ΑΠ 357/2010

 

Έκτακτη (πρόσθετη) εισφορά υπέρ Κυνηγετικής Ομοσπονδίας του άρθρου 266 του ΝΔ 86/1969 για φιλοθηραματικούς σκοπούς -.

 

 

Δεν προβλέπεται επιβολή έκτακτης εισφοράς στα μέλη της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας (Κυνηγετικούς Συλλόγους) στο καταστατικό της ούτε μεταξύ των πόρων της καταλέγονται οι έκτακτες εισφορές. Η πρόβλεψη έκτακτης εισφοράς ως πόρος της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας είναι θέμα ερμηνείας του καταστατικού της. Το καταστατικό κυνηγετικής οργάνωσης του άρθρου 266 του ΝΔ 86/1969 αποτελεί σύμβαση. Παραβίαση των άρθρων 200 και 173 ΑΚ, επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων αυτών, παρότι διαπίστωσε έστω και έμμεσα την ύπαρξη καταστατικού κενού.

 

 

Αριθμός 357/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Των αναιρεσειόντων: 1. του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (σωματείου) με την επωνυμία «1ος Κυνηγετικός Σύλλογος Αιγάλεω» που εδρεύει στο Αιγάλεω και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Γ. Π. του Χ., δικηγόρου, κατοίκου Ιλίου Αττικής 3. Γ. Γ. του Σ., κατοίκου Καματερού Αττικής, 4. Δ. Θ. του Θ., κατοίκου Περιστερίου Αττικής 5. Γ. Π. του Φ., κατοίκου Περιστερίου Αττικής Θ. Ι. Κ. του Ε., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής και 7. Π. Γ. του Σ., κατοίκου Καματερού Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πετράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού (σωματείου) με την επωνυμία «Δ' Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδας και Νήσων - Δ' Κ.Ο.Σ.Ε » που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ηλία Μπεκιάρη και Ελευθέριο Σεραφείμ.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Νοεμβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2844/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3145/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2007 αίτηση τους ως και των από 6-7-2009 προσθέτων λόγων.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που .εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών κυρίων και προσθέτων λόγων αυτής.

 

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι παραστάντες πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Οι Κυνηγετικές Οργανώσεις οι θεσπιζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 266 του ΝΔ 86/1969 «Περί Δασικού Κωδικός» όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν. 177/1975, είναι: α) Οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι, β) Οι Κυνηγετικές Ομοσπονδίες και γ) Η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος. Τα της λειτουργίας εν γένει αυτών ρυθμίζονται με την κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 7 του ως άνω άρθρου, εκδοθείσα υπ' αριθ. 25234/1637/4-5-1976 (ΦΕΚ Β 640) απόφαση του Υφ/γου Γεωργίας, με την οποία καθορίζεται η εποπτεύουσα αρχή των ανωτέρω οργανώσεων και εγκρίνονται ως βασικά σχέδια Καταστατικών τα στην ίδια απόφαση διαλαμβανόμενα τοιαύτα. Συμπληρωματικώς εφαρμόζονται οι διατάξεις περί Σωματείων του ΑΚ, ως και οι διατάξεις του Δασικού Κώδικος. Στο Καταστατικό του Κυνηγετικού Συλλόγου ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 4 ότι τα μέλη του υποχρεούνται στην καταβολή του δι αποφάσεως του Υπ. Γεωργίας καθοριζομένου δικαιώματος εγγραφής και ετήσιας συνδρομής περαιτέρω δε «εις την καταβολήν εκτάκτου εισφοράς καθοριζομένης υπό της Γ.Σ. και εγκρινομένης από τον Υπ. Γεωργίας -(στη συνέχεια Νομάρχη και μετά την ισχύ του ν. 2240/1994 του Περιφερειακού Διευθυντή)- δια την προμήθειαν μεταφορικών μέσων προς διάθεσιν εις τους θηροφύλακας της περιφερείας του Συλλόγου των, ίδρυσιν εκτροφείου θηραμάτων, απόκτησιν ιδίας αυτών στέγης και δι' άλλους φιλοθηραματικούς σκοπούς» Πόροι δε της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας είναι, κατ' άρθρο 18 παρ. 2, οι υπό των μελών (Κυνηγετικών Συλλόγων) καταβαλλόμενες εισφορές (ποσοστό ετησίας συνδρομής κυνηγών), τα έσοδα εκ των ποικίλων δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων αυτής και οι δωρεές και παν εν γένει έσοδο, νομίμως αποκτώμενο. Παρατηρείται, επομένως, ότι περί επιβολής έκτακτης εισφοράς δεν γίνεται λόγος στο Καταστατικό της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας, ούτε μεταξύ των πόρων αυτής καταλέγονται οι έκτακτες εισφορές. Μνεία του όρου «πρόσθετοι εισφοραί» γίνεται στο άρθρο 9 παρ. 1 εν τέλει, ως ζητήματος για το οποίο δεν μπορεί να αποφασίσει το Δ.Σ. της Ομοσπονδίας, διότι είναι θέμα εμπίπτον στην αρμοδιότητα της Γ.Σ, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση εις βάρος τίνος θα ηδύναντο να επιβληθούν και για ποιους λόγους, που πάντως θα πρέπει να μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «φιλοθηραματικοί». Είναι, επομένως, θέμα ερμηνείας του Καταστατικού της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας αν μεταξύ των πόρων της προβλέπονται και έκτακτες εισφορές σε βάρος των μελών της Κυνηγετικών Συλλόγων χάριν φιλοθηραματικών σκοπών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., που ορίζουν το μεν πρώτο ότι «κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις», το δε δεύτερο ότι «οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη». Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει σι ην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή ιούς. Εξάλλου το εγκρινόμενο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 266 παρ. 3 και 7 του ν.δ.86/1969, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν. 177/1975, καταστατικό κυνηγετικού συλλόγου, όπως άλλωστε και οιουδήποτε άλλου σωματείου, αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες του εξ' αντικειμένου δικαίου (Α.Π. 77/1989). Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτους, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: «Η εναγόμενη είναι δευτεροβάθμιο κυνηγετικό σωματείο (ομοσπονδία) στο οποίο ανήκει διοικητικά και οργανικά το πρώτο ενάγον πρωτοβάθμιο σωματείο, μέλη του ΔΣ του οποίου είναι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων, ενώ ο πέμπτος είναι μέλος της εξελεγκτικής επιτροπής του και οι λοιποί ενάγοντες είναι απλά μέλη. Το πρώτο ενάγον σωματείο έχει ιδρυθεί από το έτος 1977 και το από 26-1-77 καταστατικό του είναι νόμιμα δημοσιευμένο στα βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών με α/α 6991, δυνάμει της 904/77 απόφασης του προαναφερθέντος δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του καταστατικού του τα μέλη του έχουν υποχρέωση να καταβάλουν τα δικαιώματα εγγραφής και ετήσιας συνδρομής που καθορίζονται από τον Υπουργό Γεωργίας καθώς και τις έκτακτες εισφορές, οι οποίες καθορίζονται από τη γενική του συνέλευση και εγκρίνονται από τον Υπουργό Γεωργίας (ήδη από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής) για φιλοθηραματικούς σκοπούς, ενώ με το άρθρο 27 παρ. 5 ο σύλλογος διαλύεται και όταν ο αριθμός των μελών του είναι κάτω των 50. Με την 34/9 - 10/3/02 απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, η καταβολή έκτακτης εισφοράς από τα μέλη της, δηλ. τα πρωτοβάθμια κυνηγετικά σωματεία, ανάλογα με την αριθμητική τους δύναμη, ανερχόμενη σε 3.500 δρχ. ισόποσο 10,27 ευρώ ανά μέλος, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το φιλοθηρικό της πρόγραμμα. Με βάση την απόφαση αυτή το πρώτο ενάγον μέλος της εναγομένης υποχρεούται να της καταβάλλει το ποσό των 84.193,46 ευρώ (28.688.921 δρχ) όπως ισχυρίζεται και δεν αμφισβητείται, λόγω του αριθμού των μελών του. Κατά τη λήψη της απόφασης αυτής από τα παρόντα μέλη της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και το ενάγον, ψήφισαν νόμιμα 48 μέλη και μετρήθηκαν 12 λευκά. Από το καταστατικό της εναγομένης προκύπτει ότι μέλη αυτής είναι οι πρωτοβάθμιοι κυνηγετικοί σύλλογοι της περιφερείας της, καθώς και ότι η γενική συνέλευση αυτής έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει για έκτακτη συνεισφορά των μελών της προκειμένου να εξυπηρετηθούν φιλοθηρικοί σκοποί (βλ. ιδίως άρθρο 9 του καταστατικού της σε συνδυασμό με την 543/95 γνωμοδότηση του ΝΣΚ). Η άνω αποφασισθείσα εισφορά εγκρίθηκε με την 2274/29-7-02 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής. Στη συνέχεια η γενική συνέλευση των μελών του πρώτου ενάγοντος με την 25/30-6-02 απόφαση της αποφάσισε την μη καταβολή της έκτακτης αυτής εισφοράς, όταν της ζητήθηκε από την εναγομένη. Μετά ταύτα ήρθη με την ΓΓ 978/30-3-05 απόφαση του Γενικού Γραμματέως της Περιφέρειας Αττικής η συνεργασία του πρώτου ενάγοντος με τις δασικές υπηρεσίες της περιφέρειας Αττικής, με αποτέλεσμα να παύσει αυτό να έχει την ιδιότητα του συνεργαζόμενου σωματείου, όχι όμως και του απλού κυνηγετικού σωματείου του ΑΚ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης ομοσπονδίας ότι δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά οι ενάγοντες, καθώς και ότι δεν έχουν έννομο συμφέρον, που νόμιμα επαναφέρονται, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον το άνω σωματείο εξακολουθεί να υφίσταται, αφού τα μέλη του είναι πάνω από 50 και δεν διαλύθηκε με δικαστική απόφαση και οι λοιποί ενάγοντες εξακολουθούν να είναι μέλη του, επιπλέον δε έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της άνω απόφασης. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης δεν αφορούσε τα μέλη των πρωτοβάθμιων σωματείων, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά τα μέλη της δηλ. τα πρωτοβάθμια σωματεία και περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητες της και τους σκοπούς της. Με την απόφαση αυτή δε, δεν κατέλυσε την διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των μελών της (πρωτοβαθμίων σωματείων), καθόσον κάτι τέτοιο θα συνέβαινε μόνο αν η απόφαση αφορούσε τα μέλη των πρωτοβαθμίων σωματείων και όχι τα μέλη της. Όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη αφού η απόφαση αυτή αφορούσε τα δικά της μέλη τα οποία έπρεπε να καταβάλουν την άνω εισφορά, από τους πόρους που διέθεταν, υπολογιζόμενη ανάλογα με τον αριθμό των μελών τους και δεν ήταν η ίδια για όλα, αφού τα ωφελήματα από την αξιοποίηση της (λ.χ. ορθολογική ανάπτυξη της θηραματοπανίδας, προνόμια ως προς την χορήγηση άδειας θήρας, αξιοποίηση των κυνηγοτοπίων με φιλοθηραματικά έργα, κατοχύρωση κυνηγετικής δραστηριότητας και επίλυση των κυνηγετικών προβλημάτων) είναι ανάλογα με τον αριθμό των μελών, έτσι ώστε και οι υποχρεώσεις να είναι ανάλογες με τον αριθμό των μελών. Εξάλλου με τη συμμετοχή του στην εναγομένη ομοσπονδία το πρώτο ενάγον αποδέχθηκε το καταστατικό της και τους σκοπούς της καθώς και ένα ανεκτό βαθμό, περιορισμού της ανεξαρτησίας του, που δεν θίγει βεβαίως την αυτονομία του. Επιπλέον η άγω απόφαση δεν αντίκειται στο άρθρο 179 ΑΚ, δηλ. δεν δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία των μελών της ομοσπονδίας ούτε υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ των υποχρεώσεων των μελών και των ωφελημάτων αφού η έκτακτη αυτή εισφορά επιβάλλεται αφενός με απόφαση της γενικής συνέλευσης στην οποία μετέχουν τα μέλη της εναγομένης και έχει σκοπό την βελτίωση των συνθηκών της κυνηγετικής δραστηριότητας, τα δε ωφελήματα, συνιστάμενα κυρίως στις διευκολύνσεις και τα προνόμια τα οποία απολαύουν ιδίως ως προς την χορήγηση αδειών θήρας και χρήση κυνηγοτοπίων, τα απολαμβάνουν όλα τα μέλη της εναγομένης. Τυχόν αντίθεση δε στο άρθρο 12 του Συντάγματος δεν αποδείχθηκε. Επομένως, οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η άνω απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας της εναγομένης, καθόσον από το καταστατικό της δεν προβλέπεται τέτοια έκτακτη εισφορά, ότι με την άνω απόφαση θίγεται η οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια του πρώτου ενάγοντος μέλους αυτού, ότι η απόφαση αυτή αντίκειται στο άρθρο 93 ΑΚ, καθόσον δεν δύναται με δική της απόφαση να δεσμεύσει η εναγομένη τα μέλη του πρωτοβάθμιου σωματείου, ότι αντίκειται στο άρθρο 179 ΑΚ γιατί δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του πρώτου ενάγοντος μέλους της ότι υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ της άνω εισφοράς και των ωφελημάτων που λαμβάνουν καθώς και ότι αντίκειται στο άρθρο 12 του Συντάγματος επειδή με την απόφαση αυτή υπάρχει επέμβαση στην οικονομική διαχείριση του πρώτου ενάγοντος και συνακόλουθα στην σωματειακή του ελευθερία και αυτονομία, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι». Από τις παραδοχές αυτές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο αν και αποδέχεται έμμεσα αλλά σαφώς την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας αλλά και κενών ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν η γενική συνέλευση της αναιρεσίβλητης κυνηγετικής ομοσπονδίας μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις, δυνάμει των άρθρων 4 παρ. 4 και 9 του καταστατικού της, για την επιβολή στα μέλη της έκτακτης εισφοράς προκειμένου να εξυπηρετηθούν φιλοθηρικοί σκοποί, αντί να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., κατέφυγε στις καταθέσεις των μαρτύρων, στο άρθρο 4 του καταστατικού του αναιρεσείοντος, καθώς στην 543/1995 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., εκ των οποίων έκυπτε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαίωμα επιβολής έκτακτης εισφοράς. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200, όπως με το δεύτερο κύριο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν οι αναιρεσειοντες. Πρέπει, επομένως ο δεύτερος κύριος λόγος της αναίρεσης να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3011/2005 απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Αναιρεί την 3145/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

 

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

 

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 1 Μαρτίου 2010.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

  

 

 

ΑΠΔ 26/2010 - Αίτηση για χορήγηση αντιγράφων ιατρικού φακέλου ασθενούς σε τρίτο για διαπίστωση τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος.
 

 

ΑΠΔ.27/2010 - Αίτηση για χορήγηση στοιχείων ιατρικού φακέλου ασθενούς σε τρίτο για δικαστική χρήση.