ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΔΠρΑθ 6816/2021

 

Αστική ευθύνη δημοσίου - Θάνατος κατά τη διάρκειας πλημμύρας - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης -.

 

Δεκτή αγωγή με την οποία ζητούνται ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στους ενάγοντες από τον θάνατο του υιού και εγγονού τους, ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια πλημμύρας, από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων των εναγομένων, ήτοι της Περιφέρειας Αττικής και του Ελληνικού Δημοσίου. Μη εκτέλεση αντιπλημμυρικών έργων και έργων ορεινής υδρονομίας. Αν τα εν λόγω έργα είχαν λάβει χώρα θα είχαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αποφευχθεί οι ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες της πλημμύρας. Προσδιορισμός των ποσών της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

 

Αριθμός Αποφάσεως 6816/2021

 

ΑΚΔ ΑΓ./2018

 

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 18ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020, με την εξής σύνθεση: Ελένη Αγγελική Λουκά, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Όλγα Μιμηκοπούλου, Πρωτοδίκη Δ.Δ., Γεωργία Βασιλική Σκούπα, Πρωτοδίκη Δ.Δ. Εισηγήτρια και γραμματέα το δικαστικό υπάλληλο Παντελή Καρταλά,

 

για να δικάσει την αγωγή με χρονολογία καταθέσεως 04.05.2018,

 

των: 1) ... και 5) ... εκ των οποίων οι μεν τρεις πρώτοι κατά σειρά εγγραφής τους στο δικόγραφο της αγωγής ενάγοντες καθώς και η πέμπτη κατά σειρά εγγραφής της στο δικόγραφο της αγωγής ενάγουσας παρέστησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Μπιτσαξή.

 

κατά των: α) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), με την επωνυμία «Περιφέρεια Αττικής», που εκπροσωπείται από τον Περιφερειάρχη της και παρέστη με δήλωση κατ άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου του ʼγγελου Κατσέλη και β) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παρέστη δια των δικαστικών πληρεξουσίων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δήμητρας Αθανασοπούλου, Ευφροσύνης Χριστοφίλου και Ελένης Τσιριγώτη.

 

Κατά τη συζήτηση οι παραστάντες διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και εζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και,

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία, σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο.

 

Η κρίση του είναι η εξής:

 

1. Επειδή, με την υπό κρίση αγωγή, όπως το αίτημα αυτής νομίμως μετετράπη από έντοκο καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με το νομίμως κατατεθέν στις 05.06.2020 υπόμνημα των εναγόντων, ζητείται να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου και Περιφέρειας Αττικής να καταβάλουν «αλληλεγγύως, εξ αδιαιρέτου και εις ολόκληρον» σε κάθε έναν από τους δύο πρώτους κατά σειρά αναγραφής τους στο δικόγραφο της αγωγής το ποσό του 1.000.000 ευρώ και σε κάθε έναν από τους υπόλοιπους ενάγοντες το ποσό των 100.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά ζητούν να τους καταβληθούν, κατ άρθρα 105 - 106 Εισ.Ν.Α.Κ., οι μεν δύο πρώτοι ως γονείς του ..., οι δε λοιποί ενάγοντες ως γιαγιάδες και παππούς του ..., ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που προεκλήθη σ αυτούς από το θάνατο του υιού και εγγονού τους, ο οποίος, στις 15.11.2017, έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της πλημμύρας που έλαβε χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Μάνδρας Αττικής, από κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων των εναγομένων.

 

2. Επειδή, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής ο παραστάς δικηγόρος των εναγόντων ανακοίνωσε στο Δικαστήριο το θάνατο του τέταρτου ενάγοντος, .  (όπως το όνομα αυτού διορθώθηκε τόσο με προφορική δήλωση στο ακροατήριο όσο και με το νομίμως κατατεθέν στις 05.06.2020 υπόμνημα των εναγόντων, αντί του εκ παραδρομής αναγραφέντος στο δικόγραφο της αγωγής .), προσκομίζοντας την ./29.10.2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών καθώς και το ./18.11.2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του θανόντος. Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο διέκοψε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 140 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) την πρόοδο της δίκης μόνον ως προς τον τέταρτο ενάγοντα, προκειμένου να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 141 του ιδίου Κώδικα διαδικασία.

 

3. Επειδή, οι ενάγοντες ομοδικούν παραδεκτώς στην υπό κρίση αγωγή, δεδομένου ότι η αξίωσή τους στηρίζεται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομική και πραγματική βάση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 115 του προαναφερθέντος Κώδικα. Περαιτέρω, νομίμως εχώρησε η συζήτηση της υποθέσεως απολιπομένης της εναγομένης Περιφέρειας Αττικής, διότι σε αυτήν εκοινοποιήθη νομίμως και εμπροθέσμως η ΚΛ./2018 κλήση για τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 13ης Νοεμβρίου 2019 (βλ. σχετικώς το από 18.01.2019 αποδεικτικό επιδόσεως της ανωτέρω κλήσεως της επιμελητού δικαστηρίων ...). Έκτοτε ηκολούθησαν οι εξής αναβολές της συζητήσεως της υποθέσεως: στις 13.11.2019 κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από τις παραστάσες δικαστικές πληρεξουσίες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για τη δικάσιμο της 26ης Φεβρουαρίου 2020, με κοινοποίηση του Πρακτικού Δημοσίας Συνεδριάσεως στην εναγόμενη Περιφέρεια Αττικής με τη διαταγή να προσκομίσει αυτή διοικητικό φάκελο (βλ. σχετικώς το από 13.12.2019 αποδεικτικό επιδόσεως του ανωτέρω Πρακτικού της επιμελητού δικαστηρίων ...) και στις 26.02.2020 αυτεπαγγέλτως λόγω συμμετοχής των δικαστικών υπαλλήλων σε δίωρες διακοπές εργασιών σύμφωνα με την ./21.02.2020 ανακοίνωση της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος για την παρούσα δικάσιμο, χωρίς να κλητευθούν εκ νέου τα διάδικα μέρη.

 

4. Επειδή, η ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Οι ενάγοντες με το υπό κρίση δικόγραφο περιγράφουν με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συνετέλεσαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, στο θάνατο από πνιγμό του .... Αναφέρουν, δηλαδή, ότι ο εκλιπών ανεχώρησε την 15η.11.2017 και ώρα 6:00π.μ. από την οικία των γονέων του, που βρίσκεται στα ʼνω Λιόσια Αττικής, για τον τόπο εργασίας του στις εγκαταστάσεις της εταιρείας «EDF EN SERVICES A.E.», που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Θήβας, οδηγώντας το Ι.Χ. με στοιχεία ΥΝΥ-. και μάρκας OPEL CORSA αυτοκίνητό του, επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού Ελευσίνας Θηβών, με κατεύθυνση τη Θήβα, στο ύψος δε της Μάνδρας Αττικής και ειδικότερα στο σημείο που το ρέμα Σούρες διέρχεται από γέφυρα της εν λόγω Εθνικής Οδού, το όχημά του παρεσύρθη από τα ορμητικά νερά του υπερχειλισμένου ρέματος, με αποτέλεσμα το πτώμα του να ανευρεθή τρεις ημέρες μετά στις εκβολές ποταμού στην Ελευσίνα Αττικής. Ως προς την ευθύνη των οργάνων των εναγομένων αναφέρουν τα εξής: αφ ενός αποδίδουν στα όργανα της εναγομένης Περιφέρειας Αττικής την παράλειψη διενέργειας αντιπλημμυρικών έργων και της διευθετήσεως των ρεμάτων Σούρες και Αγία Αικατερίνη στην περιοχή της Μάνδρας Αττικής, αφ ετέρου στην παράλειψη διενέργειας έργων δασοπονίας στο όρος Πατέρα της περιοχής Μάνδρας Αττικής, αρμοδιότητας των οργάνων του Υπουργείου Περιβάλλοντος. Τέλος, αποδίδουν παραλείψεις στα όργανα της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Τροχαίας Αττικής για τη μη λήψη των αναγκαίων προληπτικών μέτρων για την αντιμετώπιση του καιρικού φαινομένου με την ονομασία «Ευριδίκη», το οποίο έπληξε, μεταξύ άλλων, και το νομό Αττικής, το διάστημα 13.11.2017 15.11.2017, με κορύφωση αυτού του φαινομένου τις πλημμύρες της 15ης.11.2017 στην περιοχή της Μάνδρας Αττικής. Οι ισχυρισμοί αυτοί, όπως αναπτύσσονται και με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά τους, καθίστανται επαρκούντως σαφείς για τη στοιχειοθέτηση τόσο των πραγματικών περιστατικών όσο και της νομικής βάσεως της αγωγής.

 

5. Επειδή, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (Π.Δ. 456/1984, Α 164 Εισ.Ν.Α.Κ.) ορίζει στο άρθρο 105 ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. []» και στο άρθρο 106 αυτού, ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγούμενου άρθρου «εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Εξ άλλου, στο άρθρο 932 ΑΚ ορίζεται: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. [...] Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθή στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου ή νπδδ προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νπδδ ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφ όσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξ άλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νπδδ, πληρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (ΣτΕ 2669/2015, 2274/2014, 572/2013, 424/2012, 4133/2011, 1019/2008, 2741/2007, 2796/2006 7μ). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξεως, παραλείψεως ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου ή νπδδ, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 1413/2006 7μ). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε (Σ.τ.Ε. 596/2017, 2937/2009 κ.α.). Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικώς κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ 1370/2018, 596, 1414/2017, 1847/2016, 4097/2015, 1826/2014, 1219/2012, 473/2011, 322/2009 7μ, 334/2008 7μ, 1024/2005, πρβλ. ΑΠ 425/2006). Εξ άλλου, η διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου έχει ως προϋπόθεση την παρεμβολή άλλων μεταγενεστέρων όλως εξαιρετικών και απρόβλεπτων γεγονότων, ιδίως δε ενέργειες τρίτων προσώπων (ΣτΕ 2776/2016, 4410-22/2015, 3124/2011, ΑΠ 999/2010). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ανεξαρτήτως από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, που θέτουν υπόψη του οι διάδικοι και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 1581/2018, 596/2017, 2839/2017, 2669/2015, 266/2013). Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αποσκοπεί στην ηθική παρηγορία και την ψυχική ανακούφιση των μελών της οικογένειας του θανόντος, όσο αυτό είναι δυνατόν, από τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν κατά τον χρόνο του θανάτου του (ΣτΕ 3552/2014, 2986/2009). Επιπροσθέτως, με τη διάταξη του άρθρου 932 εδάφιο γ του Α.Κ. δεν ορίζεται ευθέως ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση. Κατά την έννοια όμως τη διατάξεως αυτής, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι με τον θανόντα συγγενείς που εδοκιμάσθησαν ψυχικώς από την απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου των οποίων στοχεύει η εν λόγω διάταξη (Σ.τ.Ε. 1405/2013, 2986/2009). Περαιτέρω, για τον υπολογισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος και το βαθμό της ψυχικής συγκινήσεως που ο θάνατος αυτός προκάλεσε στο συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας του θανόντος, αναλόγως της ηλικίας του, της προσωπικότητάς του, της καταστάσεως της υγείας του κ.λπ. (Σ.τ.Ε. 3329/2014, 1405/2013, 2100/2006 7μ. κ.α.). Επίσης, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν συναρτάται, κατ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη κάθε φορά περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου, ούτε, εξ άλλου, το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθός της επιδρά στον καθορισμό του ύψους αυτής (Σ.τ.Ε. 3839/2012 7μ., 4988/2012 κ.α.).

 

6. Επειδή, στο Κεφάλαιο Ε του ν. 3852/2010 (Α 87) με τίτλο «Αρμοδιότητες» και δη στο άρθρο 186 αυτού ορίζονται τα εξής: «Αρμοδιότητες Περιφερειών Ι.α. Τα όργανα των περιφερειών ασκούν τις Αρμοδιότητες τους σύμφωνα με τις Αρχές της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας. Η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους οριοθετείται από τις σχετικές διατάξεις των νόμων και των κανονιστικών διατάξεων της Διοίκησης. β. Κατά την άσκηση τους θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: Ι. Οι εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές που σχετίζονται με τις Αρμοδιότητες τους. II. Η ανάγκη συνεργασίας και συντονισμού με άλλες τοπικές ή δημόσιες Αρχές και οργανισμούς. [] II. Οι Αρμοδιότητες των περιφερειών, αφορούν τους τομείς: [] ΣΤ. Έργων - Χωροταξίας - Περιβάλλοντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως: 1. [] 2. [] 3. Ο σχεδιασμός, η μελέτη, η κατασκευή και συντήρηση συγκοινωνιακών, αντιπλημμυρικών, κτιριακών, ηλεκτρομηχανολογικών και λιμενικών έργων. 4. Η κατάρτιση προσχεδίων προγραμμάτων εκτέλεσης έργων. 5. [...] 6. [...] 7. [...] 8. [...] 9. [...] 10. [...] 11. Τα έργα που εκτελούνται από το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων χαρακτηριζόμενα ως έργα εθνικού επιπέδου (άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 679/1977 και άρθρο 59 του π.δ. 609/1985) τα οποία έχουν αμιγώς διάσταση επιπέδου περιφέρειας ή νομού. 12. Η διαχείριση ειδικών έργων περιφερειακού επιπέδου που έχουν εκτελεστεί από τις ΕΥΔΕ και περιέρχονται στις περιφέρειες. 13. [...] 14. [...] 15. Ο καθαρισμός και αστυνόμευση ρεμάτων και απαλλοτριωμένων χώρων παρά τα ρέματα. 16. [...] 17. [...] 18. [...] 19. [...] 20. [...] 21. Ο έλεγχος τήρησης περιβαλλοντικών όρων, προς εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος, κατά το άρθρο 26 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α). 22. Η επιβολή προστίμων για θέματα προστασίας περιβάλλοντος, κατά τις προβλέψεις των άρθρων 30 του ν. 1650/1986 και 4 του ν. 3010/2002. 23. Η ανάθεση εκπόνησης και η παρακολούθηση εφαρμογής Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Γ.Π.Σ.), Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 2508/1997. 24. [...] 25. Η παροχή γνώμης του περιφερειακού συμβουλίου κατά τη διαδικασία κατάρτισης των περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων. 26. Η εξειδίκευση των κατευθυντήριων γραμμών περιβαλλοντικής πολιτικής σε επίπεδο περιφέρειας. 27. Η μέριμνα συγκέντρωσης των γενικών πληροφοριών για την ποιότητα του περιβάλλοντος και τις ρυπογόνες δραστηριότητες στην περιοχή, καθώς και για τη λειτουργία του εθνικού δικτύου πληροφορικής για το περιβάλλον. 28. Η εισήγηση στο περιφερειακό συμβούλιο, με βάση περιβαλλοντικά κριτήρια, για την εξασφάλιση χρηματοδοτικών πηγών και την κατανομή των σχετικών πιστώσεων, καθώς και για προτάσεις μέτρων προς προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής και ιδιαίτερα των ευαίσθητων περιοχών (βιότοπων κ.λπ.). 29. [...] 30. [] 31. [...] 32. Η παροχή γνωμοδότησης, από το περιφερειακό συμβούλιο για Σχέδια Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων (Σ.Ο.Α.Π.), όταν η διαδικασία κινείται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. 33. Η σύνταξη, η παρακολούθηση της εφαρμογής και η αξιολόγηση των κανονισμών Διοίκησης και λειτουργίας και των σχεδίων διαχείρισης για προστατευόμενες περιοχές. 34. Η παρακολούθηση εφαρμογής Ειδικών Χωροταξικών Μελετών και ΖΟΕ. 35. [...] 36. [...] 37. [...] 38. Ο συντονισμός της υλοποίησης των προγραμμάτων εκτέλεσης έργων που προβλέπονται από τα γενικά πολεοδομικά σχέδια (Γ.Π.Σ.) και τις πολεοδομικές μελέτες. 39. Η έγκριση σημειακών - εντοπισμένων τροποποιήσεων των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων και των χρήσεων και όρων δόμησης αυτών, υπό την προϋπόθεση τήρησης των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 29 του ν. 2831/2000 (ΦΕΚ 140 Α), όπως ισχύει και υπό την προϋπόθεση, επίσης, ότι δεν εμπίπτουν σε ζώνη πεντακοσίων μέτρων από την ακτή, σε παραδοσιακούς οικισμούς, σε τοπία ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, σε αρχαιολογικούς χώρους, σε δάση και δασικές εκτάσεις και σε περιοχές προστατευόμενες βάσει διεθνών συνθηκών (π.χ. RAM-SAR) ή βάσει των άρθρων 18 και 19 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α), όπως ισχύει []». Περαιτέρω, στο άρθρο 210 του ανωτέρω νόμου με τίτλο «Μητροπολιτική περιφέρεια Μητροπολιτικές λειτουργίες» ορίζονται τα εξής: «Ι. Η μητροπολιτική περιφέρεια Αττικής και η μητροπολιτική ενότητα Θεσσαλονίκης της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ασκούν πλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 186 και Αρμοδιότητες μητροπολιτικού χαρακτήρα, στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος και του προϋπολογισμού που καταρτίζονται από το περιφερειακό συμβούλιο. Οι λειτουργίες μητροπολιτικού χαρακτήρα αφορούν τους τομείς περιβάλλοντος και ποιότητας ζωής, χωρικού σχεδιασμού και αστικών αναπλάσεων, μεταφορών και συγκοινωνιών, πολιτικής προστασίας και ασφάλειας, που υπερβαίνουν τα διοικητικά όρια δήμου και είναι οι εξής: Α. Τομέας περιβάλλοντος και ποιότητας ζωής, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως: 1. [] 5. Ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός διαχείρισης και η εποπτεία των ορεινών όγκων της Αττικής και Θεσσαλονίκης, με εξαίρεση τους εθνικούς δρυμούς και τα εθνικά πάρκα. [] 9. Οι Αρμοδιότητες για τα έργα του άρθρου 16 του π.δ. 69/1988. [] Δ. Τομέας πολιτικής προστασίας και ασφάλειας, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως: 1. Η εκπόνηση σχεδίων έκτακτης ανάγκης. 2. Η συγκρότηση και λειτουργία συντονιστικού μητροπολιτικού οργάνου για την πρόληψη και αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών 3. Η διαχείριση και εφαρμογή προγραμμάτων πολιτικής προστασίας. 4. Ο σχεδιασμός των αναδασώσεων και της αντιχειμαρρικής προστασίας και η μέριμνα για την κατάρτιση πολυετών προγραμμάτων περιφερειακού επιπέδου. []». Εξ άλλου, στο άρθρο 8 του ν. 4018/2011 (Α 215) με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων της Περιφέρειας Αττικής», ορίζονται τα εξής «1. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων των παραγράφων ΙΙ.Α.9 και ll.Γ.10 του άρθρου 210 του ν. 3852/2010, το μόνιμο και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό που υπηρετεί στις Διευθύνσεις: α) Οδικών Έργων Περιφέρειας Αττικής (Δ9), β) Υδραυλικών Έργων Περιφέρειας Αττικής (Δ10), γ) Κατασκευής Έργων Οδοποιίας (ΔΚΕΟ), δ) Κατασκευής Έργων Συντήρησης Οδοποιίας (ΔΚΕΣΟ) και ε) Κατασκευής Υδραυλικών Έργων (ΔΚΥΕ). καθώς και στο Αυτοτελές Τμήμα Κυκλοφορίας, Φωτεινής Σηματοδότησης και Τηλεματικής 2004 της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών. Μεταφορών και Δικτύων μετατάσσεται αυτοδικαίως τη 15η Οκτωβρίου του 2011 στην Περιφέρεια Αττικής, με ταυτόχρονη κατάργηση των αντίστοιχων θέσεων και υπηρεσιών [] 5. Η Περιφέρεια Αττικής υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τις πάσης φύσεως συμβάσεις που σχετίζονται με τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες. Με πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφεται από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και τον Περιφερειάρχη Αττικής, ορίζονται συγκεκριμένα και ανά σύμβαση: α) ο αριθμός της πιστοποίησης από την οποία και μετά αναλαμβάνει την πληρωμή η Περιφέρεια Αττικής και β) οι λοιπές λεπτομέρειες που αφορούν την ομαλή διαδοχή του εργοδότη στις υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις. Εκκρεμείς δίκες, στις οποίες διάδικο μέρος είναι η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, συνεχίζονται αυτοδικαίως από την Περιφέρεια Αττικής χωρίς άλλη διατύπωση. Αρμόδια για τη διοικητική επίλυση τυχόν διαφορών που έχουν γεννηθεί από πράξεις οργάνων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και αφορούν έργα για τα οποία έχει γίνει οριστική παραλαβή είναι τα αποφαινόμενα και τα γνωμοδοτικά όργανα αυτού. Πόροι της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, εγκεκριμένοι ή προς έγκριση, που αφορούν εκτέλεση συμβάσεων των υπηρεσιών της παραγράφου 1, μεταβιβάζονται υποχρεωτικά με μέριμνα των αρμόδιων οργάνων στην Περιφέρεια Αττικής. [] 7. Στο τέλος της παρ. Ill του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 (Α` 87) προστίθεται εδάφιο ως εξής: "Ειδικότερα οι αρμοδιότητες των παραγράφων II.Α.9 και 11. Γ. 10 του άρθρου 210 ασκούνται από την 1η Σεπτεμβρίου 2011."». Τέλος, στο άρθρο 7 του ν. 4258/2014 (Α 94) με τίτλο «Έργα αντιπλημμυρικής προστασίας» ορίζονται τα εξής: «1. Οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθώς επίσης και οι υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή της Περιφέρειας, μπορεί να μελετούν και να εκτελούν έργα διευθέτησης / αντιπλημμυρικής προστασίας και εργασίες συντήρησης σε υδατορέματα ή να τα αναθέτουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 2. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορεί να ανατίθενται οι ανωτέρω αρμοδιότητες - μελέτης, ανάθεσης και εκτέλεσης έργων διευθέτησης/αντιπλημμυρικής προστασίας και εργασίες συντήρησης - και στους ακόλουθους φορείς: 2.1. [] 2.2. στις οικείες Περιφερειακές Ενότητες, όταν το υπό μελέτη υδατόρεμα βρίσκεται εξ ολοκλήρου μέσα στα διοικητικά τους όρια και δεν αποτελεί κλάδο άλλου υδατορέματος, 2.3. στις οικείες Περιφέρειες, όταν το υπό μελέτη υδατόρεμα βρίσκεται εξ ολοκλήρου μέσα στα διοικητικά τους όρια και δεν αποτελεί κλάδο άλλου υδατορέματος.».

 

7. Επειδή, από τη συστηματική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Με τη θέση σε ισχύ του νόμου «Καλλικράτης» συνεστήθησαν οι Περιφέρειες ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και συγκεκριμένα ως φορείς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Β βαθμού. Στο πλαίσιο της αποτελεσματικότερης, ταχύτερης και επίκαιρης διευθετήσεως όλων των ζητημάτων που έχουν τοπικό περιφερειακό χαρακτήρα ένα μεγάλο εύρος αρμοδιοτήτων που έως τότε είχαν ανατεθεί είτε αυτοτελώς στις αποκεντρωμένες διοικήσεις είτε από κοινού στις ανωτέρω διοικήσεις και στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις μετεφέρθησαν συνολικώς στους νεοσυσταθέντες Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Β βαθμού. Περαιτέρω, αναγνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες λόγω πληθυσμιακής καλύψεως αλλά και συγκεντρώσεως εμπορικών οικονομικών πολιτιστικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στις Περιφέρειες Αττικής και Θεσσαλονίκης οι αντίστοιχες περιφέρειες έλαβαν το χαρακτήρα Μητροπολιτικής Περιφέρειας με επιπλέον αρμοδιότητες σε σχέση με τις λοιπές περιφέρειες της Χώρας. Μέρος των αρμοδιοτήτων της Μητροπολιτικής Περιφέρειας Αττικής είναι και η ιδιαίτερη μέριμνα για τη χωροταξία περιβαλλοντική προστασία οικιστική ανάπτυξη του γεωγραφικού τόπου που περιλαμβάνεται στα διοικητικά όρια της ανωτέρω Περιφέρειας, με ιδιαίτερη μέριμνα για ζητήματα δασικής προστασίας, διευθετήσεως υδατορεμάτων, κοίτης ποταμών, εκπονήσεως έργων δασοπονίας, υδροπονίας, αντιπλημμυρικών έργων και γενικότερα λαμβάνοντας όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα τόσο για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος του λεκανοπεδίου Αττικής όσο και για την προστασία του οικιστικού περιβάλλοντος αυτού με την επιμέλεια για την ορθή τήρηση των περιβαλλοντικών, πολεοδομικών, ρυμοτομικών και λοιπών κανόνων αναπτύξεως του οικιστικού και περιαστικού ιστού. Βάσει λοιπών αυτών των αρμοδιοτήτων, οι οποίες δεν αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής, αλλά κανόνες δικαίου απονέμοντες συγκεκριμένες εξουσίες και υποχρεώσεις προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής, αυτή υποχρεούται τόσο αυτοτελώς όσο και συνεργασία με τις δημοτικές άλλα και τις κρατικές (υπό την έννοια της γενικής Κυβερνήσεως) αρχές να συνεργάζονται για την ταχύτερη, αποτελεσματικότερη και επίκαιρη αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων που προκύπτουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Η εν λόγω συνεργασία δημοσίων φορέων δεν απεκδύει από τον εκάστοτε φορέα την ιδιαίτερη ευθύνη που έχει αυτός για την ορθή άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ειδικώς δε όταν οι συνθήκες επιτάσσουν την έγκαιρη μέριμνα αυτού όχι απλώς για την εκπόνηση αλλά κυρίως για την υλοποίηση συγκεκριμένων εγγειοβελτιωτικών έργων που απώτερο στόχο έχουν τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την ασφάλεια του συνόλου των πολιτών που διαβιούν στην εν λόγω Περιφέρεια. Αδικαιολόγητη δε καθυστέρηση τόσο ως προς την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών όσο και για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων εγγειοβελτιωτικών έργων εντός των ορίων της εν λόγω Περιφέρειας συνιστούν παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειες αλλά και παράλειψη υλικών ενεργειών, οι οποίες με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων των άρθρων 105 106 του ΕισΝΑΚ μπορούν να οδηγήσουν στην καταδίκη του εν λόγω φορέα σε καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, αντιστοίχως.

 

8. Επειδή, στο ν. 3013/2002 περί αναβαθμίσεως της Πολιτικής Προστασίας (Α 102), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (ήτοι μετά την τροποποίηση διατάξεων αυτού με το ν. 4249/2019, Α 73), ορίζονται τα εξής: στο άρθρο 1 «Σκοπός πολιτικής προστασίας 1. Η πολιτική προστασία της Χώρας αποβλέπει στην προστασία της ζωής, υγείας και περιουσίας των πολιτών από φυσικές (ταχείας ή βραδείας εξέλιξης), τεχνολογικές (συμπεριλαμβανομένων βιολογικών, χημικών και πυρηνικών συμβάντων) και λοιπές καταστροφές που προκαλούν καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, κατά τη διάρκεια ειρηνικής περιόδου. Στο πλαίσιο του ίδιου σκοπού περιλαμβάνεται η μέριμνα για τα υλικά και πολιτιστικά αγαθά, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και τις υποδομές της χώρας, με στόχο την ελαχιστοποίηση των συνεπειών των καταστροφών. 2. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού: α. εκπονούνται σχέδια και προγράμματα πρόληψης, ανά κατηγορία κινδύνου, λαμβάνονται μέτρα ετοιμότητας και αναλαμβάνονται δράσεις πρόληψης, ετοιμότητας, αντιμετώπισης και αποκατάστασης, β. αξιοποιείται το ανθρώπινο δυναμικό και χρησιμοποιούνται τα δημόσια και ιδιωτικά μέσα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, και []», στο άρθρο 2 «Έννοιες Ορισμοί 1.α. Καταστροφή νοείται κάθε ταχείας ή βραδείας εξέλιξης φυσικό φαινόμενο ή τεχνολογικό συμβάν στο χερσαίο, θαλάσσιο και εναέριο χώρο, το οποίο προκαλεί εκτεταμένες δυσμενείς επιπτώσεις στον άνθρωπο, καθώς και στο ανθρωπογενές ή φυσικό περιβάλλον. β. Η ένταση της καταστροφής καθορίζεται από το μέγεθος των απωλειών ή ζημιών που αφορούν στη ζωή, στην υγεία και στην περιουσία των πολιτών, στα αγαθά, στις παραγωγικές πηγές και στις υποδομές. 2. Κίνδυνος νοείται η πιθανότητα εκδήλωσης ενός φυσικού φαινομένου ή τεχνολογικού συμβάντος ή και λοιπών καταστροφών σε συνδυασμό με την ένταση των καταστροφών, που μπορεί να προκληθούν στους πολίτες, στα αγαθά, στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στις υποδομές μιας περιοχής. 3.α. [] γ. Περιφερειακή καταστροφή μεγάλης έντασης νοείται αυτή για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτείται η διάθεση δυναμικού και μέσων πολιτικής προστασίας και από άλλες περιφέρειες ή και από κεντρικές υπηρεσίες και φορείς. [] 4. Κατάσταση κινητοποίησης πολιτικής προστασίας είναι η ενεργοποίηση και η κλιμάκωση της δράσης του δυναμικού και των μέσων πολιτικής προστασίας σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, για τους σκοπούς της πολιτικής προστασίας και ειδικότερα για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών από καταστροφές ή και για τον έλεγχο και περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων, που σχετίζονται με τους αντίστοιχους κινδύνους. Η κατάσταση κινητοποίησης πολιτικής προστασίας διακρίνεται σε: α. Κατάσταση ετοιμότητας πολιτικής προστασίας, λόγω τεκμηριωμένου κινδύνου, στην οποία περιλαμβάνεται η κλιμάκωση της ετοιμότητας του δυναμικού και των μερών πολιτικής προστασίας, κατά την εξειδίκευση που γίνεται στο σχεδιασμό ετοιμότητας, []», στο άρθρο 5 «Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Πολιτικής Προστασίας 1. [] 4. Το Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: [] δ. Ενημερώνει την κοινή γνώμη για απειλούμενους κινδύνους καταστροφών και παρέχει οδηγίες, κατά την εκδήλωση των φαινομένων, προς αντιμετώπιση των καταστροφών, με στόχο την ελαχιστοποίηση των συνεπειών τους. [] 5. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης των ανωτέρω καταστροφών, το Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Πολιτικής Προστασίας λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια του εικοσιτετράωρου.», στο άρθρο 6 «Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας 1. Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας έχει ως αποστολή τη μελέτη, το σχεδιασμό, την οργάνωση και το συντονισμό της δράσης για την εκτίμηση του κινδύνου, την πρόληψη, ετοιμότητα, ενημέρωση και αντιμετώπιση των φυσικών, τεχνολογικών και λοιπών καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, το συντονισμό των δράσεων αποκατάστασης, τον έλεγχο της εφαρμογής των ανωτέρω, καθώς και την ενημέρωση του κοινού για τα ζητήματα αυτά. [...] Στο πλαίσιο της ανωτέρω αποστολής στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας υπάγεται το Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο συνιστά τον επιχειρησιακό της βραχίονα. [όπως η παράγραφος αυτή αντικατεστάθη ως άνω με την παρ. 2 του άρθρου 104 του . 4249/2014], [] 4. Έχει την ευθύνη της τήρησης Ειδικού Φακέλου Καταστροφής για κάθε γενική, περιφερειακή ή τοπική μεγάλης έντασης καταστροφή, στον οποίο περιέχονται τα στοιχεία του συνόλου των ενεργειών, στο πλαίσιο του αντίστοιχου σχεδιασμού, για την αντιμετώπιση των καταστροφών κατά την εκδήλωση των φαινομένων, καθώς και για την αποκατάσταση των ζημιών. Στον ίδιο φάκελο εμπεριέχονται εκθέσεις απολογισμού δράσης των επιμέρους αρμόδιων φορέων και προτάσεις για βελτίωση των δράσεων σε περίπτωση αντιμετώπισης παρόμοιων φαινομένων, που ενσωματώνονται στην έκθεση απολογισμού δράσεων αναφορικά με τα προβλεπόμενα στον Ετήσιο Εθνικό Σχεδιασμό Πολιτικής Προστασίας που υποβάλλεται από τον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας προς το Κ.Σ.Ο.Π.Π.. Επίσης, περιλαμβάνονται στοιχεία που αφορούν την αποτύπωση της έκτασης και έντασης της καταστροφής και το εκτιμώμενο κόστος αποκατάστασης. Ο φάκελος καταστροφής ολοκληρώνεται με τη συμπλήρωση των οικονομικών στοιχείων που αφορούν το συνολικό κόστος για την αντιμετώπιση και την αποκατάσταση της καταστροφής μετά το πέρας των σχετικών διαδικασιών. 6. Καταρτίζει και συντονίζει το έργο της πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης των πολιτών στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας, τόσο σε επίπεδο γενικής ενημέρωσης όσο και σε αντίστοιχο παροχής ειδικών οδηγιών, προς αντιμετώπιση συγκεκριμένης καταστροφής ή κατάστασης έκτακτης ανάγκης. []», στο άρθρο 8 «Αρμοδιότητες Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας 1. Ο Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6 του παρόντος νόμου αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας, ασκεί και τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Συντονίζει και κατευθύνει το έργο της πολιτικής προστασίας για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση, κάθε μορφής, καταστροφών. [] δ. Εκδίδει τις αποφάσεις για την κήρυξη κατάστασης ετοιμότητας πολιτικής προστασίας και κατάστασης ανάγκης πολιτικής προστασίας, στις περιπτώσεις περιφερειακών και τοπικών καταστροφών μεγάλης και μικρής έντασης. Στην περίπτωση τοπικής καταστροφής μικρής έντασης μπορεί να εξουσιοδοτεί το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας ή τον οικείο Νομάρχη για την έκδοση των σχετικών αποφάσεων. [] στ. Εκδίδει την απόφαση της παραγράφου 2α του άρθρου 3 του παρόντος και συντονίζει τη διάθεση του αναγκαίου ανθρώπινου δυναμικού, των τεχνικών μέσων, καθώς και της βοήθειας που παρέχεται, από άλλες χώρες, για την αντιμετώπιση των καταστροφών. Συντονίζει, επίσης, τη διαδικασία κατάρτισης και υλοποίησης προγραμμάτων εκπαίδευσης των Ειδικευμένων Στελεχών Πολιτικής Προστασίας και []», στο άρθρο 10 «Καθορισμός Αποκεντρωμένων Οργάνων Πολιτικής Προστασίας Πέραν του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, ο οποίος έχει την ευθύνη του συντονισμού και της επίβλεψης του έργου της πολιτικής προστασίας σε ολόκληρη την επικράτεια, αποκεντρωμένα όργανα σχεδιασμού και εφαρμογής μέτρων πολιτικής προστασίας είναι: α. οι Γενικοί Γραμματείς των Περιφερειών, β. οι Νομάρχες και γ. οι Δήμαρχοι και οι Πρόεδροι των κοινοτήτων.», στο άρθρο 11 «Αρμοδιότητες Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας και σύσταση Διευθύνσεων Πολιτικής Προστασίας στις Περιφέρειες 1. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Συντονίζει και επιβλέπει το έργο της πολιτικής προστασίας για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών. Στο πλαίσιο της ίδιας αρμοδιότητας συντονίζει, επίσης, τη διάθεση του απαραίτητου δυναμικού και μέσων. [] 2. Στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνιστάται Διεύθυνση Πολιτικής Προστασίας, η οποία υπάγεται απευθείας στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. 3. Η ανωτέρω Διεύθυνση, η οποία είναι αρμόδια για το σχεδιασμό και την οργάνωση, σε θέματα πρόληψης, ενημέρωσης και αντιμετώπισης των καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, καθώς και για το συντονισμό όλων των υπηρεσιών της περιφέρειας, και του δημόσιου, ιδιωτικού δυναμικού και μέσων, για την εξασφάλιση της ετοιμότητας, την αντιμετώπιση των καταστροφών και την αποκατάσταση των ζημιών, συγκροτείται από δύο τμήματα: α. Τμήμα Σχεδιασμού και Πρόληψης, και []», στο άρθρο 12 «Αρμοδιότητες Νομάρχη Σύσταση Γραφείων Πολιτικής Προστασίας στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Συντονιστικό Νομαρχιακό Όργανο 1. Ο Νομάρχης ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Συντονίζει και επιβλέπει το έργο της πολιτικής προστασίας για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών, εντός των ορίων του νομού. [] ε. Έχει την ευθύνη της διάθεσης και του συντονισμού δράσης του απαραίτητου δυναμικού και μέσων για την πρόληψη, ετοιμότητα, αντιμετώπιση και αποκατάσταση των καταστροφών του νομού, [] 2. α. Στην έδρα κάθε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και κάθε Νομαρχιακού Διαμερίσματος συνιστάται, ως οργανική μονάδα, αυτοτελές Γραφείο Πολιτικής Προστασίας, το οποίο υπάγεται απευθείας στο Νομάρχη. β. Το ανωτέρω Γραφείο είναι αρμόδιο για το σχεδιασμό και την οργάνωση, σε θέματα πρόληψης, ενημέρωσης και αντιμετώπισης των καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και για το συντονισμό όλων των υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των Νομαρχιακών Διαμερισμάτων, καθώς και του δημόσιου, ιδιωτικού δυναμικού και μέσων, για την εξασφάλιση της ετοιμότητας, την αντιμετώπιση των καταστροφών και την αποκατάσταση των ζημιών. []», στο άρθρο 15 «Διάρθρωση Προσωπικό Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας [] 5. Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας λειτουργεί ως κατωτέρω: α. Το Γραφείο του Γενικού Γραμματέα, το Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων, οι Διευθύνσεις, τα Τμήματα και τα Γραφεία της Συντονιστικής Αρχής Πολιτικής Προστασίας, με το ωράριο των δημοσίων υπηρεσιών. β. Το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.) σε εικοσιτετράωρη βάση. γ. Σε περιπτώσεις κινητοποίησης της Πολιτικής Προστασίας, ύστερα από απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, τμηματικά ή ολόκληρη, η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας λειτουργεί σε δέκα-εξάωρη ή εικοσιτετράωρη βάρδια. [όπως η παρ. 5 προσετέθη με το άρθρο 116 του ν. 4249/2014]» και στο άρθρο 18 «[] 2. Οι κρατικοί και ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να μεταδίδουν, δωρεάν, σε περίπτωση γενικής, περιφερειακής ή τοπικής μεγάλης έντασης καταστροφής, τις οδηγίες προς τους πολίτες, που παρέχονται από το Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο του άρθρου 5 του παρόντος νόμου ή από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας προς αντιμετώπιση των καταστροφών και αποκατάσταση των ζημιών.».

 

9. Επειδή στο πδ 151/2004 (Α 107) με τίτλο «Οργανισμός Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας» ορίζονται τα εξής: στο άρθρο 1 «Γενική Αποστολή Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας έχει ως αποστολή: 1. Τη μελέτη, το σχεδιασμό, την οργάνωση και το συντονισμό της δράσης για την πρόληψη και αντιμετώπιση των φυσικών, τεχνολογικών και λοιπών καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, καθώς και την ενημέρωση του κοινού για τα ζητήματα αυτά. 2. Την προετοιμασία, κινητοποίηση και συντονισμό δράσης του δυναμικού και των μέσων πολιτικής προστασίας της χώρας για την αντιμετώπιση πιθανών κάθε μορφής καταστροφών στο πλαίσιο του υφιστάμενου σχετικού σχεδιασμού ανά κατηγορία κινδύνου. []», στο άρθρο 2 «Διάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας διαρθρώνεται ως εξής: 1. Γραφεία που υπάγονται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. 1.1. Γραφείο Γενικού Γραμματέα 1.2. Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων 2. Γενική Διεύθυνση Συντονισμού 2.1. Κέντρο Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας []», στο άρθρο 4 «Γραφείο Τύπου & Δημοσίων Σχέσεων Το Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση των πληροφοριών σε θέματα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, υπάγεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα και ασκεί τις εξής αρμοδιότητες: 1. Ενημερώνει την κοινή γνώμη για απειλούμενους κινδύνους καταστροφών και παρέχει οδηγίες, κατά την εκδήλωση των φαινομένων, προς αντιμετώπιση των καταστροφών, με στόχο την ελαχιστοποίηση των συνεπειών τους. 2. Παρακολουθεί, επισημαίνει και συλλέγει ειδήσεις και δημοσιεύματα που αφορούν σε θέματα πολιτικής προστασίας και ενημερώνει τον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. 3. Πληροφορεί τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για κάθε ενέργεια και δραστηριότητα της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας []», στο άρθρο 6 «Κέντρο Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας Το Κέντρο Επιχειρήσεων συντονίζει και διαχειρίζεται σε εθνικό επίπεδο τις δράσεις για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε περιπτώσεις κινητοποίησης πολιτικής προστασίας με στόχο την ελαχιστοποίηση των συνεπειών τους. Για το σκοπό αυτό: 1. Λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση με το αναγκαίο προσωπικό που αποτελείται από ειδικευμένα στελέχη πολιτικής προστασίας και επιτελικά στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, της ΕΛΑΣ, του Λιμενικού και του Πυροσβεστικού Σώματος. [] 7. Προβαίνει ως αρμόδια μονάδα σε άμεση αναζήτηση των απαραίτητων πληροφοριών για τον εντοπισμό της θέσης καλούντος στο 112 σύμφωνα με την Πράξη της Α.Δ.Α.Ε. «για την επεξεργασία κλήσεων έκτακτης ανάγκης για την παροχή πληροφοριών στους αρμόδιους για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης φορείς», όπως κάθε φορά ισχύει και τη γνωστοποίηση -ανάθεση των απαραίτητων στοιχείων στον αρμόδιο επιχειρησιακά φορέα έκτακτης ανάγκης. [όπως η ανωτέρω παράγραφος προσετέθη με το άρθρο 8- παρ. 1 περ. ιε του ν. 4070/2012 (Α 82)]», στο άρθρο 7 «Τμήμα Αξιολόγησης και Διαχείρισης Πληροφοριών Το Τμήμα Αξιολόγησης και Διαχείρισης Πληροφοριών: 1. Αξιολογεί επιχειρησιακά τις πληροφορίες που δέχεται το Κέντρο Επιχειρήσεων είτε σαν προειδοποίηση για επερχόμενο γεγονός, είτε σαν απλή ενημέρωση για γεγονός που προκύπτει αιφνίδια και καθ όλη τη διάρκεια του 24ώρου. 2. Διαχειρίζεται και ταξινομεί το ημερήσιο δελτίο συμβάντων που δέχεται από το Κέντρο Επιχειρήσεων 3. Εκδίδει, όταν απαιτείται, τους χάρτες προγνώσεως κινδύνου πυρκαγιάς, καθώς και δελτία άλλων επικινδύνων φαινομένων.», στο άρθρο 8 «Το Τμήμα Τρεχουσών Επιχειρήσεων και Γραμματειακής Υποστήριξης: 1. Εισηγείται τη λήψη μέτρων ετοιμότητας πολιτικής προστασίας και μέτρων έκτακτης ανάγκης. 2. Συντάσσει μνημόνια ενεργειών για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών που προωθούνται στο Κέντρο Επιχειρήσεων, σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς 3. Εξασφαλίζει μέσω του Επιστημονικού και Ερευνητικού Κέντρου Πολιτικής Προστασίας (Ε.Ε.ΚΕ.Π.Π), της Ε.Μ.Υ και των επιστημονικών φορέων την επιστημονική στήριξη και τεκμηρίωση όλων των σχεδίων και δράσεων 4. Αξιοποιεί τις προγνώσεις πρόδρομων φαινομένων (καιρικών και άλλων) φυσικών καταστροφών, με σκοπό την έγκαιρη κινητοποίηση του δυναμικού και των μέσων πολιτικής προστασίας για την αντιμετώπιση απειλούμενου κινδύνου καταστροφών, καθώς και για την ενημέρωση και παροχή οδηγιών προς τους Πολίτες σε συνεργασία με το Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων.», στο άρθρο 9 «Το Τμήμα Διαχείρισης του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Αριθμού Κλήσης Έκτακτης Ανάγκης "112" είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση της εφαρμογής της απόφασης 91/396/ΕΟΚ της 29.7.1991 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Αριθμού Κλήσης Έκτακτης Ανάγκης, την κατάρτιση, ανάθεση και παρακολούθηση της εκτέλεσης της Σύμβασης για την λειτουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Αριθμού Κλήσεων Έκτακτης Ανάγκης "112".», στο άρθρο 11 «Το Τμήμα Σχεδιασμού, Πρόληψης και Αντιμετώπισης Φυσικών Καταστροφών: 1. Συντάσσει τα γενικά σχέδια ανά κατηγορία κινδύνου των φυσικών καταστροφών (όπως οι σεισμοί, δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, κατολισθήσεις κλπ). Κατά την κατάρτιση των Σχεδίων συνεργάζεται με τα αρμόδια Υπουργεία, τους οικείους φορείς, ειδικούς εμπειρογνώμονες και επιστήμονες για την σύνταξη κανονισμών και προδιαγραφών προς πρόληψη των φυσικών καταστροφών. []» και στο άρθρο 25 «Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας λειτουργεί ως κατωτέρω: α. Το Γραφείο του Γενικού Γραμματέα, το Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων, οι Δ/νσεις και τα Τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Συντονισμού, με το σύνηθες ωράριο, όπως σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες. β. Το Κέντρο Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας σε εικοσιτετράωρη βάση. γ. Σε περιπτώσεις κινητοποίησης πολιτικής προστασίας, τμηματικά, κατά περίπτωση, ή ολόκληρη η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας σε δεκαοκτάωρη ή εικοσιτετράωρη βάρδια.».

 

10. Επειδή, στο ν. 4249/2014 (Α 73) ορίζονται τα εξής σχετικώς με τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας: στο άρθρο 105 «Διάρθρωση Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας- Σύσταση Συντονιστικής Αρχής Πολιτικής Προστασίας 1. Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας διαρθρώνεται ως εξής: Α. Γραφείο Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. Β. Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων. Γ. Συντονιστική Αρχή Πολιτικής Προστασίας, με την ακόλουθη συγκρότηση: 1. Διεύθυνση Ερευνών και Εφαρμογών, η οποία περιλαμβάνει: α. Τμήμα Πρόληψης και Αποκατάστασης Καταστροφών, [] 2.α. Στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας συνιστάται Συντονιστική Αρχή Πολιτικής Προστασίας (Σ.Α.Π.Π.), σε επίπεδο Γενικής Διεύθυνσης. Στη Σ.Α.Π.Π. μεταφέρονται, στο σύνολο τους, από τη Γενική Διεύθυνση Συντονισμού του άρθρου 5 του π.δ. 151/2004 (Α 107) και τις υπαγόμενες σε αυτή οργανικές μονάδες, οι πάσης φύσεως οργανικές θέσεις και το προσωπικό που τις κατέχει, καθώς και οι κενές οργανικές θέσεις, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος στελέχωση της υπηρεσίας. []», στο άρθρο 106 «Αποστολή-Αρμοδιότητες - Οργανισμός Συντονιστικής Αρχής Πολιτικής Προστασίας 1. α. Η Συντονιστική Αρχή Πολιτικής Προστασίας έχει ως αποστολή το συντονισμό των δράσεων για την κατάρτιση και την εφαρμογή του σχεδιασμού πολιτικής προστασίας σε εθνικό επίπεδο, την έρευνα, τη μελέτη και την τεκμηρίωση του ως άνω σχεδιασμού, σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα, τη λήψη μέτρων εκτίμησης του κινδύνου, πρόληψης, ετοιμότητας, ενημέρωσης και αντιμετώπισης των φυσικών, τεχνολογικών και λοιπών καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, την ενημέρωση των πολιτών για τα ζητήματα αυτά, το συντονισμό των δράσεων αποκατάστασης καταστροφών, τον έλεγχο της εφαρμογής των ανωτέρω μέτρων και δράσεων, τη συνεργασία με το Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο αποτελεί τον επιχειρησιακό βραχίονα στη διαχείριση των ως άνω καταστροφών, και άλλους φορείς και υπηρεσίες του Δημοσίου, [] β. Η Συντονιστική Αρχή Πολιτικής Προστασίας ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 6 του ν. 3013/2002, όπως τροποποιείται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Επίσης, είναι αρμόδια για το συντονισμό και την παρακολούθηση της δράσης των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων που υπάγονται σε αυτήν, για το σχεδιασμό, την εποπτεία, την υλοποίηση και την παρακολούθηση διεθνών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων αρμοδιότητας της, προτείνει στον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας κάθε αναγκαίο μέτρο για το σχεδιασμό και την υλοποίηση της πολιτικής προστασίας της Χώρας και συμβάλλει στην καλή λειτουργία του Κέντρου Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας, το οποίο εντάσσεται με το άρθρο 68 του παρόντος στο Ε.Σ.Κ.Ε. του Π.Σ.. []», στο άρθρο 107 «Αναδιάρθρωση, συγχώνευση και κατάργηση δομών στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας 1. Η Συντονιστική Αρχή Πολιτικής Προστασίας διαρθρώνεται ως ακολούθως: α. Διεύθυνση Ερευνών και Εφαρμογών. [] ε. Γραφείο Διαχείρισης Ενιαίου Ευρωπαϊκού Αριθμού Κλήσης Έκτακτης Ανάγκης «112». 2. Η Διεύθυνση Ερευνών και Εφαρμογών διαρθρώνεται στα ακόλουθα Τμήματα: α. Πρόληψης και Αποκατάστασης Καταστροφών []», στο άρθρο 109 «Αρμοδιότητες των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων της Σ.Α.Π.Π. [] Α. Το Τμήμα Πρόληψης και Αποκατάστασης Καταστροφών είναι αρμόδιο για: α. την επεξεργασία θεμάτων που αφορούν τις διαδικασίες πρόληψης του κινδύνου καταστροφών και τις διαδικασίες αποκατάστασης, β. το σχεδιασμό των δράσεων πρόληψης καταστροφών και το συντονισμό των φορέων και υπηρεσιών που μετέχουν στον ως άνω σχεδιασμό, []», στο άρθρο 113 «Εθνική Πολιτική για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών- Εθνικός Σχεδιασμός Πολιτικής Προστασίας - Ετήσιος Εθνικός Σχεδιασμός Πολιτικής Προστασίας 1. Σχεδιάζεται κάθε πέντε (5) έτη «Εθνική Πολιτική για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών». Η ως άνω πολιτική στοχεύει στην αύξηση του επιπέδου ασφάλειας των πολιτών και στην ενίσχυση της αειφόρου ανάπτυξης της Χώρας. Για τη διαμόρφωση της λαμβάνονται υπόψη η ανάλυση του κινδύνου καταστροφών σε συνάρτηση με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους, οριζόντιες και τομεακές πολιτικές, ιδίως δε οι πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος και την κλιματική αλλαγή, την υγεία, την ασφάλεια, την εκπαίδευση και κατάρτιση και λοιπά και μετέχουν οι δημόσιοι φορείς κατά λόγο αρμοδιότητας, ακαδημαϊκοί και ερευνητικοί φορείς, φορείς του παραγωγικού τομέα και λοιποί φορείς του ιδιωτικού τομέα, εμπλεκόμενοι στη διαχείριση του κινδύνου καταστροφών. 2. Η Εθνική Πολιτική για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών εγκρίνεται από τη Διυπουργική Επιτροπή Πολιτικής Προστασίας. Η ως άνω πολιτική ενσωματώνεται στον αναπτυξιακό σχεδιασμό της Χώρας και αποτελεί κύριο άξονα αυτού για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης. Η Γ.Γ.Π.Π. είναι αρμόδια, μέσω της Σ.Α.Π.Π., για την προώθηση και το συντονισμό των διαδικασιών διαμόρφωσης της ως άνω πολιτικής. [...] 3. Καθιερώνεται «Εθνικός Σχεδιασμός Πολιτικής Προστασίας» τριετούς διάρκειας, ο οποίος περιλαμβάνει το σύνολο των δράσεων πολιτικής προστασίας, που αφορούν όλους τους τομείς διαχείρισης του κινδύνου καταστροφών και ειδικότερα την πρόληψη, την προετοιμασία, την αντιμετώπιση, την αποκατάσταση και την ανατροφοδότηση του σχεδιασμού διαχείρισης του κινδύνου σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Η κατάρτιση του Εθνικού Σχεδιασμού πραγματοποιείται βάσει της Εθνικής Πολιτικής για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών. Οι σχετικές δράσεις χρηματοδοτούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γ.Γ.Π.Π. προωθεί και συντονίζει τις διαδικασίες για την κατάρτιση της πρότασης του τριετούς Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας δια της Σ.Α.Π.Π., με τη μορφή Επιχειρησιακού Προγράμματος για την Πολιτική Προστασία. []», στο άρθρο 114 «Εθνικό Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης Ιδρύεται και λειτουργεί στη Σ.Α.Π.Π. «Εθνικό Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης», με σκοπό τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας όλων των συστημάτων προστασίας των πολιτών από την εκδήλωση καταστροφικών φαινομένων ή συμβάντων, που λειτουργούν σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο και την ένταξή τους σε Εθνικό Σχεδιασμό Έγκαιρης Προειδοποίησης, ο οποίος καταρτίζεται κάθε έτος από τη Σ.Α.Π.Π. και υλοποιείται στο πλαίσιο του Ετήσιου Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας. Ειδικότερα το Εθνικό Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης συνιστούν διαδικασίες και υποδομές που εξασφαλίζουν την παραγωγή και την αξιολόγηση της πληροφορίας σχετικά με επερχόμενα καταστροφικά φαινόμενα ή συμβάντα, τη λήψη αποφάσεων και την ενημέρωση των πολιτών, με σκοπό την προετοιμασία του πληθυσμού και των δυνάμεων πολιτικής προστασίας για την αντιμετώπιση των ανωτέρω συμβάντων, τη βελτίωση της δυνατότητας αντίδρασης σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και τη μείωση των απωλειών.» και στο άρθρο 119 «Μεταβατικές διατάξεις 1. Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων και του Οργανισμού της Συντονιστικής Αρχής Πολιτικής Προστασίας, η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας εξακολουθεί να λειτουργεί με τη διάρθρωση και τα όργανα που προβλέπονται από τις κείμενες, κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διατάξεις. []».

 

11. Επειδή, στην ΥΑ 1299/2003 (Β 423/10.04.2003) με τίτλο «Έγκριση του από 7.4.2003 Γενικού Σχεδίου Πολιτικής Προστασίας με τη συνθηματική λέξη "ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ".» ορίζονται τα εξής: «ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Συνθηματική λέξη: "ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ" 1. ΣΚΟΠΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ Με το σχέδιο αυτό επιδιώκεται η διαμόρφωση ενός συστήματος αποτελεσματικής αντιμετώπισης καταστροφικών φαινομένων και ως εκ τούτου, στα πλαίσια του δυνατού, της προστασίας της ζωής, της υγείας και της περιουσίας των πολιτών και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Πλέον συγκεκριμένα: [] 2. ΕΝΝΟΙΕΣ ΟΡΙΣΜΟΙ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Α. ΕΝΝΟΙΕΣ ΟΡΙΣΜΟΙ 1. Καταστροφή νοείται κάθε ταχείας ή βραδείας εξέλιξης φυσικό φαινόμενο ή τεχνολογικό συμβάν στο χερσαίο, θαλάσσιο και εναέριο χώρο, το οποίο προκαλεί εκτεταμένες δυσμενείς επιπτώσεις στον άνθρωπο, καθώς και στο ανθρωπογενές ή φυσικό περιβάλλον. 2. Η ένταση της καταστροφής καθορίζεται από το μέγεθος των απωλειών ή ζημιών που αφορούν στη ζωή, στην υγεία και στην περιουσία των πολιτών, στα αγαθά, στις παραγωγικές πηγές και στις υποδομές. 3. Κίνδυνος νοείται η πιθανότητα εκδήλωσης ενός φυσικού φαινομένου ή τεχνολογικού συμβάντος ή και λοιπών καταστροφών σε συνδυασμό με την ένταση των καταστροφών, που μπορεί να προκληθούν στους πολίτες, στα αγαθά, στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στις υποδομές μιας περιοχής. 4. [...] 5. [...] 6. Περιφερειακή καταστροφή μεγάλης έντασης νοείται αυτή για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτείται η διάθεση δυναμικού και μέσων πολιτικής προστασίας και από άλλες περιφέρειες ή και από κεντρικές υπηρεσίες και φορείς. 7. [...] 8. [...] 9. Κατάσταση κινητοποίησης πολιτικής προστασίας είναι η ενεργοποίηση και η κλιμάκωση της δράσης του δυναμικού και των μέσων πολιτικής προστασίας σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, για τους σκοπούς της πολιτικής προστασίας και ειδικότερα για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών από καταστροφές ή και για τον έλεγχο και περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων, που σχετίζονται με τους αντίστοιχους κινδύνους. Η κατάσταση κινητοποίησης πολιτικής προστασίας διακρίνεται σε: α. Κατάσταση ετοιμότητας πολιτικής προστασίας, λόγω τεκμηριωμένου κινδύνου, στην οποία περιλαμβάνεται η κλιμάκωση της ετοιμότητας του δυναμικού και των μέσων πολιτικής προστασίας, κατά την εξειδίκευση που γίνεται στο σχεδιασμό ετοιμότητας. β. Κατάσταση έκτακτης ανάγκης πολιτικής προστασίας στην οποία περιλαμβάνεται η κατάσταση, που σχετίζεται με συγκεκριμένη καταστροφή, για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτείται: [] ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 1. Συντάσσει το γενικό σχέδιο ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ και εγκρίνει τα ειδικά σχέδια που συντάσσονται από τους αρμόδιους κεντρικούς και περιφερειακούς φορείς και οργανισμούς κοινής ωφέλειας. 2. Σχεδιάζει, οργανώνει και συντονίζει τη δράση για την πρόληψη, ετοιμότητα, ενημέρωση και αντιμετώπιση των φυσικών, τεχνολογικών και λοιπών καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. 3. Προετοιμάζει το δυναμικό και τα μέσα Πολιτικής Προστασίας της χώρας για την αντιμετώπιση των καταστροφικών φαινομένων στα πλαίσια των σχετικών σχεδίων ανά κατηγορία κινδύνου. 4. Αξιοποιεί τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία και πληροφορίες για την κινητοποίηση του δυναμικού και των μέσων πολιτικής προστασίας της χώρας, εν όψει απειλής κινδύνου καταστροφών. 5. Συντονίζει σε όλες τις φάσεις το έργο αντιμετώπισης των καταστροφών καθώς και την αποκατάσταση των προκαλουμένων ζημιών. 6. [...] 7. Τηρεί ειδικό φάκελο για κάθε γενική, περιφερειακή ή τοπική μεγάλης έντασης καταστροφή, στον οποίο περιέχονται στοιχεία ενεργειών για την αντιμετώπιση των καταστροφών, καθώς και για την αποκατάσταση των ζημιών. Στον ίδιο φάκελο εμπεριέχονται εκθέσεις απολογισμού δράσης τον επί μέρους αρμοδίων φορέων και προτάσεις για βελτίωση των δράσεων. 8. Οργανώνει και λειτουργεί σε 24ωρη βάση κέντρο επιχειρήσεων πολιτικής προστασίας καταλλήλως εξοπλισμένο. 9. Καταρτίζει και συντονίζει, σε συνεργασία με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς το έργο της πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης των πολιτών στον τομέα της πολιτικής προστασίας, τόσο σε επίπεδο γενικής ενημέρωσης, όσο και σε αντίστοιχο παροχής ειδικών οδηγιών, προς αντιμετώπιση συγκεκριμένης καταστροφής ή κατάστασης έκτακτης ανάγκης. 10. [...] 11. Συνεργάζεται με τα αρμόδια Υπουργεία και τους οικείους φορείς για την σύνταξη κανονισμών και για την κατάρτιση προδιαγραφών, προς πρόληψη των φυσικών, τεχνολογικών, βιολογικών, χημικών, πυρηνικών ή άλλων καταστροφών. 12. [...] 13. [...] 14. [...] 15. Προβαίνει με απόφασή της στο χαρακτηρισμό των καταστροφών ως περιφερειακών μικρής ή μεγάλης έντασης και τοπικών μικρής ή μεγάλης έντασης. 16. Εκδίδει τις αποφάσεις για την κήρυξη κατάστασης ετοιμότητας πολιτικής προστασίας και μεριμνά για την καλύτερη αξιοποίησή τους. 17. [] ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β Στο Σχέδιο "ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ". ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ - ΕΠΙΧΕΙΡΙΣΙΑΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ [] Πλημμύρες. 1. Ποτάμια Πλημμύρα. Είναι το φαινόμενο κατά το οποίο η κοίτη ενός ποταμού κατακλύζεται περιοδικά από νερό και ιζήματα και έχει σαν συνέπεια την υπερχείλιση της κοίτης και την πλάγια μετανάστευσή της. 2. Εκφόρτιση πλημμύρας. Είναι ο όγκος του νερού ανά μονάδα χρόνου ροής σε μια συγκεκριμένη θέση (m3/s) τη στιγμή που το νερό υπερχειλίζει την κοίτη. 3. Στιγμιαία εκφόρτιση. Πρόκειται για μικρή χρονική υστέρηση που χαρακτηρίζεται από γρήγορη ανύψωση και πτώση της στάθμης του νερού της πλημμύρας. 4. Στάδιο πλημμύρας: Ο όρος αυτός δηλώνει ότι η στάθμη της επιφάνειας του νερού είναι ψηλότερα από το κανονικά και είναι πιθανό να προκληθούν καταστροφές σε κατασκευές που βρίσκονται στην λεκάνη κατάκλυσης. 5. [...] 6. Λεκάνη απορροής ή αποστράγγισης ή λεκάνη κατάκλυσης ή υδρογραφική λεκάνη. Το τμήμα της επιφάνειας του εδάφους που συλλέγει φυσικά τα ύδατα με τη βοήθεια παραποτάμων που συγκλίνουν σε ένα κύριο ποταμό και την αποστραγγίζουν. 7. Πλημμυρική λεκάνη. Είναι η λεκάνη τα όρια της οποίας ορίζονται από την ανώτερη στάθμη κατά τη διάρκεια της μέγιστης ροής της πλημμύρας. 8. Περίοδος επανάληψης πλημμύρας. Είναι το χρονικό διάστημα στο οποίο αναμένεται να επαναληφθεί το πλημμυρικό φαινόμενο σε ένα ποταμό με βάση το ιστορικό καταγραφής προηγούμενων πλημμυρών αυτού. 9. Επιφανειακή απορροή. Το σύνολο του νερού των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων που δεν διεισδύει στο έδαφος αλλά κινείται επιφανειακά με τη βοήθεια των ποταμών. 10. Κατείσδυση. Η κίνηση διείσδυσης του νερού των κατακρημνισμάτων εντός των εδαφών. 11. Υδρογραφικό δίκτυο. Είναι το σύνολο των παραποτάμων και ποταμών που αποστραγγίζουν μια περιοχή (λεκάνη απορροής) από το νερό των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων προς τη θάλασσα. 12. Πλημμυρικός κίνδυνος. Είναι ο ίδιος ο κίνδυνος της πλημμύρας. Πλημμυρική επικινδυνότητα. Είναι το σύνολο των καταστροφών που δύναται να προκληθούν από ενδεχόμενη πλημμύρα. 13. [...] 14. Yστέρηση ή χρόνος υστέρησης. Είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της βροχόπτωσης και της εκδήλωσης της πλημμύρας. [] ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε. Στο Σχέδιο "ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ". ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ 1. Η ορθή και έγκαιρη απόφαση των αρμοδίων να αποφασίσουν, η άμεση κινητοποίηση και αποτελεσματική δραστηριοποίηση των εμπλεκομένων στην αντιμετώπιση των καταστροφικών φαινομένων, η συνεχής επικοινωνία και η εύρυθμη λειτουργία του μηχανισμού πολιτικής προστασίας κατά την αντιμετώπιση των εκτάκτων καταστάσεων έχουν απόλυτη ανάγκη από σαφή, έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση. 2. Η πληροφόρηση των αρμοδίων σε όλα τα επίπεδα του συστήματος πολιτικής προστασίας γίνεται κυρίως με τηλεφωνική και γραπτή επικοινωνία, αναλόγως των δυνατοτήτων και του τι ενδείκνυται από τα πραγματικά περιστατικά. 3. Γραπτές ενημερωτικές αναφορές, πέραν των άμεσων τηλεφωνικών επικοινωνιών των αρμοδίων, αποστέλλουν οι υπηρεσίες πολιτικής προστασίας των Νομαρχιών προς την Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, τα αρμόδια Υπουργεία και τις Περιφέρειες. 4. Οι αστυνομικές υπηρεσίες, όταν πληροφορούνται την εκδήλωση καταστροφικών φαινομένων θα ενημερώνουν πέραν των άλλων υπηρεσιών και τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, τηλεφωνικώς και με συνοπτική έγγραφη αναφορά. []». Επιπροσθέτως, στην ΚΥΑ ΗΠ31822/1542/Ε103 (Β 1108/2010) ορίζονται τα εξής: ʼρθρο 1 «Σκοπός - Πεδίο εφαρμογής 1. Με την παρούσα απόφαση αποσκοπείται η εφαρμογή και εξειδίκευση των διατάξεων των άρθρων 4 (παρ. 1 εδ. α και ε) και 5 (παρ.5 εδ. α περ.6 και εδ. ιγ) του Ν. 3199/2003 καθώς και των άρθρων 1 (παρ. ε), 4 (παρ.3 εδ. α.4, 4 εδ.γ, 6, 7, 8 και 9), 8,10,11 (παρ.ια) και 12 (παρ.4 εδ.ιβ και 5 εδ. δ) του Π.Δ. 51/2007, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 2007/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2007, "για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας", που έχει δημοσιευθεί στην Ελληνική γλώσσα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EEL 288/29/6-11-2007), ώστε με την θέσπιση πλαισίου για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας, να μειώνονται οι αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, το περιβάλλον, την πολιτιστική κληρονομιά και τις οικονομικές δραστηριότητες που συνδέονται με τις πλημμύρες. 2. Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται στις περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού/ υδατικά διαμερίσματα, που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Π.Δ. 51/2007.» και στο άρθρο 3 «Αρμόδια αρχή Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης ορίζεται η Ειδική Γραμματεία Υδάτων (ΕΓΎ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) καθώς και οι Διευθύνσεις Υδάτων των Περιφερειών και ειδικότερα: 1) Η ΕΓΥ στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 4 (παρ. 1) του Ν.3199/2003, αναλαμβάνει τις ακόλουθες ειδικότερες αρμοδιότητες: 1.1) Διαμορφώνει και επεξεργάζεται σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και ενδεχομένως με άλλα κατά περίπτωση συναρμόδια Υπουργεία, το εθνικό πρόγραμμα διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας με το οποίο: α) καθορίζονται οι βασικοί άξονες για την πρόληψη, προστασία, μετριασμό και ετοιμότητα από τους κινδύνους πλημμύρας καθώς και το γενικό πλαίσιο των μέτρων αποκατάστασης των ζημιών στο περιβάλλον β) προσδιορίζονται οι προτεραιότητες και οι στόχοι για τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας καθώς και τα γενικά μέτρα επίτευξης αυτών των στόχων, γ) καθορίζονται οι στρατηγικές κατευθύνσεις για το συντονισμό της εφαρμογής της παρούσας απόφασης και του Π.Δ. 51/2007, λαμβάνοντας υπόψη τους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 4 του Π.Δ. 51/2007. 1.1 .α) Το εθνικό πρόγραμμα διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας στοχεύει στη συντονισμένη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης από τις δημόσιες αρχές και στην ευθυγράμμιση των προβλεπόμενων στη παρούσα δράσεων των Περιφερειών στο πλαίσιο υλοποίησης των στόχων της παρούσας απόφασης. 1.1.β) Το εθνικό πρόγραμμα διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας εντάσσεται στα εθνικά προγράμματα προστασίας και διαχείρισης του υδατικού δυναμικού της χώρας, που προβλέπονται στο άρθρο 4 (παρ.1, εδ. α) του Ν.3199/2003 και εγκρίνεται με την ίδια με αυτά προβλεπόμενη διαδικασία. 1.2.) Παρακολουθεί, αξιολογεί και ελέγχει την εφαρμογή του εθνικού προγράμματος διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας και στο πλαίσιο αυτό παρέχει σχετικές οδηγίες προς τις Διευθύνσεις Υδάτων των Περιφερειών 1.3) Συντονίζει τις υπηρεσίες και τους κρατικούς φορείς και μετέχει στα αρμόδια κρατικά όργανα για θέματα διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας 1.4) Εκπροσωπεί τη χώρα και μετέχει στα αρμόδια κοινοτικά όργανα για θέματα διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας 1.5) Καταρτίζει ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την υλοποίηση, αξιολόγηση και τον έλεγχο εφαρμογής του εθνικού προγράμματος διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας της προηγούμενης χρονικής περιόδου, με βάση τις ετήσιες εκθέσεις των Διευθύνσεων Υδάτων των Περιφερειών και τις υποβάλλει στην Εθνική Επιτροπή Υδάτων. 2. Οι Διευθύνσεις Υδάτων των Περιφερειών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 5 (παρ. 5, εδ. α, περ. 6) του Ν.3199/2003, αναλαμβάνει τις ακόλουθες ειδικότερες αρμοδιότητες: α) διενεργούν προκαταρτική εκτίμηση των κινδύνων πλημμύρας σύμφωνα με το άρθρο 4 β) καταρτίζουν τους χάρτες πλημμυρικής επικινδυνότητας και κινδύνων πλημμύρας, σύμφωνα με το άρθρο 5. γ) καταρτίζουν και εφαρμόζουν Σχέδια διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7, δ) λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον συντονισμό της εφαρμογής της παρούσας απόφασης και του Π.Δ. 51/2007, σύμφωνα με το άρθρο 8 ε) μεριμνούν για την ουσιαστική συμμετοχή του κοινού στις διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας σύμφωνα με το άρθρο 9. στ) καταρτίζουν ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης και τις διαβιβάζουν στην ΕΓΥ. 2.1) Η άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων πρέπει να είναι συμβατή με το εθνικό πρόγραμμα διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 (εδ. 1.1), εφόσον αυτό υπάρχει. «2.2. Ύστερα από αίτημα του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, είναι δυνατόν η Προκαταρκτική Αξιολόγηση Κινδύνων Πλημμύρας, οι Χάρτες Επικινδυνότητας Πλημμύρας, οι Χάρτες Κινδύνων Πλημμύρας και το Σχέδιο Διαχείρισης των Κινδύνων Πλημμύρας να καταρτίζονται, να επανεξετάζονται, ή να αναθεωρούνται -από την Ειδική Γραμματεία Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας». «3. Όπου στην παρούσα απόφαση αναφέρεται «Περιφέρεια» νοείται στο εξής «Αποκεντρωμένη Διοίκηση», όπου αναφέρεται «Περιφερειακό Συμβούλιο Υδάτων» νοείται στο εξής «Συμβούλιο Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης» και όπου αναφέρεται «Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας» νοείται στο εξής «Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης». [όπως η παράγραφος 2.2. αντικατεστάθη ως άνω και προσετέθη νέα παράγραφος 3 με την παρ.1. α) και β) αντιστοίχως του άρθρου 1 της ΚΥΑ 177772/924 (Β 2140/22.06.2017)].

 

12. Επειδή, από τη συστηματική ερμηνεία των προαναφερθέντων στις σκέψεις 9 -11 διατάξεων σχετικών με τη σύσταση, λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας συνάγονται τα ακόλουθα: Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας είναι μία υπηρεσία, η λειτουργία της οποίας αποβλέπει στην προστασία της ζωής, της υγείας και της περιουσίας των πολιτών της Χώρας από φυσικές και λοιπές καταστροφές, που προκαλούν καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού οι αρμόδιες υπηρεσίες και διευθύνσεις της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας εκπονούν σχέδια και καταρτίζουν προγράμματα προλήψεως ανά κατηγορία κινδύνου, προγράμματα ετοιμότητας καθώς και αντιμετωπίσεως των εν λόγω καταστροφών με τη χρήση του διαθέσιμου ανθρωπίνου δυναμικού και πόρων τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Στο γενικό αυτό πλαίσιο προληπτικής δράσεως το Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο, το οποίο λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, ενημερώνει την κοινή γνώμη για απειλούμενους κινδύνους καταστροφών και παρέχει οδηγίες κατά την εκδήλωση των φαινομένων προς αντιμετώπιση των καταστροφών με στόχο την ελαχιστοποίηση των συνεπειών τους. Εξ άλλου, πάντα στο πλαίσιο της προληπτικής δράσεώς της η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας προετοιμάζεται και κινητοποιείται για την αντιμετώπιση πιθανών και κάθε μορφής καταστροφών ανά κατηγορία κινδύνου. Ως δε κίνδυνος νοείται η πιθανότητα εκδηλώσεως ενός φυσικού φαινομένου σε συνδυασμό με την ένταση των καταστροφών που μπορεί να προκληθούν στους πολίτες και, μεταξύ άλλων, στις υποδομές μίας περιοχής. Συνακολούθως, στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας λειτουργεί υπηρεσία αξιολογήσεως και διαχειρίσεως πληροφοριών, η οποία αξιολογεί επιχειρησιακά τις πληροφορίες που δέχεται από το Κέντρο Επιχειρήσεως είτε ως προειδοποίηση για επερχόμενο γεγονός είτε ως απλή ενημέρωση για γεγονός που προκύπτει αιφνίδια καθ όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, καθώς και υπηρεσία τρεχουσών επιχειρήσεων και γραμματειακής υποστηρίξεως, η οποία αξιοποιεί τις προγνώσεις πρόδρομων φαινομένων (καιρικών και άλλων) φυσικών καταστροφών, με σκοπό την έγκαιρη κινητοποίηση του δυναμικού της πολιτικής προστασίας για την αντιμετώπιση απειλούμενου κινδύνου καταστροφών καθώς και για την ενημέρωση και παροχή οδηγιών προς τους πολίτες σε συνεργασία με το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων. Το τελευταίο αυτό τμήμα ενημερώνει τους πολίτες για απειλούμενους κινδύνους και παρέχει τις σχετικές οδηγίες, ενώ οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί της Χώρας υποχρεούνται να αναμεταδίδουν τις σχετικές προειδοποιήσεις και οδηγίες δωρεάν. Περαιτέρω, στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας λειτουργεί Κέντρο Επιχειρήσεων, το οποίο συντονίζει και διαχειρίζεται σε εθνικό επίπεδο τις δράσεις για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.     Προς επίρρωση του ανωτέρω έργου προληπτικής δράσεως στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας τηρούνται φάκελοι καταγραφής καταστροφών που έλαβαν χώρα τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, στους οποίους περιέχονται τα στοιχεία του συνόλου των ενεργειών για την αντιμετώπιση των καταστροφών κατά την εκδήλωση του φυσικού φαινομένου καθώς και των στοιχείων σχετικώς με την αποκατάσταση των προκληθεισών ζημιών. Εξ άλλου, από τη μελέτη και αξιοποίηση των ρέουσων πληροφοριών γίνεται και η πρόταση για τη θέση σε ετοιμότητα της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, με αποτέλεσμα να λειτουργούν οι σχετικές υπηρεσίες της είτε σε δεκαεξάωρη είτε σε εικοσιτετράωρη βάση πλην του Κέντρου Επιχειρήσεων, το οποίο λειτουργεί πάντα σε εικοσιτετράωρη βάση. Μέρος δε του εθνικού σχεδιασμού για την πρόληψη επελεύσεως κινδύνων από την εκδήλωση φυσικών φαινομένων αποτελεί και το Σχέδιο Ξενοκράτης, στο οποίο δίδονται αναλυτικώς οι έννοιες των πλημμυρικών φαινομένων καθώς και εμπεριέχονται οι υποχρεώσεις των αρμοδίων υπηρεσιών για την αντιμετώπιση αυτών (βλ. σχετικώς ανωτέρω την 11η σκέψη της παρούσας αποφάσεως).

 

13. Επειδή, στον προαναφερθέντα ν. 4249/2014 (Α 73), στο δεύτερο μέρος αυτού με τίτλο «Αναδιοργάνωση Ελληνικής Αστυνομίας» ορίζονται τα εξής: στο άρθρο 11 «Αποστολή 1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφάλειας, με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος -Ελληνικής Ακτοφυλακής, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4150/2013 (Α 102) και έχει ως αποστολή: α. την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας, γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας, [] 2. Η Ελληνική Αστυνομία συμμετέχει στην αντιμετώπιση κάθε έκτακτης ανάγκης που προκύπτει από θεομηνίες και ατυχήματα ή άλλες καταστροφές σε περίοδο ειρήνης ή πολέμου σε συνεργασία με τις συναρμόδιες εθνικές αρχές και Υπηρεσίες, καθώς και σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας. [] 4. Η άσκηση της αστυνομίας τροχαίας περιλαμβάνει: α. τη ρύθμιση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων στους δρόμους και στους λοιπούς δημόσιους χώρους, β. τη μέριμνα για την εφαρμογή του κώδικα οδικής κυκλοφορίας και των λοιπών διατάξεων που σχετίζονται με την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, γ. τη διερεύνηση των τροχαίων ατυχημάτων [] 8. Η Ελληνική Αστυνομία, για την εκπλήρωση της αποστολής της: [] γ. μπορεί να συνάπτει μνημόνια συνεργασίας με φορείς και οργανισμούς άλλων Υπουργείων και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης για θέματα γενικής αστυνόμευσης και εξυπηρέτησης των πολιτών, κοινής αρμοδιότητας, τα οποία εγκρίνονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, []», στο άρθρο 13 «Χαρακτήρας Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας [] 2. Οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το ένστολο προσωπικό θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβαση του. []», στο άρθρο 15 [όπως ισχύει μετά τη αντικατάστασή του με το άρθρο 231 παρ. 2 του ν. 4281/2014 Α 160] «Γενική διάρθρωση, έδρα, αποστολή 1. Η Ελληνική Αστυνομία συγκροτείται από κεντρικές και περιφερειακές Υπηρεσίες. 2. Κεντρικές Υπηρεσίες είναι: α. το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, β. [] 3. Περιφερειακές Υπηρεσίες είναι η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, οι Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις και οι Υπηρεσίες που υπάγονται σε αυτές. Οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής και Θεσσαλονίκης και οι Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας [] 7. Η διάρθρωση των Κλάδων του Αρχηγείου σε Διευθύνσεις και των Διευθύνσεων σε Τμήματα, καθώς επίσης η διάρθρωση των λοιπών Υπηρεσιών του Αρχηγείου, των αυτοτελών κεντρικών Υπηρεσιών και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου. Με διατάξεις του ιδίου προεδρικού διατάγματος ρυθμίζονται και τα θέματα έδρας, αντιστοιχίας, καθορισμού επιμέρους αρμοδιοτήτων Υπηρεσιών και οργάνων και γενικά όλα τα συναφή με την οργάνωση και τη λειτουργία των Υπηρεσιών αυτών ζητήματα.», στο άρθρο 30 [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 231 παρ. 4 του ν. 4281/2014] «Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής και Θεσσαλονίκης και Γενικές Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις α. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής (Γ.Α.Δ.Α.). [] 2. Οι ανωτέρω Υπηρεσίες έχουν ως αποστολή, μέσα στα όρια της τοπικής τους δικαιοδοσίας, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 11 του παρόντος νόμου. [] 4. Στις Περιφερειακές Υπηρεσίες της παρ. 1 του παρόντος