ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΔΠρΑθ 260/2021

 

ΕΦΚΑ - Ταμείο Νομικών - ΚΕΑΔ - Καθηγητής Πανεπιστημίου δικηγόρος - Διακοπή δικηγορικού λειτουργήματος -.

 

Η ιδιότητα του ασφαλισμένου στο Ταμείο Νομικών και στον Κ.Ε.Α.Δ. συνάπτεται με την τυπική κτήση της ιδιότητας του δικηγόρου και διαρκεί για όσο χρόνο αυτός είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ακόμη και αν αυτός δεν ασκεί ενεργώς το δικηγορικό λειτούργημα, εξαιρουμένης της περιπτώσεως αποβολής της ιδιότητας του δικηγόρου. Καθ όλο δε αυτό το χρονικό διάστημα ο εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου δικηγόρος υπόκειται στις έναντι του Ταμείο Νομικών και του Κ.Ε.Α.Δ. υποχρεώσεις του ασφαλισμένου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής εισφορών και για χρονικές περιόδους κατά τις οποίες διακόπηκε η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ή συνέτρεξε περίπτωση ασυμβιβάστου, χωρίς να υποβληθεί από αυτόν παραίτηση. Ως διακοπή της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος λογίζεται και η ευθύς μετά την εγγραφή στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου αποχή του δικηγόρου από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, ανεξαρτήτως των αιτίων τα οποία την προκάλεσαν. Το ότι με το άρθρο 13 του ν. 4507/1966 ρητώς αποκλείεται να ληφθεί υπόψη προς απονομή σύνταξης ή άλλης παροχής το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικηγόρος, μεταξύ άλλων, δεν ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα, δε δύναται να οδηγήσει σε απαλλαγή αυτού από την υποχρέωση καταβολής εισφορών κατά το διάστημα κατά το οποίο αυτός παραμένει εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου. Απόρριψη προσφυγής καθηγητή πανεπιστημίου δικηγόρου για την ακύρωση απόφασης της Διοικούσας Επιτροπή του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του ΕΤΑΑ. Πράξεις καταλογισμού ποσού που αντιστοιχεί σε οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Τ.Α.Ν. και του Τ.Ε.Α.Δ.

 

 

 

 

 

 

Αριθμός απόφασης: Α260/2021

ΓΑΚ: ………….

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 24ο Τριμελές

 

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2020, με δικαστές τους: Παρασκευή Παπαγεωργίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Μαρία Καπουράλου και Μαριλένα Ειρηνάκη, Πρωτοδίκες Δ.Δ., και με γραμματέα τη Μαρία Ραυτοπούλου, δικαστική υπάλληλο,

 

 γ ι α να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης ………….

 

 τ ο υ …………………., που παραστάθηκε με την από 11-3-2020 δήλωση, κατ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ. του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κρεμαλή,

 

 κ α τ ά  του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (νπδδ) με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ)» και, ήδη, 1) του νπδδ με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)» και ήδη νπδδ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e ΕΦΚΑ)» (βλ. άρθρο 1 και 2 του ν. 4670/2020, ΦΕΚ Α΄ 40΄), νομίμως εκπροσωπουμένου από το Διοικητή του, που παραστάθηκε με την από 5-3-2020 δήλωση, κατ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Σιγάλα, και 2) του νπδδ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών» (ΕΤΕΑΕΠ) και ήδη νπδδ με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e ΕΦΚΑ)» (βλ. άρθρο 2 παρ. 4 εδ. ιδ΄ και άρθρο 6 παρ. 9 του ν. 4670/2020, ΦΕΚ Α΄ 40΄) νομίμως εκπροσωπουμένου από το Διοικητή του, που παραστάθηκε με την από 26-2-2020 δήλωση, κατ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Γαβαλά,

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

 

 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Nόμο

 

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, που επαναφέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της 12292/2019 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού και για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα …………… ειδικά έντυπα παραβόλου Δημοσίου), ο προσφεύγων, ασφαλισμένος του ν.π.δ.δ., με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ)», ζητεί να ακυρωθεί η ………………… απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής (Δ.Ε.) του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) του ΕΤΑΑ, κατά το μέρος που, μ αυτήν, απορρίφθηκε ένστασή του κατά των ……………… πράξεων του Διευθυντή Ασφάλισης του ΕΤΑΑ/Τομέα Ασφάλισης Νομικών Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΑΝ-ΤΕΑΔ). Με τις τελευταίες αυτές πράξεις ο προσφεύγων είχε καταλογισθεί, αφ ενός, με ποσό 92.418,86 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές αυτού υπέρ Τ.Α.Ν., αφ ετέρου, με ποσό 28.202,17 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές του ίδιου υπέρ Τ.Ε.Α.Δ. (πρώην ΚΕΑΔ) του ΕΤΑΑ, χρονικής περιόδου 1-1-1968 έως 31-12-2010. Ο προσφεύγων ζητάει την ακύρωση της ως άνω απόφασης της Δ.Ε. του Ε.Τ.Α.Α. καθ ο μέρος με αυτήν επικυρώθηκε ο καταλογισμός του, που είχε χωρήσει με τις προαναφερθείσες πράξεις του Διευθυντή Ασφάλισης του ΕΤΑΑ, ως προς τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές του υπέρ Τ.Α.Ν. και Τ.Ε.Α.Δ., αντιστοίχως, όσον αφορά τη χρονική περίοδο 1-1-1991 έως 31-12-2010 (αφού η Δ.Ε. θεώρησε τις απαιτήσεις του ΕΤΑΑ, που ανάγονται στο προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-1968 έως 31-12-1990, ως παραγεγραμμένες).

 

2. Επειδή, με την 12292/2019 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι κατά το μέρος που η ένδικη υπόθεση αφορά σε οφειλόμενες εισφορές του προσφεύγοντος για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης [εν προκειμένω, τον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ)] του ΕΤΑΑ, παθητικώς νομιμοποιούμενο, για τη συνέχιση της δίκης, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του τελευταίου, είναι το νπδδ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ)», όπως μετονομάσθηκε, κατ άρθρα 74 και 90 του ν. 4387/2016, το νπδδ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης» (ΕΤΕΑ), που συστάθηκε και λειτούργησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) από 01.07.2012, και στο οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 28 του άρθρου 1 του ν. 4334/2015 (Α΄ 80), όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυε δυνάμει της περ. 2 της υποπ. Ε2 της παρ. Ε του ν. 4336/2015 (Α΄ 94), εντάχθηκε από 01.09.2015 ο «Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ)» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του, και το οποίο (ΕΤΕΑΕΠ), με το άρθρο 85 παρ. 11 του ν. 4387/2016, προβλέφθηκε ότι συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες αυτού, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης (ΣτΕ 328, 576/2017). Με την ίδια απόφαση του Δικαστηρίου κηρύχθηκε αυτεπαγγέλτως άκυρη η συζήτηση της υπόθεσης που έλαβε χώρα στις 13-12-2018, ενόψει του ότι το ΕΤΕΑΕΠ δεν παραστάθηκε στη συζήτηση της υπόθεσης, λόγω μη κλήτευσης αυτού, ενώ, εξάλλου, διατάχθηκε και η προσκόμιση στο Δικαστήριο του πλήρους διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Ήδη, ωστόσο, το ΕΤΕΑΕΠ εντάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4670/2020 (ΦΕΚ Α΄ 43), από 1.3.2020, στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e ΕΦΚΑ), το οποίο και συνεχίζει χωρίς διακοπή τις σχετικές δίκες. Μετά ταύτα, η προσφυγή, έχοντας ασκηθεί κατά τα λοιπά παραδεκτώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ ουσίαν.

 

3. Επειδή, στο άρθρο 7 του ν.δ. 4114/1960 «Περί του Κώδικος "περί Ταμείου Νομικών"» (Α 164), όπως το εδ. α της παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 του ν.4507/1966 (Α 71), ορίζεται ότι: «1. Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι κάτωθι : Α΄  ʼμισθοι α) Οι δικηγόροι, οι κεκτημένοι νομίμως το δικαίωμα προς άσκησιν του λειτουργήματος κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων, από της εις τα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου εγγραφής των μέχρι της διαγραφής των εκ τούτων ή μέχρι της κατά το άρθρον 80 του Κώδικος περί Δικηγόρων αυτοδικαίας αποβολής της ιδιότητος του δικηγόρου» , στο άρθρο 9, όπως οι παρ. 4 και 5 προσετέθησαν με το άρθρο 13 του ν.4507/1966, ότι: «1. α) Χρόνος ασφαλίσεως είναι το χρονικόν διάστημα, καθ` ό ο ησφαλισμένος μετέχει νομίμως της ασφαλίσεως του Ταμείου. β) γ) Εν περιπτώσει νέας υπαγωγής εις την ασφάλισιν, συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος τυχόν χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω.  2. Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως, ο της προσωρινής παύσεως λόγω πειθαρχικής ποινής και ο χρόνος της, συνεπεία ποινικής διώξεως, καταστάσεως αργίας, προσωρινής παύσεως ή προφυλακίσεως, εφ` όσον ηκολούθησε οριστική απόλυσις.  3. Οι ησφαλισμένοι  δικαιούνται  εκάστοτε  όπως  αιτώνται  παρά  του Ταμείου την βεβαίωσιν χρόνου ασφαλίσεως αυτών υπερβαίνοντος την δεκαετίαν, εφ` όσον έχουσιν εκπληρώσει πλήρως τας προς το Ταμείον υποχρεώσεις των.. 4. Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, το χρονικόν διάστημα, καθ` ό ο δικηγόρος δεν ασκεί πράγματι το λειτούργημα ή επεδόθη συγχρόνως εις ενάσκησιν ετέρου επαγγέλματος, ασυμβιβάστου προς το λειτούργημα. Πραγματικήν άσκησιν του λειτουργήματος αποτελούν και αι περιπτώσεις του άρθρου 63 παρ. 4 του Κώδικος περί Δικηγόρων. Δικηγόρος, παρ` ώ επήλθε περίπτωσις διακοπής ασκήσεως ή ασυμβιβάστου, καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, υπόκειται καθ`όλον τον χρόνον της διακοπής της ασκήσεως ή του ασυμβιβάστου εις τας έναντι του Ταμείου υποχρεώσεις του ησφαλισμένου, εφ`όσον δεν υποβάλη παραίτησιν εκ του λειτουργήματος. Δεν υπολογίζεται επίσης εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια τον καθορισμόν της συντάξεως ή άλλης παροχής ο χρόνος, καθ` όν οι άμισθοι Δικαστικοί Κλητήρες και οι Δικολάβοι ασκούσι παραλλήλως και έτερον επάγγελμα. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου, δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, ούτοι υπόκεινται εις πάσας τας υποχρεώσεις του ησφαλισμένου.  5. Ο χρόνος, καθ` όν ο δικηγόρος τελεί εν αναστολή κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων λογίζεται ως χρόνος ασφαλίσεως, συνυπολογιζόμενος δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής», στο άρθρο 30 ότι: «Από 1ης Ιανουαρίου 1961 παρά τω Ταμείω τηρείται ειδικός λογαριασμός υπό την ονομασία «Λογαριασμός Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων Ελλάδος» 2. 3. Εκ των ανωτέρω οριζομένων κεφαλαίων του Λογαριασμού τούτου θα παρέχεται εις τους δικηγόρους τους εν άρθρω 7 παρ. 1Α εδάφιο α του παρόντος αναφερόμενους τους μέλλοντας να εξέλθωσιν από 1 Ιανουαρίου 1961 κατά την έξοδο αυτών εκ του δικηγορικού λειτουργήματος κατά την εκ του Ταμείου συνταξιοδότησιν αυτών επικουρική περιοδική παροχή κατά μήναν ή κατά τρίμηνον». Περαιτέρω, δημοσιεύθηκε το β.δ. 428/1961 «Περί του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (ΦΕΚ 108 Α), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα εξής: «1. Οι πόροι του Κλάδου αποτελούνται: α) Εκ της υπό του Νόμου καθοριζομένης ειδικής προσθέτου μηνιαίας εισφοράς καταβαλλομένης υπό των ησφαλισμένων δικηγόρων. β) Εκ των ειδικών εισφορών των δικηγόρων λόγω διορισμού, προαγωγής, γάμου, αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας, ως αύται καθορίζονται εν τοις άρθροις 2, 3 και 4 του παρόντος. γ) Εκ των προσόδων της διαχειρίσεως εν γένει της περιουσίας του Κλάδου. δ) Εκ των προς αυτόν δωρεών και κληροδοτημάτων». Επίσης, με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του ανωτέρω β.δ/τος ορίζεται ότι το δικαίωμα σε μηνιαία παροχή έχει ο ασφαλισμένος μετά από την έξοδό του από την ασφάλιση και την απονομή της κύριας συντάξεως από το Ταμείο Νομικών, εφόσον έχει συμπληρώσει τις προβλεπόμενες στην παράγραφο αυτή κατά περίπτωση επιμέρους χρονικές προϋποθέσεις δικηγορικής υπηρεσίας και ηλικίας. Ακόμη, στο άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 730/1977 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της «περί Ταμείου Νομικών νομοθεσίας» (Α 309), ορίζεται ότι: «Η υπό του Κ.Ε.Α.Δ., παρεχόμενη μηνιαία παροχή, καθορίζεται εις ποσόν δραχμών ίσον προς το γινόμενον ων συνταξίμων ετών επί τον ισχύοντα εκάστοτε συντελεστήν οριζόμενον δι΄ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου, μην αναγνωριζομένου δικαιώματος επικουρικής παροχής δια την πλέον των 40 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν».

 

4. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ιδιότητα του ασφαλισμένου στο Ταμείο Νομικών και στον Κ.Ε.Α.Δ. συνάπτεται με την τυπική κτήση της ιδιότητας του δικηγόρου και διαρκεί για όσο χρόνο αυτός είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ακόμη και αν αυτός δεν ασκεί ενεργώς το δικηγορικό λειτούργημα, εξαιρουμένης της περιπτώσεως αποβολής της ιδιότητας του δικηγόρου κατά το άρθρο 80 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Καθ όλο δε αυτό το χρονικό διάστημα ο εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου δικηγόρος υπόκειται στις έναντι του Ταμείου Νομικών και του Κ.Ε.Α.Δ. υποχρεώσεις του ασφαλισμένου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής εισφορών και για χρονικές περιόδους κατά τις οποίες διακόπηκε η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ή συνέτρεξε περίπτωση ασυμβιβάστου, χωρίς να υποβληθεί από αυτόν παραίτηση. Ως διακοπή δε της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος λογίζεται και η ευθύς μετά την εγγραφή στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου αποχή του δικηγόρου από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, ανεξαρτήτως των αιτίων τα οποία την προκάλεσαν. Το ότι, δε, με το άρθρο 13 του ν. 4507/1966 ρητώς αποκλείεται να ληφθεί υπόψη προς απονομή σύνταξης ή άλλης παροχής το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δικηγόρος, μεταξύ άλλων, δεν ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα, δε δύναται να οδηγήσει σε απαλλαγή αυτού από την υποχρέωση καταβολής εισφορών κατά το διάστημα κατά το οποίο αυτός παραμένει εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου, διότι το ζήτημα των συνεπειών της πραγματικής ή μη άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος ανακύπτει κατά τον χρόνο απονομής της σύνταξης ή των λοιπών ασφαλιστικών παροχών (ΣτΕ 838/1999 7μ., 1973/2011).

 

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο προσφεύγων, ασφαλίστηκε ως δικηγόρος, στα μητρώα ασφαλισμένων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) και του Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (Τ.Ε.Α.Δ.) του πρώην Ε.Τ.Α.Α (μετέπειτα Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. και ήδη e ΕΦΚΑ), από τις 13-9-1967. Με την ……………. πράξη της Διευθύντριας Ασφάλισης του Ε.Τ.Α.Α. καταλογίστηκαν σε βάρος του οφειλές από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) του Ταμείου, χρονικού διαστήματος από 1-1-1968 έως 31-12-2010, συνολικού ποσού 92.418,86 ευρώ και με την ……………… πράξη της ίδιας ως άνω Διευθύντριας καταλογίστηκαν σε βάρος του οφειλές από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (Τ.Ε.Α.Δ), που αφορούν το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού 28.202,17 ευρώ. Κατά των καταλογιστικών αυτών πράξεων ο προσφεύγων άσκησε τις ………………… ενστάσεις ενώπιον της Διοικούσας Επιτροπής Νομικών του Ε.Τ.Α.Α., αντιστοίχως, ζητώντας την ακύρωσή τους, προβάλλοντας ότι ο ίδιος ουδέποτε άσκησε τη δικηγορία, καθόσον ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, ήτοι διορίστηκε το 1981 στη Νομική Σχολή Αθηνών, ενόψει δε του ότι προσδοκούσε ότι θα λάβει σύνταξη ως καθηγητής Πανεπιστημίου, ουδέποτε ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του προς το Ταμείο Νομικών όσον αφορά την κύρια και επικουρική ασφάλισή του ως δικηγόρου. Όλα δε αυτά τα χρόνια τελούσε υπό την πεποίθηση ότι η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς το καθ ου θα είχε ως μόνη συνέπεια την μη χορήγηση σ αυτόν της σύνταξης του δικηγόρου. Με την ………….. απόφαση της, η Διοικούσα Επιτροπής Νομικών του Ε.Τ.Α.Α. δέχτηκε εν μέρει τις προαναφερθείσες ενστάσεις, κρίνοντας ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-1968 έως 31-12-1990 οι απαιτήσεις του Ταμείου έχουν υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 249 Α.Κ. και του άρθρου 137 του ν. 3655/2008, μη υπολογιζομένου του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος ως συντάξιμου και απέστειλε τον φάκελο της υπόθεσης στο αρμόδιο τμήμα του καθ ου, προκειμένου να προσδιοριστεί εκ νέου το ακριβές ποσό της οφειλής του προσφεύγοντος. Ακολούθως, συντάχθηκε από την Διευθύντρια Ασφάλισης του ΕΤΑΑ το ……………… έγγραφο γνωστοποίησης οφειλών από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφοράς προς το ΤΑΝ και το ΤΕΑΔ, χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 31-12-2011 ποσού 47.498,57 ευρώ (οφειλή προς ΤΑΝ) και 14.322,84 ευρώ (οφειλή προς ΤΕΑΔ), ήτοι συνολικού ποσού 61.821,41 ευρώ. Ενόψει δε του ότι ο προσφεύγων δεν ανταποκρίθηκε στο εν λόγω έγγραφο καταβάλλοντας τις ως άνω οφειλές, συντάχθηκαν στη συνέχεια, από την ίδια ως άνω Διευθύντρια οι …………… πράξεις βεβαίωσης οφειλής, με τις οποίες βεβαιώθηκαν σε βάρος του ποσό 60.368,45 ευρώ υπέρ του ΤΑΝ και 18.233,49 ευρώ υπέρ του ΤΕΑΔ.

 

6. Επειδή, ήδη, με την υπό κρίση προσφυγή, όπως αναπτύσσεται, περαιτέρω, με τα από …………… νομίμως κατατεθέντα υπομνήματα, ο προσφεύγων ζητάει την ακύρωση της …………….. απόφασης της Διοικούσας Επιτροπής Νομικών του Ε.Τ.Α.Α κατά το μέρος, που με αυτήν απορρίφθηκαν οι …………………… ενστάσεις του όσον αφορά τις οφειλόμενες προς τον Τ.Α.Ν. και τον Τ.Ε.Α.Δ. του Ε.Τ.Α.Α. ασφαλιστικές εισφορές χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 31-12-2011. Ειδικότερα, ο προσφεύγων επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό που προέβαλε και ενώπιον της Επιτροπής, ότι ο ίδιος δεν είχε καταβάλει τις εισφορές στο Ταμείο Νομικών, με εξαίρεση τον πρώτο χρόνο της εγγραφής του σε αυτό, καθόσον μετά τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1981 και αφού εξασφάλισε τη δυνατότητα συνταξιοδότησής του ως Καθηγητής Πανεπιστημίου, έπαυσε εντελώς να ασχολείται με τη σύνταξη του δικηγόρου, αφού ουδέποτε είχε πραγματική πρόθεση να ασκήσει το δικηγορικό λειτούργημα, μένοντας, έτσι, με την εντύπωση ότι η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, θα είχε ως μόνη συνέπεια τη μη χορήγηση σύνταξης από το Ταμείο Νομικών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της «τυπικής ανασφάλισης», η οποία συνιστά την αντίθετη έννοια της «τυπικής ασφάλισης». Κατά τον προσφεύγοντα, όταν τόσο ο ασφαλιστικός φορέας όσο και ο ασφαλισμένος ουδέποτε (επί 44 συναπτά έτη εν προκειμένω) φρόντισαν να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους και να ενεργοποιήσουν τον ασφαλιστικό δεσμό, έχει δημιουργηθεί το φαινόμενο της «τυπικής ανασφάλισης», με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική εκμηδένιση της σχέσης που δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ και την απογύμνωση του κατά νόμο δικαιούχου από κάθε μορφή ασφαλιστικής κάλυψης αλλά και του ασφαλιστικού φορέα από την αξίωση λήψης των σχετικών ασφαλιστικών εισφορών. Περαιτέρω, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης, η οποία υποχρεώνει τα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητές τους με βάση το περί δικαίου αίσθημα, με αναλογικότητα και επιείκεια και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, που επιβάλλει στη Διοίκηση να μην δημιουργεί καταστάσεις πλάνης ή απάτης και να μην επικαλείται δικές της παραλείψεις, για τις οποίες ο διοικούμενος δεν φέρει καμία ευθύνη ή να αγνοεί μια ευνοϊκή για τον διοικούμενο πραγματική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα και να αρνείται το δικαίωμά του να συνάγει τις ωφέλιμες έννομες συνέπειές της. Στην προκειμένη δε περίπτωση το γεγονός ότι, επί 44 έτη, το καθ ου Ταμείο ουδέποτε τον κάλεσε και ουδέποτε τον ενημέρωσε σχετικά με τις ασφαλιστικές του υποχρεώσεις, δεν συνάδει με την αρχή της χρηστής διοίκησης. Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι η Διοίκηση του Ταμείου η οποία οφείλει να εντοπίζει την μη καταβολή των εισφορών και να επιβάλλει, κατά την αρχή της χρηστής διοίκησης, σε εύλογο χρόνο τις κυρώσεις της μη καταβολής αυτών με τη συστηματική παράλειψη της άσκησης εποπτείας και ελέγχου στην Υπηρεσία Είσπραξης Εσόδων παραβίασε και το ν.δ. 4114/1960 και συγκεκριμένα τα άρθρα 5 και 13 αυτού. Δεν είναι δε δυνατόν, οι παράνομες παραλείψεις της Διοίκησης του Ταμείου να αποβαίνουν σε βάρος του ασφαλισμένου. Επικαλείται, εξάλλου, αδυναμία να καταβάλει το καταλογισθέν συνολικό ποσό (61.821,41 ευρώ), χωρίς τούτο να επιφέρει τον περαιτέρω κλονισμό της ήδη κλονισμένης οικονομικής του κατάστασης, η οποία έχει θιγεί ανεπανόρθωτα τον τελευταίο καιρό, αφενός λόγω της από 27-4-2012 σύναψης εκ μέρους του τραπεζικού δανείου ποσού 50.000 ευρώ με επαχθείς μηνιαίες καταβολές, αφετέρου, κυρίως, λόγω της μεγάλης συρρίκνωσης του ατομικού του εισοδήματος, ένεκα των πολλαπλών επιβληθεισών μνημονιακών περικοπών επί της συντάξεώς του (σε ποσοστό 60% επί του αρχικού ποσού σύνταξης που ελάμβανε). Τέλος, ο προσφεύγων προβάλλει ένσταση αποδυνάμωσης του δικαιώματος του καθ ου, κατ άρθρο 281 Α.Κ., το οποίο, όπως υποστηρίζει, είναι εφαρμοστέο και στο δημόσιο δίκαιο. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι συντρέχουν, εν προκειμένω, όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης, καθόσον: α) έχει παρέλθει εύλογος χρόνος, β) υπήρξε μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου Ταμείου, που δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη, αντικειμενικά δικαιολογημένη πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί και γ) η μη έγκαιρη άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τον οφειλέτη από την ανατροπή της διαμορφωμένης κατάστασης.

 

7. Επειδή, ενόψει των πραγματικών αυτών περιστατικών και των διατάξεων που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπ όψιν ότι: α) όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί, καθ όλα τα ένδικα έτη (1991 έως 2010) ο ίδιος παρέμενε ενεργό μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ανανεώνοντας την εγγραφή του, με συνέπεια να διατηρεί την ιδιότητα του ασφαλισμένου στο Ταμείο Νομικών και στον Τ.Ε.Α.Δ. η οποία, όπως έγινε ανωτέρω δεκτό (σκέψη 4 της παρούσας), συνάπτεται με την τυπική κτήση της ιδιότητας του δικηγόρου, τούτο δε ασχέτως του προβαλλόμενου ισχυρισμού του ότι δεν ασκούσε εν τοις πράγμασι δικηγορία, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται (βλ. ΣτΕ 1973/2011, ΔΕΑ 3419/2018) β) ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί παραβίασης της «αρχής της τυπικής ανασφάλισης» είναι απορριπτέος, διότι ούτε εκ της ασφαλιστικής νομοθεσίας ούτε εκ της νομολογίας των ελληνικών Δικαστηρίων συνάγεται η θεμελίωση τέτοιας αρχής στην ελληνική έννομη τάξη, γ) οι αποφάσεις περί καταλογισμού του προσφεύγοντος με τις ένδικες οφειλόμενες εισφορές προς το Τ.Α.Ν. και το Τ.Ε.Α.Δ. (και κατ ακολουθία η προσβαλλόμενη απόφαση της Δ.Ε. του Ε.Τ.Α.Α.) δεν παραβιάζουν την αρχή της χρηστής διοίκησης και της προστατευμένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων ούτε την αρχή της αναλογικότητας, αφού ο ένδικος καταλογισμός έλαβε χώρα κατ ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας της Διοίκησης, χωρίς να συντρέχει διακριτική ευχέρεια ως προς την έκδοσή αυτών (πρβλ. ΣτΕ 3704/2012, 2221/2018, 2151/2017), απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του προσφεύγοντος, δ) η επικαλούμενη οικονομική αδυναμία καταβολής των καταλογισθέντων ποσών εισφορών, πέραν του ότι προβάλλεται αναποδείκτως, δεν απαλλάσσει τον ασφαλισμένο από τον καταλογισμό του με αυτές (πρβλ ΣτΕ 1973/2011), ε) τέλος, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος περί αντιθέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης στο άρθρα 281 Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και, τούτο, διότι το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα (π.δ.456/1984, Α΄ 164) αφορά την άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων και δεν έχει πεδίο εφαρμογής στο δημόσιο δίκαιο, στο οποίο δεν νοείται κατάχρηση δικαιώματος (βλ. ΣτΕ 871/2015, 1440/2014, 1591/2009, 596/2007 κ.α.), το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ένδικος καταλογισμός έγινε ορθά και νόμιμα και ως εκ τούτου η υπό κρίση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

8. Επειδή, κατ ακολουθίαν, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, το καταβληθέν παράβολο να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου και, κατ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί ο προσφεύγων από τη δικαστική δαπάνη του καθ ου (άρθρα 277 παρ. 9 εδ. α΄ και 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ., αντιστοίχως).

 

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

 

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

 

Απαλλάσσει τον προσφεύγοντα από τη δικαστική δαπάνη του καθ ου Ταμείου.

…………………