ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΑΠ 1228/2019

 

Ευθύνη τράπεζας - Κώδικας Δεοντολογίας ΕΠΕΥ - Αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση - Ευθύνη παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες - Επένδυση σε ομόλογα - Αθέτηση καθήκοντος  ενημέρωσης -.

 

Αδικοπρακτική ευθύνη τράπεζας διότι διά των προστηθέντων της αθέτησε το καθήκον ενημέρωσης των επενδυτών συγκεκριμένων ομολόγων, το οποίο υπέχει βάσει του νόμου. Προστασία βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων κατά παράβαση των διατάξεων του Κανονισμού Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ. Προστασία καταναλωτή. Ευθύνη παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες. Παράλειψη ενημερώσεως των επενδυτών. Αθέτηση καθήκοντος διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη σχετικά με την ασφάλεια του κεφαλαίου του. Ζημία των επενδυτών, οι οποίοι προέβησαν στη σύναψη των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων ενεργώντας ως καταναλωτές.

 

 

 

 

Αριθμός 1228/2019

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1 Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και διακριτικό τίτλο «ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ», που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κωνσταντέλλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

 

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ... κατοίκων Καρπενησίου, 3) ..., 4) ..., 5) ... κατοίκων Αλμυρού, 6) ..., κατοίκου  Μάρκου Καρδίτσας,  ατομικώς και ως εκ διαθήκης μοναδική κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος και αποβιώσαντος ..., 7) ..., κατοίκου Παλαμά Καρδίτσας, 8) ..., 9)..., 10) ..., 11) ... κατοίκων Σκιάθου, 12) ..., 13) ... κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο και κατέθεσαν προτάσεις.

 

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η υπό στοιχείο 7 αναιρεσίβλητη ... του ...  παρίσταται ατομικώς και ως εκ διαθήκης μοναδική κληρονόμος του αρχικώς ενάγοντος και αποβιώσαντος και όχι η υπό στοιχείο 6  ... όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 459/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 662/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24/4/2018 αίτησή τους.

 

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν,  όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

I. Ο Λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΛ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους. ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε, ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο. τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων. γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως «αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη» νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλ. αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 156/2012). Για την ευδοκίμηση, όμως, του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε, στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία (σιωπηρή απόρριψη), ως προς όλα τα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 1586/2008).

 

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείουσες, προσάπτουν στο Εφετείο ότι: α) με το να μη λάβει υπόψη τους λόγους έφεσης, που αναφερόταν στις ρήτρες, που περιέχονται στις συνομολογηθείσες και συνυπογραφείσες, μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων, ένδικες, συμβάσεις, με τα παραρτήματα αυτών, με βάση τις οποίες θεμελίωναν καταλυτικούς της αποζημιωτικής τους ευθύνης, ισχυρισμούς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και, β) με την παράλειψή του ν' απαντήσει στους ίδιους, ως άνω, καταλυτικούς της αποζημιωτικής τους ευθύνης ισχυρισμούς, που διαλαμβανόταν στην ένδικη έφεσή τους, άφησε αδίκαστη τη σχετική, με την, κατά παραδοχή αυτών, απόρριψη της ένδικης αγωγής, αίτηση τους και. έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του ίδιου, ως άνω άρθρου. Ο λόγος, όμως, αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος, αφού τα όσα, ως άνω, επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, για τη θεμελίωσή του, αποτελούν αρνητικούς, της ένδικης αγωγής, ισχυρισμούς και όχι «πράγματα», υπό την προαναφερθείσα έννοια, ώστε, αφενός, με τη μη λήψη υπόψη αυτών, να ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, αφετέρου, με το ν' αφεθεί αδίκαστη η περί παραδοχής τέτοιων ισχυρισμών αίτηση, να ιδρύεται ο από τον αριθμό 9 του ίδιου, ως άνω, άρθρου αναιρετικός λόγος. Και τούτο, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας. του υπόψη λόγου, στο σύνολο του. αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αφενός, έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και, με το να δεχθεί τα αντίθετα, προς τα όσα αυτές υποστηρίζουν, τους απέρριψε «εκ του πράγματος», μη υποπίπτοντας, συνακόλουθα, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και. αφετέρου, με το να απορρίψει όλους τους λόγους της ένδικης έφεσης, όπως και αυτή (έφεση) στο σύνολο της δεν άφησε αίτηση αδίκαστη και, επομένως, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 9 του ίδιου, ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ.

 

II. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997. 12/1995). Για να είναι, όμως, ορισμένος αυτός ο αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες, επιπλέον, αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της (ΟλΑΠ 16/2006. 20/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτός εάν, εντεύθεν, παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των ερμηνευτικών ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 2061/2007).

 

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενες, επί λέξει, ότι: ".... η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης περί μη συνδρομής λόγου συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και εν ταυτώ εκτίθεται για παραβίαση, εκ πλαγίου, των διατάξεων του άρθρου 300 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 361 του ίδιου κώδικα, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή τους, στην περί συνυπαιτιότητας, έννοια των διατάξεων του άρθρου 300 ΑΚ. Τούτο δε, καθόσον, στο οικείο αιτιολογικό δεν παρατίθενται τα αναγκαία, ως αποδεδειγμένως, συντρέξαντα, πραγματικά περιστατικά περί της αδυναμίας των αναιρεσιβλήτων να προβούν για, αποδεδειγμένως, συγκεκριμένο λόγο, στην μέχρι το τέλος του έτους 2011 ρευστοποίηση των επιδίκων ομολόγων, παρότι είχαν πλήρη γνώση για τη βαθμιαία καθοδική πορεία της κεφαλαιακής αξίας του επιδίκου ομολόγου, λόγω της εκ μέρους μας, τακτικής, κατά μήνα ενημερώσεώς τους.». Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. διότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως. δηλαδή ποια. επιπλέον, περιστατικά έπρεπε ν αναφέρονται, συγκεκριμένα, στην προσβαλλομένη απόφαση, για την επάρκεια της αιτιολογίας της, τα οποία, κατά τις αναιρεσείουσες, λείπουν, από αυτή, ενώ με τις λοιπές αιτιάσεις του πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

 

III. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και. ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της. περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιΐκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο   επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ  18/2004). Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019).

 

Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε,Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/6.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007). ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή «Οι εταιρείες και ία καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.»... Τρίτη αρχή: «Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα Οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση,  τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν  τις κατάλληλες επενδυτικές  συμβουλές.». Τέταρτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες   και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς.»   ... Έβδομη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα  οφείλουν να  λειτουργούν μέσα στα  πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς».

 

Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επιδίκων συμβάσεων, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα, κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα Οφείλει να λαμβάνει υπόψη της. την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. 1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

 

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή. τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Αλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1738/2013).

 

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προ υφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015). Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του v. 2251/1994. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε προμηθευτή» -και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου «καταναλωτή» - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του «προμηθευτή» προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην «απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών». Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε «εμπορία υπηρεσιών από απόσταση», αφορούν, όμως -με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του «προμηθευτή», συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9Θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη, επί της ουσίας, εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: «... Οι εναγόμενες εταιρίες συναποτελούν το τμήμα «ALPHA PRIVATE ΒΑΝΚ», το οποίο αποτελεί τον κύριο φορέα υπηρεσιών "private banking" της πρώτης των εναγομένων. Σημειωτέον ότι, η δεύτερη των εναγομένων, οιονεί καθολική διάδοχος, δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», είναι θυγατρική της πρώτης των εναγομένων κατά 100%. Οι ενάγοντες, πελάτες της πρώτης εναγομένης τράπεζας, κατόπιν προτροπής στελεχών των εναγομένων εταιριών, στα οποία απευθύνθηκαν, προκειμένου να τους αναθέσουν το χειρισμό της επένδυσης των αποταμιεύσεών τους, στα πλαίσια ισάριθμων συμβάσεων παροχής επενδυτικών συμβουλών και λήψης/εκτέλεσης εντολών, κατέστησαν κύριοι ομολογιακών τίτλων με την ονομασία "ASPIS FINANCE PLS" και κωδικό 1 SIN. Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων, που γεννήθηκε στις 13/8/1931, συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, και η δεύτερη ενάγουσα, που γεννήθηκε στις 3/7/1939, σύζυγοι, τηρούσαν κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην εναγομένη τράπεζα. Στις 31/3/2006, υπεγράφη, μεταξύ της εναγομένης τράπεζας, της δικαιοπαρόχου της δεύτερης εναγομένης και των εναγόντων αυτών, η υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής επενδυτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Παράρτημα της εν λόγω σύμβασης ήταν ένα ερωτηματολόγιο για το επενδυτικό προφίλ του πελάτη. Κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου προέκυψε για τους ενάγοντες αυτούς συντηρητικό προφίλ. Στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασης αυτής, οι εν λόγω ενάγοντες, προέβησαν στην αγορά του λόγω ομολόγου και συγκεκριμένα, στις 4/4/2006 αγόρασαν ομόλογο ASPIS FINANCE PLC 10-2-2015 EUR με ISIN ..., ονομαστικής αξίας 3.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 3.054,64 ευρώ. Την ίδια ημερομηνία αγόρασαν ομόλογο ASPIS FINANCE PLC 10-2-2015 EUR, με ISIN .... ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 50.988,92 ευρώ. Στις 11/5/2006, αγόρασαν ομόλογο ASPIS FIANCE PLC 10-2-2015 EUR, με ISIN ..., ονομαστικής αξίας 139.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 140.545,28 ευρώ. Πέραν των αγορών του επιδίκου ομολόγου, προέβησαν και στις εξής τοποθετήσεις: την 4/4/2006 αγόρασαν ομόλογο PIREAUS GROUP UN PLC αξίας 101.155,75 ευρώ, ομόλογο EGNAΤΙA FINANCE FIN PLC. αξίας 150.990.63 ευρώ. στις 5/4/2006, αγόρασαν ομόλογο PIREAUS GROUP FIN PLC, αξίας 101.165.04 ευρώ, στις 10/4/2006, αγόρασαν ομόλογο ABG FINANCE INTL, αξίας 79.331,08 ευρώ, στις 12/4/2006, αγόρασαν ομόλογο PIREAUS GROUP FIN PLC, αξίας 301.757,61 ευρώ. Από την αγορά του επιδίκου ομολόγου μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2011 οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν τους τόκους αυτού και ενημερώνονταν τακτικά για τη πορεία των παραπάνω επενδύσεων τους, που ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι έγιναν κατόπιν εντολής τους. Στις 14/3/2011, ο πρώτος ενάγων, με επιστολή του προς την Τράπεζα, ζήτησε το κλείσιμο της παραπάνω σύμβασης παροχής επενδυτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπέγραψε την υπ' αριθμ. Ρ ./3-3-2011 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Με την από 14/3/2011 επιστολή του, ο ενάγων αυτός δήλωσε ότι έχει ελέγξει όλες τις χρεοπιστώσεις στα πλαίσια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης και αναγνώρισε ανεπιφύλακτα όλες τις κινήσεις του λογαριασμού αυτού. Ο τρίτος ενάγων απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από 1/4/1999, ως χειριστής ηλεκτρ. γερανού σε εταιρία επεξεργασίας χάλυβα, στο Τσιγκέλι Αλμυρού Μαγνησίας και από τις 9/7/1999 τηρούσε λογαριασμό ταμιευτηρίου στην εναγομένη τράπεζα, με συνδικαιούχους τους γονείς του, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων. Την 1/12/2004 υπεγράφη μεταξύ των παραπάνω εναγομένων και του τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων, η υπ' αριθμ. Ρ … Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Στις 10/8/2005, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν το επίδικο ομόλογο ASFIS FINANCE PLC 10-2-2015 EUR, με στοιχεία ISIN ..., ονομαστικής αξίας 28.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 28.112 ευρώ. Την 23/9/2005, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν ομόλογο της εταιρίας GAZPROM ΒΑΝΚ 23/9/2015 6,5 USD, με στοιχεία ISIN ..., αξίας συναλλαγής 91.999,50 ευρώ, το οποίο πώλησαν στις 20/5/2010. Στις 8/12/2004, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν ομόλογο ΕΜΡΟRΙΚΙ GROUP FINANCE 5-8-2004, αξίας συναλλαγής 104.701,63 ευρώ. το οποίο πώλησαν από 20/9/2005 έως 5/8/2009. Από την αγορά του επιδίκου ομολόγου και μέχρι το Νοέμβριο τους έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν κανονικά τους τόκους του συγκεκριμένου ομολόγου και ενημερώνονταν για την πορεία των επενδύσεων τους. Ο έκτος ενάγων, ηλικίας 76 ετών (συνταξιούχος), κατά την άσκηση της αγωγής και ήδη. στις 10/11/2013 αποβιώσας, ο οποίος κληρονομήθηκε στην ένδικη έννομη σχέση από την όγδοη των εναγόντων, ... δυνάμει της από  15/10/2013 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε από το Ειρηνοδικείο Καρδίτσας με το υπ' αριθμ. ./17-4-2014 πρακτικό του, τηρούσε τις αποταμιεύσεις που είχε συγκεντρώσει από πολλά έτη εργασίας στην Εμπορική Τράπεζα. Στις 10/5/2005, υπεγράφη μεταξύ των παραπάνω εναγομένων και των έκτου, έβδομης και όγδοης των εναγόντων, η υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Με την υπογραφή της σύμβασης, οι ενάγοντες αυτοί προέβησαν στις εξής αγορές του επιδίκου ομολόγου: α) Στις 10/5/2005, αγόρασαν το ομόλογο ASPIS FINANCE PLC 10-2-2015 EUR, με ISIN ..., ονομαστικής αξίας 363.000 ευρώ και αξίας διακανονισμού 365.031,54 ευρώ, με τρέχον κουπόνι και μέχρι τις 10/11/2005 3,475% και μετά την ημερομηνία αυτή με κουπόνι Euribor  τριμήνου πλέον 1,35%, β) στις 30/9/2005 αγόρασαν το επίδικο ομόλογο ASPIS FINANCE PLC 10-2-2015 EUR, με ISIN ..., ονομαστικής αξίας 4.000 ευρώ και αξίας διακανονισμού 4.031,74 ευρώ, με τρέχον κουπόνι και μέχρι τις 10/11/2005, 3,475% και μετά την ημερομηνία αυτή με κουπόνι Euribor τριμήνου πλέον 1,35%. Οι ενάγοντες αυτοί, στα πλαίσια λειτουργίας της ως άνω σύμβασης, προέβησαν σε αγοραπωλησίες αμοιβαίων κεφαλαίων και, δη, στις 4/10/2007, σε αγορά του προϊόντος ALPHA Διαθεσίμων Εξωτερικού, αξίας 11.076,16 ευρώ, στις 13/2/2008, σε αγορά προϊόντος ALPHA Τακτικού Εισοδήματος Ομολογιακό Διεθνές, αξίας 25 757.07 ευρώ και στις 26/5/2008, σε αγορά του ίδιου ως άνω ομολόγου ποσού 4.761,58 ευρώ, ενώ την 1/11/2006 προέβησαν στην αγορά του προϊόντος ALPHA COSMOS STARS ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ, αξίας 10.900 ευρώ. Από την αγορά του επιδίκου ομολόγου και μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν κανονικά τους τόκους του συγκεκριμένου ομολόγου και ενημερώνονταν για την πορεία των επενδύσεών τους. Ο ένατος των εναγόντων είναι συνταξιούχος του Ελληνικού Δημοσίου και πελάτης της εναγομένης τράπεζας από 15/10/1984. Στις 21/1/2005, υπεγράφη μεταξύ των παραπάνω εναγομένων και των ένατου, δέκατης, ενδέκατου και δωδέκατης των εναγόντων, η υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής   επενδυτικών υπηρεσιών και μέσω  του επενδυτικού του λογαριασμού, στις 23/11/2005, προέβησαν στην αγορά του επίδικου ομολόγου ASPIS FINANCE PLC 10-2-2015 EUR, με ISIN ..., ονομαστικής αξίας 197.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 199.426.44 ευρώ, με τρέχον κουπόνι, κατά την ημερομηνία αγοράς και μέχρι τις 10/11/2005, 3,647% και μετά τις 10/11/2005 επιτοκίου Euribor τριμήνου πλέον 1.35%, στις 9/2/2006, προέβησαν στην αγορά του προϊόντος EMPORIKI GROUP  FINANCE αξίας 53.836,13 ευρώ, στις 2/2/2007, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν ομόλογο CYPRUS POPULAR BANK 26/5/2016 EUR, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 50.556,47 ευρώ, με τρέχον κουπόνι, κατά την ημερομηνία αγοράς και μέχρι τις 26/5/2008 επιτοκίου 4,368% και μετά τις 26/5/2008 επιτοκίου EURIBOR τριμήνου, πλέον, 0.75%, στις 15/2/2007, οι ενάγοντες αυτοί αγόρασαν ομόλογο RS FINANCE (RSB) 16/9/2009, 6,825 EUR, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 51.859,79 ευρώ, με απόδοση 6.825% ετησίως μέχρι τη λήξη του τις 16/9/2009 και στις 27/6/2007, αγόρασαν ομόλογο MERRILL LYNCH & CO 30/5/2014, 4.407 EUR, ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ και ποσού διακανονισμού 100.053,98, με τρέχον κουπόνι κατά την ημερομηνία αγοράς 4.10 % μέχρι τις 30/8/2007. Πέραν των ανωτέρω τοποθετήσεων, οι ενάγοντες αυτοί είχαν αγοράσει και άλλα εταιρικά ομόλογα, όπως στις 27/1/2005 ομόλογο ABG FINANCE INTL 19/8/2004, ποσού 78.117,47 ευρώ, στις 28/1/2005 το ίδιο ομόλογο ποσού 311.220,34 ευρώ, στις 9/2/2006, αγόρασαν ομόλογο EMPORIKI GROUP FINANCE 5-8-2004, ποσού 53.836,13 ευρώ και στις 20/7/2006 αγόρασαν ομόλογο PIREAUS GROUP FINANCE 20 - 2006, ποσού 490.000 ευρώ. Από την αγορά του επίδικου ομολόγου και μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν κανονικά τους τόκους του συγκεκριμένου ομολόγου και ενημερώνονταν για την πορεία των επενδύσεών τους. Οι εναγόμενες, ανταποκρινόμενες σε αίτημα του ένατου ενάγοντος, απέστειλαν σε αυτόν την από 14/1/2009 επιστολή τους, στην οποία αναφέρονταν όλα τα προϊόντα του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος αυτού και αναφορικά με το επίδικο ομόλογο τα κάτωθι: "... ASPIS FINANCE PLC 10-2-2015 FRN, ονομαστικής αξίας ευρώ 197.000. Εκδότης είναι η ASPIS FINANCE PLC και εγγυητής η ASPIS BANK SA. Η εταιρία εκδόσεως του ομολόγου δεσμεύεται ότι η τιμή του θα επιστρέψει στο 100% της ονομαστικής αξίας στη λήξη του ή στην περίπτωση πιθανής προηγούμενης ανάκλησής του. Πρώτη ημερομηνία ανάκλησης του ομολόγου ορίζεται η 10/2/2010 και μετά από αυτή κάθε τρίμηνο. Το ποσό δεν είναι εγγυημένο σε περίπτωση πτώχευσης του εκδότη και εγγυητή. Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης FITCH η πιστοληπτική διαβάθμιση του εκδότη σήμερα είναι η Β-...Επισημαίνεται για τη δυνατότητα σύγκρισης ότι, σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης S & Ρ, το Ελληνικό Δημόσιο έχει πιστοληπτική διαβάθμιση Α-...». Στις 18/5/2005, υπεγράφη μεταξύ των παραπάνω εναγομένων και του δέκατου τρίτου και της δεκάτης τέταρτης των εναγόντων, η υπ' αριθμ. ... σύμβαση, παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Παράρτημα της εν λόγω σύμβασης ήταν ένα ερωτηματολόγιο για το επενδυτικό προφίλ του πελάτη. Κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου προέκυψε για τους ενάγοντες αυτούς συντηρητικό προφίλ. Στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασης αυτής, οι εν λόγω ενάγοντες προέβησαν στην αγορά των παρακάτω ομολόγων: α) στις 19/5/2005, αγόρασαν ομόλογο EGNATIA FINANCE PLC με αξία συναλλαγής 305.928,63 ευρώ, β) στις 20/5/2005, αγόρασαν αμοιβαίο κεφάλαιο  της εταιρίας MORGAN STANLEY, με αξία συναλλαγής 90.000 ευρώ, γ) στις 29/11/2005, αγόρασαν ομόλογο ASPIS FINANCE PLC 10/2/2015, αξίας συναλλαγής 90.150.31 ευρώ, σε αντικατάσταση του αμοιβαίου κεφαλαίου της εταιρίας MORGAN STANLEY και συγκεκριμένα του EURO STRATEGIC BOND, δ) στις 4/5/2006, αγόρασαν ομόλογο ALPHA CRETID GROUP PLC 21/2/2006, αξίας συναλλαγής 15.013.77 ευρώ, ε) στις 8/5/2006, αγόρασαν ομόλογο EGNATIA FINANCE PLC, αξίας συναλλαγής 13.226,72 ευρώ. στ) στις 10/11/2006, αγόρασαν ομόλογο ALPHA CREDIT GROUP PLC. αξίας  συναλλαγής 15.031,13 ευρώ, ζ) στις 9/8/2007, αγόρασαν ομόλογο ALPHA CRETID GROUP PLC. αξίας συναλλαγής ποσού 32.461,34 ευρώ, η) στις 12/2/2008, αγόρασαν ομόλογο ALPHA CREDIT GROUP   PLC, αξίας συναλλαγής 30.602.57 ευρώ, και θ) στις 14/8/2008, αγόρασαν ομόλογο EGNATIA FINANCE PLC, αξίας συναλλαγής 14.759,78 ευρώ. Από την αγορά ταυ επίδικου ομολόγου μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2011, οι ενάγοντες αυτοί εισέπρατταν τους τόκους και ενημερώνονταν για την πορεία των επενδύσεών τους.

 

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ως άνω επίδικο ομόλογο είχε εκδοθεί στις 10/2/2005, με την εγγύηση της τράπεζας με την επωνυμία «ASPIS BANK ΑΕ» (μετέπειτα «Τ-ΒAΝΚ ΑΤΕ») από τη θυγατρική αυτής "ASPIS FINANCE PLC", η οποία είχε συσταθεί, μόνον, προς το σκοπό έκδοσης του ομολόγου. Το συνολικό ποσό της έκδοσης ανήλθε σε 50.000.000 ευρώ. Το ομόλογο εισήλθε προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, ενώ το τοκομερίδιό του πληρωνόταν κάθε τρίμηνο με βάση το τρίμηνο επιτόκιο Euribor συν περιθώριο 1,35% μέχρι και τον Φεβρουάριο του έτους 2010 και ύστερα, σε περίπτωση μη ανάκλησης, προσαυξημένο κατά 1,30%. Προερχόταν από δευτερογενή αγορά και ήταν ομόλογο μειωμένης εξασφάλισης. Η διαβάθμιση από το Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης FΙTCH ήταν ΒΒ, που σύμφωνα με τον ίδιο Οίκο Αξιολόγησης καταδεικνύει μέτριες προοπτικές επιβίωσης. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες πριν την αγορά του ομολόγου, ούτε αναγράφονται στα προαναφερόμενα «αποδεικτικά εντολής συναλλαγής», τα οποία ήταν και τα μόνα έγγραφα, που τους παραδόθηκαν. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, το ομόλογο είχε καθοδική πορεία και υπήρξε υποβάθμιση του από ΒΒ κατά την έκδοσή του, σε Β, στις 3/11/2008, σε CCC+ στις 29/7/2009, σε CCC στις 3/11/2009 και σε C στις 22/12/2011, οπότε και αποσύρθηκε από τις διαβαθμίσεις. Επίσης, σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο 2006 της ASPIS BANK εγγυήτριας του ομολόγου, η Τράπεζα, το Δεκέμβριο του έτους 2005, είχε λάβει από το διεθνή οίκο αξιολόγησης FiTCH τις εξής διαβαθμίσεις: Μακροπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -ΒΒ+, Βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -Β, χρηματοοικονομική θέση -C/D. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ίδιου οίκου, με ημερομηνία δημοσίευσης ορισμών τον 12/2014, η μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της ASPIS BANK, ως ΒΒ, υποδεικνύει ότι υπήρχε αυξημένος κίνδυνος να διακόψει πληρωμές, ιδιαίτερα ως αποτέλεσμα δυσμενών οικονομικών αλλαγών ή μεταβολών της αγοράς. Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση, ως Β. υποδεικνύει κερδοσκοπικού χαρακτήρα πιστοληπτική ικανότητα και μέτριες προοπτικές για έγκαιρη αποπληρωμή χρηματοοικονομικών δεσμεύσεων και αυξημένη   ευπάθεια σε περίπτωση δυσμενών αλλαγών στις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συνθήκες, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Τέλος, η αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής θέσης της τράπεζας, ως C/D, υπεδείκνυε ότι επρόκειτο για μια τράπεζα με μία ή και περισσότερες προβληματικές πτυχές και αδυναμίες εσωτερικής ή και εξωτερικής προέλευσης. Η αξιολόγηση αυτή υπεδείκνυε. επιπλέον, ανησυχίες σε σχέση με τη κερδοφορία της, τα στοιχεία ισολογισμού της, τη διοίκηση και το περιβάλλον λειτουργίας της ή τις προοπτικές της.

 

Εξάλλου, στην αρχική σελίδα του ενημερωτικού σημειώματος για την έκδοση του εν λόγω ομολογιακού δανείου, αναφέρεται ότι η έκδοση είναι με την «αμετάκλητη εγγύηση» της ASPIS BANK και διευκρινίζεται ότι η εγγύηση αυτή αναφέρεται στην μειωμένης διασφάλισης εγγύηση. Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι ομολογιών εκδόσεως της ASPIS FINANCE θα ικανοποιούνταν, μόνον, εφόσον ικανοποιούνταν πλήρως οι προηγούμενοι τη τάξει πιστωτές της εγγυήτριας ASPIS BANK, δηλαδή μετά τους  πιστωτές της εγγυήτριας με διασφάλιση και μετά τους λοιπούς πιστωτές μειωμένης διασφάλισης που δεν κατατάσσονταν, όπως οι συγκεκριμένες ομολογίες. Σε περίπτωση δηλ. πτώχευσης, εκκαθάρισης κλπ. η Τράπεζα θα ικανοποιούσε πρώτα όλους τους λοιπούς πιστωτές της και έπειτα τους πιστωτές της ASPIS FINANCE. Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες ελάμβαναν μηνιαίως από τις εναγόμενες, υπό τον κοινό τίτλο "ALPHA PRIVATE ΒΑΝΚ", τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου, στην οποία αναγραφόταν η κατηγορία επένδυσης, η εκάστοτε αποτίμηση της, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής του ομολόγου, η αναλυτική κίνηση του τηρουμένου επενδυτικού λογαριασμού και οι τόκοι. Ακολούθως, με την από 28/12/2011 επιστολή της πρώτης εναγομένης προς τους ενάγοντες, ενημέρωσε αυτούς ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 25/1/17-12-2011 απόφασης της επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του ομολόγου «Τ- ΒΑΝΚ ΑΤΕ» (πρώην ASPIS BANK), η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ότι η ικανοποίηση των αξιώσεών τους από το ανωτέρω ομόλογο θα εξαρτηθεί από την πορεία και τα αποτελέσματα της ειδικής εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρίας και ότι ο ειδικός εκκαθαριστής καλούσε τους πιστωτές να αναγγείλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους μέχρι 10/2/2012. Επίσης, με βάση την με αρ. 26/17-12-2011 (ΦΕΚ Β 2856/17-12-2011) απόφαση της ίδιας επιτροπής, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της ως άνω εγγυήτριας του ομολόγου τράπεζας, μεταβιβάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", το οποίο κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τ - BANK ΑΤΕ». Στα μεταβιβαζόμενο στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονταν οι υποχρεώσεις μειωμένης διασφάλισης, αφού οι δανειστές μειωμένης εξασφάλισης ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης, μετά την ικανοποίηση των ενέγγυων πιστωτών. Σύμφωνα με την από 11/10/2012 έγγραφη δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας, οι πιστωτές μειωμένης διασφάλισης έπονται στη σειρά ικανοποίησης από όλους τους πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης για τους σκοπούς της εκκαθάρισης. Στην ανωτέρω έγγραφη δήλωση γίνεται ρητή αναφορά ότι αναμένεται ότι οι πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης θα ικανοποιηθούν πλήρως, σε αντίθεση με τους μειωμένης διασφάλισης. Η ίδια η εκδότρια τράπεζα, δια των εκκαθαριστών της. δηλώνει ότι λόγω της θέσης σε εκκαθάριση τόσο αυτής, όσο και της εγγυήτριας του τίτλου, η ικανοποίηση των κατόχων των ομολόγων έχει  καταστεί περιορισμένη, αν όχι αδύνατη. Ενόψει του γεγονότος ότι. βάσει της υπ' αριθμ. 26/1/17-12-2011 απόφασης, άρθρο 2, στοιχ. Β', στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της ASPIS BANK από το ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης, εκδόσεως της ASPIS FINANCE PLC, για κεφάλαιο ύψους 50 εκατ. ευρώ, αλλά και του ότι. από την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση από 11/10/2012 δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας αυτής εταιρίας, προκύπτει το απίθανο της εξόφλησης των μειωμένης εξασφάλισης πιστωτών, που έπονται στην τάξη όλων των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης, πλήρως καταδεικνύεται ότι από τη θέση σε ειδική εκκαθάριση της εκδότριας και της εγγυήτριας του ενδίκου ομολόγου εταιρίας, δεν υφίσταται διότι έχει αναιρεθεί, η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί εκ μέρους των εναγόντων και της αξίας όσων τίτλων περιλαμβάνονται στην περιουσία τους, η οποία είναι μηδενική. Έτσι, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του ομολόγου, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία, ίση με τα ως άνω χρηματικά ποσά που διέθεσαν για την αγορά τους έκαστος εξ αυτών, η οποία έχει συντελεστεί και άρα είναι παρούσα, απορριπτόμενου, ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόμενων ότι επίκειται η απόληψη των χρημάτων των εναγόντων από τη διαδικασία αναγγελίας αυτών στη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης της Τ - BANK. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι οι ενάγοντες, κατά τον χρόνο σύναψης των ως άνω συμβάσεων εξακολουθούσαν να υποβάλλονται στους ίδιους εκτεταμένους περιορισμούς, οι οποίοι στην ηλικία τους και ανάλογα του μορφωτικού επιπέδου που είχαν (ως αναφέρονται ανωτέρω), αποτελούν πλέον σταθερά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους. Οι περιορισμοί αυτοί αναγόμενοι στο επίπεδο της εκπαίδευσης των εναγόντων και στο περιεχόμενο των εμπειριών τους, προκαλούν στην συγκεκριμένη περίπτωση την εκ μέρους των τελευταίων αναμενόμενη εκδήλωση της αδυναμίας αυτών, να αντιληφθούν την ιδιότητα του ομολόγου και την βαθμίδα επενδυτικού κινδύνου αυτού. Σε κάθε περίπτωση, εάν οι εναγόμενες δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, είχαν δώσει εγγράφως στους ενάγοντες το ανωτέρω ενημερωτικό δελτίο της εκδότριας του ομολόγου, μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα και είχαν επιχειρήσει προφορικώς να τους αναπτύξουν τις δυσνόητες για τον μέσο άνθρωπο έννοιες αυτού, και να τους εξηγήσουν το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης, που περιγράφεται στο έγγραφο αυτό, είναι βέβαιο ότι αυτοί θα είχαν αρνηθεί να επιχειρήσουν την προτεινόμενη σε αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, προεχόντως. διότι δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν, ώστε να ελέγξουν, την μορφή και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πολύπλοκης συναλλακτικής σχέσης. Κατά μείζονα λόγο, οι ενάγοντες θα είχαν απορρίψει την επένδυση αυτή. σε περίπτωση που είχαν πληροφορηθεί ότι η διάθεση του εν-λόγου ομολόγου απαγορευόταν στην Ελλάδα και άτι η εναγομένη δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των ιδίων σε σχέση με το επενδυόμενο κεφάλαιο, διότι στην συγκεκριμένη συμβατική σχέση η αντισυμβαλλόμενη - εκδότρια ήταν μία εταιρία εδρεύουσα στο Λονδίνο. Με τα δεδομένα αυτά, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενες παρέλειψαν, όπως είχαν υποχρέωση, να ενημερώσουν σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία τους υπέδειξαν να επιχειρήσουν, με συνέπεια οι συγκεκριμένοι διάδικοι να μην έχουν κατανοήσει, τουλάχιστον, τους κινδύνους να υποστούν απώλεια του κεφαλαίου, οι οποίοι,    όπως αποδεικνύεται,  βασίμως συνδεόταν με μίας τέτοιας μορφής επιλογή εκ μέρους τους. Η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων, η οποία εκδηλώθηκε έναντι των εναγόντων, συνισταμένη στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης των εναγόντων - πελατών τους. σχετικά με την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με το Ν. 2396/1996. φέρνει την τράπεζα σε υπαίτια θέση έναντι των πελατών της, ακριβώς εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της από τις συναφθείσες συμβάσεις, κατά τα εκτιθέμενα και στην νομική σκέψη της παρούσας. Επιπροσθέτως, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά  των εναγομένων συνιστά, ταυτόχρονα και  παράβαση του τότε ισχύοντος ΚΔΕΠΕΥ  ΥΑ 12263/1997, δυνάμει των διατάξεων του οποίου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μίας τράπεζας, αν δεν επιμελείται της συμπληρώσεως σχετικού ερωτηματολογίου πριν την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, αν δεν εφιστά εγγράφως  την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει, με απολύτως σαφή τρόπο, τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων, όπως αναλύονται εκτενώς στα διαλαμβανόμενα της παραπάνω νομικής σκέψης. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται κι από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Κεφ. Β' αριθμ. 4 περ. γ' της Πράξης Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αρ. 2501/200 (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α' 277) «Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσομένων, ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (π.χ. συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσομένων, είτε αυτή προκύπτει από καταθέσεις είτε από επενδυτικά ή σύνθετα προϊόντα», ενώ σύμφωνα με το Κεφ. Γ της ίδιας Πράξης αρ. 1 ατοιχ. γ και δ. «Οφείλουν να γνωστοποιούν στους συναλλασσομένους πριν από τη σύναψη της σύμβασης, όλους τους όρους που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση και να τους παρέχουν πλήρες αντίγραφο μετά την σύναψη της. Χορηγούν στους πελάτες τους παραστατικά συναλλαγών, καθώς και ανάλυση των καταβολών που πραγματοποιούν οι συναλλασσόμενοι σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους από τόκους, προμήθειες, εφάπαξ έξοδα και φόρους - τέλη. Η ανάλυση αυτή παρέχεται το αργότερο με την επόμενη της συναλλαγής περιοδική ενημέρωση». Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για την πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων, ενισχύεται κι από το γεγονός ότι. καίτοι οι εναγόμενες όφειλαν, συμμορφούμενες προς τις αναληφθείσες συμβατικές τους υποχρεώσεις, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, να προσκομίσουν στους ενάγοντες το προμνησθέν ενημερωτικό σημείωμα εκδότη, προκειμένου να ενημερωθούν πλήρως κι εμπεριστατωμένα για το επενδυτικό αυτό προϊόν, επεξηγούμενο απαραιτήτως από τους έχοντες εξειδικευμένες γνώσεις αλλά και σχετική εμπειρία υπαλλήλους αυτών, όχι, μόνον, παρέλειψαν να το κάνουν, αλλά, το πρώτον, ενημέρωσαν τον ένατο των εναγόντων για την εκδότρια και την εγγυήτρια του ένδικου ομολόγου, καθώς και για την αξιολόγηση αυτού, μόλις περί τα μέσα του έτους 2009. όταν αυτός ζήτησε την ανάληψη των χρημάτων του για την κάλυψη προσωπικών του αναγκών και ανακάλυψε ότι αυτά ήταν δεσμευμένα, πλέον του επιθυμούμενου από αυτόν χρονικού διαστήματος, τους, δε, λοιπούς των εναγόντων, μετά την επίδοση σε αυτούς της ως άνω επιστολής της πρώτης εναγομένης, με την οποία τους ενημέρωνε περί της ανακλήσεως της αδείας της εγγυήτριας του ομολόγου εταιρίας, οπότε και κατόπιν δικών τους αιτημάτων και ερευνών, έλαβαν γνώση του ενημερωτικού αυτού δελτίου, το οποίο, μάλιστα, στην αρχική του μορφή, συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα και με τους δυσνόητους χρηματοοικονομικούς όρους, αδυνατούσαν να κατανοήσουν, χωρίς τις αναγκαίες επεξηγήσεις από εξειδικευμένους συμβούλους επί των οικονομικών, στους οποίους προσέτρεξαν. Τότε, πλέον, οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν ότι η εκδότρια του ομολόγου εταιρία. είχε έδρα το Λονδίνο, ήταν θυγατρική σε ποσοστό 100% εταιρία της ASPIS BANK και είχε συσταθεί στις 16-11-2004 στην Αγγλία και την Ουαλία, ως δημόσια εταιρία περιορισμένης ευθύνης (Public Limited Company), διεπόμενη από το Αγγλικό Δίκαιο, ήτοι τον Companies Act 1985. Μέχρι του χρονικού αυτού σημείου, δε. οι προστηθέντες των εναγομένων, ήταν εντελώς καθησυχαστικοί έναντι αυτών για την εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, κάθε φορά που αυτοί. λαμβάνοντας ενημερωτικά σημειώματα για την πορεία της επένδυσης τους. ανησυχούσαν για την καθοδική πορεία του επιτοκίου. Σημειωτέον. ότι όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη σε μετάφραση ενημερωτική εγκύκλιο οι τίτλοι της ως άνω εταιρίας ήταν μειωμένης εξασφάλισης κυμαινόμενου επιτοκίου με λήξη το έτος 2015. και πλέον των όσων έχουν, ήδη. αναφερθεί σχετικά παραπάνω, τονίζεται από ανωτέρω έγγραφο ότι «Η επένδυση στους τίτλους ενέχει ρίσκο». Η ως άνω. δε, εγκύκλιος κυκλοφόρησε στις 28.2.2005 και, ως εκ τούτου, ήταν γνωστή στους εναγομένους, που ασχολούνται με τις τραπεζικές υπηρεσίες σε αντίθεση με τους ενάγοντες, που δεν γνώριζαν ούτε όφειλαν να γνωρίζουν αυτό. αφού θα έπρεπε να τους παρασχεθούν από τους εναγομένους οι στοιχειώδεις πληροφορίες, σχετικά με τον κίνδυνο της συγκεκριμένης επένδυσης. Άλλωστε, οι ενάγοντες γι' αυτό εμπιστεύθηκαν τις εναγόμενες αφού ήταν γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμεναν ότι θα τους ενημέρωναν και θα τους προστάτευαν οπό τυχόν ατόπημα ή λανθασμένη επιλογή. Πληροφορίες για τη συγκεκριμένη επένδυση δεν θα μπορούσαν να έχουν οι ενάγοντες, αφού για το συγκεκριμένο ομόλογο δεν είχε εκδοθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο, ούτε είχε διαβιβαστεί σε κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. ./10.1.2013 έγγραφο της Προϊσταμένης Διεύθυνσης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στους όρους δε αναδοχής του ομολόγου, που αφορούσαν και την πρώτη εναγομένη, ως κύρια ανάδοχο, για την Ελλάδα, συμφωνήθηκε, ότι δεν θα προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως και ότι δεν θα πωλήσει ή προσφέρει δημοσίως κανέναν τίτλο σε κατοίκους της Ελλάδας και δεν θα συμμετάσχει σε οποιαδήποτε διαφήμιση ενημέρωση ή δήλωση στην Ελλάδα, με σκοπό την προσέλκυση κοινού της Ελλάδας στην αγορά ίων συγκεκριμένων τίτλων. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι δεν επιτρέπεται καμία δημόσια προσφορά των τίτλων στην Ελλάδα, χωρίς την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικού φυλλαδίου, εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σύμφωνο με όλες τις διατάξεις του νόμου 876/1979 και με το π.δ. 52/1992, το οποίο έπρεπε να είναι σύμφωνο με κάθε πράξη σχετική με τη δημόσια προσφορά των τίτλων και τη διάθεση τους στην Ελλάδα Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι δεν υποχρεούνταν στην έκδοση ενημερωτικού δελτίου για το εν λόγω ομόλογο και στην υποβολή προς έγκριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, διότι δεν επρόκειτο για προϊόν, που υπόκειτο σε δημόσια πρόσκληση, αλλά απευθύνονταν σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πλην. όμως, όπως προκύπτει οπό το άρθρο 3 του π.δ 52/1992, 6α έπρεπε να τηρηθεί η ως άνω δημοσιότητα, ενόψει του ότι ικανός αριθμός επενδυτών επένδυσαν στα ως άνω ομόλογα στη δευτερογενή αγορά. Από όλα. λοιπόν, τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς, μειωμένης εξασφαλίσεως, υψηλού κινδύνου, που είχε εκδοθεί από μία θυγατρική της εγγυήτριας εταιρία, χωρίς οικονομική δραστηριότητα, που συστήθηκε, με μοναδικό σκοπό την έκδοση ομολόγων. Τα επίμαχα ομόλογα αγοράστηκαν στη δευτερογενή αγορά, χωρίς να παρασχεθούν στους ενάγοντες καταναλωτές στοιχειώδεις πληροφορίες, αναφορικά με τα χαρακτηριστικά αυτών, ώστε να γίνει αντιληπτό από αυτούς το επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης. Πιο συγκεκριμένα, μοναδικό προσυμβατικό έγγραφο (το οποίο, μάλιστα, δεν φέρει και σε όλες τις περιπτώσεις, την υπογραφή των εναγόντων καταναλωτών) αποτελεί η αίτηση , και (η απόδειξη αγοράς, στην οποία δεν αναφέρεται ο εκδότης του τίτλου (αλλά στη θέση αυτή αναφέρεται CORPORATE, ήτοι εταιρικό), η ημερομηνία έκδοσης του, η τρέχουσα τιμή αγοράς, η ύπαρξη ή μη εγγυητή, πιθανές ημερομηνίες ανάκλησης του αλλά ούτε το ύψος και το είδος του επιτοκίου του. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε επένδυση στο ως άνω ομόλογο ενείχε σοβαρούς κινδύνους αφού ούτε οι αποδόσεις του ήταν εγγυημένες και  πολύ περισσότερο το κεφάλαιο του. Οι ανώνυμες εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στις επενδυτικές  υπηρεσίες πρέπει είναι ιδιαίτερα προσεκτικές, να ενημερώνουν τους πελάτες τους για τους κινδύνους, τους οποίους ενέχει η επένδυση των καταθέσεων τους σε συγκεκριμένα ομόλογα, δεδομένου ότι οι ίδιες έχουν και την δυνατότητα και την ενημέρωση για την πραγματική λειτουργία αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως. οι εναγόμενες παρότι είχαν ενημέρωση, σχετικά με τα συγκεκριμένα επενδυτικό προϊόντα και γνώριζαν την πιθανότητα απώλειας των κεφαλαίων των επενδυτών, εντούτοις, δεν ενημέρωσαν τους ενάγοντες εγγράφως, σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία των συγκεκριμένων τίτλων, που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσαν προϊόντα της δευτερογενούς αγοράς μειωμένης εξασφάλισης, εκδοθέντα από μία αμφιβόλου προελεύσεως αλλοδαπή θυγατρική εταιρεία, διαπραγματευόμενα σε χρηματιστηριακή αγορά της αλλοδαπής, όπου, μάλιστα, η τελευταία αγοραπωλησία επί των εν λόγω ομολόγων. πραγματοποιήθηκε στις 8/2/2007, ενώ στις 15/2/2012 ανεστάλη οριστικά η διαπραγμάτευση αυτού και στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δεν υπήρξε ενδιαφέρον για τη διαπραγμάτευση αυτού στην εν λόγω οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά. Όπως προκύπτει, εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αλλά και από το ότι οι εναγόμενες συνομολογούν, μη ειδικώς αρνούμενες αυτό, οι προστηθέντες αυτών υπάλληλοι, ενημέρωναν τους ενάγοντες αορίστως και ασαφώς για τα συγκεκριμένα ομόλογα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αποτελούσαν ομόλογα της Τραπεζικής Εταιρίας ASPIS BANK και όχι της ως άνω θυγατρικής εταιρίας. Επίσης, δεν μερίμνησαν, πλην στην περίπτωση ίου πρώτου, δεύτερης, δέκατου τρίτου και δέκατης τέταρτης ίων εναγόντων, να λάβουν με τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου ή με άλλο έγγραφο μέσο, πριν προβούν στην παροχή οποιασδήποτε συμβουλής, τα απαραίτητα στοιχεία για την κατηγοριοποίηση τους και τη διαμόρφωση ίων παρεχομένων προς αυτούς πληροφοριών και συμβουλών, ούτως ώστε να είναι πλήρως ενημερωμένοι για τους επενδυτικούς τους στόχους (αρθ. 6, 2 βκ και γ ΚΔΕΠΕΥ).

 

Λόγω των ως άνω παραλείψεων των εναγόμενων, οι ενάγοντες πίστευαν πεπλανημένα ότι η επένδυση τους ήταν εξασφαλισμένη, τουλάχιστον,  ως  προς  το κεφάλαιο,  ενώ ο  κίνδυνος,  που αναλάμβαναν ήταν, μόνον, ως προς την απόδοση, επένδυση, που ήταν η μόνη, άλλωστε, συμβατή με το «συντηρητικό» προφίλ, στο οποίο κατηγοροποιήθηκαν οι πρώτος, δεύτερη, δέκατος τρίτος και δέκατη τέταρτη των εναγόντων, αλλά και ζήτησαν ρητά οι λοιποί ενάγοντες. Βέβαια, ο πρώτος ενάγων τυγχάνει συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, ο ένατος δάσκαλος, η δέκατη φαρμακοποιός, πλην, όμως, παρά το μορφωτικά τους επίπεδο, δεν ήταν γνώστες των χρηματοοικονομικών επενδύσεων, ούτε προσδίδουν σε αυτούς τέτοιες ιδιαίτερες γνώσεις, σχετικά με χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι αγορές από αυτούς των έτερων ομολόγων, που τηρούσαν στο χαρτοφυλάκιο τους, ως προαναφέρθηκε, καθότι αυτές είχαν γίνει μέσα στο επίδικο χρονικό διάστημα και μέσα στο ίδιο πλαίσιο εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς επένδυση του κεφαλαίου, που διέθεταν, γεγονός που δεν στοιχειοθετεί μακροχρόνια ενασχόληση με τα χρηματοοικονομικά, ώστε να τους προσδώσει την απαιτούμενη εμπειρία περί αυτών. Αλλωστε, τα άλλα ομόλογα στα οποία είχαν επενδύσει, δεν φέρονται να είχαν τα στοιχεία επικινδυνότητας και μειωμένης ασφάλειας, ως το επίδικο. Οι ενάγοντες, λοιπόν, υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή και πρέπει να τύχουν της προστασίας του ν. 2251/1994, καθότι δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ασχολούνταν συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας ούτε είχαν ιδιαίτερες γνώσεις από τέτοιου είδους συναλλαγές. Το γεγονός δε, ότι οι τρίτος έως δωδέκατη των εναγόντων, επέλεξαν τη σύναψη απλής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ήτοι χωρίς να συμπεριλαμβάνεται συμβουλευτική ευθύνη των εναγόμενων, αφενός, λόγω της επιθυμίας τους να προβαίνουν οι ίδιοι στην επιλογή των συναλλαγών των προϊόντων, χωρίς την παροχή από τους εναγομένους και τους προστηθέντες τους επενδυτικών συμβουλών και, αφετέρου, για την αποφυγή επιβάρυνσης τους με διαχειριστική αμοιβή, αλλά και το γεγονός ότι όλοι οι ενάγοντες υπέγραφαν όρο της μεταξύ αυτών των εναγομένων σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο «Ρητά συμφωνείται, ότι λόγω μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι Εταιρίες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής του Επενδυτή, δεν ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία του επενδυτή» και «Οι Εταιρίες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε .ευθύνη για την πιθανή ζημία, που τυχόν υποστεί ο Επενδυτής, από συναλλαγή που καταρτίσθηκε, ως αποτέλεσμα εκτελέσεως εντολής του, ο δε Επενδυτής ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε εντολή, που δίνεται προς τις Εταιρίες, είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των Εταιριών» (όροι 6.1, 6.2). δεικνύει ακριβώς την μη «επαγγελματική» ενασχόληση τους με τα χρηματοοικονομικά προϊόντα και την εμπιστοσύνη, που είχαν στους εναγόμενους αφού πίστευαν πεπλανημένα ότι τους προστάτευαν Επομένως, όλα τα περί εμπειρίας και γνώσης αυτών, ως επενδυτών, που αναφέρουν οι εναγόμενοι κρίνονται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμα. H αναλυτικά περιγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων αποτελεί, συγχρόνως και αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288, των διατάξεων του Ν 2251/1994 αλλά και του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ) σύμφωνα με όσα σχετικώς αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Επιπλέον, n συγκεκριμένη υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία της περιουσίας των εναγόντων, αφού. όπως αποδεικνύεται, αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε, χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τους τελευταίους της ενημέρωσης, που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσουν την μορφή και το περιεχόμενο και να αποφασίσουν οι ίδιοι, εάν θα επιλέξουν την προτεινόμενη προς αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, αναλαμβάνοντας, μέσω της επιλογής τους, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω λεχθέντα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι σχετικές ενστάσεις των εναγομένων: 1, Περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων, καθότι οι τελευταίοι, αφενός, επέλεξαν την επένδυση αυτή, αφετέρου, δεν ρευστοποίησαν το ομόλογο, όταν διέκριναν την καθοδική πορεία του επιτοκίου του και 2. περί ανυπαρξίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενεργειών τους και της ζημίας των εναγόντων, ή οποία οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην επερχόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση, που επακολούθησε την κρίση του τραπεζικού συστήματος, που ξεκίνησε από την Αμερική το έτος 2008. Τούτο, δε, καθότι, ως προειπώθηκε, η επιλογή του ομολόγου από τους ενάγοντες, έγινε κατόπιν προτροπής και παντελούς έλλειψης ενημέρωσης για τα χαρακτηριστικά του και την  επικινδυνότητα της επένδυσης από τους προστήθέντες υπαλλήλους των εναγομένων, οι οποίοι ήταν, επίσης, καθησυχαστικοί και αποτρεπτικοί της ρευστοποίησης αυτού, η οποία άλλωστε, ήταν αδύνατη, μετά το έτος 2007, οπότε και το ομόλογο έπαψε να διαπραγματεύεται στη Χρηματιστηριακή αγορά του Λουξεμβούργου. Επίσης, η απώλεια του κεφαλαίου των εναγόντων, λόγω της μηδενικής αξίας του ενδίκου ομολόγου, στο οποίο επένδυσαν τα κεφάλαια τους αυτά, δεν είναι απότοκος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που έπληξε το τραπεζικό σύστημα, αλλά συνδέεται αιτιωδώς με την κακή πορεία της εγγυήτριας αυτού τραπεζικής εταιρίας, θυγατρική της οποίας ήταν και η εκδότρια αυτού, ως φαίνεται από την προαναφερομένη αξιολόγηση αυτής, η οποία ήταν γνωστή στις εναγόμενες, ως ασχολούμενες με το τομέα των χρηματοοικονομικών, από το έτος 2005. Επίσης, ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι την ανυπαρξία οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ της ιδίας και των εναγόντων, αποδεικνύει η έλλειψη συμφωνηθείσας προμήθειας, αληθινός υποτιθέμενος, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω και δεν συνιστά ανυπαρξία της συνεργασίας μεταξύ τους, διότι, ακόμη και η προσδοκία προσέλκυσης πελατών ή η ενίσχυση των δεσμών συνεργασίας με τους. ήδη, υπάρχοντες, αποτελούν ένα είδος οικονομικού οφέλους, πέραν του γεγονότος, ότι. ως προκύπτει στη προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη υπήρξε ανάδοχος του εν λόγω ομολόγου, και. κατά συνέπεια, είχε ίδιο συμφέρον προς διάθεση αυτού. Αντιθέτως και εξ αντιδιαστολής των παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν δια των προστηθέντων τους ότι εγγυήτρια του ομολόγου είναι η «ASPIS BANK Α.Ε» (μετέπειτα Τ- BANK ΑΕ), εκδότρια αυτού η «ASPIS FINANCE PLC», ότι η δεύτερη είχε συσταθεί, μόνον, για την έκδοση του συγκεκριμένου ομολόγου, προς το σκοπό συγκέντρωσης κεφαλαίου για την πρώτη, καθώς και για τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του ομολόγου, δηλαδή ότι τούτο προερχόταν από δευτερογενή αγορά και ότι ήταν μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση ΒΒ, κατά μείζονα δε λόγο, δεν τους ενημέρωσαν. λαμβανομένης υπόψη και της παντελούς έλλειψης ικανότητας από αυτούς να προσεγγίζουν και αναλύουν χρηματοοικονομικά θέματα, ότι η ανωτέρω διαβάθμιση καταδείκνυε μέτριες προοπτικές επιβίωσης. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες επέλεξαν μόνοι τους. μεταξύ άλλων, το συγκεκριμένο ομόλογα, χωρίς συμβουλή και παρότρυνση των προστηθέντων των εναγομένων αλλά ότι οι εναγόμενες, όχι, μόνον, παρέλειψαν να προβούν στη δέουσα ενημέρωση των εναγόντων για την επισφάλεια της συγκεκριμένης επένδυσης, αλλά αντιθέτως, τους διαβεβαίωσαν ανακριβώς ότι δεν υφίσταται κίνδυνος απώλειας του  κεφαλαίου τους...». Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, αφενός, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές και. αφετέρου, διέλαβε στην απόφαση του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της πρόκλησης ζημίας στους,-ενάγοντες - καταναλωτές, του προσδιορισμού του ύψους της ως άνω ζημίας τους και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων και της προκληθείσας από αυτή ζημίας των εναγόντων, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

 

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν, με επάρκεια, το σαφές, ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη αναφέρει, με σαφήνεια και πληρότητα: α) τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία, β) Ότι η ως άνω συμπεριφορά ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση, άλλου γεγονότος και δη της, εκδηλωθείσας κατά το έτος 2008, παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, κρίνοντας ότι ήδη από το έτος 2005, δηλαδή, πολύ χρόνο πριν από αυτή (παγκόσμια οικονομική κρίση), η οικονομική κατάσταση της εγγυήτριας, τραπεζικής εταιρείας, θυγατρική της οποίας ήταν η εκδότρια των ενδίκων ομολόγων, ήταν κακή. μονίμως πτωτική και ότι, από τότε αυτή (η οικονομική κατάσταση), ήταν γνωστή στις εναγόμενες, γ) Ότι η ζημία των εναγομένων, συνίσταται στην αδυναμία αυτών να εισπράξουν, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή (προσβαλλομένη) λόγους, που αφορούν τη φύση των επίδικων επενδυτικών προϊόντων, το επενδεδυμένο κεφάλαιο τους, στο σύνολο του (και όχι στη χρηματιστηριακή του αξία) και, ειδικότερα, στην αδυναμία τους να το εισπράξουν κατά τον ορισθέντα χρόνο επιστροφής του. δ) Το ύψος αυτής της θετικής ζημίας των εναγόντων. Και ε) ότι οι ενάγοντες, προέβησαν στη σύναψη των ενδίκων επενδυτικών συμβάσεων ενεργούντες ως μέσοι καταναλωτές. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, (αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα), η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθ. 19. 1 και 19, 19, 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. με τους οποίους οι σναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ευθεία και εκ πλαγίου, παραβίαση των, αναφερομένων στην υπό στοιχείο III της παρούσας, ουσιαστικών νομικών διατάξεων.

 

IV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 662/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν οι τελευταίοι, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις τους (άρθρα 106, 176. 183 και. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

 

 

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Απορρίπτει την από 24-04-2018 αίτηση αναίρεσης της 662/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

 

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2019.

 

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ