ΑΠ Ολ 1/2006

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Προσωπικό Τράπεζας της Ελλάδος - Δημόσιος τομέας - Αποχώρηση με συνθήκες συνταξιοδότησης - Αποζημίωση αποχώρησης - Ανώτατο όριο αποζημίωσης -.

 

Δεν περιλαμβάνεται η Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. στο δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, στο σύνολο της, ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και  συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν, κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου. Ενόψει όμως των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη και των προνομίων που έχουν παραχωρηθεί σε αυτήν, από τη σύσταση της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, δεν είναι αυτή ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση εκ μέρους της των Τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου, ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, που αποχώρησε από την υπηρεσία της την 7-9-1999, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 Ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 ΝΔ 618/1970, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Παρέλκει η έρευνα του έβδομου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο τίθεται το ζήτημα, αν με την εκδοχή ότι η Τράπεζα της Ελλάδος υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και έχουν εφαρμογή οι προαναφερόμενες διατάξεις περιορισμού της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως, αντίκεινται οι διατάξεις αυτές στο άρθρο 1 παρ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).  (Αντίθετη μειοψηφία 10 μελών).

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός 1/2006

   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

   ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

   Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β΄ Σύνθεσης: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Σπυρίδωνα Κολυβά, Στέφανο Γαβρά, Χρύσανθο Παπούλια, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Λοβέρδο, Γεώργιο Φώσκολο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά, Δημήτριο Κιτρίδη, Βασίλειο Ρήγα, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Φώτιο Καϋμενάκη, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ρένα Ασημακοπούλου- Εισηγήτρια, Πλαστήρα Αναστασάκη, Σταύρο Γαβαλά, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

   Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου  Δημητρίου Λινού και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

   Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Α - Ι Μ του Κωνσταντίνου, κατοίκου Παπάγου Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

   Της  καθής η κλήση - αναιρεσίβλητλης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της  Σταύρο Γαρδίκα.

   Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.  Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1082/2001 οριστική  του ίδιου Δικαστηρίου και 7980/2002  του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή του και τους από 8 Σεπτεμβρίου 2004 πρόσθετους λόγους αυτής. 

   Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1425/2004 απόφαση του Β2  Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, ως προς τους πρώτο και έβδομο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 18 Μαρτίου 2005 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

   Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.  Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις κατατεθείσες προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν του  αναιρεσείοντος  την παραδοχή των παραπεμφθέντων ως άνω λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

   Ο Εισαγγελέας πρότεινε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οπότε στην περίπτωση αυτή παρέλκει η έρευνα του έβδομου λόγου αυτής. Σε περίπτωση όμως, που η Ολομέλεια του Δικαστηρίου απορρίψει τον πρώτο λόγο αναίρεσης πρότεινε την απόρριψη και του έβδομου λόγου αυτής.

   Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

   Παραδεκτά εισάγονται στην τακτική ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου οι πρώτος και έβδομος λόγοι από τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ της από 16-9-2003 αίτησης  αναιρέσεως κατά της αριθ. 7980/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, οι οποίοι παραπέμφθηκαν κατ’ άρθρο 563 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ σε αυτήν, με την αριθ. 1425/2004 απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον.

   Με το άρθρο 8 εδ. α’ Ν. 3198/1955, ορίζεται ότι μισθωτοί συνδεόμενοι με σχέση εργασίας αορίστου διαρκείας, που συμπλήρωσαν 15ετή υπηρεσία, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο το 65ον έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες με τη συγκατάθεση του εργοδότη τους, δικαιούνται του ημίσεως της από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, οριζόμενης αποζημιώσεως, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς τους. Με το άρθρο 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κλπ ή από το Ν. 2112, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 Ν.Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 Ν. 1545/1985 και σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 Ν. 1876/1990. Με το άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφ. β’  του άρθρου 8 Ν. 3198/1955, ορίζεται ότι μισθωτοί υπαγόμενοι στην ασφάλιση, οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως συμπληρώσαντες τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν έχουν την ιδιότητα του  υπαλλήλου, να αποχωρήσουν λαμβάνοντες, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης του Ν. 2112 και με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν.Δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα  ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, τραπεζών κλπ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 άρθρ. 103 του Συντάγματος, όπως αυτές προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση έτους  2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 περ. ε Ν. 1256/1982, ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 άρθρ. 9 νόμου 1232/1982, είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται……ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες, είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή  την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος. Ενώ, με τη διάταξη του άρθρου 51 Ν. 1892/1990, με τίτλο «επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα» ορίζεται ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 6 Ν. 1256/1982, δηλαδή την προηγούμενη διάταξη, δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο…… δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, είτε στο σύνολο τους ή κατά πλειοψηφία. Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του καταστατικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που κυρώθηκε με το Ν. 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου η Τράπεζα αυτή έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία  και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις,  δεν μπορούσαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά  ποσόν που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, ποσοστό που αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 34 Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της. Περαιτέρω,  με το άρθρο 4 παρ. 1 του Καταστατικού της αναιρεσίβλητης ορίζεται ότι, πρωταρχικός σκοπός της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών και ότι με την επιφύλαξη του πρωταρχικού αυτού σκοπού η Τράπεζα στηρίζει τη γενική πολιτική της κυβέρνησης και με το άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α έως ζ του Καταστατικού της ορίζεται ότι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας είναι α) η χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική β) η άσκηση της πολιτικής της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι άλλων νομισμάτων, σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η κυβέρνηση ύστερα από διαβουλεύσεις με την τράπεζα γ) η κατοχή και διαχείριση των επισήμων συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας και του Δημοσίου και η ενέργεια πράξεων σε συνάλλαγμα, δ) η άσκηση εποπτείας των πιστωτικών  ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και Οργανισμών του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της οικονομίας, ε) η προώθηση και επίβλεψη της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων στ) το αποκλεισμό προνόμιο της έκδοσης τραπεζικών γραμματίων και ζ) η ενέργεια ως ταμία και εντολοδόχου του Δημοσίου. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω διατάξεων, με τις οποίες καθορίζεται ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, δεν περιλαμβάνεται η αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. στο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 Ν. 1892/1990, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, στο σύνολο της, ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και  συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν, κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου. Ενόψει όμως και των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη και των προνομίων που έχουν παραχωρηθεί σε αυτήν, από τη σύσταση της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, δεν είναι αυτή ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση εκ μέρους της των Τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου, ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως  ο αναιρεσείων υπάλληλος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, που αποχώρησε από την υπηρεσία της την 7-9-1999, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 Ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.  Η άποψη ότι ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημιώσεως με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας στην οικονομική ανακούφιση του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας, για λόγους γενικώτερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά το φορολογούμενο και στην περίπτωση των κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών (ΟΛ ΑΠ 33-34/1997, ΟΛ. ΑΠ 16-18/1992, Ολ. ΑΠ 39/1998),  ο  σκοπός δε αυτός δικαιολογεί τη θέσπιση ανωτάτου  ορίου στην προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση για τους μισθωτούς των Τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες ιδρύθηκαν και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής οικονομίας, αλλά και του γενικότερου συμφέροντος, με την παροχή στο κοινό δυνατοτήτων αποταμιεύσεως και πίστεως και άλλων υπηρεσιών σε χαμηλό κόστος και διευκολύνσεις (Ολ. ΑΠ 39/1998), δεν κρίνεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική στην προκείμενη περίπτωση κρίση, εν όψει του καθαρώς ιδιωτικού δικαίου χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως προς τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της .

   Συνακόλουθα το Εφετείο που αποφάνθηκε αντίθετα και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή της διαφοράς μεταξύ της αποζημίωσης που εδικαιούτο χωρίς τους προαναφερόμενους περιορισμούς και εκείνης που καταβλήθηκε σε  αυτόν, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 λόγος αναίρεσης, που παραπέμφθηκε όπως ελέχθη στην Ολομέλεια, ως αναγόμενος σε ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον. Παρέλκει δε η έρευνα του επίσης παραπεμφθέντος στην Ολομέλεια έβδομου λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ αναιρέσεως με τον οποίο τίθεται το ζήτημα, αν με την εκδοχή ότι η Τράπεζα της Ελλάδος υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και έχουν εφαρμογή οι προαναφερόμενες διατάξεις περιορισμού της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως, αντίκεινται οι διατάξεις αυτές στο άρθρο 1 παρ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).  Δέκα (10) όμως μέλη του Δικαστηρίου οι: Ιωάννης Βερέτσος, Αλέξανδρος Κασιώλας, Σπυρίδωνας Κολυβάς, Χρύσανθος Παπούλιας, Γεώργιος Βούλγαρης, Δημήτριος Λοβέρδος, Γεώργιος Φώσκολος, Ανδρέας Μαρκάκης, Φώτιος Καϋμενάκης και Σταύρος Γαβαλάς, έχουν την γνώμη ότι η αναιρεσίβλητη, Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., ως εκ του πρωταρχικού σκοπού της και των αρμοδιοτήτων της, όπως αναφέρονται παραπάνω, προβλέπονται από τα άρθρα 2 παρ. 1 εδ. α’ και 4 παρ. 1 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με το νόμο 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου και επαναλαμβάνονται με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 2548/1997, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει δημόσιους σκοπούς,  εμπίπτει, αδιακρίτως στις διατάξεις του άρθρου 51 ν. 1892/1990 και στον περιορισμό της, κατ’ άρθρα 8 εδ. α’ ν. 3198/1955, 5 παρ. 1 ν. 435/1976, αποζημίωσης των μισθωτών της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και  3 α.ν. 173/1967, όπως ισχύουν, 1 παρ. 1 και 2 ν.δ. 618/1970. Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, υπό τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.

   Μετά από αυτά (κατά την πλειοψηφούσα γνώμη) πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη αριθ. 7980/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης που ηττάται (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

   Αναιρεί την αριθμ. 7980/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

   Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση  στο ίδιο Δικαστήριο,  το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

   Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη  του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων εκατό (2100) ευρώ.

   Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2005. Και

   Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2006.

 

 

 

10