ΑΠ Ολ. 3/2006

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Αρχή ισότητας - Δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας - Νοσηλευτικά ιδρύματα - Τόκοι υπερημερίας - Τόκος υπερημερίας ιδιωτών - Συνταγματικότητα διατάξεων παρ. 2 άρθρου 7 ν.δ. 496/1974 -.

 

Η ρύθμιση, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα, στα ν.π.δ.δ., μεταξύ των οποίων και τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα, να καταβάλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%), μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή, υπέρ των νομικών αυτών προσώπων εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, 6 και 14 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3α' και β', 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), ούτε προς τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της σύμβασης της Ρώμης που προστατεύει την περιουσία του δανειστή. Και τούτο διότι, η προστασία της περιουσίας Νοσηλευτικού Ιδρύματος, που λειτουργεί με τη μορφή του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς του σκοπούς και να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον, με την προστασία της δημόσια υγείας των πολιτών. (Αντίθετη μειοψηφία οκτώ μελών).

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός 3/2006

   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

   ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

   Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανό Πατεράκη, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπροέδρους, Ιωάννη Δαβίλλα, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Δημήτριο Κυριτσάκη - Εισηγητή, Αχιλλέα Νταφούλη, Αναστάσιο Φιλητά - Περίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη, Μιχαήλ Μαργαρίτη, Γεώργιο Καράμπελα, Δημήτριο Δαλιάνη, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Γεώργιο Καπερώνη, Εμμανουήλ Καλούδη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αθανάσιο Θεμέλη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

   Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λινού και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

   Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα.

   Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: Ε.Μ. του Α., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Κτιστάκη και Μαριλένα Αλεξοπούλου.

   Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 925/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2515/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 29 Ιουλίου 2003 αίτησή του.

   Στη συνέχεια εκδόθηκε η 248/2005 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 25 Μαΐου 2005 κλήση του ήδη αναιρεσίβλητου, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

   Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή του παραπεμφθέντος λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι δε του αναιρεσίβλητου την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

   Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του μοναδικού παραπεμφθέντος δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στην Ολομέλεια, ως αβάσιμου.

   Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

   Ι. Νόμιμα εισάγεται στην τακτική Ολομέλεια, κατά παραπομπή με την 248/2005 απόφαση του Β' Τμήματος, ο δεύτερος από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 2515/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β ΚΠολΔ, για να επιλυθεί το γενικότερου ενδιαφέροντος νομικό ζήτημα, περί του αν η διάταξη του άρθρ. 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", κατά την οποία ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, αντιβαίνει σε διατάξεις του Συντάγματος ή άλλες διατάξεις που έχουν υπερνομοθετική ισχύ και είναι, εντεύθεν, ανεφάρμοστη ως αντισυνταγματική.

   ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/2004, Ολ.ΑΠ 11/2003, π.ρ.β.λ. Ολ.ΣτΕ 2807/2002). Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, μεταξύ των οποίων και τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα, που λειτουργούν με τη μορφή αυτή, τα οποία από τη φύση και το καταστατικό τους, έχουν αποστολή και έργο να εξυπηρετούν, αδιακρίτως, την δημόσια υγεία με την παροχή υγειονομικής περίθαλψης στους πολίτες και στων οποίων την περιουσία και την οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες, με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", ανάλογη με το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα, στα ν.π.δ.δ. να καταβάλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%), μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή, υπέρ των νομικών αυτών προσώπων εξαίρεση, ο οποίος υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλο της ίδιας σύμβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή (πρβ. ΑΠ 804/2002). Και τούτο διότι, η προστασία της περιουσίας Νοσηλευτικού Ιδρύματος, που λειτουργεί με τη μορφή του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς του σκοπούς και να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον, με την προστασία της δημόσια υγείας των πολιτών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, έκρινε με την προσβαλλόμενη 2515/2003 απόφασή του, ότι η πιο πάνω διάταξη του άρθρ. 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, αντιβαίνει στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 και 14 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3α' και β', 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), λόγω της άνισης προνομιακής μεταχείρισης την οποία θεσπίζει για τα ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος και για το λόγο αυτό, δεν εφήρμοσε την πιο πάνω διάταξη, την οποία έκρινε αντισυνταγματική και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη 925/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που είχε κρίνει, αντιθέτως, υποχρέωσε το αναιρεσείον ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, να καταβάλει στον εργαζόμενο σε αυτό ιατρό (αναιρεσίβλητο), τις ζητούμενες από τον τελευταίο με την αγωγή του διαφορές αμοιβών από εφημερίες, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας που προβλέπονταν την επίμαχη περίοδο απασχόλησής του για τους ιδιώτες και μάλιστα από τότε που τα επιμέρους ποσά κατέστησαν απαιτητά (αρθρ. 655, 341 και 345 ΑΚ). 'Ετσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν. Είναι δε, βάσιμος, ο δεύτερος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτίαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, με την πιο πάνω κρίση του, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία δεν εφήρμοσε ως αντισυνταγματική, ενώ συνέτρεχαν λόγοι δημόσιου συμφέροντος που υπαγόρευαν την εφαρμογή της. Συνεπώς, πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη, κατά το σημείο τούτο, απόφαση και, αφού ο πρώτος λόγος έχει απορριφθεί από το τμήμα και δεν υπάρχει, έτερος λόγος προς έρευνα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πολυμελές πρωτοδικείο, που θα δικάσει ως εφετείο, και θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

   Οκτώ, όμως από τα μέλη του δικαστηρίου τούτου οι: Αντιπρόεδροι Στυλιανός Πατεράκης και Ευριπίδης Αντωνίου και οι Αρεοπαγίτες, Ευάγγελος Σταυρουλάκης, Δημήτριος Κυριτσάκης, Αναστάσιος Φιλητάς Περίδης, Αθανάσιος Μπρίλλης Δημήτριος Δαλιάνης, και Αντώνιος Παπαθεοδώρου, διατύπωσαν τη γνώμη, ότι: η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", εισάγει προνομιακή υπέρ των ν.π.δ.δ. εξαίρεση, αφού καθιερώνεται ευνοϊκότερη υπέρ των τελευταίων, άνιση, όμως, μεταχείριση, με το να τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα, να καταβάλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%), κατά πολύ μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, επιτόκιο, το οποίο, παραμένει σταθερό από το έτος 1974 που προβλέφθηκε, παρά τη σημαντική, στο μεταξύ διάστημα, άνοδο του τιμαρίθμου και την αύξηση του πληθωρισμού, ενώ αντίθετα στο ίδιο χρονικό διάστημα, το ποσοστό αυτό, ήταν για τους ιδιώτες, κατά πολύ υψηλότερο και κυμαινόταν κατά την επίμαχη, εν προκειμένω, περίοδο των ετών 1998-1999 στο 23 και 27%, όπως δέχεται, η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την ευνοϊκή, για τα ν.π.δ.δ. αυτή διάταξη, που καθήλωσε, το επιτόκιο στο υποτετραπλάσιο του ποσοστού εκείνου, που είχε, τον αντίστοιχο χρόνο, υποχρέωση να καταβάλει ο οφειλέτης ιδιώτης, θεσπίζεται στην ουσία, περιορισμός της αστικής ευθύνης του ν.π.δ.δ., που οδηγεί στη μείωση της οφειλόμενης από αυτό αποζημίωσης, αλλά και αντίστοιχη μείωση της περιουσίας του δανειστή, για τον οποίο η απόφαση, αφότου καταστεί οριστική, γεννά απαίτηση σαφή και απαιτητή για την απόληψη του τρέχοντος επιτοκίου υπερημερίας (Απόφ. ΔΔΑ στην υπόθεση Angelov κατά Βουλγαρίας της 22.4.2004 ). Την ευχέρεια αυτή την στερείται, υπό τις αυτές προϋποθέσεις συνδρομής υπερημερίας, ο ιδιώτης και έτσι, ανατρέπεται, χωρίς αποχρώντα λόγο, η δίκαιη ισορροπία, μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και των επιταγών για την προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, στις οποίες επιταγές, ασφαλώς υπάγεται και η αξίωση για πλήρη αποζημίωση. Μόνο το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού προσώπου, δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν είναι αρκετό να αναιρέσει την γενική αρχή της ισότητας, περί της οποίας έγινε ανωτέρω λόγος, και της ειδικότερης συνταγματικής επιταγής της ισότητας στα δημόσια βάρη του άρθρου 4 παρ. 1 και 5, για τον πρόσθετο λόγο, ότι η καθυστέρηση στην εξόφληση των υφιστάμενων υποχρεώσεων και η περιέλευση, εντεύθεν, του ν.π.δ.δ. σε υπερημερία, ανάγεται αποκλειστικά στον κύκλο των δικών του δραστηριοτήτων. Αντίθετη λύση διευκολύνει την παρελκυστική τακτική των τελευταίων, στην τακτοποίηση των υποχρεώσεών τους, αφού η επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας, από τη σημειούμενη κάθε φορά καθυστέρηση, θα είναι, σε σχέση με αντίστοιχη συμπεριφορά του ιδιώτη οφειλέτη, δυσανάλογα μικρότερη. Είναι, επομένως, η διάταξη αντίθετη προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με βάση τα οποία δεσμεύεται συνταγματικά ο νομοθέτης, με βάση την αρχή της ισότητας, να ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, και, λόγω αυτής της αντίθεσης, ανίσχυρη, αφού διαμορφώθηκαν νέα νομικά δεδομένα, περί των οποίων κατωτέρω, τα οποία δεν δικαιολογούν τη διατήρηση της ισχύος προνομιακών ρυθμίσεων υπέρ των ν.π.δ.δ. (μειοψ. στην ΑΠ 804/2002). Να σημειωθεί, ότι τη συνδρομή λόγων γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος ούτε το ίδιο το αναιρεσείον, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επικαλείται. Περαιτέρω, η εν λόγω ρύθμιση βρίσκεται σε αντίθεση και με την υπερνομοθετικής ισχύος πιο πάνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που προστατεύει το δικαίωμα σε δίκαιη (χρηστή) δίκη, αφού η αρχή της ισότητας των όπλων των διαδίκων, συνιστά στοιχείο της ευρύτερης έννοιας της δίκαιης δίκης (Απόφαση ΕΔΔΑ Πλατάκου κατά Ελλάδος της 11.1.2002 παρ. 47). Είναι, επίσης, αντίθετη, στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ίδιας σύμβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή του ν.π.δ.δ., ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του πρώτου, χωρίς, κατά τα ανωτέρω, να συντρέχει σοβαρός λόγος δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψη, το κατά τα πολύ υψηλότερο ποσοστό του τόκου υπερημερίας, που έχει υποχρέωση ο ιδιώτης, στην ίδια δεδομένη χρονική στιγμή, να καταβάλει, ως οφειλέτης, σε αντίθεση με τα ν.π.δ.δ. (ΣτΕ 3651/2002). Το προνόμιο, αυτό, ανεκτό από την έννομη τάξη, κατά το χρόνο που αυτό καθιερώθηκε (1974), δεν είναι νομικά λογικό, με τα δεδομένα των τελευταίων ετών, να εξακολουθήσει η διατήρησή του, ενόψει και της εισόδου της ευρωπαϊκής έννομης τάξης στο εθνικό μας δίκαιο και της έντονης τάσης των νομοθεσιών των κρατών μελών αλλά και της νομολογίας, για επανεξέταση και κατάργηση πολλών από τα δικονομικά και ουσιαστικά προνόμια, των οποίων απολάμβαναν το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. έναντι των ιδιωτών. Επομένως, κατά τη μη κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, η προσβαλλόμενη απόφαση, που κατά ανωτέρω, δεν εφήρμοσε ως αντίθετη με το Σύνταγμα και τις λοιπές υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, την επίμαχη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", ορθά τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ερμήνευσε και όσα περί του αντιθέτου, κατά τα ανωτέρω, υποστηρίζονται με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέα, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.

   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

   Δέχεται τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια δεύτερο λόγο του δικογράφου της από 29.7.2003 αιτήσεως, για αναίρεση της 2515 /2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

   Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την προσβαλλόμενη, πιο πάνω απόφαση

   Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πολυμελές πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

   Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τετρακόσια εξήντα (460) Ευρώ.

   Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2005. Και

   Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2006.