ΑΠ 1040/2011

Διαδοχικές συμβάσεις έργου στο Δημόσιο - Κατάταξη προσωπικού Δημοσίου ΝΠΔΔ και ΟΤΑ σε κενές οργανικές θέσης - Σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου - Αποδοχές - Επιδόματα - Προνομιακός τόκος (νόμιμος και υπερημερίας) των οφειλών του Δημοσίου - Συνταγματικότητα ρύθμισης - Αναίρεση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου -.

 

Αναγνωρίστηκε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου της ενάγουσας στο Δημόσιο συνιστούν μια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατάταξη και τοποθέτησή της στη συνέχεια σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης. Υπολογισμός οφειλόμενων αποδοχών από τις συμβάσεις, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς και αποδοχών και επιδομάτων αδείας και εορτών. Η διάταξη που προβλέπει προνομιακό υπέρ του Δημοσίου νόμιμο και από υπερημερία τόκο όταν αυτό έχει την ιδιότητα του οφειλέτη έναντι των ιδιωτών οφειλετών εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν αντίκειται σε συνταγματικές και υπερσυνταγματικές διατάξεις. Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κρίθηκε ότι το εφετείο που επεδίκασε τις αξιώσεις της ενάγουσας με τον νόμιμο τόκο και όχι με τον προνομιακό 6% παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου.

 

 

Αριθμός 1040/2011

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

B1' Πολιτικό Τμήμα

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

 

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

 

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Β. Χ., το γένος Ε. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Παυλάκη - Μόσχου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-10-2009 αίτησή του και τον από 8-3-2011 πρόσθετο λόγο.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 6-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου κύριου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου κύριου λόγου αυτής, καθώς και του από 8-3-2011 προσθέτου λόγου αναίρεσης.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, που υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατ' αυτής και καθιστά την μετά ταύτα ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και συνεπώς μπορεί να γίνει είτε ρητά με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά την άσκηση, όμως, της αναίρεσης δεν χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνο ρητή, κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 τρόπους, δηλαδή είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζόμενους τύπους όχι δε και σιωπηρά. Ειδικά ως προς το Δημόσιο τόσο για την αποδοχή απόφασης όσο και για την παραίτηση από ένδικο μέσο κατ' αυτής, άρα και από το ένδικο μέσο της αναίρεσης, απαιτείται, σύμφωνα με τα άρθ. 15 ΠΔ 671/1982 και 39§3 ν. 1884/1990, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 14§1 ν. 2227/1994, 5 και 6 Ν. 3086/2002 επιπλέον των προαναφερομένων διατυπώσεων, σύμφωνη γνώμη της εκεί αναφερομένης τριμελούς επιτροπής των Νομικών Υπηρεσιών και απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών.

 

Στην προκειμένη περίπτωση με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν την 26-4-2011, δηλ. 20 τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα για την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δικάσιμο της 17-5-2011 (άρθ. 570§1 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη προβάλλει την ένσταση του απαραδέκτου της ένδικης αίτησης, που ασκήθηκε, σημειωτέον, με κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου την 14-10-2009, λόγω αποδοχής της αναιρεσιβαλλομένης εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, συμμορφώθηκε εκουσίως προς την προσβαλλομένη απόφαση, καταβάλλοντας στην αναιρεσίβλητη με το 5152/24-9-2010 χρηματικό ένταλμα, μετ' αφαίρεση των αντιστοίχων κρατήσεων, τα επιδικασθέντα ποσά για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη. Η ένσταση αυτή πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι η προβαλλομένη αποδοχή της απόφασης του Εφετείου έγινε μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και η αναιρεσίβλητη δεν ισχυρίζεται ότι η αποδοχή αυτή, που υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, έγινε κατά τους τύπους του άρθ. 297 ΚΠολΔ, ούτε ότι τηρήθηκε γι' αυτήν η προβλεπομένη για το Δημόσιο ως άνω διαδικασία. Εξάλλου, σε συνάφεια και συνέχεια με τα προαναφερθέντα και λαμβανομένου υπόψη ότι η προβαλλομένη εκούσια συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης με την καταβολή στην αναιρεσίβλητη των επιδικασθέντων με αυτήν ποσών, γενομένη προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της και παραίτηση από την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (ενόψει και του ότι σε κάθε περίπτωση δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία), το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος έχει σύμφωνα με τα άρθ. 68, 73 και 566 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ έννομο συμφέρον για την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, προκειμένου ν' ανατραπούν οι δυσμενείς γι' αυτό συνέπειες, υφιστάμενο και κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης και επομένως η σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης, παραδεκτά υποβληθείσα ως άνω, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη.

 

 

ΙΙ. Κατά το άρθ. 562§2 περ. β' ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, πέραν των άλλων περιπτώσεων, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, η εξαίρεση δε αυτή αφορά κυρίως τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου των (κύριων) λόγων αναίρεσης λόγω μη προβολής στο Εφετείο σχετικών αιτιάσεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος, με την έφεσή του ή τις επ' αυτών προτάσεις του, πρέπει ν' απορριφθεί, διότι με τους λόγους αναίρεσης (και τον πρόσθετο λόγο) αποδίδονται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, δηλ. σφάλματα, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, προκύπτουν από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση.

 

 

ΙΙΙ. Με το ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ. α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 1 ν. 3320/2005 "§1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. §2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004. §3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. §5. Για τους κατατασσομένους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44'). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης". Στην προκειμένη περίπτωση: (Α) Με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ) η ενάγουσα αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι (1) με το από 20-12-2000 "ιδιωτικό συμφωνητικό" που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του Διευθυντή της Χημικής Υπηρεσίας Μυτιλήνης, ενεργούντος για λογαριασμό του εναγομένου και τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσλήφθηκε έκτοτε και ανέλαβε έναντι μηνιαίας αμοιβής 78.500 δρχ. (230,7 ) την καθαριότητα της ως άνω υπηρεσίας, τον καθαρισμό των οργάνων του εργαστηρίου της και τα καθήκοντα κλητήρα, η σύμβαση δε αυτή ανανεώθηκε διαδοχικά με 23 συμβάσεις έως την 31-5-2005 (2) ειδικότερα, μετά τις διαδοχικές ανανεώσεις και την απασχόλησή της μέχρι και τον Ιούνιο του 2003, με τ' αναφερόμενα στην συνέχεια "ιδιωτικά συμφωνητικά σύμβασης έργου" ανέλαβε τον καθαρισμό της ως άνω υπηρεσίας, απασχολουμένη 5 ώρες ημερησίως επί 5 ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή), έναντι συμφωνημένης αμοιβής 512,29 και για τα εξής χρονικά διαστήματα (α) με το από 19-8-2003 συμφωνητικό, για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2003 και με το από 1-10-2003 για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του ίδιου έτους (β) με το από 2-1-2004, για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2004 (γ) με το από 19-4-2004, για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, με το από 1-7-2004 για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, με το από 1-9-2004 για τον Σεπτέμβριο, με το από 1-10-2004 για τον Οκτώβριο, με το από 1-11-004 για τον Νοέμβριο και με το από 1-12-2004 για τον Δεκέμβριο του 2004 (δ) με το από 3-1-2005, για τον Ιανουάριο, με το από 1-2-2005 για τον Φεβρουάριο, με το από 1-3-2005 για τον Μάρτιο, με το από 16-5-2005 για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του έτους 2005, συνέχισε δε και για το χρονικό διάστημα από 1-6-2005 μέχρι 17-7-2005 (3) ύστερ' από αίτησή της προς το Γενικό Χημείο του Κράτους και σε εκτέλεση της 156/10-3-2005 απόφασης του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με την οποία συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο ΠΔ 164/2004, έτσι δε αναγνωρίσθηκε ότι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις έργου συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 20-1-2000 και εντεύθεν, με την 3018528/9827/6-9-2005 ανακοίνωση κατάταξης και τοποθέτησης προσωπικού σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δυνάμει της 3016427/8705/2-8-2005 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, εκδοθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, τοποθετήθηκε στη Χημική Υπηρεσία Μυτιλήνης, όπου υπηρετεί έκτοτε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης (4) κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 17-7-2005, δηλ. είκοσι τεσσάρων και ημίσεως μηνών, το εναγόμενο δεν κατέβαλε σ' αυτήν τις συμφωνημένες (δεδουλευμένες) αποδοχές συνολικού ύψους 12.551,1 , οφειλόμενες από τις ως άνω συμβάσεις, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως επίσης τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας και εορτών των ετών 2000 έως και 2005 συνολικού ποσού 6.735,3 , το οποίο άλλως οφείλει σ' αυτήν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με βάση τα περιστατικά αυτά η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 19.286,4 . (Β) Το Εφετείο Αιγαίου κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερ' από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, με την προσβαλλομένη 88/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα συνήψε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις έργου μερικής απασχόλησης, με τις οποίες ανέλαβε από την 20-1-2000 τον καθαρισμό της Χημικής Υπηρεσίας Μυτιλήνης αντί της εκάστοτε συμφωνηθείσας μηνιαίας αμοιβής, απασχοληθείσα μέχρι 17-7-2005, ότι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις κρίθηκαν από το ΑΣΕΠ με την 156/10-3-2005 απόφασή του, που δεν προσβλήθηκε, ότι συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, με αποτέλεσμα να τοποθετηθεί αυτή από το εναγόμενο με το 3018528/9827/6-9-2005 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους σε οργανική θέση που συστάθηκε με την 1057501/3425.001Γ/10-6-2005 ΚΥΑ στην Χημική Υπηρεσία Μυτιλήνης, ότι στην ενάγουσα δεν καταβλήθηκε από το εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως και 17-7-2005 ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός της για την προαναφερθείσα σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, ανερχόμενος σε 512,29 , λόγω μη θεώρησης των εκδοθέντων χρηματικών ενταλμάτων από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενόψει της τότε διαφωνίας του ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεών της, ότι εφόσον ήδη κρίθηκε από το ΑΣΕΠ ότι όλες οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μέρος των οποίων αποτελούν εκείνες του επιδίκου χρονικού διαστήματος (1-7-2003 έως 17-7-2005), συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (μερικής απασχόλησης), η μετατροπή δε αυτή των διαδοχικών συμβάσεων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου ανέτρεχε στην ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης της ενάγουσας και αυτή ακολούθως είχε καταταχθεί ως προσωπικό του εναγομένου σε συσταθείσα οργανική θέση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα να διατηρεί τις μισθολογικές αξιώσεις της για όλο το διάστημα των πιο πάνω διαδοχικών συμβάσεών της, οφείλονται από το εναγόμενο οι συμφωνηθείσες αποδοχές της για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, ανερχόμενες σε 12.551,1 , ότι η ενάγουσα δικαιούται επίσης, με βάση τις συμφωνημένες ως άνω μηνιαίες αποδοχές της (512,29 ), και τις αποδοχές και επιδόματα αδείας των ετών 2004 και 2005, καθώς και τα επιδόματα εορτών 2004 και 2005 και επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2005, που δεν καταβλήθηκαν από το εναγόμενο και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.817,59 , ενώ οι αντίστοιχες αξιώσεις για αποδοχές και επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών των υπολοίπων ετών έχουν παραγραφεί, συνολικά δηλ. η ενάγουσα δικαιούται για όλες τις παραπάνω αιτίες για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 17-7-2005 το ποσό των 15.368,69 . Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο, κατά τις εκεί διακρίσεις ως προς την έναρξη της τοκοφορίας κάθε μερικότερου ποσού. Με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης, καθώς και τον πρόσθετο λόγο που αποτελεί συμπλήρωση και διευκρίνιση αυτού (και ασκήθηκε νομότυπα, με κατάθεση δικογράφου στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, και εμπρόθεσμα με επίδοση αντιγράφου του στην αναιρεσίβλητη 30 τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την δικάσιμο, βλ. με αριθ. 7101Γ'/1-4-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Μυτιλήνης ... με τις από 4-4-2011 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και αποστολής ταχυδρομικής ειδοποίησης) το αναιρεσείον προσάπτει την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, δεχθέν κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, 103 του Συντάγματος και 1 ν. 3320/2005 ότι η αναιρεσίβλητη συνδεόταν εξαρχής με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, εξομοίωσε αυτήν αναδρομικά από τον χρόνο της αρχικής πρόσληψής της με τους μονίμους υπαλλήλους επιδικάζοντας σ' αυτήν τα κονδύλια των αποδοχών που αντιστοιχούν στην θέση, στην οποία εντάχθηκε το 2005, και όχι εφεξής (δηλ. από την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004), καθώς και αποδοχές και επιδόματα αδείας και εορτών, ενώ θα έπρεπε ν' απορρίψει ως νομικά αβάσιμες στο σύνολό τους τις ως άνω αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για όλο το πριν από την κατάταξή της, ως άνω, χρονικό διάστημα. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, πρώτος κύριος και πρόσθετος, πρέπει ν' απορριφθούν ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα οι οφειλόμενες σε κάθε περίπτωση, όπως και με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης γίνεται δεκτό, κατά την σύμβαση (συμφωνημένες) αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-7-2003 έως 17-7-2005, και όχι ως αντιστοιχούσες στην θέση, στην οποία τελικά κατετάγη, σε κάθε δε περίπτωση και ειδικότερα ως προς τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών των ετών 2004 και 2005 κατά τις ρητές διατάξεις του άρθ. 1 ν. 3320/2005 στην περίπτωση των συνδεομένων με το Δημόσιο κ.λπ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου κ.λπ., των οποίων οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 11 ΠΔ 164/2004 και οι οποίοι κατατάσσονται σε υφιστάμενες ή συνιστώμενες οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του ως άνω ΠΔ, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών (κατατασσομένων) λογίζεται για όλες τις συνέπειες, άρα και ως προς τις παραπάνω αξιώσεις, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και επομένως στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα οφείλονται, πέραν των συμφωνημένων αποδοχών, και όλες οι συναφείς παροχές (αποδοχές και επιδόματα αδείας και εορτών κ.λπ., άρθ. 4 και 5 α.ν. 539/1945, 3§16 ν. 4504/1966, 1 και 2 ν. 1082/1980, ΥΑ 19040/1981 κ.λπ.).

 

 

ΙV. Από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων Πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/04). Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6§1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28§1 Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 14§1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997) αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.ΑΠ 3/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του τις παραπάνω αξιώσεις επεδίκασε στην ενάγουσα αφενός με το νόμιμο τόκο και όχι, όπως όφειλε, προς 6%, θεωρώντας ότι η διάταξη του άρθ. 21 του ως άνω διατάγματος ως προς το ύψος του οφειλομένου από το Δημόσιο τόκου αντιβαίνει στις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, και αφετέρου από τα αναφερόμενα εκεί χρονικά σημεία, προγενέστερα της επίδοσης της αγωγής, και όχι απ' αυτήν. Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθ. 21 του ως άνω β.δ. και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος (και τελευταίος) κύριος λόγος αναίρεσης αληθώς μόνο από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

 

 

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την 134423/1993 ΥΑ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Αναιρεί την 88/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Μυτιλήνης) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

 

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

 

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2011.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ