ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Υπόθεση Σερίφη κατά Ελλάδος της 2.11.2006

(Αριθ. Προσφυγής 27695/03)

 

Επιμέλεια Βασίλη Χειρδάρη - Ευαγγελίας Σαλαμούρα

 

Πρόεδρος: Λ. Λουκαΐδης

Δικαστές: Χ. Ροζάκης, F. Tulkens, E.Steiner, K. Hajtyev, D. Spielman, S. E. E. Jebens

Δικηγόροι: I. Σταμούλης - Σ. Σπυρόπουλος (σύμβουλος του ΝΣΚ), Μ. Παπίδα (πάρεδρος του ΝΣΚ)

 

1. Το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ : α) απαγορεύει απόλυτα τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και τις ποινές, ανεξάρτητα από τις συνθήκες και τις ενέργειες του θύματος. Η φύση του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε είναι άνευ σημασίας για την παρεχομένη προστασία του άρθρου 3, β) αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε φυλακισμένου να κρατείται σε συνθήκες συ΅βατές ΅ε τον σεβασ΅ό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, γ) επιβάλλει σε κάθε περίπτωση στα Κράτη να προστατεύουν τη φυσική ακεραιότητα των ατόμων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους κυρίως με το να τους παρέχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη, η έλλειψη δε κατάλληλης ιατρικής περίθαλψης, και γενικότερα, η κράτηση ενός αρρώστου ατόμου σε ανεπαρκείς συνθήκες, στοιχειοθετεί παράβαση του άρθρου 3.

                                                                                                                                              Ο προσφεύγων, κατηγορούμενος στην δίκη της 17Ν, εάν και ενημέρωσε τις αρχές ότι έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας και ότι έπρεπε να νοσηλευθεί σε νευρολογική κλινική, δεν είχε τακτική αλλά περιοδική ιατρική φροντίδα και τα δύο πρώτα χρόνια της κράτησής του στην φυλακή δεν είχε την δυνατότητα να ελέγχει τακτικά την εξέλιξη της αρρώστιας του σε ειδικό νοσηλευτικό περιβάλλον ούτε να αντιμετωπίσει τις περιστασιακές επιπλοκές της. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο τρόπος που οι αρχές ασχολήθηκαν με την υγεία του τα δύο πρώτα χρόνια κράτησής του τον υπέβαλλε σε αγωνία ή δοκιμασία τέτοιας εντάσεως που υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου που συνεπάγεται η κράτηση αποτελεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και έτσι παραβιάσθηκε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ αφού η αντιμετώπιση αυτή.

   2. Ισότητα των όπλων. Αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση σε Δικαστικό Συμβούλιο.

Η ισότητα των όπλων επιβάλλει ο προσφεύγων να δύναται να παρασταθεί ταυτόχρονα με τον εισαγγελέα στο Δικαστικό Συμβούλιο ώστε να μπορεί να απαντήσει στις προτάσεις του.

Το Δικαστικό Συμβούλιο απορρίπτοντας την αίτηση για αυτοπρόσωπη παράσταση του προσφεύγοντος ενώπιόν του, του στέρησε την δυνατότητα να αμυνθεί με τον κατάλληλο τρόπο κατά των επικαλούμενων λόγων που δικαιολογούν την διατήρηση της προφυλάκισης. Παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 4 της ΕΣΔΑ.

   3. Καταδίκη της Ελλάδος σε καταβολή 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και σε 5.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη και έξοδα.

   Διατάξεις: άρθρα 3, 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ, άρθ. 306 ΚΠΔ

 

«... ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

Ι. TA ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1956 και κατοικεί στην Αθήνα. Εξαιτίας ενός αυτοκινητιστικού ατυχήματος το 1980, πάσχει από παράλυση του αριστερού χεριού. Το 1996 προσβλήθηκε από σκλήρυνση κατά πλάκας, μια φλεγμονώδη ασθένεια με εξελικτική πορεία, που του προσβάλλει τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό, προκαλώντας πολλά προβλήματα (νευρολογικά, κινητικά, ισορροπίας, οράσεως κ.α.) και απαιτεί μια πολύπλευρη φροντίδα (βασικές θεραπείες, αντιμετώπιση συμπτωμάτων, φυσιοθεραπείες κ.α.).

7. Στις 24 Ιουλίου 2002 ο προσφεύγων συνελήφθη από την αστυνομία και τέθηκε σε προσωρινή κράτηση. Ήταν ύποπτος για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση της «17 Νοέμβρη» η οποία από την δημιουργία της, το 1975 μέχρι και την εξάρθρωση της, στην αρχή του καλοκαιριού του 2002, διέπραττε πολλές εγκληματικές πράξεις. Ο προσφεύγων κρατήθηκε μαζί με τ' άλλα ύποπτα μέλη της οργάνωσης σε ειδικά διαμορφωμένα κελιά, στη φυλακή του Κορυδαλλού. Πρόκειται για καινούργιες εγκαταστάσεις όπου κατασκευάστηκαν το 2002. Ο προσφεύγων είχε μόνος του ένα κελί 12 τ.μ., το οποίο διέθετε έναν εσωτερικό χώρο ξεχωριστό από τις τουαλέτες και το μπάνιο.

   Α. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου

8. Στις 9 Δεκεμβρίου 2002, ο προσφεύγων ζητά την αποφυλάκισή του υπό όρους. Διαβεβαίωνε κυρίως ότι έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας και ότι έπρεπε να νοσηλευτεί σε νευρολογική κλινική. Ζήτησε επιπλέον από το δικαστικό Συμβούλιο να του δώσει την άδεια να παραστεί αυτοπροσώπως ενώπιον του ώστε να υπερασπιστεί την κατηγορία του. Οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν στις 6 Φεβρουαρίου 2003. Το Δικαστικό Συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών εκτιμά ειδικά ότι ο προσφεύγων ήταν άτομο ιδιαίτερα επικίνδυνο, ύποπτο συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση και ύποπτο φυγής. Πρόσθεσε ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο των φυλακών (βούλευμα με αρ. 300/2003).

9. Στις 23 Ιουνίου 2003, ο προσφεύγων ζητά από το Δικαστικό Συμβούλιο -το οποίο θα συσκεπτόταν την επομένη μέρα για να αποφασίσει την διατήρηση της προσωρινής του κράτησης- να παρασταθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του για να υπερασπιστεί την κατηγορία του και να διατάξει περιοριστικούς όρους. Επικαλούνταν σ' αυτό το σημείο μια ιατρική βεβαίωση του αναπληρωτή διευθυντή της νευρολογικής κλινικής του γενικού κρατικού νοσοκομείου «Γεώργιος Γεννηματάς», ο οποίος στις 19 Ιουνίου 2003 τον ακροάσθηκε στη φυλακή και πιστοποίησε ότι η αρρώστια είχε επιδεινωθεί και του συνέστησε να νοσηλευτεί σε νοσοκομειακό περιβάλλον.

10. Στις 11 Ιουλίου 2003, το Δικαστικό Συμβούλιο επιμήκυνε την προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος με μια συμπληρωματική περίοδο 6 μηνών, ώστε να αποφευχθούν νέες εγκληματικές ενέργειες και να διασφαλιστεί η παρουσία του στη δίκη. Το Δικαστικό Συμβούλιο ανέβαλε να αποφανθεί για τις υποβληθείσες αιτήσεις του προσφεύγοντος μέχρι αυτή στην οποία ο εισαγγελέας εκθέτει τις προτάσεις του (βούλευμα με αρ. 1554/2003). Στις 18 Ιουλίου 2003, ο τελευταίος προτείνει στο δικαστικό Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση για αυτοπρόσωπη παράσταση του προσφεύγοντος για το λόγο ότι αυτός είχε ήδη αναπτύξει και υποστηρίξει τα επιχειρήματά του επαρκώς και γραπτά. Προτείνει επιπλέον στο Δικαστικό συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση του ενδιαφερόμενου για αποφυλάκιση υπό όρους. Στις 30 Ιουλίου 2003 το Δικαστικό συμβούλιο εγκρίνει τις προτάσεις του εισαγγελέα (βούλευμα 1885/2003).

   Β. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

11. Στις 17 Δεκεμβρίου του 2003, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών κήρυξε τον προσφεύγοντα ένοχο για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και τον καταδίκασε σε 8 χρόνια πρόσκαιρη κάθειρξη. Το δικαστήριο επιπλέον αποφάσισε ότι η έφεση να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (απόφαση με αρ.3244-3395/2005 ).

   12. Ο προσφεύγων ασκεί έφεση κατά αυτής της απόφασης. Η διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ξεκίνησε στις 2 Δεκεμβρίου 2005 και είναι αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη.

   Γ. Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΟΣ

13. Στις 24 Φεβρουαρίου 2003,ο προσφεύγων έκανε μια εξέταση ΙRM στο νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς».Στις 8 Μαρτίου 2003, ο νευρολόγος του ίδιου νοσοκομείου, ο οποίος τον παρακολουθούσε για πολλά χρόνια, πιστοποίησε ότι η βλάβη στο νευρικό του σύστημα είχε επιδεινωθεί και συνέστησε θεραπεία.

14. Στις 19 Ιουνίου και στις 9 Δεκεμβρίου 2003, κατόπιν αίτησης του προσφεύγοντος, το νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς» έκδωσε δύο πιστοποιητικά τα οποία πιστοποιούσαν ότι έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας, και έπρεπε να ακολουθήσει μία ειδική θεραπεία, η έλλειψη της οποίας θα χειροτέρευε την κατάστασή του, και υπήρχε ανάγκη κατάλληλης παρακολούθησης του σε νοσοκομειακό περιβάλλον.

15. Στις 28 Ιανουαρίου 2004,ο προσφεύγων, στηριζόμενος σε πολλές ιατρικές αναφορές, ζητά την αποφυλάκιση του, με το λόγο ότι θα συνέχιζε να εκτίει την ποινή του, και ότι η υγεία του διέτρεχε το κίνδυνο να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Με άλλα λόγια, ζητούσε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς»για να του παρασχεθεί η κατάλληλη φροντίδα.

16. Στις 12 Φεβρουάριου 2004, κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέα του πλημμελειοδικείου Πειραιά, δύο ιατροδικαστές ακροάσθηκαν τον προσφεύγοντα στην φυλακή. Βασιζόμενοι στον ιατρικό του φάκελο, απεφάνθησαν πως η κατάστασή του ήταν σοβαρή και ήταν απαραίτητο να υποβληθεί σε καινούργιες εργαστηριακές εξετάσεις και να του δοθεί η προτεινόμενη θεραπεία από τους γιατρούς του σε μια νευρολογική κλινική.

17. Στις 17 Μαρτίου του 2004, το Πλημμελειοδικείο του Πειραιά απορρίπτει την αίτηση αποφυλάκισης του προσφεύγοντος, με το λόγο ότι δεν υπήρχε αρμοδιότητα για την εξέταση και ότι ο προσφεύγων θα έπρεπε να είχε προσφύγει στο Εφετείο. Το δικαστήριο επίσης απορρίπτει την αίτηση για μεταφορά του προσφεύγοντος στο νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς»,με το λόγο ότι βλέποντας την κατάσταση της υγείας του, η μεταφορά σε ειδική κλινική δεν ήταν επιτακτική και θα μπορούσε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο της φυλακής.(Απόφαση 1686/2004).

18. Στις 17 Ιουνίου 2004, το Συμβούλιο των φυλακών πρότεινε την μεταφορά του προσφεύγοντος στο νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς»,με σκοπό να υποβληθεί σε συμπληρωματικές εξετάσεις και να αποφασισθεί η περίθαλψή του σ' ένα ειδικό νοσοκομείο για την θεραπεία της πάθησης του.

19. Στις 14 Ιουλίου, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς» όπου έκανε τη μαγνητική τομογραφία. Στην συνέχεια, περιμένοντας το ιατρικό πόρισμα, επέστρεψε στη φυλακή.

20. Στις 4 Αυγούστου 2004,ο προσφεύγων μεταφέρθηκε εκ νέου στο νοσοκομείο, για να κάνει τη θεραπεία και να υποβληθεί στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Στις 12 Αυγούστου 2004,επιστρέφει στη φυλακή, με την θεραπεία που έπρεπε να ακολουθήσει.

21. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2004, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε εκ νέου στο νοσοκομείο για ημερήσια θεραπεία. Του συνέστησαν να ανανεώσει τη θεραπεία του τον επόμενο μήνα και να κάνει φυσιοθεραπεία στο νοσοκομείο της φυλακής, από δύο συνεδριάσεις την εβδομάδα.

22. Ο προσφεύγων μεταφέρθηκε ξανά στο νοσοκομείο στις 17 Οκτωβρίου, στις 21 Νοεμβρίου, στις 26 Δεκεμβρίου 2004 και στις 30 Ιανουαρίου 2005. Κατά την τελευταία του επίσκεψη στο νοσοκομείο, οι γιατροί διέγνωσαν ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε και προσάρμοσαν την θεραπεία του αντίστοιχα. Παράλληλα με τις μεταφορές του νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς», ο προσφεύγων έκανε τακτικά φυσιοθεραπεία στο νοσοκομείο της φυλακής.

   Δ. Η υπό όρους αποφυλάκιση του προσφεύγοντος

   23. Στις 6 Δεκεμβρίου του 2004, ο προσφεύγων υπέβαλε μια νέα αίτηση, με υποστηρικτικά ιατρικά πιστοποιητικά, στοχεύοντας στην αποφυλάκιση του υπό όρους.

24. Στις 7 Φεβρουαρίου 2005,λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος, το Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την αίτησή του.(Απόφαση με αρ.255/2005).

   25. Στις 8 Φεβρουάριου 2005, ο προσφεύγων αποφυλακίστηκε και διατάχθηκαν περιοριστικοί όροι. Αυτός κατέθεσε 6000 ευρώ για εγγύηση.

   II. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 306 του κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι συνεδριάσεις των Δικαστικών Συμβουλίων δεν είναι δημόσιες. Οι αποφάσεις τους λαμβάνονται με πλειοψηφία και πάντοτε αφού ακουσθεί και αποχωρήσει ο εισαγγελέας (άρθρο 138).

   ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

I. Η ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

27. O προσφεύγων διαμαρτύρεται διότι εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του, η κράτηση του αποτελεί απάνθρωπη μεταχείριση, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι:

«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθεί εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς

Α. Ισχυρισμοί των διαδίκων

28. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι είναι βαριά άρρωστος και ότι η κατάσταση της υγείας του απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα, την οποία δεν του παρείχαν κατά την κράτησή του. Θεωρεί ότι η κράτησή του ήταν ασυμβίβαστη με την κατάσταση της υγείας του και υπογραμμίζει ότι αν δεν είχε προσφύγει στο Δικαστήριο, οι κρατικές αρχές δεν θα είχαν λάβει κανένα κατάλληλο μέτρο για την νοσηλεία του. Προσθέτει ότι η κράτηση του είχε μετατραπεί σε βασανιστήριο «οδυνηρό και ανυπόφορο» και ότι η ίδια εξευτελιστική κατάσταση είχε προκαλέσει την δυσφορία του προσωπικού των φυλακών. Τη σοβαρότητα της κατάστασής του έλαβε υπόψη του το Εφετείο Αθηνών διατάσσοντας την αποφυλάκιση του υπό όρους. Ο προσφεύγων κατέληξε στο συμπέρασμα πως το άρθρο 3 της Σύμβασης είχε παραβιασθεί κατά τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης.

29. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα προβλήματα της υγείας του προσφεύγοντος είχαν ληφθεί υπόψη από τις αρχές της φυλακής και ότι αυτός είχε δεχθεί την κατάλληλη μεταχείριση. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, το σύνολο του προσωπικού του νοσοκομείου της φυλακής πρόσεχε διαρκώς τον προσφεύγοντα και του παρείχε την απαραίτητη νοσηλεία. Τίποτα ωστόσο δεν αποδείκνυε ότι η επιδείνωση ήταν απόρροια της φυλάκισης. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο προσφεύγων χρησιμοποίησε την αρρώστια του σαν πρόφαση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου για να κερδίσει την αποφυλάκιση του και όχι γιατί ήταν πραγματικά θύμα μιας μεταχείρισης αντίθετης στο άρθρο 3. Ο ενδιαφερόμενος δεν έχει λοιπόν δικαίωμα να εκμεταλλευτεί την επιείκεια και την μεγαλοψυχία της ελληνικής δημοκρατικής δικαιοσύνης η οποία τον αποφυλάκισε με περιοριστικούς όρους για να επικαλεσθεί ότι η απόφαση αυτή αναγνώριζε εμμέσως την παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

30. Η Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι συνθήκες της κράτησης του προσφεύγοντος ήταν πολύ καλές. Υπενθυμίζει ότι ο προσφεύγων συνελήφθη και κρατήθηκε, έπειτα καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό ως μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», η οποία είχε διαπράξει πολλές δολοφονίες, βομβιστικές ενέργειες, και ένοπλες ληστείες, θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο την τάξη και την δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις των χωρών. Γι' αυτό το λόγο, ο προσφεύγων όπως και όλα τα άλλα άτομα που συνελήφθηκαν στα πλαίσια εξάρθρωσης αυτής της τρομοκρατικής ενέργειας, έπρεπε να κρατηθούν σε ειδικά διαμορφωμένα κελιά στη φυλακή Κορυδαλλού, μακριά από τους άλλους κρατούμενους, με αυξημένα μέτρα ασφαλείας. Κι όμως παρά τα μέτρα ασφαλείας, οι συνθήκες κράτησης ήταν πολύ καλύτερες από αυτές των άλλων κρατουμένων, καθώς ο προσφεύγων και οι συγκατηγορούμενοι του έμεναν σε ευρύχωρα κελιά διαμορφωμένα με τέτοιο τρόπο «ώστε να καλύπτουν κάθε ανθρώπινη ανάγκη» και να διασφαλίζουν επίσης την τακτική επικοινωνία με τους δικηγόρους και τους συγγενείς τους.

Β. Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

31. Το δικαστήριο επιβεβαιώνει πως το άρθρο 3 της Σύμβασης καθιερώνει μία από τις πιο θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών. Απαγορεύει απόλυτα τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και τις ποινές, ανεξάρτητα από τις συνθήκες και τις ενέργειες του θύματος. Η φύση του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε είναι άνευ σημασίας για την εξέταση της προσφυγής υπό το πρίσμα του άρθρου 3 (βλέπε μεταξύ άλλων, V. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], με αρ. 24888/94, παρ. 69, ΕΣΔΑ 1999-ΙΧ, Labita κατά Ιταλίας [GC], με αρ. 267772/95, παρ. 119, ΕΣΔΑ2000-ΙV-Kudla κατά Πολωνίας [GC], με αρ. 30210/96, παρ. 90, ΕΣΔΑ2000-ΧΙ, Valasinas κατά Λιθουανίας, με αρ. 44558/98,παρ100,ΕΣΔΑ2001-VIII).

32. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι κατά την πάγια νο΅ολογία του, για να ε΅πίπτει στο πεδίο του άρθρου 3, πρέπει ΅ία μεταχείριση να είναι ενός ελαχίστου βαθ΅ού σοβαρότητας (McGlinchey κ.λ.π. κατά του Ηνω΅ένου Βασιλείου, με αρ. 50390/00, § 45, ΕΣΔΑ 2003-V). Η εκτί΅ηση αυτού του ελαχίστου ορίου είναι κατ' ουσία σχετική. Εξαρτάται από το σύνολο των δεδο΅ένων της υποθέσεως και ειδικότερα από τη φύση και το περιεχό΅ενο της μεταχείρισης, από τον τρόπο κατά τον οποίο έλαβε χώρα, από τη διάρκειά της, από τα σω΅ατικές ή πνευ΅ατικές επιπτώσεις της, όπως και, ενίοτε, από το φύλο, την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του θύ΅ατος (βλέπε για παράδειγμα Raninen κατά Φιλανδίας, απόφαση της 16 Δεκεμβρίου 1997, Συλλογή αποφάσεων 1997-VIII, 2821-2822, παρ. 55, Κudla κατά Πολωνίας, ως ανωτέρω, παρ. 91, Peers κατά Ελλάδας, με αρ. 28524/95, παρ. 67, ΕΣΔΑ 2001-III).

Πράγματι, το άρθρο 3 της Συ΅βάσεως αφορά τον σκοπό της μεταχειρίσεως η οποία επιβάλλεται και ειδικότερα από την πρόθεση εξευτελισ΅ού ή μειώσεως του ατό΅ου. Ό΅ως, η απουσία παρό΅οιου στόχου δεν οδηγεί απαραίτητα στη διαπίστωση ΅η παραβιάσεως του άρθρου 3 (Peers κατά της Ελλάδος, ως ανωτέρω, παρ 74).

33. Επο΅ένως, προκει΅ένου περί προσώπων τα οποία έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, το άρθρο 3 αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε φυλακισμένου να κρατείται σε συνθήκες συ΅βατές ΅ε τον σεβασ΅ό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, έτσι ώστε ο τρόπος εκτελέσεως του ΅έτρου να μην υποβάλλει τον ενδιαφερό΅ενο σε αγωνία ή δοκι΅ασία εντάσεως η οποία υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου το οποίο συνεπάγεται η κράτηση. Αν και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μία γενική υποχρέωση να αποφυλακίζεται ένας κρατούμενος για λόγους υγείας ή να εισάγεται σ' ένα πολιτικό νοσοκομείο ώστε να του παρέχεται ιδιαίτερη ιατρική φροντίδα (Kudla κατά της Πολωνίας, ανωτέρω., παρ 93), το άρθρο 3 της Σύμβασης επιβάλλει σε κάθε περίπτωση στα Κράτη να προστατεύουν τη φυσική ακεραιότητα των ατόμων που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους κυρίως με το να τους παρέχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη (βλέπε Mouisel κατά Γαλλίας, με αρ. 67623/01, παρ. 40, ΕΣΔΑ2002-ΙΧ). Επίσης, η έλλειψη κατάλληλης ιατρικής περίθαλψης, και γενικότερα, η κράτηση ενός αρρώστου ατόμου σε ανεπαρκείς συνθήκες, μπορεί να στοιχειοθετήσει παράβαση του άρθρου 3. (βλέπε, για παράδειγμα, ΙΙhan κατά Τουρκίας[GH],με αρ. 22777/93, παρ. 87, ΕΣΔΑ 2000-VII-Gennadi Naoumenko κατά Ουκρανίας, με αρ. 42023/98, παρ. 112, 10 Φεβρουαρίου 2004-Farbtuhs κατά Λιθουανίας, με αρ. 4672/02, παρ. 51, 2 Δεκεμβρίου 2004).

34. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο προσφεύγων πάσχει από χρόνια πάθηση, η οποία χρειάζεται μόνιμη και πολύπλευρη θεραπεία. Πάντως, παρά την σοβαρότητα της αρρώστιας, απορρέει από τον φάκελο ότι οι κρατικές αρχές καθυστέρησαν να δώσουν στον προσφεύγοντα κατά την κράτηση του ιατρική βοήθεια προσαρμοσμένη σ' αυτή που απαιτούσε η κατάσταση της υγείας του.

35. Το Δικαστήριο παρατηρεί ειδικότερα ότι, αν και ο προσφεύγων ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές λίγο μετά από την σύλληψή του ότι έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας και ότι η κατάστασή του απαιτούσε να νοσηλευτεί σε νευρολογική κλινική, έπρεπε να περιμένει πολύ για να τον παρακολουθήσουν τακτικά. Τα δύο πρώτα χρόνια της κράτησης του, ο προσφεύγων είχε μόνο περιοδική φροντίδα. Περιορισμένος για μια μεγάλη χρονική περίοδο σε περιστασιακούς ελέγχους και σε φροντίδες που μπορούσαν να του παρασχεθούν στο νοσοκομείο της φυλακής, δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγχει τακτικά την εξέλιξη της αρρώστιας του σ' ένα ειδικό νοσηλευτικό περιβάλλον ούτε να αντιμετωπίσει τις περιστασιακές επιπλοκές της σκλήρυνσης κατά πλάκας με συνταγές προσαρμοσμένες στην περίστασή του. Μόλις το καλοκαίρι του 2004 μια κατάλληλη για την πάθησή του θεραπεία, που περιλάμβανε και φυσιοθεραπεία, του δόθηκε στο νοσοκομείο της φυλακής. Η ανάγκη να παρασχεθούν στον προσφεύγοντα ιατρικές φροντίδες στα πλαίσια συστηματικής θεραπείας οδήγησε στην αποφυλάκισή του υπό όρους στις 18 Φεβρουαρίου 2005.

36. Τελικά το Δικαστήριο καταλήγει στο ότι ο τρόπος με τον οποίο οι κρατικές αρχές ασχολήθηκαν με την υγεία του προσφεύγοντος τα δύο πρώτα χρόνια της κράτησης του, τον υπέβαλλε σε αγωνία ή σε δοκιμασία εντάσεως η οποία υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου το οποίο συνεπάγεται η κράτηση του.

Συνεπώς υπήρξε παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

   ΙΙ. Η ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΠΑΡ. 4 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

37. Ο προσφεύγων διαμαρτύρεται για μια παράβαση της αρχής της ισότητας των όπλων ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης του για αυτοπρόσωπη παράσταση ενώπιον του ( βούλευμα με αρ.1885/2003). Παραθέτει το άρθρο 5 παρ. 4 της Σύμβασης, το οποίο λέει:

«Παν πρόσωπο στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση εντός βραχείας προθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεως του και διατάξη την απόλυσίν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως

38. Ο προσφεύγων αναφέρεται στην υπόθεση Καμπάνης κατά της Ελλάδας, στην οποία το δικαστήριο θεώρησε πως υπήρξε παράβαση του αρθρ. 5 παρ. 4της Σύμβασης λόγω της άρνησης του να επιτρέψει την αυτοπρόσωπη παράσταση του ενδιαφερόμενου ενώπιον του δικαστικού Συμβουλίου κατά την εξέταση της αίτησης του για προφυλάκιση (Καμπάνης κατά Ελλάδας, απόφαση 13 Ιουλίου 1995, κατηγορία Α 318-Β). Καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει αυτή τη νομολογία στη συγκεκριμένη περίπτωση.

39. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αυτοπρόσωπη παράσταση του προσφεύγοντος ενώπιον του δικαστικού Συμβουλίου δεν ήταν απαραίτητη διότι αυτός είχε ήδη αναπτύξει, και τεκμηριώσει τα επιχειρήματα του, επαρκώς και γραπτά.

40. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στην απόφαση Καμπάνης, είχε εκτιμήσει ότι «η ισότητα των όπλων επιβάλλει να μπορεί ο προσφεύγων να παρασταθεί ταυτόχρονα με τον εισαγγελέα ώστε να μπορεί να απαντήσει στις προτάσεις του.» Κατέληξε στο ότι «αδυνατώντας να προσφέρει στον ενδιαφερόμενο μια ικανοποιητική συμμετοχή σε μια στιγμή που το θέμα ήταν καθοριστικό για την διατήρηση ή την άρση της προφυλάκισης του, το ελληνικό δικαστικό σύστημα που ίσχυε εκείνη την περίοδο και αυτό που εφαρμόσθηκε στην παρούσα υπόθεση, δεν αντεπεξήλθε στις απαιτήσεις του άρθρου 5 παρ 4» (Καμπάνης κατά Ελλάδας σελ.48,παρ.58). Το Δικαστήριο εκτιμά ότι αυτή η νομολογία που προκύπτει από την υπόθεση Κοτσαρίδης (Κοτσαρίδης κατά Ελλάδας, 71498/01, 23 Σεπτεμβρίου 2004), εφαρμόζεται επίσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνακόλουθα απορρίπτοντας την αίτηση για αυτοπρόσωπη παράσταση του προσφεύγοντος, το Δικαστικό Συμβούλιο του στέρησε την δυνατότητα να αμυνθεί με τον κατάλληλο τρόπο κατά των επικαλούμενων λόγων που δικαιολογούν την διατήρηση της προφυλάκισης.

   Επομένως, υπήρξε παράβαση του αρθρ. 5 παρ 4 της Σύμβασης.

   ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

   41. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,

«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»

   Α. Ζημία

   42.Ο προσφεύγων αξιώνει το ποσό των 15.000 ευρώ για ηθική βλάβη που θα υφίστατο με την απώλεια της εργασίας του.

   43. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι το απαιτούμενο ποσό είναι εξωπραγματικό και η διαπίστωση της παράβασης θα συνιστούσε καθεαυτή επαρκή δίκαιη ικανοποίηση.

44. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το γεγονός ότι δεν επωφελήθηκε της νοσηλείας και της κατάλληλης ιατρικής φροντίδας για την κατάσταση της υγείας του τα δύο πρώτα χρόνια της κράτησης του, όπως επίσης και το γεγονός ότι δεν είχε την δυνατότητα να παρασταθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου προκάλεσαν στον προσφεύγοντα ηθική βλάβη, και δικαιολογούν τη χορήγηση αποζημίωσης. Βασιζόμενοι στο άρθρο 41, η Κυβέρνηση οφείλει αποζημίωση 10.000 ευρώ, πλέον οποιουδήποτε ποσού οφείλεται για φόρο.

   Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη

45. Ο προσφεύγων ζητά το ποσό των 7.000 Ευρώ για τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Παρουσιάζει υπό αυτή την άποψη ένα υπόμνημα μίας παράστασης των 610 Ευρώ για την συνεδρίαση στις 7 Φεβρουαρίου 2005 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και ένα τιμολόγιο των 200 Ευρώ για την συνεδρίαση στις 17 Μαρτίου 2004 ενώπιον του Πλημμελειοδικείου του Πειραιά. Ο προσφεύγων ζητά επιπλέον ένα τιμολόγιο υποστηρικτικό, 8000 Ευρώ για τα έξοδα και τις δικαστικές δαπάνες.

46. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην πλειοψηφία των εξόδων και δικαστικών δαπανών και στις επικαλούμενες παραβάσεις. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι τα ποσά που ζητούνται είναι υπερβολικά και αδικαιολόγητα. Όσον αφορά στα έξοδα που έγιναν ενώπιον των δικαστηρίων, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι είναι δύσκολο να πιστέψει ότι παρά την ανικανότητα να εργασθεί για λόγους υγείας και του γεγονότος ότι πλήρωσε εγγύηση 6.000 Ευρώ για να αποφυλακιστεί υπό όρους, ο προσφεύγων είχε την δυνατότητα να πληρώσει 8.000 Ευρώ στον δικηγόρο του για παράσταση ενώπιον του δικαστηρίου. Η Κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι αυτό το ποσό είναι υπερβολικό και εξωπραγματικό.

47. Με βάση την νομολογία του δικαστηρίου το επίδομα των εξόδων και των δικαστικών δαπανών με βάση το αρθρ. 41 προϋποθέτει ότι έχει σχέση με την αλήθεια τους, με την αναγκαιότητα τους και επιπροσθέτως με το λογικό χαρακτήρα του επιτοκίου.

48. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που έχει στην διάθεσή του και τα κριτήρια που αναφέρονται παραπάνω, κρίνει εύλογο να καταβάλλει στον προσφεύγοντα 5.000 ευρώ για έξοδα και δικαστικές δαπάνες πλέον οποιουδήποτε ποσού οφείλεται για φόρο.

   49. ...

   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,

 

1. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης

2. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 4 της Σύμβασης

3. α) Αποφαίνεται ότι το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλλει στον προσφεύγων, μέσα σε τρεις μήνες υπολογίζοντας την μέρα που η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44παρ.2 της Σύμβασης, 10.000ΕUR (Δέκα χιλιάδες ευρώ)για ηθική βλάβη και 5000ΕUR (πέντε χιλιάδες ευρώ )για έξοδα και δαπάνες, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο,

β) από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

   γ) Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης αποζημίωσης κατά τα λοιπά ....»