σε ολική αφαίρεση θυροειδούς αδένα λόγω καρκίνου (βλ. τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα: α) από 22.9.2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού - χειρουργού στο  β) ιστορικό νοσηλείας συνταχθέν από τον ίδιο ιατρό και γ) από 28.9.2011 ιστολογική εξέταση από τον ιατρό στο ίδιο θεραπευτήριο Ακολούθως, νοσηλεύθηκε από 26.10.2011 έως 28.10.2011, σε θάλαμο ιωδιοθεραπείας προκειμένου να λάβει θεραπευτική χρήση ιωδίου Ι-131 (βλ. την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα από 28.10.2011 ιατρική βεβαίωση τον ιατρού της ειδικής   παθολογικής κλινικής του θεραπευτηρίου ). Ενόψει αυτών, η ενάγουσα, ενημέρωσε την εναγομένη για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι της προσβολής της από σοβαρή ασθένεια και ζήτησε την ενεργοποίηση του όρου του παραρτήματος Β της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης περί απαλλαγής της από την πληρωμή ασφαλίστρων, εκείνη δε με την από 7.10.2011 επιστολή - δήλωση της αναγνώρισε ότι η ενάγουσα έπασχε από σοβαρή ασθένεια, την απάλλαξε οπό την καταβολή ασφαλίστρων της βασικής ασφαλιστικής κάλυψης ζωής και των εν ισχύ παραρτημάτων, από 31.10.2011 και μετέπειτα. Στη συνέχεια, στις 24.9.2013, ή εναγομένη στο πλαίσια της εφαρμογής των όρων της ανωτέρω πρόσθετης ασφάλισης, ζήτησε από την ενάγουσα να προσκομίσει, εντός δύο μηνών, τα απαραίτητα δικαιολογητικά από τα οποία να προκύπτει ότι είναι ολικά ανίκανη σύμφωνα, με τα οριζόμενα στο 3 του ως άνω παραρτήματος και ειδικότερα, εμπεριστατωμένη ιατρική έκθεση και πρόσφατες εξετάσεις σχετικά με τη διαρκή ολική ανικανότητα της, από τις οποίες να προκύπτει ο βαθμός της ανικανότητας της και ενδεχομένως, ποσοστό αναπηρίας εξ αιτίας της νόσου (βλ. τις ως άνω προσκομιζόμενες επιστολές τον διαδίκων). Η ενάγουσα ανταποκρινόμενη στο αίτημα της εναγομένης για προσκομιδή ιατρικών εγγράφων σχετικών με την πορεία, της υγείας της, απέστειλε σε εκείνη, την ιατρική γνωμάτευση της ιατρού - ενδοκρινολόγου καθηγήτριας του σύμφωνα με την οποία, έλαβε κατά το έτος 2011 θεραπεία μη ραδιενεργού ιωδίου, ότι παρακολουθείται τακτικά λόγω αυξημένου κινδύνου υποτροπής της νόσου, ενώ θα λαμβάνει εφ όρου ζωής θεραπεία με θυροξίνη. Ακολούθως, η εναγομένη έθεσε τον ιατρικό φάκελο της ενάγουσας σε έλεγχο από την ιατρό-χειρουργό οποία με την από 28.11.2013 ιατρική έκθεση-γνωμάτευση ανέφερε ότι η ενάγουσα δεν παρουσιάζει στοιχεία μετάστασης ή τοπικής υποτροπής της νόσου του καρκίνου του θυροειδούς και ότι το Ουλώδες Ca θυροειδούς έχει άριστη πρόγνωση. Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την από 16.12.2013 επιστολή της προς την εναγομένη αρνήθηκε την υπαγωγή της στην υποχρέωση να προσκομίσει ιατρικά πιστοποιητικά, δηλώνοντας ότι η απαλλαγή της από την καταβολή ασφαλίστρων είναι μόνιμη και διαρκής. Κατόπιν αυτών, η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 27.1.2014 νέα επιστολή της, με την οποία της γνωστοποίησε άτι βάσει των δικαιολογητικών πού της είχε προσκομίσει (η ενάγουσα) στις 25.11.2013 και του ιατρικού και ασφαλιστικού ελέγχου αυτών, δεν προέκυπτε η συνέχιση της κάλυψης της απαλλαγής και ότι η ενάγουσα όφειλε εφεξής να καταβάλει τα ασφάλιστρα κανονικά, προκειμένου να εξακολουθήσει w ισχύει, το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Βιάσης, η ενάγουσα, προσκόμισε την από 29.4.2014 «γνωμάτευση» της ως άνω ιατρού ενδοκρινολόγου σύμφωνα με την οποία, πρέπει να παρακολουθείται στενά για την πρώτη μετεγχειρητική δεκαετία και στη συνέχεια πια αραιά, για πιθανή υποτροπή της νόσου. Σημειωτέον ότι μετά από αίτηση της νυν ενάγουσας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 10.296/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατά τη διαδικασία, των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά στην εναγομένη να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί. της από 8.4.2014 με άρ. κατ. ../2014, ένδικης αγωγής. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά ότι η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 5.2.2014 με αριθμό απόδειξης . ειδοποίηση πληρωμής ασφαλίστρων για καταβολή ασφαλίστρων της περιόδου 30.4.2014 31.10.2014 ποσού 823,83 ευρώ με ημερομηνία, οφειλής την 30.4.2014. Από το σύνολο των ανωτέρω γνωματεύσεων προκύπτει, ότι η ενάγουσα δεν νοσεί, πλέον από καρκίνο του θυροειδούς, ούτε δε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή ιωδίου Ι-131, που λάμβανε όταν νόσησε από καρκίνο του θυροειδούς. Σημειωτέον ότι η ενάγουσα το μήνα Ιούλιο του 2017 γέννησε ένα παιδί χωρίς προβλήματα. Από το σύνολο των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι η ενάγουσα, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή όμοια με αυτήν που θα ελάμβανε αν νοσούσε ενεργά από καρκίνο του θυροειδούς, ούτε και ότι υπόκειται σε κάποιου είδους θεραπεία για τον καρκίνο του θυροειδούς, έχει θεραπευθεί από την ως άνω ασθένεια και ως εκ τούτου δεν υφίσταται σε αυτήν «απαλλαγή επειδή πάσχει από σοβαρή ασθένεια» κατά τους όρους του παραρτήματος Β του ένδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου (άρθρο 2, περ. I) με την έννοια, ότι δεν παρουσιάζει δυσχέρεια στην καθημερινή της ζωή απορρέουσα από το ιστορικό της ασθένειάς της. Εκ μόνου δε γεγονότος ότι η εκκαλούσα υποβάλλεται σε ιατρική παρακολούθηση για προαιρετικούς λόγους δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη ενεργού νόσου. Ομοίως, το ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσει τέτοια ασθένεια στο μέλλον, δεν συνιστά ένδειξη παρούσας και ενεργού νόσου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως περί της ανυπαρξίας ενεργής νόσου της εκκαλούσας  - ενάγουσας, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, γι’ αυτό και οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας, που περιέχονται στο σχετικό πέμπτο λόγο έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά, με την ίασή της από τη σοβαρή ασθένεια που προκάλεσε τη διακοπή καταβολής ασφάλιστρων, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως αντίστοιχα κρίνεται απορριπτέος και ο λόγος αυτός ως  ουσιαστικά αβάσιμος. Όμως, η εκκαλούσα ισχυρίζεται περαιτέρω, αφενός, με τον πρώτο λόγο έφεσης ότι η εμφάνιση και η διάγνωση του καρκίνου άπαξ συνεπάγεται την οριστική απαλλαγή της ως ασφαλισμένης από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων και μάλιστα άνευ ετέρου τινός, ανεξαρτήτως δηλαδή εάν υφίσταται ενεργός νόσος ή όχι και ότι κατόπιν αυτού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα διέγνωσε την ανάγκη ερμηνείας της επίδικης σύμβασης, καθώς δεν υφίσταται οποιοδήποτε κενό αυτής και αφετέρου με το δεύτερο λόγο έφεσης ότι και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί, ότι υπάρχει τέτοιο κενό τότε ερευνητέο είναι εάν επιτρεπτώς διαπλάσθηκε ο υπ αριθ. 2 παρ. 1 όρος του παραρτήματος Β' αυτής της σύμβασης και εάν αυτός είναι έγκυρος. Ότι περαιτέρω,, καθόσον η επίδικη σύμβαση εμπίπτει στις διατάξεις του ν. 2251/1994 η ίδια είναι, καταναλωτής. Ότι το  πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αγνόησε ότι το ύψος του καταβλητέου ασφαλίστρου υπολογίσθηκε βάσει των όρων αυτού, όπως είχαν πριν από τη συμπλήρωση τους με την εκκαλουμένη απόφαση. Ότι αν ο όρος αυτός υπήρχε στο ασφαλιστήριο, τότε οι υποχρεώσεις της θα ήταν μικρότερες και αντίστοιχο θα ήταν και το ασφάλιστρο, ενώ περαιτέρω με την εκ των υστέρων προσθήκη αυτού διαμορφώνεται συμβατικός όρος, τον οποίο η ίδια αγνοούσε ανυπαιτίως κατά την κατάρτιση της σύμβασης και την ύπαρξη του οποίου δεν είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί, αφού δεν περιεχόταν στη σύμβαση και ως εκ τούτου αυτός έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994. Ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αντίκειται στις απαγορευτικές διατάξεις του ν. 2251/1994, καθώς επηρεάζεται η αρχή της διαφάνειας εκ του ότι ο εν λόγω όρος δεν περιεχόταν στην ένδικη σύμβαση, δεν ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί ως προς τις οικονομικές επιπτώσεις του κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ενώ η ίδια αιφνιδιάστηκε από την εν λόγω προσθήκη. Ότι ο προστεθείς όρος αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω νόμου, καθώς δεν έχει διατυπωθεί σαφώς, συγκεκριμένα και εύληπτα. Ότι καθόσον υφίσταται περίπτωση αμφιβολίας, ο εν λόγω όρος πρέπει να ερμηνευθεί υπέρ της. Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, επομένως, με την ερμηνεία που έδωσε, ότι σε περίπτωση απαλλαγής του ασφαλισμένου από την πληρωμή ασφαλίστρων λόγω σοβαρής ασθένειας, η απαλλαγή αυτή αίρεται, εάν ιαθεί η σοβαρή ασθένεια. Επίσης, με τον τέταρτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα εκθέτει ότι εάν ήθελε κριθεί ότι ο συγκεκριμένος όρος της ένδικης σύμβασης χρήζει ερμηνείας τότε εφόσον ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα της, την προστασία των οποίων επιδιώκει ο όρος αυτός, διαπιστώνεται ότι τυχόν αναβίωση της υποχρέωσής της αυτής λόγω ίασης της σοβαρής ασθένειας από την οποία προσεβλήθη, πλήττε ευθέως τα συμφέροντα αυτά. Ότι στο ίδιο συμπέρασμα οδηγείται ο ερμηνευτής εάν εξετάσει: α) το σκοπό της συγκεκριμένης συμβατικής ρύθμισης, ο οποίος, ως εκτέθηκε, είναι η προστασία από κινδύνους ζωής και υγείας, η οποία παρέχεται με την ισόβια απαλλαγή ταυ από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων, β) τις συνθήκες κατάρτισης της σύμβασης με την υπογραφή προδιατυπωμένου λεπτομερούς κειμένου χωρίς διαπραγμάτευση γ) το ύψος του ασφαλίστρου, το οποίο θα ήταν μικρότερο εάν είχε ληφθεί αντίθετη συμβατική ρύθμιση, δ) την προηγούμενη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία όταν της γνωστοποιήθηκε η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αυτή την απάλλαξε από την καταβολή ασφαλίστρου χωρίς επιφύλαξη για άρση της εν λόγω απαλλαγής. Ενόψει των ανωτέρω και της προκύψασας μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, γεννάται το ζήτημα αν ο ως άνω όρος της ένδικης σύμβασης παρουσιάζει κενό, το οποίο χρήζει ερμηνείας ή τέθηκε συγκεκριμένα με την ως άνω διατύπωση προκειμένου η εμφάνιση και η διάγνωση σοβαρής νόσου άπαξ, να συνεπάγεται την οριστική απαλλαγή του ασφαλισμένου από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ενεργής νόσου. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα ως άνω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχεία (II) αναφερόμενα, διαπιστώθηκε ότι ως προς το εν λόγω ζήτημα υφίσταται κενά στο συγκεκριμένο όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, επί της οποίας προβλέφθηκε και τέθηκε αυτός και προκύπτει σαφής λόγος ερμηνείας του (ως άνω όρου), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναφορικά με το ανωτέρω ζήτημα. Ακολούθως δε, καθίσταται προφανές ότι η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο συγκεκριμένο όρο της ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, ενόψει του υφισταμένου ως άνω κενού αυτού, με αναζήτηση της αληθινής βούλησης των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως της ενάγουσας - εκκαλούσας, την οποία αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευμένος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και την φύση της σύμβασης ασφάλισης, είναι ότι: α) η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να απαλλάσσει τον ασφαλισμένο, εν προκειμένω την εκκαλούσα, από τη συμβατική υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων σε περίπτωση επελεύσεως είτε διαρκούς ολικής ανικανότητας, είτε εκδήλωσης οποιασδήποτε διαλαμβανόμενης, στον κατάλογο τον άρθρου 1 παρ. II του ως άνω Παραρτήματος, σοβαρής ασθένειας και β) σε περίπτωση είτε άρσης της διαρκούς ολικής ανικανότητας, είτε ιάσεως της ως άνω σοβαρής ασθένειας, ενεργοποιείται εκ νέου η υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, ενώ σε περίπτωση υποτροπής της νόσου υπάρχει και πάλι η δυνατότητα ενεργοποίησης της ανωτέρω ρήτρας απαλλαγής. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή υπό την οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος, ήτοι η εφεσίβλητη βαρύνεται σε κάθε περίπτωση, ήτοι ακόμη και εάν υπάρχει ίαση της σοβαρής ασθένειας, με την εκπλήρωση της παροχής του, ήτοι την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης και το έτερο συμβαλλόμενο μέρος, ήτοι η εκκαλούσα, απαλλάσσεται διά παντός από την υποχρέωση εκπληρώσεως της αντιπαροχής του, ήτοι την καταβολή ασφαλίστρων, δικαιούμενο σε λήψη όλων των οφειλομένων συμβατικών παροχών του αντισυμβαλλόμενου μέρους, αντίκειται στον σκοπό της σύμβασης· και στις ανωτέρω αρχές (ad hoc ΤριμΕφΑΘ 7048/2020, 6518/2020, 4634/2020, 2814/2002, 1546/2020, 4145/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ). Επίσης, τα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα περί του ότι η αποκατάσταση της ικανότητας του ασφαλισμένου στο άρθρο 2 παρ. I της ένδικης σύμβασης αφορά αποκλειστικά την περίπτωση της διαρκούς ολικής ανικανότητας λόγω ασθένειας ή ατυχήματος, έρχονται σε αντίθεση με το ότι, εάν η διάγνωση του καρκίνου τελούσε άνευ ετέρου τινός, λόγο απαλλαγής από την πληρωμή ασφαλίστρων εις το διηνεκές, τότε ουδεμία, χρεία υπήρχε να επιγράφεται το άρθρο 3 της ένδικης σύμβασης «Υποχρεώσεις σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας ή σοβαρής ασθένειας»  και να ορίζεται ότι ο ασφαλισμένος οφείλει δύο μήνες πριν από κάθε ετήσια επέτειο της αναγνώρισης, να παρέχει με δικά του έξοδα ιατρική έκθεση σχετική με την ανικανότητα του και δη δεν θα αποτελούσε αντικείμενο ελέγχου η κατάσταση της υγείας της ασφαλισμένης εκκαλούσας εάν δεν εξαρτάτο απ αυτήν η εξακολούθηση της ισχύος της απαλλαγής από την πληρωμή των ασφαλίστρων. Εξάλλου, από την ως άνω διατύπωση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου όπου γίνεται λόγος για «αποκατάσταση της ανικανότητας», ουδόλως δύναται να συναχθεί ότι η ρύθμιση αυτή αφορά μόνο την περίπτωση της διαρκούς ολικής ανικανότητας για εργασία από  ασθένεια ή ατύχημα, αλλά τουναντίον καταλαμβάνει και την περίπτωση της «σοβαρής ασθένειας». Τούτο προκύπτει εναργώς από το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, στο οποίο προβλέπεται η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ασφαλίστρων για το διάστημα από την ημερομηνία «αναγγελίας της ανικανότητας» μέχρι την ημερομηνία αναγνώρισης. Παρότι και στο εν λόγω εδάφιο δεν γίνεται αναφορά σε «σοβαρή ασθένεια», με βάση την αληθινή βούληση των μερών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν υπάρχει, αμφιβολία ότι και στην περίπτωση αναγγελίας σοβαρής ασθένειας τυχόν ασφάλιστρα, που  καταβλήθηκαν κατά το προγενέστερο της αναγνώρισης χρονικό διάστημα, οφείλει η ασφαλιστική εταιρεία να τα επιστρέψει. Ομοίως, στο άρθρο 3 τελευταίο εδάφιο, παρότι δεν γίνεται αναφορά σε «σοβαρή ασθένεια», προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες σ αυτό υποχρεώσεις του ασφαλισμένου υφίστανται και στην περίπτωση αυτή (ΕφΑθ 1546/2020 ο.π.). Αλλωστε η χρήση του όρου «αποκατάσταση της ικανότητας» έχει την έννοια, που εκτέθηκε ανωτέρω, ήτοι της μη ύπαρξης ενεργού νόσο», η οποία ορίζεται κατά τρόπο αντικειμενικό, βάσει των πορισμάτων του ιατρικού ελέγχου και δεν εναπόκειται, σε κρίση της ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ ο εξεταζόμενος όρος του ασφαλιστηρίου, ερμηνευόμενος σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν έχει ως συνέπεια διατάραξη της ισορροπίας των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και δεν αποβαίνει σε βάρος του ασφαλισμένου, τον οποίο αποβλέπει να προστατεύσει, αφού σε περίπτωση που αυτός δεν νοσεί, ελλείπει και ο δικαιολογητικός λόγος απαλλαγής του από την υποχρέωση πληρωμής ασφαλίστρων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, ως προς τα ανωτέρω, έστω και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, γι’ αυτό και οι σχετικοί ως άνω πρώτος και τέταρτος λόγοι έφεσης, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Συνεπώς, εφόσον η ενάγουσα, δεν νοσεί, κατά τα ανωτέρω από ενεργό νόσο του καρκίνου, δεν συντρέχει πλέον περίπτωση ενεργοποίησης του όρου απαλλαγής της από την πληρωμή ασφαλίστρων και, ως εκ τούτου οφείλει αυτή να καταβάλει τα προβλεπόμενα ασφάλιστρα στην εναγομένη από 30.4.2014, κατά τα ανωτέρω στη σχετική ειδοποίηση που της εστάλη από την εναγομένη. Περαιτέρω και όσον αφορά τους ως άνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς της εκκαλούσας στον δεύτερο λόγο έφεσης, λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη διαλαμβανόμενα είναι επιτρεπτή η πλήρωση του κενού της ένδικης σύμβασης με την ερμηνεία του ως άνω όρου αυτής, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω ειδικότερα αναφερομένων, ώστε αυτός να είναι έγκυρος μετά την ερμηνεία του, απορριπτόμενων ως μη νομίμων των σχετικών ισχυρισμών της εκκαλούσας, όπως αυτοί εκτιμώνται σχετικά. Επίσης, τα διαλαμβανόμενα στο συγκεκριμένο λόγο έφεσης περί του ότι το ύψος του καταβλητέου ασφαλίστρου υπολογίσθηκε βάσει, των όρων αυτού, όπως είχαν πριν από την συμπλήρωσή τους, ότι αν ο όρος αυτός υπήρχε στο ασφαλιστήριο, τότε οι υποχρεώσεις της εκκαλούσας θα ήταν μικρότερες και αντίστοιχο θα ήταν και το ασφάλιστρο και ότι με την εκ των υστέρων προσθήκη αυτού διαμορφώνεται συμβατικός όρος, τον οποίο η ίδια αγνοούσε ανυπαιτίως κατά την κατάρτιση της σύμβασης και την ύπαρξη του οποίου δεν είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί, αφού δεν περιεχόταν στη σύμβαση, προβάλλονται αλυσιτελώς, καθόσον από το παρόν Δικαστήριο,  διαγνώσθηκε ανάγκη ερμηνείας του υφισταμένου κενού του ως άνω όρου της ένδικης σύμβασης, χωρίς αυτή η ερμηνεία να δημιουργεί προσθήκη όρου σε αυτήν, εκ του οποίου να διαφοροποιούνται οι υποχρεώσεις της εκκαλούσας, καθώς η σχετική κρίση του Δικαστηρίου βασίστηκε, κατά τα ανωτέρω, στην αληθινή βούληση των διαδίκων μερών, τα συμφέροντα τους και κυρίως της εκκαλούσας ασφαλισμένης, την οποία αποβλέπει να προστατεύσει, ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, αλλά και τις συνθήκες, για τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου κρίνεται απορριπτέος και ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί του ότι η ερμηνεία, που δόθηκε αντίκειται στις απαγορευτικές διατάξεις του ν. 2251/1994, καθώς επηρεάζεται η αρχή της διαφάνειας ότι ο εν λόγω όρος δεν περιεχόταν στην ένδικη σύμβαση, δεν ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί ως προς τις οικονομικές επιπτώσεις του κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και ότι η ίδια αιφνιδιάστηκε από την εν λόγω προσθήκη. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι ο προστεθείς όρος αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω νόμου, καθώς δεν έχει διατυπωθεί σαφώς, συγκεκριμένα και εύληπτα, υφισταμένης περίπτωσης αμφιβολίας εκ της οποίας εκ της οποίας ο εν λόγω όρος πρέπει να ερμηνευθεί υπέρ της, κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως μη νόμιμος, καθόσον την προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται, για περίπτωση ερμηνείας λόγω αμφιβολίας της δήλωσης των μερών, αλλά κενού συμβατικού όρου, κατά τα ανωτέρω, στην ερμηνεία, του οποίου έχουν ληφθεί, επίσης, κατά τα ανωτέρω τα συμφέροντα της εκκαλούσας ασφαλισμένης, την οποία αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος: Ενόψει των ανωτέρω ο σχετικός ως άνω δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως και αναφορικά με τον τρίτο λόγο έφεσης, στον οποίο η εκκαλούσα εκθέτει ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι αντίθετη με τη δοθείσα από το ίδιο ερμηνεία θα αντίκειτο στο σκοπό της σύμβασης και θα οδηγούσε σε ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου, καθώς δεν προσδιορίζει τα γεγονότα των οποίων την ύπαρξη οι συμβαλλόμενοι έθεσαν σιωπηρά ως όρο για την ισχύ της ασφαλιστικής σύμβασης, ούτε ότι τα γεγονότα αυτά δεν υπήρχαν ή ήταν βέβαιο ότι δεν θα επέλθουν, ήτοι δεν προσδιορίζει, τα συνιστώντα το δικαιοπρακτκό θεμέλιο γεγονότα, αυτός κρίνεται πρωτίστως απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον το παρόν Δικαστήριο δεν στήριξε την κρίση του περί των άνω αποδειχθέντων στην  ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου της ένδικης σύμβασης, σε περίπτωση κατά την οποία θα υπήρχε αντίθετη ερμηνεία από την ως άνω δοθείσα στον επίδικο όρο αυτής. Τέλος, ως προς τον έκτο λόγο έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται, για την σιωπηρή απόρριψη του προβλήθεντος με το δικόγραφο της προσθήκης και αντίκρουσής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμού της ιδίας, περί καταχρηστικότητας του ως άνω ισχυρισμού της εναγομένης αναφορικά με την ανάγκη ερμηνείας του ανωτέρω επίδικου συμβατικού όρου, για το λόγο ότι ενώ η εναγομένη κατόπιν της αποσταλείσας επιστολής, με την οποία δήλωσε ότι απαλλάσσει την ίδια (ενάγουσα) από την πληρωμή ασφαλίστρων από 31.10.2011 και μετέπειτα, της δημιούργησε αρχικά την πεποίθηση ότι προσδίδει, στον επίδικο όρο την ίδια ρε αυτήν (ενάγουσα) έννοια, ακολούθως και μετά την πάροδο 2 ετών, μετέβαλε τη στάση της και επιχείρησε να ανατρέψει την έννοια της σοβαρής ασθένειας, αναφερόμενη σε ανύπαρκτο στο συμβόλαιο, όρο, περί ενεργής νόσο» και σε έλεγχο ανικανότητας, που αφορά σε άλλη ασφαλιστική περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας - εκκαλούσας, που προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, αποτελεί νόμιμη εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων περί της συγκεκριμένης ερμηνείας του συγκεκριμένου όρου, από την οποία προκύπτει ότι ουδόλως μετέβαλε τη στάση της, ούτε δε και επιχείρησε  να ανατρέψει την έννοια της αναφερόμενης στην ένδικη σύμβαση «σοβαρής ασθένειας». Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, έστω και σιωπηρά απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, για το λόγο δε αυτό και ο έκτος λόγος έφεσης, πέραν των ήδη ως άνω εξετασθέντων και απορριφθέντων πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως αβάσιμος κατ ουσίαν, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της. Περαιτέρω, η εκκαλούσα - ενάγουσα πρέπει λόγω της ήττας της να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης εναγομένης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176, 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, το παράβολο έφεσης που κατέθεσε η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας κατά την κατάθεση της ένδικης έφεσης, πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο εξαιτίας της ήττας αυτής (εκκαλούσας) σε τούτη τη δίκη (βλ. άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την εφαρμογή του Ν. 4335/2015 λόγω του χρόνου κατάθεσης της έφεσης).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης - εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος της ενάγουσας - εκκαλούσας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια ευρώ (700) ευρώ.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12.3.2021, δημοσιεύτηκε δε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 1.4.2021 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ