ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΕφΠατρών 83/2020

 

Σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό - Σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως - Πρόσθετες πράξεις αύξησης της πίστωσης -.

 

Η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού διαφέρει από τη σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως. Ωστόσο οι δυο συμβάσεις μπορούν να συνυπάρχουν και παρέχουν με τον συνδυασμό τους την ευχέρεια στον συμβαλλόμενο με την τράπεζα αφενός να κάνει χρήση της πιστώσεώς του και αφετέρου να μειώσει την οφειλή του. Αυτές μπορούν να λυθούν οριστικά αν δεν έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους ο χρόνος λήξης τους, αυτοδίκαια με τον θάνατο, την αφάνεια, την πτώχευση, ή κατόπιν καταγγελίας του ενός από τους συμβαλλομένους, ο οποίος δικαιούται να κλείσει οριστικά το λογαριασμό οποτεδήποτε το θελήσει απευθυνόμενος στον αντισυμβαλλόμενο που μπορεί να λάβει γνώση, οπότε το κατάλοιπο αυτού καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Η μη αναγραφή των ονομάτων και των προσωπικών στοιχείων των εναγόντων στην πρόσθετη πράξη αύξησης της πίστωσης δεν συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου, εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 83/2020

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ανδρέα Κακολύρη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Γαϊτάνη, Εφέτη και Ιωάννα Ζάσκα, Εφέτη-Εισηγήτρια και την Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια , στο ακροατήριο του, την 20η Φεβρουαρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

 

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) … και 2) …, αμφοτέρων κατοίκων Πατρών, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Διομήδη Αποστολόπουλου (Δ.Σ.Πατρών).

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA BANK Α.Ε.», εδρεύουσας στην Αθήνα , νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αντωνίου Παναγούλη (Δ.Σ.Αθηνών), με δήλωση, κατ'άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

 

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 8-4-2015 και με αριθμό κατάθεσης ./19-5-2015 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 279/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία απέρριψε την αγωγή.

 

Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Γραμματέα του ως άνω Πρωτοδικείου την από 16-6-2019 και με αριθμό κατάθεσης ./19-6-2019 έφεση τους, η οποία απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αριθμός κατάθεσης ./7-11-2019) και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, με επιμέλεια των εκκαλούντων, για την δικάσιμο που αναφέρεται ανωτέρω και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Η κρινόμενη έφεση κατά της με αριθμό 279/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών (τακτικής διαδικασίας), έχει ασκηθεί νομότυπα (με την καταβολή του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπομένης από την παράγραφο 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από την ημερομηνία δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1, 496, 498, 499, 511, 513 , 516 παρ.1, 517 και 518 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους τους έγγραφα, ότι έγινε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, περαιτέρω δε, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησης αυτής. Επομένως η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρ. 533 ΚΠολΔ).

 

Με την ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκηθείσα από 8-4-2015 και με αριθμό κατάθεσης ./19-5-2015 αγωγή τους κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης , οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν ότι τυγχάνουν μέλη του εδρεύοντος στη Πάτρα μη κερδοσκοπικού συλλόγου με την επωνυμία «Ε. Α.», σκοπός του οποίου είναι η πνευματική μόρφωση της νεότητας. Ότι δυνάμει της με αριθμό ./10-7-1997 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό , η εναγομένη τράπεζα χορήγησε στον εν λόγω σύλλογο πίστωση μέχρι του ποσού των 14.000.000 δραχμών , το όριο της οποίας αυξήθηκε , δυνάμει της από 27-10-1999 πρόσθετης πράξης , μέχρι του ποσού των 16.000.000 δραχμών, προκειμένου ο πιστούχος σύλλογος να προβεί στην αγορά σχολικών λεωφορείων. Ότι οι ενάγοντες συμβλήθηκαν ως εγγυητές στην ανωτέρω σύμβαση πίστωσης και στην πρόσθετη πράξη αύξησης της πίστωσης και εγγυήθηκαν την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της ως άνω πίστωσης, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με τον ανωτέρω πιστούχο, ως αυτοφειλέτες. Ότι , ακολούθως οι ενάγοντες υπέγραψαν ως εγγυητές την από 21-8-2001 πρόσθετη πράξη με την οποία αυξήθηκε το όριο της πίστωσης μέχρι του ποσού των 21.000.000 δραχμών, πλην όμως δεν δεσμεύονται από αυτήν , διότι δεν αναγράφονται σ ‘αυτήν τα ονόματα και τα προσωπικά τους στοιχεία. Ότι ο ανωτέρω σκοπός της χορήγησης της πίστωσης προς τον πιστούχο πραγματοποιήθηκε , προσκομίσθηκαν στην εναγομένη τα σχετικά τιμολόγια αγοράς και το ανωτέρω ποσό της πίστωσης των 16.000.000 δραχμών κατεβλήθη σε τρίμηνες τοκοχρεωλυτικές δόσεις , δυνάμει συμβατικού όρου στην από 27-10-1999 πρόσθετη αυξητική πράξη, αρχής γενομένης την 4-2-2000 και καταβληθείσας της τελευταίας δόσης την 5-11-2002, με αποτέλεσμα να επέλθει, λόγω εξοφλήσεως, η απόσβεση της οφειλής και η απαλλαγή του πρωτοφειλέτη και η ελευθέρωση των εγγυητών. Ότι, εν συνεχεία το ποσό της πίστωσης επαναχορηγήθηκε στον πιστούχο για άλλες χρήσεις και ανήλθε τελικώς στο ποσό των 900.000 ευρώ, δυνάμει άλλων πρόσθετων πράξεων, στις οποίες όμως οι ενάγοντες δεν έχουν συμβληθεί ως εγγυητές. Ότι η εναγομένη την 7-7-2014 τους κοινοποίησε την από 20-6-2014 πρόσθετη πράξη που συνυπέγραψε με τον πιστούχο για την διευκόλυνση της πληρωμής του συνολικού χρεωστικού υπολοίπου της αρχικής σύμβασης πίστωσης ύψους 525.392,78 ευρώ και ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί η εγγυητική ευθύνη τους και συνεχίζουν να ευθύνονται για την ανωτέρω αρχική σύμβαση πίστωσης έως του ποσού των 21.000.000 δραχμών και ήδη 61.628,76 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι δεν υφίσταται οφειλή τους από την με αριθμό ./10-7-1997 αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 14.000.000 δραχμών και από την από 27-10-1999 πρόσθετη πράξη , με την οποία αυξήθηκε το όριο της πίστωσης μέχρι του ποσού των 16.000.000 δραχμών, λόγω απόσβεσης διά εξοφλήσεως της οφειλής, καθώς και από την από 21-8-2001 πρόσθετη πράξη , με την οποία αυξήθηκε το όριο της πίστωσης μέχρι του ποσού των 21.000.000 δραχμών, λόγω μη συμμετοχής τους ως εγγυητών σ ‘ αυτήν και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη.

 

Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και επέβαλε στους ενάγοντες την δικαστική δαπάνη της εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες-εκκαλούντες, για τους λόγους που εκθέτουν στο δικόγραφο της έφεσης τους και που ανάγονται ειδικότερα σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», και 112 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση παροχής εγγύησης, για την εξασφάλιση απαιτήσεων από σύμβαση παροχής τραπεζικής πίστωσης, με ανοικτό λογαριασμό και αύξησης, στη συνέχεια, του ποσού της πίστωσης με νέα σύμβαση, που δεν καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής ευθύνεται για το κατάλοιπο του νομίμως κλεισθέντος λογαριασμού, παρά το ότι σ' αυτόν εισήλθαν και μη ασφαλιζόμενες με την εγγύηση του απαιτήσεις και είναι πιθανό, με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις. Τούτο δε διότι, ούτε η είσοδος στο λογαριασμό μη ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η τράπεζα τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται, μόνον, για το κατάλοιπο του λογαριασμού, στον οποίο έχουν εισαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση του απαιτήσεις (βλ. ΑΠ 1434/1999, ΕλλΔ/νη 2000. 706, ΑΠ 412/1999, ΕλλΔ/νη 1999. 1539). Η ενοχή για το κατάλοιπο, που προκύπτει από το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, γεννάται ανεξάρτητα από τα επί μέρους κονδύλια αυτού, όταν ο οφειλέτης υποσχέθηκε αφηρημένα, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή (ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006, δημοσ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1399/1997 ΕλλΔνη 39.343, ΑΠ 1524/1991 ΕλλΔ/νη 34. 313). Εξάλλου, στη σύμβαση του αλληλοχρέου λογαριασμού μπορεί να υπαχθεί και η σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως. Οι δύο αυτές συμβάσεις, αν και διαστέλλονται εννοιολογικά, μπορούν να συνυπάρχουν και έτσι, παρέχουν με το συνδυασμό τους, την ευχέρεια στον συμβαλλόμενο με την τράπεζα, αφενός να κάνει χρήση της πιστώσεως του και αφετέρου να μειώσει την οφειλή του. Αυτές μπορούν να λυθούν οριστικά, αν δεν έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους ο χρόνος λήξης τους, αυτοδίκαια με το θάνατο, την αφάνεια, την πτώχευση, ή κατόπιν καταγγελίας του ενός από τους συμβαλλομένους, ο οποίος δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ και 44 του ΝΔ της 13.7/17.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», να κλείσει οριστικά το λογαριασμό οποτεδήποτε το θελήσει, απευθυνόμενος στον αντισυμβαλλόμενο, που μπορεί να λάβει γνώση, οπότε το κατάλοιπο αυτού καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (ΕφΑΘ 539/2019, ΕφΑΘ 6480/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αγωγή με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα τυγχάνει μη νόμιμη στο σύνολο της. Και τούτο διότι , η τυχόν είσοδος στον ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό απαιτήσεων από μεταγενέστερες πρόσθετες πράξεις αύξησης της πίστωσης , τις οποίες δεν έχουν υπογράψει οι εγγυητές, ή οι τυχόν καταβολές κατά την διάρκεια της πίστωσης που υπερκαλύπτουν τις ασφαλιζόμενες απαιτήσεις και ισοσκελίζουν τον λογαριασμό , ουδόλως απαλλάσσουν τους εγγυητές από την ευθύνη τους για το τυχόν χρεωστικό υπόλοιπο που να προκύψει μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Ούτε , εξάλλου , η ικανοποίηση του σκοπού για τον οποίο χορηγήθηκε η πίστωση συνιστά νόμιμο λόγο απαλλαγής του πιστούχου και ελευθέρωσης των εγγυητών από την ευθύνη για την καταβολή του οριστικού καταλοίπου. Τέλος, η μη αναγραφή των ονομάτων και των προσωπικών στοιχείων των εναγόντων στην από 21-8-2001 πρόσθετη πράξη ουδόλως συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, αφού όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 849, 158, 159, 160 και 180 ΑΚ, αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα της δήλωσης βούλησης του εγγυητή είναι να έχει αυτή αποτυπωθεί επί εγγράφου , στο οποίο έχει τεθεί η ιδιόχειρη υπογραφή του εγγυητή, γεγονός που εν προκειμένω συντρέχει, όπως εξάλλου εκθέτουν και οι ίδιοι οι ενάγοντες στην αγωγή τους , χωρίς να αναιρείται η εγκυρότητα της από την μη αναγραφή των ονομάτων και λοιπών στοιχείων τους επί του εγγράφου, τα οποία εκ του νόμου δεν είναι αναγκαία για το κύρος της. Κατόπιν τούτων κρίνεται απορριπτέα η αγωγή ως μη νόμιμη , το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του , με τις ίδιες αιτιολογίες οδηγήθηκε στην αυτή κρίση και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη , ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Ως εκ τούτου , απορριπτόμενων των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να υποχρεωθούν οι εκκαλούντες ως ηττηθέντες διάδικοι στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), επίσης δε λόγω της ήττας των εκκαλούντων πρέπει κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου ποσού 150 ευρώ , που κατατέθηκε από αυτούς κατά την άσκηση της έφεσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 16-6-2019 και με αριθμό κατάθεσης ./2019 έφεση και

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ' ουσίαν.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλούντων , την δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης , για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από τους εκκαλούντες με την έφεση, παραβόλου.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε την 9-6-2020 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στην Πάτρα,  την 18 Ιουνίου 2020, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ