ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Υπόθεση

Perlala κατά  Ελλάδος

της 22.2.2007

(Αριθ. Προσφυγής 17721/04)

 

Επιμέλεια: Βασίλης Χειρδάρης, Σταύρος Χούρσογλου

 

       Πρόεδρος: Λ. Λουκαίδης

         Δικαστές: Χ. Ροζάκης - N. VajicK. HajiyevD. SpielmannS. E. JebensG. Malinverni

       Δικηγόροι: I. Κούρτοβικ (προσφεύγοντος) – Σ. Σπυρόπουλος (ΝΣΚ) και Ζ. Χατζηπαύλου (ΝΣΚ).

 

       Προϋποθέσεις παραδεκτού αυτοτελούς αναιρετικού λόγου για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.- Αναιρετικός έλεγχος της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και δίκαιη δίκη.- Η θέση του Αρειου Πάγου ότι δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο αναιρέσεως η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), παρά μόνον συνδυαστικώς με κάποιο από τους αναιρετικούς λόγους που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, και η απόρριψη ενός τέτοιου αναιρετικού λόγου ως απαράδεκτου, συνιστά ερμηνεία «υπερβολικά τυπολατρική», που «τείνει προς το σόφισμα», και «αποδυναμώνει σε τεράστιο βαθμό την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών στην ελληνική αναιρετική διαδικασία».- Η άρνηση του Αρείου Πάγου  να ελέγξει αναιρετικά το αν η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, από το δικαστήριο της ουσίας, υπήρξε σύμφωνη με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αποτελεί, επίσης, παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

       Δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ.- Το ΕΔΔΑ έχει ως έργο τη διασφάλιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ΕΣΔΑ για τα κράτη-μέλη, οπότε διαθέτει δικαιοδοσία να αποφανθεί για νομικά ή πραγματικά σφάλματα ενός εθνικού δικαστηρίου μόνον στο μέτρο που αυτά θα μπορούσαν να συνιστούν παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται η ΕΣΔΑ, διότι αν εκτιμούσε τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν ένα εθνικό δικαστήριο στην υιοθέτηση μίας δικανικής κρίσεως, αντί κάποιας άλλης, θα αναγόταν σε δικαιοδοτικό όργανο τρίτου ή τέταρτου βαθμού, και θα παραγνώριζε τα όρια της αποστολής του (άρθρο 19 της ΕΣΔΑ).

       Έναρξη εξάμηνης προθεσμίας προσφυγής στο ΕΔΔΑ.- Ποινική αναίρεση.- Το ένδικο μέσο της αναιρέσεως εξαντλεί, στην ποινική διαδικασία, τα εσωτερικά ένδικα μέσα, η ακυρωτική ποινική απόφαση είναι «τελεσίδικη δικαστική απόφαση» υπό την έννοια της ΕΣΔΑ, και η έκδοσή της συνιστά το σημείο εκκίνησης της εξάμηνης προθεσμίας, προς υποβολή προσφυγής στο ΕΔΔΑ (άρθρο 35 παρ. 1 ΕΣΔΑ).

       Διαπιστώνεται ομόφωνα παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, λόγω τυπολατρικής ερμηνείας, επί του παραδεκτού αναιρετικού λόγου, και λόγω άρνησης του Αρείου Πάγου να εξετάσει αν η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, από το δικαστήριο της ουσίας, υπήρξε σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και καταδικάζεται η Ελλάδα σε καταβολή 6.000 ευρώ στον προσφεύγοντα, λόγω ηθικής βλάβης.

      

         1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

       [..........................................................................................]

       5. O προσφεύγων γεννήθηκε το 1981 και διαμένει στην Αθήνα.

       6. Στις 15 Ιανουαρίου 1999, αθηναϊκά σχολεία οργάνωσαν διαδήλωση διαμαρτυρίας επί προβλημάτων του εκπαιδευτικού συστήματος. Διαρκούσης της πορείας, στην οποία συμμετείχαν μαθητές και καθηγητές, προκλήθηκε συμπλοκή, όταν ομάδα κουκουλοφόρων άρχισε να πετά βόμβες μολότοφ κατά αστυνομικών, επιφορτισμένων με τη φύλαξη Υπουργείου ευρισκόμενου στη διαδρομή των διαδηλωτών. Ένας αστυνομικός τραυματίστηκε σοβαρά. Ο προσφεύγων, που συμμετείχε στην πορεία, βεβαιώνει ότι, τη στιγμή των γεγονότων, βρισκόταν 600 μέτρα από τον τόπο του συμβάντος. Επισημαίνει πως εκείνη την ημέρα φορούσε ένα παντελόνι τζιν χρώματος μπλε, μια μπλούζα θαλασσί, και άσπρα αθλητικά παπούτσια. Το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο και ακάλυπτο.

       7. Στο τέλος της διαδήλωσης, και ενώ οι συμμετέχοντες άρχισαν να σκορπίζουν, ο προσφεύγων συνελήφθη από την αστυνομία, ως ύποπτος για την ρίψη βόμβας μολότοφ. Ο προσφεύγων υποστηρίζει πως κτυπήθηκε από τους αστυνομικούς κατά τη σύλληψή του, προσκομίζοντας ιατρικό σημείωμα της ημερομηνίας εκείνης από δημόσιο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου γίνεται λόγος για τραύμα στο αριστερό του αυτί. Υποστηρίζει, επίσης, ότι οι αστυνομικοί τον εξύβριζαν, εξαιτίας την αλβανικής του υπηκοότητας. Προσκόμισε στο Δικαστήριο φωτογραφίες ληφθείσες κατά τη σύλληψή του, που επιδεικνύουν το κεφάλι του ξυρισμένο και γυμνό, ενώ ενδεδυμένος με μια μπλούζα αποχρώσεων γαλάζιου και μπλε, ένα φαρδύ παντελόνι τζιν χρώματος μπλε σκούρου, και ασπρόμαυρα αθλητικά παπούτσια. Προσκομίζει ακόμη μία βιντεοταινία, που αποτελείται από τηλεοπτικά ρεπορτάζ των γεγονότων.

       8. Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων κρατήθηκε και εκκίνησε η, σε βάρος του, ποινική διαδικασία. Στις 19 Ιανουαρίου 1999 ο ανακριτής αποφάσισε την προσωρινή του κράτηση (διάταξη 3/99). Ο προσφεύγων αφέθηκε ελεύθερος στις 11 Φεβρουαρίου 1999.

       9. Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Αθηνών έλαβε χώρα στις 17 και 18 Μαΐου 2000. Το δικαστήριο εξέτασε πρώτα τον αστυνομικό που συνέλαβε τον προσφεύγοντα. Αυτός βεβαίωσε ότι αποστολή του ήταν το να παρακολουθήσει τους δράστες εγκλημάτων και να τους συλλάβει επ’ αυτοφώρω. Σημείωσε ότι είδε ένα κουκουλοφόρο νεαρό να πετά μια βόμβα μολότοφ κατά του τραυματισθέντος αστυνομικού και ότι, αμέσως μετά, ο νεαρός αυτός έβγαλε την κουκούλα, οπότε φάνηκε το ξυρισμένο κεφάλι του. Ο αστυνομικός εξέφρασε την πεποίθησή του ότι επρόκειτο για τον προσφεύγοντα. Υπογράμμισε ότι από εκείνη τη στιγμή δεν τον έχασε από τα μάτια του, και ότι τον παρακολούθησε μισή ώρα μέσα στο πλήθος, προτού τον συλλάβει. Εξετάστηκε επίσης ο τραυματισμένος, από τη βόμβα, αστυνομικός. Αφηγήθηκε τα συμβάντα και βεβαίωσε ότι διέφυγε από το θάνατο. Εν συνεχεία πλείστα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ένας δημοσιογράφος που ερεύνησε την υπόθεση και συμμαθητές του προσφεύγοντος, κατέθεσαν υπέρ του. Επίσης προβλήθηκαν βιντεοταινίες του συμβάντος. Μετά το τέλος της προβολής, ο συνήγορος του προσφεύγοντος δήλωσε ότι προέκυπτε ξεκάθαρα ότι ο δράστης των εγκλημάτων φορούσε σκούρα μαύρα ρούχα και μια κουκούλα που κάλυπτε όλο το πρόσωπό του, χαρακτηριστικά που δεν ταίριαζαν στην εμφάνιση του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων, τέλος, δήλωσε αθώος.

       10. Μετά τη λήξη της διαδικασίας, το Μ.Ο.Δ. Αθηνών κήρυξε κατά πλειοψηφία τον προσφεύγοντα ένοχο κατοχής εκρηκτικής βόμβας, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εμπρησμού, και διαταράξεως της κοινής ησυχίας, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 ετών και 6 μηνών με αναστολή. Το δικαστήριο εξέφρασε την πεποίθησή του ότι, συνεκτιμώμενων των αποδεικτικών μέσων που παρουσιάστηκαν ενώπιόν του, ο προσφεύγων όταν ο δράστης των εγκλημάτων. Το δικαστήριο χαρακτήρισε ελάχιστα πειστικές ορισμένες καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης, και θεώρησε πως οι προβληθείσες βιντεοταινίες δεν μπορούσαν να αποκλείσουν την παρουσία του προσφεύγοντος ανάμεσα στα άτομα που έριχναν βόμβες μολότοφ. Ωστόσο, τρεις ένορκοι είχαν τη γνώμη πως η ενοχή του προσφεύγοντος δεν αποδείχθηκε (απόφαση 135, 136 και 137/2000). Ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της απόφασης.

       11. Η διαδικασία ενώπιον του Μ.Ο.Ε. έλαβε χώρα στις 28 και 30 Ιανουαρίου 2002. Στην αρχή της διαδικασίας, το δικαστήριο εξέτασε τον αστυνομικό που συνέλαβε τον κατηγορούμενο. Αυτός επανέλαβε την πεποίθησή του ότι αυτός ήταν ο δράστης των γεγονότων. Εξετάστηκαν, στη συνέχεια, και άλλοι μάρτυρες κατηγορίας, όπως ο αστυνομικός που υπήρξε παθών της βόμβας μολότοφ, ο οποίος βεβαίωσε ότι, όταν η βόμβα έπεσε επάνω του, πανικοβλήθηκε και έτσι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το δράστη της επίθεσης. Στη συνέχεια, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την προβολή βιντεοταινιών που κατέγραψαν το γεγονός. Το δικαστήριο ζήτησε την προβολή μιας βιντεοταινίας και, εν συνεχεία, άκουσε τον τεχνικό σύμβουλο του προσφεύγοντος να εκθέτει την άποψη πως, μετά από ανάλυση όλων των βιντεοταινιών, ήταν βέβαιος ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να είναι το πρόσωπο που έριξε τη βόμβα μολότοφ στους αστυνομικούς. Το δικαστήριο ανέγνωσε επίσης έκθεση του πιο πάνω τεχνικού συμβούλου, με ημερομηνία 26 Ιανουαρίου 2002, που συμπέραινε την απαλλαγή του προσφεύγοντος. Στο σημείο εκείνο ο συνήγορος του προσφεύγοντος ζήτησε την προβολή και άλλων βιντεοταινιών, και ζήτησε από το δικαστήριο να διορίσει πραγματογνώμονα, εάν διέθετε κάποια αμφιβολία επί της έκθεσης του τεχνικού συμβούλου του προσφεύγοντος. Ωστόσο, και ύστερα από διάσκεψη, το δικαστήριο αρνήθηκε την προβολή άλλων βιντεοταινιών και το διορισμό πραγματογνώμονα, διευκρινίζοντας ότι η προβληθείσα βιντεοταινία διαλάμβανε ασαφείς εικόνες κινούμενων προσώπων, τις οποίες ο τεχνικός σύμβουλος ερμήνευσε κατά τις επαγγελματικές του γνώσεις και τα μέσα ανάλυσης που διέθετε. Κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου, ο προβολή και άλλων βιντεοταινιών, ή ο διορισμός πραγματογνώμονα, δεν θα το διαφώτιζε περισσότερο. Στη συνέχεια το δικαστήριο εξέτασε πλείστους μάρτυρες υπερασπίσεως. Ο κατηγορούμενος δήλωσε και πάλι αθώος. Έδωσε τη δική του  θέση επί των γεγονότων βεβαιώνοντας: «Συμμετείχα στη διαδήλωση, αλλά δεν πείραξα κανέναν. Ζητώ την αποκατάσταση της ζωής μου. Δεν πιστεύω ότι κατηγορήθηκα επειδή είμαι αλβανός. Ήταν ένα λάθος, θα μπορούσε να συμβεί και σε έναν έλληνα. Νομίζω ότι πρόκειται για παρεξήγηση».

       12. Στο τέλος της διαδικασία το Μ.Ο.Ε. επικύρωσε κατά πλειοψηφία την ενοχή του προσφεύγοντος, αλλά μείωσε την ποινή του σε φυλάκιση δύο ετών και έξι μηνών με αναστολή. Το Μ.Ο.Ε., με μια μακρά αιτιολογία, εξέθεσε τους λόγους που θεώρησε αξιόπιστη την κατάθεση του αστυνομικού που συνέλαβε τον κατηγορούμενο, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, πως αποστολή αυτού του αστυνομικού ήταν να προχωρεί σε συλλήψεις κακοποιών σε δημόσιους χώρους, και πως αυτή η αποστολή του ανατέθηκε, λόγω της παρατηρητικότητάς του. Μνημόνευσε ότι οι εικόνες της βιντεοταινίας ήταν ακαθόριστες, και ότι η διαφορά των ρούχων του προσώπου που έριξε τη βόμβα με αυτών του προσφεύγοντος, την οποία επικαλέστηκε η υπεράσπιση, δεν ήταν ξεκάθαρη και μπορούσε να οφείλεται και σε άλλους παράγοντες, όπως η κατεύθυνση των κινήσεων του σώματος, η ροή του ανέμου κλπ. Το δικαστήριο εκτίμησε, επίσης, ότι οι μάρτυρες υπεράσπισης, και ιδίως οι συμμαθητές του προσφεύγοντος δεν ήταν πειστικοί και έδειχναω να «έχουν αποστηθίσει απέξω ένα μάθημα». Τρεις ένορκοι, ωστόσο, εξέφρασαν την άποψη ότι, καίτοι υπήρχαν ενδείξεις κατά του προσφεύγοντος, η ενοχή του δεν αποδείχθηκε πλήρως (απόφαση 38, 39, 40 και 46/2002).

       13. Στις 26 Απριλίου 2002 ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση. Παραπονείτο ότι το Μ.Ο.Ε. αιτιολόγησε την απόφασή του με μόνη την κατάθεση του αστυνομικού που τον συνέλαβε, και ότι εκτίμησε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό. Παραπονείτο, επίσης, για παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, παραθέτοντας πλείστα, επ’ αυτού, επιχειρήματα.

       14. Στις 4 Νοεμβρίου 2003 ο Αρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως. Το ανώτατο δικαστήριο σημείωσε ιδίως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, και ότι δεν υπήρχε καμία παράλειψη των δικονομικών εγγυήσεων του ελληνικού δικαίου. Σε ότι αφορά στον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ο Αρειος Πάγος τον κήρυξε απαράδεκτο, με το επιχείρημα ότι η παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που διασφαλίζει η εν λόγω διάταξη, δεν συνιστά ένα αυτοτελή αναιρετικό λόγο. Απλώς, το άρθρο 6 μπορούσε να επικληθεί «σε συνδυασμό με ένα εκ των αναιρετικών λόγων από τους περιοριστικώς αριθμούμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ», πράγμα που δεν συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση (απόφαση 2050/2003).

         ΙΙ. ΣΚΕΠΤΙΚΟ

       [...........................................................................................]

       16. Το άρθρο 510 ΚΠΔ αναφέρει περιοριστικά τους προβλεπόμενος λόγους αναιρέσεως. Εξ αυτών, ορισμένοι αφορούν σε πλημμέλειες της διαδικασίας, ενώ ρητώς μνημονεύεται, μεταξύ αυτών, η έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης.

       17. Κατά την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη, που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν συνιστά αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, αλλά μπορεί να γίνει επίκλησή του προς ενίσχυση ενός αναιρετικού λόγου, εκ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 464/92, 359/94, 561/95, 1133/99, 708/02 και 304/02).

       [..........................................................................................]

       23. Ο προσφεύγων παραπονείται πως στερήθηκε της δυνατότητας να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να αποδείξει την αθωότητά του εξαιτίας, ιδίως, της εσφαλμένης εκτίμησης των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αξιολόγησε κατά τρόπο «αβάσιμο, εμπαθή και αδικαιολόγητο», ενώ και το ελληνικό ακυρωτικό απέρριψε, ως απαράδεκτο, το σχετικό αναιρετικό του λόγο.

       24. Η Κυβέρνηση αναφέρεται λεπτομερώς στα γεγονότα της 15 Ιανουαρίου 1999, για να καταδείξει πως η αιτιολογία που υιοθέτησε το Μ.Ο.Ε. Αθηνών υπήρξε «πλήρης, πειστική και απόλυτα λογική, και δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως παραβιάζουσα το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε μια δίκαιη δίκη» Προσέθεσε, ακόμα, ότι η διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σεβάστηκε την αρχή της αντιμωλίας, οπότε ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να προβάλλει όλα τα υπερασπιστικά του επιχειρήματα και μέσα. Κατά τη Κυβέρνηση, το γεγονός πως, μετά το πέρας μιας τέτοιας διαδικασίας, ο προσφεύγων εκρίθη ένοχος, δεν μπορεί να σημαίνει από μόνο του πως η δίκη του δεν υπήρξε δίκαιη.

       25. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει πως, κατά το άρθρο 19 της ΕΣΔΑ, έχει ως έργο τη διασφάλιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ΕΣΔΑ για τα κράτη-μέλη. Έτσι διαθέτει δικαιοδοσία να αποφανθεί για νομικά ή πραγματικά σφάλματα, στα οποία υποστηρίζεται ότι ολίσθησε ένα εσωτερικό δικαστήριο, μόνον στο μέτρο που αυτά θα μπορούσαν να συνιστούν παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται η ΕΣΔΑ (έτσι Garcia Ruiz κατά Ισπανίας, 30544/96, παρ. 28, ΕΣΔΑ 1999, Ι). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκτιμήσει αυτό τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν ένα εθνικό δικαστήριο στην υιοθέτηση μίας δικανικής κρίσεως, αντί κάποιας άλλης, διότι έτσι θα αναγόταν σε δικαιοδοτικό όργανο τρίτου ή τέταρτου βαθμού, και θα παραγνώριζε τα όρια της αποστολής του (Kemmache κατά Γαλλίας (3), 24 Νοεμβρίου 1994, série Α-296-C, σελ. 88 παρ. 44).

       26. Στην παρούσα υπόθεση, συνεπώς, ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι το να κρίνει την ενοχή, ή την αθωότητα, του προσφεύγοντος, ούτε το να εκτιμήσει αν τα εσωτερικά δικαστήρια αξιολόγησαν ορθά τα γεγονότα και εφάρμοσαν σωστά το νόμο, αλλά το να εξετάσει τις αιτιάσεις του προσφεύγοντος, επί του ότι όλη η πορεία της διαδικασίας, εκτιμώμενη συνολικώς, παραβίασε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη (βλ. mutatis mutandis Donadze κατά Γεωργίας, 7 Μαρτίου 2006, 74644/01, παρ. 30-31).

       27. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει πως, κατά το ελληνικό Σύνταγμα, η ΕΣΔΑ συνιστά εφαρμοστέο δικαιικό κανόνα που υπερισχύει του εσωτερικού δίκαιου (άρθρο 28 παρ. 1 ελληνικού Συντ.). Παρότι ο προσφεύγων επικαλέστηκε, στην αναίρεσή του, παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το ελληνικό ακυρωτικό απέρριψε το σχετικό αναιρετικό λόγο ως απαράδεκτο, με το επιχείρημα ότι η εν λόγω διάταξη δεν ετύγχανε άμεσα εφαρμοστέα διότι, προκειμένου να ληφθεί υπόψη, ο προσφεύγων έπρεπε να επικαλεστεί συνδυαστικώς κάποιο εκ των αναιρετικών λόγων που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Το Δικαστήριο φρονεί πως αυτή η ερμηνεία του Αρείου Πάγου αφενός τείνει προς σόφισμα, και αφετέρου αποδυναμώνει σε τεράστιο βαθμό την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών στην ελληνική αναιρετική διαδικασία. Καίτοι το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται πως οι προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως πρέπει να είναι αυστηρότερες από εκείνες αυτού της εφέσεως, εντούτοις εκτιμά πως η απόρριψη, ως απαραδέκτου, ενός αναιρετικού λόγου που στηρίζεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ με το προεκτεθέν επιχείρημα, αποτελεί μια προσέγγιση υπερβολικά τυπολατρική (Khalfaoui κατά Γαλλίας, 34791, ΕΔΔΑ 1999, ΙΧ), η οποία εμπόδισε τον προσφεύγοντα από το να πετύχει την αξιολόγηση, σε αναιρετικό επίπεδο, της πορείας της κατ’αυτού ποινικής διαδικασίας, υπό το πρίσμα της προπαρατεθείσας διατάξεως.

       28. Πράγματι, η άρνηση του Αρείου Πάγου να εξετάσει αν η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού έγινε σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεράνει πως οι εγγυήσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν ελήφθησαν υπόψη, ούτε εφαρμόσθηκαν. Οι παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως περιορίζονται σε αναλυτική περιγραφή της δευτεροβάθμιας δίκης, ενώ δεν διαλαμβάνουν κανένα επιχείρημα που θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε διαφορετικό συμπέρασμα.

       29. Εξάλλου, η Κυβέρνηση αβάσιμα υποστηρίζει πως, εφόσον ο Αρειος Πάγος αρνήθηκε να αποφανθεί επί μιας προτεινόμενης παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η απόφασή του δεν συνιστά την τελεσίδικη δικαστική απόφαση του άρθρου 35 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο της υπενθυμίζει πως αναρίθμητες φορές έκρινε ότι, στο ελληνικό δίκαιο, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως εξαντλεί, στην ποινική διαδικασία, τα εσωτερικά ένδικα μέσα και συνιστά, συνεπώς, το σημείο εκκίνησης της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 35 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (βλ. μεταξύ άλλων, Χατζηαναστασίου κατά Ελλάδος, 12945/97, απόφαση Επιτροπής της 4 Απριλίου 1990, DR 65, σελ. 173, Mehiar κατά Ελλάδος, 21300/93, απόφαση Επιτροπής της 10 Απριλίου 1996, DR 85, σελ. 47, Οικονομήτσιος κατά Ελλάδος, 43615/98, 19 Οκτωβρίου 2000, Υψηλάντη κατά Ελλάδος, 56599/00, 6 Μαρτίου 2003, Παπαθανασίου κατά Ελλάδος 62770/00, 5 Φεβρουαρίου 2004, Μπουλουγούρας κατά Ελλάδος, 66294/01, 27 Μαΐου 2004, Μουζούκης κατά Ελλάδος, 39295/02, 13 Απριλίου 2006). Το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα στοιχείο που θα δικαιολογούσε απόκλιση από αυτή τη νομολογία του.

       30. Αυτά αρκούν στο Δικαστήριο για να συμπεράνει πως ο Αρειος Πάγος δεν διασφάλισε το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε μια δίκαιη δίκη και παρέλκει, επομένως, η εξέταση των λοιπών αιτιάσεων της προσφυγής.

       [..........................................................................................]

       Με τα επιχειρήματα αυτά, το Δικαστήριο αποφαίνεται ομόφωνα ότι η ένσταση εκπροθέσμου της Κυβερνήσεως τυγχάνει απορριπτέα και ότι η προσφυγή ασκήθηκε παραδεκτώς, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της ΕΣΔΑ, και ότι η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 6.000 Ευρώ ως αποζημίωση, λόγω ηθικής βλάβης.

       ΙΙΙ. ΣΧΟΛΙΟ

         Παραδεκτό αναιρετικού λόγου για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ακυρωτικός έλεγχος της ποινικής αιτιολογίας και δικαίωμα σε δίκαιη δίκη

       Ως γνωστόν, ένα από τα πλέον συζητημένα, επιστημονικώς, ζητήματα, είναι και αυτό της ποινικής ακυρωτικής μας νομολογίας, επί του λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Το τελευταίο διάστημα, ο Αρειος Πάγος έχει αναμφίβολα βελτιώσει τη στάση του, προς την κατεύθυνση ενός πραγματικού ελέγχου της αιτιολογίας των ουσιαστικών ποινικών δικαιοδοτικών κρίσεων, είτε αναιρώντας καταδικαστικές αποφάσεις, λόγω συγκεκριμένων αντιφάσεων που αυτές διαλαμβάνουν, είτε επιδεικνύοντας τη δέουσα αυστηρότητα σε άλλες, που απορρίπτουν αιτήματα αναβολής της δίκης με ελλιπή αιτιολογία.

       Πρόκειται, δυστυχώς, για εξαιρέσεις. Η, μέχρι και σήμερα, εμμονική υιοθέτηση, από τον Αρειο Πάγο, πέντε γνωστών νομολογιακών παραδοχών του («αρκεί η μνεία των αποδείξεων κατά το είδος τους, κι ακόμα του ότι ελήφθησαν υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να απαιτείται μνεία του τι προέκυψε από κάθε ένα από αυτές», «η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος», «η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας», «η αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος επιτρεπτώς γίνεται με εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη, σε αυτό, εισαγγελική πρόταση», «η απλή επανάληψη, στην αιτιολογία, της αποφάσεως του διατακτικού δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, αν αυτό είναι λεπτομερές και εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος»), συνδυαστικώς με την ακατανόητη θεωρία, περί ισχυρισμών «αυτοτελών» και «αρνητικών» (με ειδική αιτιολογία απορρίπτονται μόνον οι πρώτοι και όχι οι δεύτεροι), εκμηδενίζει τον ακυρωτικό έλεγχο της πληρότητας της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως ή του παραπεμπτικού βουλεύματος, καθιστώντας την συνταγματική προσταγή του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντ., ως και τον αναιρετικό λόγο των άρθρων 484 παρ. 1 περ. δ  και 510 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ, «γράμματα κενά περιεχομένου».

       Δεν είναι η πρώτη φορά που υπερεθνικά δικαιοδοτικά όργανα απασχολήθηκαν με αυτές τις αντιλήψεις του ακυρωτικού μας. Όλως προσφάτως, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Δ.Σ.Α.Π.Δ. καταδίκασε τη χώρα μας για παραβίαση του άρθρου 14 παρ. 3 περ. ζ. του Δ.Σ.Α.Π.Δ., διότι ο Αρειος Πάγος δεν ερεύνησε ισχυρισμό κατηγορουμένου, περί κακοποιήσεώς του από αστυνομικά όργανα (προς απόσπαση ομολογίας του). Η Επιτροπή έκρινε (σκέψη 7.5.) ότι ασφαλώς και πρέπει να ερευνώνται όλοι οι αμυντικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, και καταδίκασε τη χώρα μας κάνοντας, με αυστηρότητα, λόγο για «αποτυχία του κράτους μέλους, στο επίπεδο του Αρείου Πάγου, να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος ότι η ομολογία του έγινε κατόπιν εξαναγκασμού».

       Ανάλογες απαξιωτικές εκφράσεις απαντώνται και στην παρούσα απόφαση του ΕΔΔΑ, η οποία έχει τεράστια σημασία για το ζήτημα του αναιρετικού ελέγχου της αιτιολογίας των ποινικών αποφάσεων και βουλευμάτων στη χώρα μας. Ως γνωστόν, το ακυρωτικό μας δέχεται παγίως ότι η παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, παρά μπορεί μόνον να επικληθεί προς ενίσχυση μιας άλλης πλημμέλειας που, αυτή, συνιστά έναν αναιρετικό λόγο, εκ των περιοριστικών αριθμούμενων στα άρθρα 484 παρ. 1 και 510 παρ. 1 ΠΚ.

       Γίνεται ευχέρως αντιληπτόν το γιατί η παραπάνω θέση, τουλάχιστον σε ότι αφορά στις εγγυήσεις της παρ. 3 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι αδύνατον να γίνει δεκτή: Με την παραπάνω διάταξη καθιερώνονται τα ειδικότερα υπερασπιστικά δικαιώματα του κάθε κατηγορουμένου. Και η παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος ιδρύει, στην έννομη τάξη μας, απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ), η οποία συνιστά λόγο αναιρέσεως ερευνώμενο, ως γνωστόν,  αυτεπαγγέλτως (άρθρα 510 παρ. 1 περ. α και 511 ΚΠΔ).

       Περισσότερο σύνθετο είναι το ζήτημα της αναγωγής της, εσωτερικού δικαίου, υποχρεώσεως για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών δικαιοδοτικών κρίσεων (άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ), σε κάποια από τις επιμέρους παραγράφους του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Σε αυτό, ακριβώς, το ερώτημα απαντά η σχολιαζόμενη απόφαση, προκρίνοντας πως ο ακυρωτικός έλεγχος της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, στην οποία προέβη το δικαστήριο της ουσίας,  συνιστά συστατικό στοιχείο μιας δίκαιης ποινικής δίκης και ανάγεται, επομένως, στην παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

       In concreto, ο Αρειος Πάγος απέρριψε την αιτίαση του προσφεύγοντος για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που συνίστατο στο ότι «το δικαστήριο στηρίχθηκε στην κατάθεση ενός και μόνον μάρτυρα με σοβαρές, αντικειμενικώς, επιφυλάξεις αξιοπιστίας, υποβαθμίζοντας όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα», με επίκληση της προεκτεθείσας νομολογίας του, κατά την οποία η παράβαση της εν λόγω διατάξεως δεν δημιουργεί αυτοτελή λόγον αναιρέσεως. Το ΕΔΔΑ αρχικώς (σκέψη 27) τοποθετήθηκε έναντι αυτής της ερμηνείας, επί του παραδεκτού ενός αναιρετικού λόγου και, όπως ήταν αναμενόμενο, την χαρακτήρισε ως υπερβολικά τυπολατρική και ως παραβιάζουσα, επομένως, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (droit daccès au tribunal) που διασφαλίζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

       Εάν το ΕΔΔΑ αρκείτο στην διαπίστωση της παραβιάσεως μόνον για την ανωτέρω αιτία, οι συνέπειες της αποφάσεώς του στην εσωτερική έννομη τάξη θα ήταν μειωμένες. Προχωρεί, ωστόσο, ένα βήμα παραπέρα (σκέψη 28), και δέχεται πως η στάση του Αρείου Πάγου, έναντι της προβαλλόμενης αναιρετικής αιτιάσεως (που, τονίζουμε, αφορούσε στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας) αποτέλεσε, σε ακυρωτικό επίπεδο, άρνηση εξέτασης του εάν η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού έγινε σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης, η οποία (άρνηση) κρίθηκε ότι παραβιάζει, και αυτή, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

       Εκεί ακριβώς έγκειται η τεράστια αξία της σχολιαζόμενης απόφασης. Αν ο προσφεύγων προέβαλε στο ακυρωτικό μας την αυτή αιτίασή του, περί θεμελίωση της καταδίκης του σε ένα μόνον αποδεικτικό μέσο (κατά παράβλεψη των λοιπών), με επίκληση του άρθρου 510 παρ. 1 δ ΚΠΔ (δηλαδή αν εξελάμβανε την εν λόγω πλημμέλεια όχι ως παραβίαση της αρχής δίκης δίκαιης δίκης, αλλά ως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας), πιθανότατα θα ελάμβανε την απάντηση ότι «για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η μνεία του είδους των αποδείξεων κι ακόμα του ότι ελήφθησαν υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία του τι  προέκυψε από κάθε μια από αυτές», ή θα μάθαινε πως η αιτίασή του είναι απαράδεκτη, επειδή «αναφέρεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας». Είναι προφανές ότι τέτοιες παραδοχές συνιστούν, ουσιαστικά, άρνηση εξέτασης του εάν η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, από το δικαστήριο της ουσίας,  έγινε σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης, και για το λόγο τούτο να παραβιάζουν το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

       Με τον τρόπο αυτό εντοπίζεται το ποια θα πρέπει να είναι, πλέον, η δικονομική αντιμετώπιση των θέσεων του Αρείου Πάγου, επί του ζητήματος του ακυρωτικού ελέγχου της πληρότητας της αιτιολογίας των ποινικών δικαιοδοτικών κρίσεων: Η προβολή του αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 484 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ) με συνδυαστική επίκληση της παραβιάσεως της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), ώστε να διασφαλιστεί, επί απορρίψεως της αιτιάσεως, το παραδεκτό της προβολής της ενώπιον του ΕΔΔΑ. Και, αν το τελευταίο παραμείνει πιστό στην παρούσα νομολογία του (ως, ευτυχώς, συνηθίζει), ανοίγει, επιτέλους, ο δρόμος, προκειμένου όλες οι προεκτεθείσες ακυρωτικές παραδοχές, επί του θέματος της ποινικής αιτιολογίας των ποινικών αποφάσεων και βουλευμάτων, να τοποθετηθούν εκεί που πράγματι ανήκουν: Στο νομολογιακό παρελθόν.

 

Σταύρος Ομήρου Χούρσογλου

Δικηγόρος-D.E.A.