ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΣτΕ 1525/2020

 

Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί - Δικαίωμα προστασίας της περιουσίας - Δασικές εκτάσεις - Αίτηση ακύρωσης - Πολεοδόμηση δασικών εκτάσεων -.

 

Υποχρέωση Διοικήσεως για πολεοδόμηση δασικής εκτάσεως προς αποκατάσταση μελών Οικοδομικών Συνεταιρισμών. Δεκτή αίτηση ακύρωσης που άσκησαν οικοδομικοί συνεταιρισμοί κατά της αρνήσεως της Διοικήσεως, η οποία τεκμαίρεται από την άπρακτη πάροδο της σχετικής τρίμηνης προθεσμίας, να αποφανθεί επί της αιτήσεώς τους για την άμεση ολοκλήρωση της διαδικασίας πολεοδόμησης της παραχωρηθείσας έκτασης με σκοπό τη στεγαστική αποκατάσταση των μελών τους. Η Διοίκηση, ενώ δεν εκδήλωσε ποτέ με σαφήνεια την πρόθεση να εφαρμόσει το συνταγματικό κανόνα της απαγόρευσης πολεοδόμησης της επίμαχης δασικού χαρακτήρα εκτάσεως όπως θα όφειλε, παραλλήλως δεν προέβαινε ούτε στην πολεοδόμησή της, συντηρώντας, καθ’ όλο αυτό το διάστημα, την προσδοκία των αιτούντων για οικιστική αποκατάσταση μέσω της εκτάσεως αυτής (Αντίθετη μειοψηφία). Σεβασμός της περιουσίας του προσώπου κατά το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Περιλαμβάνει όχι μόνον τα εμπράγματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα νομίμως κτηθέντα οικονομικά συμφέροντα. Στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου εμπίπτει και η σχετική με περιουσιακό δικαίωμα «θεμιτή προσδοκία». Ο επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου σε βάρος του πρέπει πρωτίστως να αποδεικνύει την ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος.

 

 

Αριθμός 1525/2020

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2019, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Μ. Γκορτζολίδου, Χρ. Ντουχάνης, Αγγ. Μίντζια, Ρ. Γιαννουλάτου, Σύμβουλοι, Χρ. Παπανικολάου, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

 

Για να δικάσει την από 11 Μαρτίου 2013 αίτηση:

 

των: 1. Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ» ΣΥΝ.Π.Ε. Θεσσαλονίκης» (όπως μετονομάστηκε ο Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία «Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εφέδρων Πολεμιστών Ν. 751/1948 Θεσσαλονίκης»), που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη (Φραγγίνη 3) και 2. Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «ΝΕΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ» ΣΥΝ.Π.Ε.» (όπως μετονομάστηκε ο Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία «Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ακτημόνων Εφέδρων Αξιωματικών και Οπλιτών Αντισυμμοριακού Αγώνος Β. Ελλάδος Συν.Π.Ε.»), που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη (Βενιζέλου 48), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

 

κατά των: 1) Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 2) Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Ζαμπάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του και 3) Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ελένη Κωνστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες Συνεταιρισμοί επιδιώκουν να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη από την άπρακτη πάροδο τριμήνου προθεσμίας άρνηση της Διοικήσεως να ικανοποιήσει την από 30.11.2012 αίτησή τους και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Χρ. Ντουχάνη.

 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων Συνεταιρισμών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τις αντιπροσώπους των Υπουργών που εμφανίσθηκαν, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 

 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

 

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

 

 

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (1299225, 3569310/2013).

 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία νομίμως, κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Ε΄ Τμήματος με την 2293/2018 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως λόγω της σπουδαιότητός της, ζητείται η ακύρωση της αρνήσεως της Διοικήσεως, τεκμαιρόμενης από την άπρακτη πάροδο της σχετικής τρίμηνης προθεσμίας, να αποφανθεί επί της από 30.11.2012 αιτήσεως των αιτούντων συνεταιρισμών για την άμεση ολοκλήρωση της διαδικασίας πολεοδόμησης της παραχωρηθείσης με την Ε/47820/14.12.1957 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας προς το Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας εκτάσεως, που ευρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τέως Κοινότητας Πανοράματος του Ν. Θεσσαλονίκης, με σκοπό τη στεγαστική αποκατάσταση των μελών τους. Με την άπρακτη πάροδο της ίδιας προθεσμίας απορρίφθηκαν και επικουρικά αιτήματα (καταβολή αποζημιώσεως κ.λπ.), τα οποία είχαν υποβληθεί με την ίδια αίτηση των αιτούντων, με την δε υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της αρνήσεως ικανοποιήσεως και των αιτημάτων αυτών.

 

3. Επειδή, στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256) και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, που περιλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, τα οποία νοούνται κατά τρόπο που δεν εξαντλείται στην κυριότητα επί υλικών αγαθών ή στα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στην τυπική κατάταξη των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων κατά τα εθνικά δίκαια (ΕΔΔΑ Belane Nagy κατά Ουγγαρίας της 13.12.2016, σκ. 73, Depalle κατά Γαλλίας της 29.3.2010, σκ. 62-63). Το περιουσιακό, όμως, δικαίωμα, υπό την έννοια αυτή, προκειμένου να τύχει προστασίας κατά το άρθρο 1 του 1ου Πρ. Πρωτοκόλλου, πρέπει να είναι υφιστάμενο και όχι ενδεχόμενο ή μελλοντικό, διότι το εν λόγω άρθρο 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. εφαρμόζεται μόνο επί της υφιστάμενης περιουσίας (ΕΔΔΑ Marckx κατά Βελγίου της 13.6.1979, σκ. 50), και δεν εγγυάται την προσδοκία απόκτησης νέας, εκτός αν πρόκειται περί απαιτήσεως που αναμένεται μετά βεβαιότητος να τελεσφορήσει. Τέτοια δεν είναι η απαίτηση να αναγνωρισθεί στον ενδιαφερόμενο ένα περιουσιακό δικαίωμα μη δυνάμενο να ασκηθεί, ούτε απαίτηση εξαρτώμενη από όρους που δεν δύνανται να εκπληρωθούν (ΕΔΔΑ Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας της 27.7.2007, σκ. 45, Anheuser - Busch Inc. κατά Πορτογαλίας της 11.1.2007, σκ. 64). Εξάλλου, η περιουσιακή αξίωση, προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ., πρέπει να έχει επαρκή βάση στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή να κατοχυρώνεται νομοθετικώς ή να έχει επιβεβαιωθεί από μία ευρέως καθιερωθείσα νομολογία των δικαστηρίων (ΕΔΔΑ Bikic κατά Κροατίας της 29.5.2018 σκ. 45-46, Plechanow κατά Πολωνίας της 7.10.2009, σκ. 83, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας της 19.4.2007, σκ. 94, Kopecký κατά Σλοβακίας της 28.9.2004, σκ. 52). Υπό την έννοια αυτή, στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. εμπίπτει και η σχετική με περιουσιακό δικαίωμα «θεμιτή προσδοκία» (ΕΔΔΑ Depalle κατά Γαλλίας της 29.3.2010, όπ.π., Hamer κατά Βελγίου της 27.2.2008, σκ. 68, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας της 27.9.2007, όπ.π.), η οποία έχει το χαρακτήρα επιδιώξιμης αξιώσεως και δεν αποτελεί απλή διεκδίκηση για την υποστήριξη της οποίας προβάλλονται απλώς εύλογοι ισχυρισμοί (ΕΔΔΑ Draon κατά Γαλλίας της 6.10.2005, σκ. 68), δεν συνιστά, δηλαδή, απλή ελπίδα απόκτησης περιουσίας (ΕΔΔΑ Belane Nagy κατά Ουγγαρίας της 13.12.2016, σκ. 74-75, Zhigalev κατά Ρωσίας της 11.12.2006, σκ. 131) ούτε ελπίδα ότι μπορεί να αναβιώσει παρωχημένο περιουσιακό δικαίωμα, προ πολλού ανενεργό (Lupeni Ελληνική Καθολική Ενορία κατά Ρουμανίας της 19.5.2015, σκ. 148). Έτσι, ο επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. σε βάρος του, πρέπει πρωτίστως να αποδεικνύει την ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος (ΕΔΔΑ Pištorová κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας της 26.1.2005). Τέλος, ακόμη και αν η εθνική αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος είναι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις ανακλητή κατά το εθνικό δίκαιο, αυτό μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. (ΕΔΔΑ Belane Nagy κατά Ουγγαρίας, όπ. π., Beyeler κατά Ιταλίας της 28.5.2002, σκ. 105).

 

4. Επειδή, η οικιστική αξιοποίηση και πολεοδόμηση δασών και δασικών εκτάσεων είναι, καταρχήν, ασύμβατη με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 Συντ. Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις επιτρέπουν, κατά την έννοιά τους, την, κατ’ εξαίρεση μόνον, ένταξη μικρών τμημάτων δάσους σε σχέδιο πόλεως χάριν της ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού, εφόσον τα τμήματα αυτά γειτνιάζουν ή περιβάλλονται από οικισμούς, οπότε οι εντασσόμενοι στο σχέδιο δασικοί θύλακες οφείλουν, παρά την ένταξη, να διατηρούν υποχρεωτικώς αναλλοίωτο το δασικό τους χαρακτήρα (ΣτΕ 1980/2017 επταμ., 3562/2008). Ο κανόνας αυτός ισχύει και ως προς την οικιστική αξιοποίηση εκτάσεων για τις στεγαστικές ανάγκες μελών οικοδομικών συνεταιρισμών και την πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών, η οποία δεν είναι επιτρεπτή υπό το Σύνταγμα του 1975, ακόμη και στην περίπτωση που η έκταση για την οποία πρόκειται ανήκει στην ιδιοκτησία οικοδομικού συνεταιρισμού, το δε σχετικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα του συνεταιρισμού είχε αποκτηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975. Ενόψει τούτων, έχουν κριθεί ως αντικείμενες στο Σύνταγμα οι διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως ίσχυαν κατά το χρόνο που στοιχειοθετήθηκε η απόρριψη των υποβληθέντων αιτημάτων των αιτούντων, καθ’ ό μέρος προέβλεπαν την δυνατότητα οικιστικής ανάπτυξης σε περιοχές δασών και δασικών εκτάσεων, η οποία θα συνιστούσε συνταγματικώς ανεπίτρεπτη μεταβολή του προορισμού εκτάσεων δασικού χαρακτήρα (ΣτΕ 799/2016, 3052/2015, 1058/2012 επταμ.). Δεν θα αντέκειτο, αντιθέτως, στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, αλλά συντρέχει, ως προς αυτές, νομική αδυναμία οικιστικής αξιοποίησης και πολεοδόμησης λόγω του δασικού τους χαρακτήρα, ούτε η ανταλλαγή των εν λόγω μη δυναμένων να πολεοδομηθούν εκτάσεων με δημόσιες εκτάσεις οικιστικού χαρακτήρα, τούτο, όμως, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του οικοδομικού συνεταιρισμού είχε αποκτηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος, δεδομένου ότι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 24 Συντ., δεν είναι θεμιτή, υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, η απόκτηση δασών και δασικών εκτάσεων με σκοπό την οικιστική τους αξιοποίηση. Ενόψει τούτου, έχει κριθεί ως μη αντικείμενη στο άρθρο 24 παρ. 1 Συντ. διάταξη τυπικού νόμου (άρθρο 50 παρ. 3 του ν. 998/1979), η οποία προέβλεπε την αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεων που ανήκουν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς και δεν μπορούν να πολεοδομηθούν, μεταξύ άλλων, και για το νομικό λόγο της απαγόρευσης πολεοδόμησης δασικού χαρακτήρα εκτάσεων, καθώς και την ανταλλαγή των δασικών αυτών εκτάσεων με δημόσιες εκτάσεις οικιστικού χαρακτήρα για τους ίδιους λόγους, μόνον, όμως, καθ’ό μέρος η διάταξη αυτή αφορούσε σε εκτάσεις, ως προς τις οποίες ο οικοδομικός συνεταιρισμός είχε αποκτήσει ιδιοκτησιακό δικαίωμα πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 (ΣτΕ 799/2016, 3052/2015, 1058/2012 επταμ., βλ., όμως, και αντίθετη ΣτΕ 4884/1987 επταμ.).

 

5. Επειδή, το άρθρο 60 του ν. 3194/1955 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ταμείων Εφέδρων Πολεμιστών Κρήτης κειμένης Νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων της Εποικιστικής Νομοθεσίας” (Α’ 96) ορίζει τα εξής: «1. Δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Εποικισμού, δύναται, κατά παρέκκλισιν των εν άρθρω 258 του Αγροτικού Κώδικος οριζομένων [το οποίο προέβλεπε εκποίηση δια δημοπρασίας], να παραχωρώνται εις το Υπουργείον Κοινωνικής Πρόνοιας κοινόχρηστοι εκτάσεις της κατηγορίας των άρθρων 31 [συνεταιριστικοί κλήροι] και 164 [γαίες που παραχωρούνται στην Κοινότητα προς αποκατάσταση προσφύγων κ.λπ.] του Αγροτικού Κώδικος τελούσαι υπό την διαχείρισιν του Υπουργείου Γεωργίας δι' επέκτασιν ή ίδρυσιν αστικών Συνοικισμών γηγενών ή προσφύγων ή Λαϊκών κατοικιών. 2. ’μα τη εκδόσει της ως άνω αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας αι παραχωρούμεναι εκτάσεις τίθενται αυτοδικαίως υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, παρ' ού και καθορίζεται, εις βάρος των εγκατασταθησομένων, τίμημα κατά τας περί στεγάσεως οικείας διατάξεις. 3. Το κατά τ' άνω καθοριζόμενον τίμημα, εάν πρόκειται περί εκτάσεων του άρθρου 31 του Αγροτικού Κώδικος περιέρχεται εις τον οικείον Συνεταιρισμόν αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και εάν πρόκειται περί εκτάσεων του άρθρου 164 του αυτού Κώδικος εις τον οικείον Δήμον ή Κοινότητα, μειωμένον εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις κατά 10% υπέρ του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού υπέρ του οποίου και εισάγεται το ποσοστόν τούτο ως έσοδον. 4. Επί των περί ων το παρόν άρθρον εκτάσεων εγκαθίστανται υπό του Υπουργείου Προνοίας κατά προτίμησιν αι Οργανώσεις ή Οικοδομικαί Συνεταιρισμοί των προστατευομένων υπό του Α.Ν. 1836/1951 "περί τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως της Νομοθεσίας περί προστασίας απολυομένων εκ των τάξεων του Στρατού κλπ." προσώπων κατά τα μέλη αυτών τα δικαιούμενα στεγάσεως κατά τας κειμένας διατάξεις».

 

6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την Ε/47820/14.12.1957 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των μνημονευομένων στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων του άρθρου 60 του ν. 3194/1955, παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Πολεμιστών (Ν. 751/1948) Βορείου Ελλάδoς, κοινόχρηστη έκταση 1.000 στρεμμάτων εκ του κοινόχρηστου τεμαχίου με αριθμό 49 του αγροκτήματος Πανοράματος Θεσσαλονίκης. Με την Δ.Ο. 10640/31711/19.12.1957 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας, εξάλλου, ορίσθηκε ότι η έκταση αυτή θα παραχωρηθεί σε οικογένειες δικαιούχων μελών του ως άνω Οργανισμού μετά την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως. Βάσει της εν λόγω αποφάσεως εκδόθηκε το ./16.7.1959 πρακτικό της ΝΕΛΣ, με το οποίο εγκρίθηκε πίνακας σειράς προτεραιότητας μεταξύ 559 μελών του Οργανισμού, ως κατ’ αρχήν δικαιούχων στεγαστικής συνδρομής (βλ. Ε/./27.6.1967 έγγραφο του Νομάρχη Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας). Ακολούθησε η Δ.Ο.10031/31460/27.1.1960 πράξη του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας, με την οποία τροποποιήθηκε η ως άνω απόφαση του ίδιου Υπουργού ως προς τους δικαιούχους στεγαστικής συνδρομής, και αποφασίστηκε η παραχώρηση της ως άνω εκτάσεως, μετά την ένταξη στο σχέδιο πόλεως και οικοπεδοποίησή της, προς άστεγες οικογένειες μελών του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ακτημόνων Εφέδρων Αξιωματικών και Οπλιτών “Αντισυμμοριακού Αγώνος” Βορείου Ελλάδος. Ορίστηκε, τέλος, ότι η εν λόγω έκταση μέχρι της οριστικής μεταβιβάσεως κατά κυριότητα προς τους κριθησομένους δικαιούχους θα παραμείνει υπό τη νομή, διακατοχή και διαχείριση των υπηρεσιών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας. Κατά της πράξης αυτής άσκησε αίτηση ακυρώσεως ο Εθνικός Οργανισμός Πολεμιστών του ν. 751/1948 Βορείου Ελλάδος, εκδόθηκε δε η 955/1962 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή η δίκη κηρύχθηκε κατηργημένη με τη σκέψη ότι, λόγω γνωμοδοτήσεως διοικητικού οργάνου περί ακαταλληλότητας του εδάφους για πολεοδόμηση της περιοχής, έπαυσε να συντρέχει η προϋπόθεση της στεγαστικής συνδρομής «... εάν δε τυχόν εν τω μέλλοντι η έκτασις αύτη ήθελεν υπαχθή εις το Σχέδιον Πόλεως, διά την εκ νέου προς τον ως άνω σκοπόν παραχώρησιν ταύτης, θέλει εκδοθή νέα απόφασις του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας …». Με την Δ4γ/3792/4.4.1968 πράξη του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας τροποποιήθηκε η ως άνω Δ.Ο.10031/31460/27.1.1960 απόφαση του ίδιου Υπουργού, και πάλι ως προς τους δικαιούχους στεγαστικής συνδρομής, τούτο δε παρ’ ότι είχε εκδοθεί το προαναφερόμενο (ΣτΕ 955/1962) έγγραφο περί ακαταλληλότητας της έκτασης για οικιστική αξιοποίηση. Με την πράξη αυτή ορίστηκε, ειδικότερα, ότι η επίμαχη έκταση θα παραχωρηθεί, μετά την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως και την οικοπεδοποίησή της, προς άστεγες οικογένειες μελών του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εφέδρων Αξιωματικών και Οπλιτών “Αντισυμμοριακού Αγώνος” Βορείου Ελλάδος και του από 20.5.1960 συσταθέντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εφέδρων Πολεμιστών Ν. 751/48, εφόσον οι δικαιούχοι ενεγράφησαν ως μέλη των εν λόγω δύο οικοδομικών συνεταιρισμών μέχρι την 13.4.1961, καθώς και ότι, μετά την κάλυψη των αναγκών των ως άνω δικαιούχων, η τυχόν αδιάθετη οικοπεδική έκταση θα παραχωρηθεί βάσει των διατάξεων του Β.Δ. 775/1964 και αναλόγως των σχετικών στεγαστικών αναγκών. Ο πρώτος εκ των προαναφερομένων συνεταιρισμών άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης αυτής, η οποία, τη φορά αυτή, εκδικάσθηκε κατ’ ουσίαν και απορρίφθηκε με την 1913/1970 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στο μεταξύ, με την ./22.1.1969 πράξη του Νομάρχη Θεσσαλονίκης μεταβιβάστηκαν κατά πλήρη νομή και κυριότητα στην Κοινότητα Πανοράματος Θεσσαλονίκης ως κοινοτικός κλήρος οι «δια της γενομένης και κυρωθείσης οριστικής διανομής των γαιών ομωνύμου αγροκτήματος έτους 1932» αφεθείσες κοινόχρηστες γαίες συνολικού εμβαδού 12.000 στρεμμάτων, με την εξαίρεση, όμως, των εκτάσεων που είχαν παραχωρηθεί μετά το 1932 σε αποκατασταθέντες κληρούχους, στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και σε Νομικά και Φυσικά Πρόσωπα. Έτσι, στο συνοδευτικό της πράξης αυτής πίνακα παραχωρούμενων προς την Κοινότητα εκτάσεων δεν περιελήφθη η επίμαχη έκταση των χιλίων στρεμμάτων, η οποία, κατά τα ανωτέρω, ανήκε στο 49 κοινόχρηστο τεμάχιο του αγροκτήματος Πανοράματος, αφού αυτή είχε ήδη παραχωρηθεί στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Ακολούθως, εκδόθηκε η ΓΔ2328/12.11.1973 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (Δ’ 1429) με την οποία κηρύχθηκαν εκτάσεις του Νομού Θεσσαλονίκης ως αναδασωτέες. Η απόφαση αυτή κατατάσσει την όλη αναδασωτέα έκταση σε τμήματα, βάσει της κτηματικής περιφερείας των ΟΤΑ όπου εμπίπτει το καθένα, με αυτήν δε ορίζεται, ειδικότερα, ότι στις κηρυσσόμενες ως αναδασωτέες εκτάσεις υπάγεται, ως τμήμα 6, ορεινή-ημιορεινή δασοσκεπής και μερικώς δασοσκεπής έκταση εμβαδού 12.000 στρεμμάτων, εποικιστικής προελεύσεως, μεταβιβασθείσα στην Κοινότητα Πανοράματος με την ως άνω ./22.1.1969 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια, το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης απηύθυνε το ./21.6.1974 έγγραφο προς τον πρώτο εκ των αιτούντων Οικοδομικό Συνεταιρισμό, ο οποίος είχε ήδη μετονομασθεί και αποκτήσει την επωνυμία, υπό την οποία ασκεί την υπό κρίση αίτηση (“ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε. ”). Στο έγγραφο αυτό, το οποίο απηχεί τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης, αναφέρεται ότι η επίμαχη έκταση είχε πάψει να είναι δασική ήδη από το χρόνο της παραχώρησης, απέκτησε δε το χαρακτήρα ρυμοτομουμένης εκτάσεως βάσει του μνημονευομένου Κ.Υ. ./17.2.1972 εγγράφου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, η οποία δύναται, ως εκ τούτου, να χαρακτηρισθεί ως οικοπεδική. Κατά τα λοιπά, με το εν λόγω έγγραφο, αφενός υπενθυμίζεται ότι δικαιούχοι της στεγαστικής συνδρομής παραμένουν οι άστεγες οικογένειες των μελών του ως άνω συνεταιρισμού, καθώς και του δευτέρου αιτούντος συνεταιρισμού, ο οποίος είχε επίσης μετονομασθεί σε “ΝΕΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΣΥΝ.Π.Ε.” και, αφετέρου επισημαίνεται ότι η ως άνω παραχωρηθείσα έκταση εμπίπτει μεν εντός των ορίων της κηρυχθείσης με την Γ.Δ. ./12.11.1973 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ως αναδασωτέας εκτάσεως της μείζονος περιοχής πόλεως Θεσσαλονίκης, αλλά, κατά τα εκτιθέμενα, εξαιρείται από την αναδάσωση ως μη δασική έκταση αλλά οικοπεδική. Με το ίδιο, τέλος, έγγραφο του Δασαρχείου δεν εκφράζεται αντίρρηση από πλευράς δασικής νομοθεσίας για την έγκριση του κατά τα ανωτέρω εκπονηθέντος ρυμοτομικού σχεδίου, υπό τον όρο ότι η, κατά τη διατύπωση του εγγράφου, υφιστάμενη αναδάσωση εκ πεύκης, σε τμήμα της εκτάσεως, εμβαδού 61.180 τ.μ. θα παραμείνει ως χώρος πρασίνου. Στο ίδιο πνεύμα, με το ./27.3.1979 έγγραφο του Υφυπουργού Γεωργίας προς το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, εκδοθέν μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, γίνεται δεκτό ότι η επίμαχη έκταση, εμβαδού 1.000 στρ., η οποία χαρακτηρίζεται “δάσος”, δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και καλύπτεται από διάσπαρτα αθροίσματα πουρναριών, εκτός από τμήμα εμβαδού 61.180 τ.μ. που φέρει δάσος χαλεπίου πεύκης, το οποίο δημιουργήθηκε τεχνητά. Στο ίδιο έγγραφο ο Υφυπουργός εκθέτει ότι δεν έχει αντίρρηση για την ένταξη σε σχέδιο πόλεως της έκτασης αυτής, η οποία δεν έχει σπουδαία δασοκομική σημασία, το τμήμα, όμως, που φέρει το ως άνω δάσος χαλεπίου πεύκης, πρέπει να παραμείνει στο ρυμοτομικό σχέδιο ως χώρος πρασίνου και να κηρυχθεί αναδασωτέο. Ενόψει τούτων, και αφού είχε εκδοθεί και ο ν. 998/1979 (Α΄ 289), εκδόθηκε η 1292/2.12.1980 (συνεδρία 86η) γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, με την οποία το εν λόγω όργανο τάχθηκε υπέρ της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Πανοράματος για την εφαρμογή του επίμαχου στεγαστικού προγράμματος από το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με το υποβληθέν σχέδιο από τον πρώτο εκ των αιτούντων Οικοδομικό Συνεταιρισμό, όπως το σχέδιο αυτό είχε αναμορφωθεί με την προσαρμογή του σε προηγουμένως διατυπωθείσες υπηρεσιακές παρατηρήσεις (γνωμοδότηση 576/1980 ΣΔΕ), και απέστειλε τη σχετική μελέτη στην Κοινότητα Πανοράματος για την εκ νέου τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, προκειμένου αυτή να καταστεί επίκαιρη. Ακολούθησε η έκδοση της Γ5β/οικ.1795/8.4.1983 απόφασης της Υφυπουργού Υγείας και Πρόνοιας, με την οποία εγκρίθηκε η εφαρμογή προγράμματος Λαϊκής Κατοικίας για τα μέλη των δύο αιτούντων Οικοδομικών Συνεταιρισμών. Με την απόφαση αυτή ορίζεται ότι η επίμαχη έκταση, μετά την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως και οικοπεδοποίησή της, θα παραχωρηθεί σε άστεγες οικογένειες μέλη των Οικοδομικών Συνεταιρισμών «Παύλος Μελάς» και «Νέο Πανόραμα», που είχαν εγγραφεί σ’ αυτούς μέχρι 31.12.1981 και δεν είχαν αποκατασταθεί μέχρι τότε, μετά δε την κάλυψη των αναγκών των ανωτέρω δικαιούχων, τυχόν λοιπή αδιάθετη οικοπεδική έκταση θα παραχωρηθεί, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, βάσει των διατάξεων του Β.Δ. 775/64 σε άλλες κατηγορίες αστέγων. Εξάλλου, με σειρά εγγράφων του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκαν μεταξύ των ετών 1983 - 1994, είχε ζητηθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ (έγγραφα Γ5β/./2.11.1983 της Υφυπουργού, Γ5β/./9.4.1987 της Υφυπουργού, Γ5β/./23.2.1990 του Υπουργού, Γ5β/οικ../19.2.1991 της Υπουργού, Γ5β/./22.4.1991 της Υπουργού, Γ5α/./13.2.1992 του Υπουργού, Γ5α/οικ../24.7.1992 του Υπουργού και Π1β/οικ../4.1.1994 του Υφυπουργού) να προχωρήσει στην ένταξη στο σχέδιο πόλεως της ως άνω εκτάσεως, η οποία θεωρήθηκε από τους κατά καιρούς υπογράφοντες υπουργούς και υφυπουργούς ως απαραίτητη για την υλοποίηση των στεγαστικών προγραμμάτων του Υπουργείου. Αντίστοιχο είναι το περιεχόμενο των Γ5α/./28.8.1992, Π1β/οικ../2/4.1.1994 έγγραφων των ιδίων υπουργών προς το Υπουργείο Γεωργίας και Π1β/./92/13.7.1993 προς τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης. Στο μεταξύ, με την ΔΚΠ/Σ2/οικ.673/9.1.1986 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης είχε επικυρωθεί ο οριστικός πίνακας δικαιούχων στεγαστικής συνδρομής 227 μελών των αιτούντων οικοδομικών συνεταιρισμών (βλ., όμως, προμνημονευόμενο Γ5α/./255/28.8.1992 έγγραφο του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με το οποίο οι δικαιούχοι ανέρχονται σε 254 οικογένειες). Εξάλλου, με τις 19130/291/2.9.1987 (Β΄ 715/28.9.1988) και 82248/1366/19.12.1989 (Β΄ 23/17.1. 1990) αποφάσεις του Ειδικού Γραμματέα του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, της νομοθεσίας περί οικοδομικών συνεταιρισμών και πολεοδομήσεως εκτάσεών τους (π.δ. 93/1987, Α’ 52), εγκρίθηκαν τα τροποποιημένα καταστατικά των δύο αιτούντων συνεταιρισμών αντιστοίχως, στις δε εγκριτικές αποφάσεις ορίσθηκε ρητώς ότι «η καταλληλότητα ή μη για πολεοδόμηση της [επίμαχης] έκτασης αυτής θα προκύψει από τις προτάσεις των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, των Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου ή των οποιωνδήποτε σχεδίων ρύθμισης των χρήσεων γης των ευρύτερων περιοχών, όπως προβλέπεται από την κείμενη πολεοδομική νομοθεσία, ή από απόφαση Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων περί “Οικιστικής καταλληλότητας” όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 17 παρ. 2 του Π.Δ. 93/87». Εν τω μεταξύ, με την 117 (συν. 10η)/4.4.1988 γνωμοδότησή του, το Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος τάχθηκε υπέρ της έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης και ειδικών όρων δόμησης για την εκτέλεση στεγαστικού προγράμματος του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε εκτός σχεδίου περιοχή για την αποκατάσταση των δικαιούχων του Ν. 751/1948. Στη σχετική εισήγηση των Διευθύνσεων Γ6 και Γ1 - Γ3 του ΥΠΕΧΩΔΕ αναφέρεται ότι “η έκταση για την οποία ζητείται η σύνταξη νέας πολεοδομικής μελέτης βρίσκεται μεταξύ των κοινοτήτων Θέρμης και Πανοράματος και συνορεύει κατά την Δυτική της πλευρά με τον δρόμο Θέρμης - Πανοράματος. Η έκταση αυτή έχει χαρακτηρισθεί στο νέο Γ.Π.Σ. Πανοράματος [που δεν είχε ακόμη τότε εγκριθεί] σαν Ζώνη Οικιστικού Σχεδιασμού. Έχει εμβαδόν 1.000 στρ. περίπου (1.037) και ανήκει στο Υπουργείο Υγείας Πρόνοιας και Kοινωνικών Ασφαλίσεων μετά την παραχώρησή της σ’ αυτό από το Υπουργείο Γεωργίας με την Ε/47820/14.12.1957 απόφασή του. Μέρος της έκτασης αυτής εμβαδού περίπου 62 στρεμμάτων, φέρει δάσος χαλεπίου πεύκης και σύμφωνα με έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας προς το Υπουργείο Δημοσίων Έργων (αρ. πρωτ. ./27.3.1979) η έκταση αυτή θα παραμείνει εκτός ρυμοτομικού σχεδίου [“πρέπει να παραμείνει στο ρυμοτομικό σχέδιο ως χώρος πρασίνου και να κηρυχθεί αναδασωτέο”, κατά την ακριβή διατύπωση του μνημονευομένου εγγράφου, βλ. και ανωτέρω]. Στην υπόλοιπη έκταση υπάρχουν επίσης ορισμένοι θύλακες με ιδιωτικές ιδιοκτησίες συνολικού εμβαδού 23 στρεμμάτων περίπου. Οι εκτάσεις αυτές εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο και στους ιδιοκτήτες τους θα παραχωρηθεί, χωρίς κλήρωση αλλά με πράξεις εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1337/83, η αναλογούσα στον καθένα έκταση από τα οικόπεδα που θα σχηματιστούν, αφού πρώτα αφαιρεθεί η εισφορά γης που αναλογεί στον καθένα σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 1337/1983”. Εξάλλου, και προς το σκοπό αποσαφηνίσεως του χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης, η οποία είχε ζητηθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ, εκδόθηκε το 2340/8.5.1991 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης. Στο έγγραφο αυτό εκτίθεται ότι η έκταση, επιφανείας 1.000 στρ., κατά το μεγαλύτερο μέρος της (πλην 61,18 στρ.), αποτελεί δασική έκταση του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979 (Α’ 289), καλυπτόμενη σε ποσοστό 70% από αθροίσματα πουρναριών, χωρίς, όμως, ιδιαίτερη δασοπονική σημασία, και ένα μέρος 61,18 στρ. καλύπτεται από δάσος πεύκης, ηλικίας 40 ετών, και εμπίπτει στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 998/1979. Περαιτέρω, στο εν λόγω ./8.5.1991 έγγραφο εκτίθεται ότι η έκταση εμπίπτει, στο σύνολό της, στο περίγραμμα της αναδάσωσης που κηρύχθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την ΓΔ 2328.σε καμμία από τις εξαιρούμενες με την πράξη αυτή κατηγορίες εκτάσεων, αλλά, παρ’ όλα αυτά, “δεν υφίστανται οι περιορισμοί του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος”. Επιχείρημα υπέρ της ερμηνείας αυτής της αναδασωτικής πράξης του 1973, άντλησε το Δασαρχείο από τη 1879/29.6.1979 πράξη του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (Δ’ 370), με την οποία συμπληρώθηκε η ΓΔ ./12.11.1973 πράξη ως προς τις κατηγορίες εκτάσεων που, αν και ευρίσκονται εντός του περιγράμματος της αναδάσωσης, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της. Όμοιο είναι και το περιεχόμενο του ΓΔ ./14.5.1991 εγγράφου της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης, στο οποίο, επιπλέον, περιέχεται η διαπίστωση ότι η επίμαχη έκταση δεν έχει παραχωρηθεί σε κανέναν από τους αιτούντες συνεταιρισμούς ούτε ρυμοτομηθεί ή οικοπεδοποιηθεί και εκφράζεται, κατά την έννοια του εγγράφου, η αντίθεση της δασικής υπηρεσίας στην αλλαγή χρήσης της έκτασης. Αρνητική θέση εξέφερε, στο στάδιο εκείνο, τόσο η Κοινότητα Πανοράματος όσο και ο ΟΡΣΘ (βλ. ./4.11.1991 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ). Επακολούθησε το ./29.11.1991 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ προς τον πρώτο εκ των αιτούντων Οικοδομικό Συνεταιρισμό, όπου επισημάνθηκε ότι η καταλληλότητα ή μη για πολεοδόμηση της επίμαχης έκτασης συναρτάται με τη θεσπισθείσα από το έτος 1985 Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου περιοχών εκτός σχεδίου και οικισμών Ν. Θεσσαλονίκης (π.δ. της 10.10.1985, Δ’ 689), εντός της οποίας αυτή εμπίπτει, χωρίς, όμως, η θεσπισθείσα ΖΟΕ να έχει καθορίσει χρήσεις γης. Ενόψει τούτων, κατά το εν λόγω έγγραφο, ο καθορισμός οικιστικής χρήσης στην έκταση του ως άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού θα πρέπει να μελετηθεί στο πλαίσιο καθορισμού των χρήσεων γης της ΖΟΕ Θεσσαλονίκης, η οποία θα εγκριθεί με το άρθρο 29 του ν. 1337/1983 (δηλαδή, με τροποποίηση ή συμπλήρωση του σχετικού πρ. δ/τος). Στο ίδιο έγγραφο προστίθεται, τέλος, ότι το τμήμα της έκτασης που θα πολεοδομηθεί, θα καθορισθεί σε συνάρτηση με τις μορφολογικές της δεσμεύσεις, καθώς και τον αριθμό των δικαιούχων μελών και θα είναι περίπου 135 στρέμματα για τον εν λόγω συνεταιρισμό. Με νεότερο, εξάλλου, έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ (./24.23.1992 της Διεύθυνσης Οικιστικής Πολιτικής και Κατοικίας), εκτέθηκε ότι πρόκειται να εκπονηθεί νέα πολεοδομική μελέτη, εφόσον, όμως, εγκριθεί η καταλληλότητα της έκτασης και αφού εγκριθεί (“εκδοθεί βεβαίωση”, κατά τη διατύπωση του εγγράφου) η οικιστική της αξιοποίηση από το Υπουργείο Γεωργίας και καθορισθούν οι επιτρεπόμενες χρήσεις με (νέο) διάταγμα ΖΟΕ. Ακολούθως, και ενώ είχαν εκδοθεί το έτος 1991 τα προαναφερόμενα έγγραφα του ΥΠΕΧΩΔΕ, γνωστοποιήθηκε προς τον πρώτο εκ των αιτούντων συνεταιρισμό, με το 3835 π.ε./8.2.1994 έγγραφο του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης, ότι για το τμήμα της επίμαχης έκτασης που βρίσκεται εκτός αναδασωτέας περιοχής προβλέπεται στην πρόταση του υπό εκπόνηση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου της Κοινότητας Πανοράματος, η δυνατότητα οικιστικής ανάπτυξης με συνεταιριστική δόμηση. Πράγματι, με την 54540/2063/31.3.1994 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκε το ΓΠΣ οικισμού Πανοράματος Ν. Θεσσαλονίκης (Δ΄ 355) που προέβλεπε τη δυνατότητα συνεταιριστικής δόμησης (βλ. προμν. 117 (συν.10η)/4.4.1988 γνωμοδότηση ΚΣΧΟΠ). Ακολούθησε η ./7.6.1994 τεχνική έκθεση του Επιθεωρητή Μηχανικού του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, καταλήγει στο συμπέρασμα, αφενός ότι η επίμαχη έκταση δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, και αφετέρου ότι πρόκειται περί δασικής εκτάσεως καλυπτομένης από αραιότατους χαμίζηλους θάμνους πρίνου. Μη αναδασωτέα θεωρείται η ως άνω έκταση και με τη νεότερη ./21.2.2002 έκθεση έρευνας του ίδιου υπαλλήλου. Μη αναδασωτέα, τέλος, κρίθηκε η επίμαχη έκταση και με το ./2.6.1995 έγγραφο της Επιθεώρησης Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Μακεδονίας - Θράκης, η κρίση δε αυτή συνήχθη βάσει του κειμένου της ΓΔ./12.11. 1973 πράξης αναδάσωσης, η οποία, αναφερόμενη στη μείζονα περιοχή όπου εμπίπτει η επίμαχη έκταση, υπήγαγε σε καθεστώς αναδάσωσης μόνον το τμήμα της που είχε μεταβιβασθεί με συγκεκριμένη παραχωρητική πράξη στην (τότε) Κοινότητα Πανοράματος, στο οποίο δεν ανήκει η επίμαχη έκταση. Ενόψει τούτων, η προαναφερόμενη Ε/47820/14.12.1957 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία η έκταση παραχωρήθηκε στο (τότε) Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, υπεβλήθη με το ./4.5.2001 έγγραφο της Επιθεώρησης Μακεδονίας - Θράκης στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς και μετεγράφη (τόμος ., αριθμός .). Ακολούθησαν οι από 7.2.2003 και 18.3.2003 εξώδικες προσκλήσεις των δύο αιτούντων συνεταιρισμών προς το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας και το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αντιστοίχως, με τις οποίες αμφισβητήθηκε ότι η επίμαχη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα. Επί των εν λόγω εξωδίκων προσκλήσεων εκδόθηκε το ./3.4.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, στο οποίο εκτίθεται ότι α) δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο για την εν λόγω περιοχή, β) ο δασικός χαρακτήρας της ουδέποτε αμφισβητήθηκε και, επομένως, δεν μπορεί αυτή να οικοπεδοποιηθεί σύμφωνα με την ισχύουσα δασική νομοθεσία, η δε «σημερινή μορφή της έκτασης είναι δάσος της παρ. 1 άρθρου 3 Ν. 998/79 στην πλειονότητά του, το οποίο δεν περιορίζεται πλέον μόνο στα 61 στρέμματα της πευκόφυτης έκτασης», γ) η έκταση ανήκει στο Υπουργείο Υγείας - Πρόνοιας, το οποίο μπορεί να την αξιοποιήσει κατά τρόπο σύμφωνο με τις περί δασών διατάξεις. Στο ίδιο έγγραφο γίνεται παραπομπή στη ΔΔ./20.3.2003 αναφορά της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης, η οποία υπενθυμίζει ότι «ουδέποτε αμφισβητήθηκε η δασική μορφή της υπόψη έκτασης» και, αναφερόμενη στο οικείο τοπογραφικό διάγραμμα, εκφράζει τη βεβαιότητα ότι η παραχωρηθείσα έκταση είναι κηρυγμένη ως αναδασωτέα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, πλην, δηλαδή, δύο τμημάτων εμβαδών 56,045 και 3,836 τ.μ. Ακολούθησε το ./15.12.2006 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο επισημαίνεται ότι το κείμενο της ΓΔ2328/12.11.1973 απόφασης περί κηρύξεως εκτάσεων του Ν. Θεσσαλονίκης ως αναδασωτέων δεν εναρμονίζεται, όσον αφορά την επίμαχη έκταση, με τους χάρτες που συνοδεύουν την ως άνω απόφαση και προτείνεται η διόρθωση του χάρτη, ώστε τμήμα 943,581 στρ. της επίμαχης έκτασης να τεθεί εκτός των ορίων της αναδασωτέας έκτασης, στην οποία, εν τω μεταξύ, εξακολουθεί, πάντως, να εμπίπτει, σύμφωνα με το ./4.6.2010 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, όπως το περιεχόμενό του αποδίδεται στην εκπονηθείσα από 15.7.2010, κατόπιν εντολής του πρώτου εκ των αιτούντων οικοδομικού συνεταιρισμού, έκθεση ιδιωτικής εταιρείας μελετών. Συνοψίζοντας τα ως άνω στοιχεία, το ΥΠΕΧΩΔΕ, με το ./31.3.2008 έγγραφό του εξέθεσε ότι η ένταξη στο σχέδιο πόλης καθυστέρησε λόγω εσωτερικών προβλημάτων των δύο συνεταιρισμών και αντιδράσεων τοπικών και κεντρικών φορέων και, εν τέλει, δεν ολοκληρώθηκε, διότι σχεδόν ολόκληρη η έκταση των 1.000 περίπου στρεμμάτων περιλαμβάνεται σε ευρύτερη περιοχή που κρίθηκε αναδασωτέα με τις Γ.Δ. ./12.11.1973 και Γ.Δ. ./12.6.1979 αποφάσεις του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Στο ίδιο έγγραφο εκτίθεται ότι η επανεξέταση του θέματος εξαρτάται από τη συνεννόηση μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των Υπουργείων Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Τέλος, οι αιτούντες κατέθεσαν την από 30.11.2012 αίτηση προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (βλ. την υπ' αριθμ. .Γ/5.12.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Σ.Μ.), Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (βλ. την υπ' αριθμ. .Γ/5.12.2012 έκθεση επίδοσης του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή) και Οικονομικών (βλ. την υπ' αριθμ .Γ/5.12.2012 έκθεση επίδοσης του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή), με την οποία ζήτησαν: α) Να ολοκληρωθεί άμεσα, ενόψει της παρόδου του ευλόγου χρόνου προς τούτο, η διαδικασία πολεοδόμησης - ρυμοτόμησης της ως άνω αναφερόμενης έκτασης, κατά τρόπο ώστε να καταστεί δυνατή η οικιστική αξιοποίησή της από τους αιτούντες και, συνακόλουθα, να εκπληρωθεί ο σκοπός της παραχωρήσεώς της δυνάμει της Ε/47820/14.12.1957 Απόφασης του Υπουργού Γεωργίας και της Δ.0.10031/31460/27.1.1960 Απόφασης του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας, β) άλλως, ήτοι σε περίπτωση που τούτο δεν θεωρηθεί από τη Διοίκηση, για οποιονδήποτε λόγο, εφικτό, να τους καταβληθεί αποζημίωση ίση με την αξία της υπόψη εκτάσεως, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 17 Συντ. και 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και για τους λόγους που αναλύονται στην αίτηση και, γ) σε κάθε περίπτωση, να αποφανθούν κατά τρόπο συγκεκριμένο και οριστικό, για την τύχη του επίμαχου ακινήτου, ενόψει σειράς πράξεων της Διοικήσεως, προηγούμενων και επόμενων της θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος 1975, με την οποία οι αρμόδιες διοικητικές αρχές είχαν ταχθεί υπέρ της δυνατότητός τους να αξιοποιήσουν οικιστικώς το ακίνητο. Η Διοίκηση δεν απάντησε στην αίτησή τους, ήδη δε οι αιτούντες ζητούν την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης των ως άνω αιτημάτων τους, η οποία στοιχειοθετήθηκε με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αίτησης αυτής.

 

7. Επειδή, ειδικότερα, ο χαρακτήρας της επίμαχης έκτασης ως δασικής προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου (./21.6.1974 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, κατά το οποίο “έπαυσεν να είναι δασική έκτασις ... και ως ρυμοτομουμένη ... δύναται να χαρακτηρισθή ως οικοπεδική ...”, ./8.5.1991 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, κατά το οποίο “η ως άνω επιφάνεια είναι: α) Δασική κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 998/1979 ως καλυπτόμενη σε ποσοστό 70% και πλέον από αθροίσματα πουρναριών χωρίς όμως ιδιαίτερη δασοπονική σημασία”, ΓΔ ./14.5.1991 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης, κατά το οποίο “η έκταση είναι δασική κατά την έννοια του άρθρ. 3 παρ. 2 Ν. 998/1979, πλην ενός τμήματος 61,18 στρ., το οποίο είναι δάσος πεύκης και ανήκει στην κατηγορία της παρ. 1 του άρθρ. 3 του Ν. 998/79”, ./3.4.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας, κατά το οποίο ολόκληρη η έκταση είναι, όχι απλώς δασική έκταση του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979, αλλά έχει, πλέον, καταστεί δάσος του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου) και δεν αμφισβητείται από τους αιτούντες. Η έκταση, εξάλλου, αυτή δεν αποσυνδέθηκε από τη δασική νομοθεσία πριν από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος 1975 με διοικητικές πράξεις που μετέβαλαν το δασικό της χαρακτήρα για κάποια νόμιμη αιτία (πρβλ. ΣτΕ 2257/2002 επταμ. κ.ά.), διότι οι διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν για τη στεγαστική αποκατάσταση των μελών των αιτούντων μέσω της συγκεκριμένης εκτάσεως, προϋπέθεταν την πολεοδόμησή της και δεν προέβησαν οι ίδιες στην πολεοδόμηση αυτή. Αντιθέτως, η έκταση δεν προκύπτει ότι είναι αναδασωτέα, αφού, ως προς το ζήτημα αυτό, τα στοιχεία του φακέλου είναι αντιφατικά. Ειδικότερα, ενώ δεν υφίστανται πράγματι στο φάκελο της υπόθεσης στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η έκταση υπάγεται σε μία από τις κατηγορίες εκτάσεων, οι οποίες, αν και περικλείονται από το περίγραμμα της αναδάσωσης της ΓΔ./12.11.1973 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, εξαιρούνται από αυτήν (γεωργικές, λατομεία, οικισμοί κ.λπ.), η έκταση δεν εμπίπτει, όμως, σε κανένα από τα εικοσιδύο τμήματα αναδασωτέων περιοχών, τα οποία αναγράφονται εξαντλητικώς στην εν λόγω απόφαση, δεν εμπίπτει δε ειδικώς στο τμήμα 6 που περιλαμβάνει έκταση μεταβιβασθείσα στην Κοινότητα Πανοράματος “δια της υπ’ αριθμ. ./22.1.1969 αποφάσεως της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης”, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 6, αυτή δεν είχε συμπεριληφθεί στις μεταβιβασθείσες στην (τότε) Κοινότητα Πανοράματος εκτάσεις.

 

8. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, δηλαδή του δασικού, αν και μη αναδασωτέου, χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης, θα ήταν, κατά τα εκτιθέμενα στην τέταρτη σκέψη, δυνατή και η αναγκαστική απαλλοτρίωσή της, δηλαδή η αποξένωση των τυχόν δικαιούχων από τα εμπράγματα δικαιώματά τους επ’ αυτής. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν οι αιτούντες συνεταιρισμοί και τα μέλη τους είχαν εμπράγματα δικαιώματα επί της εν λόγω εκτάσεως, τα δικαιώματα αυτά, υποκείμενα σε αναγκαστική απαλλοτρίωση για την εκπλήρωση του δημόσιας ωφέλειας σκοπού της διατήρησης του δασικού χαρακτήρα της, δεν θα καθιστούσαν επιτρεπτή την οικιστική αξιοποίηση και την πολεοδόμησή της, η οποία, άλλωστε, θα ήταν αντίθετη με τη συνταγματική προστασία των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση θα ήταν, κατά συνέπεια, σύμφωνη με τη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας τυχόν φορέων σχετικού δικαιώματος, στους οποίους, πάντως, δεν συμπεριλαμβάνονται οι μη κεκτημένοι σχετικά δικαιώματα αιτούντες συνεταιρισμοί, περαιτέρω δε, θα ήταν συμβατή και με το άρθρο 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στις διατάξεις του οποίου δεν αντιτίθεται, κατά τα λοιπά, ούτε η θέση περιορισμών σε ιδιοκτησία ενεργό και μη απαλλοτριωθείσα, που επιβάλλονται από τη φύση της έκτασης, όπως οι σχετιζόμενοι με το δασικό της χαρακτήρα (ΣτΕ 2729/2014, 4815/2013 κ.ά.). Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, εξάλλου, πρέπει να θεωρηθεί ότι θα ήταν, κατά μείζονα λόγο, συμβατή η ματαίωση της προσδοκίας οικιστικής αξιοποίησης εκτάσεων δασικού χαρακτήρα, η οποία είχε γεννηθεί σε χρόνο που η οικιστική αξιοποίηση τέτοιων εκτάσεων δεν προσέκρουε σε συνταγματική ή άλλη υπέρτερης τυπικής ισχύος διάταξη, η προσδοκία, όμως, αυτή κατέστη αναπόφευκτο να ματαιωθεί λόγω της θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, μη ανεχομένου, καταρχήν, την πολεοδόμηση δασικού χαρακτήρα εκτάσεων. Παρά ταύτα, η Διοίκηση ουδέποτε εκδήλωσε κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο την πρόθεσή της να εγκαταλείψει το σχέδιο πολεοδόμησης της έκτασης αυτής και εξακολούθησε, και μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος και για μακρό χρονικό διάστημα να ενθαρρύνει, στο σύνολό της, την πεποίθηση των ενδιαφερομένων ότι η έκταση είναι κατάλληλη για στεγαστική αποκατάσταση και, κατά συνεκδοχή, για πολεοδόμηση, συντηρώντας, με τον τρόπο αυτό, την αντίστοιχη προσδοκία των αιτούντων συνεταιρισμών και των δικαιούχων αποκαταστάσεως μελών τους. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρέθηκε, σε αρχικό στάδιο, το (τότε) αρμόδιο για την προστασία των δασικού χαρακτήρα εκτάσεων Υπουργείο Γεωργίας (βλ. μνημονευόμενο στην έκτη σκέψη ./27.2.1979 έγγραφο του Υφυπουργού). Την προσδοκία αυτή καλλιέργησε και σωρεία αποφάσεων και εγγράφων του παραχωρησιούχου Υπουργού (τότε) Υγείας και Πρόνοιας (βλ. έκτη σκέψη), ο οποίος ενέταξε την επίμαχη έκταση στην εφαρμογή προγράμματος λαϊκής κατοικίας, αλλά και η θετική αντιμετώπιση της προοπτικής πολεοδόμησης της επίμαχης έκτασης από τα αρμόδια πολεοδομικά όργανα, αρχικώς ανεπιφύλακτη (βλ. 1292/2.12.1980 -συν. 86η- γνωμοδότηση Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, ανωτέρω έκτη σκέψη), η οποία οδήγησε τις πολεοδομικές υπηρεσίες στην απόφαση να συμπεριλάβουν την έκταση στο προτεινόμενο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Πανοράματος (βλ. 117 - συν.10η/4.4.1988 γνωμοδότηση ΚΣΧΟΠ) ως οικιστική. Η προσδοκία αυτή των αιτούντων εδραιώθηκε με το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο, το οποίο θεσμοθετήθηκε με την 54540/2063/31.3.1994 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ με ρητή πρόβλεψη συνεταιριστικής δόμησης στην εν γένει περιοχή, τούτο δε παρότι στην έκταση με την ένδειξη “ΠΣΔ” (Πρόγραμμα κατοικίας συνεταιριστικής δόμησης) περιελήφθη τελικώς τμήμα μόνο της επίμαχης έκτασης (βλ. ΥΠΕΝ/ΔΣΜΠ/./30.1.2019 έγγραφο της Διεύθυνσης Σχεδιασμού Μητροπολιτικών Αστικών και Περιαστικών Περιοχών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας προς το Συμβούλιο της Επικρατείας). Η ένταξη, εξάλλου, τμήματος της επίμαχης έκτασης στην περιοχή συνεταιριστικής κατοικίας του ΓΠΣ έγινε μετά την έκδοση του μνημονευόμενου στην έκτη σκέψη ./8.5.1991 εγγράφου του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο κρίθηκε ότι η έκταση ήταν, μεν, αναδασωτέα, αλλά δεν υπαγόταν στους περιορισμούς του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, και ενώ οι υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τη συνδρομή επιθεωρητή μηχανικού, έκαναν δεκτό ότι η έκταση είχε, μεν, χαρακτήρα δασικής έκτασης χωρίς ιδιαίτερη σημασία, όχι, όμως αναδασωτέο, ενέμειναν δε στη θέση αυτή με διάφορα έγγραφα μεταξύ των ετών 1988 και 2002 (βλ. ανωτέρω, έκτη σκέψη). Τέλος, και ενώ είχε διαμορφωθεί η προοπτική υπαγωγής της επίμαχης έκτασης, ολόκληρης ή τμήματος, σε πολεοδομικό σχεδιασμό, η οποία επιβεβαιώθηκε εν μέρει με την, κατά τα ανωτέρω, έγκριση του ΓΠΣ, οι κεντρικές υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ (βλ. ./29.11.1991 έγγραφο, μνημονευόμενο στην έκτη σκέψη), θεώρησαν ότι η οριστική ρύθμιση του θέματος, το οποίο, επομένως, παρέμενε ανοικτό, πρέπει να λάβει χώρα κατά την αναθεώρηση της τότε ισχύουσας Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, εκφράζοντας, κατ’ ουσίαν, την αντίληψη ότι η ΖΟΕ, θεσπιζόμενη, κατά νόμο, ακριβώς προκειμένου να αποφεύγεται η δημιουργία πραγματικών καταστάσεων που θα δυσχέραιναν τον, τυχόν, πολεοδομικό σχεδιασμό, μπορεί, παρά ταύτα, να ανατρέπει το περιεχόμενο ενός ΓΠΣ. Έτσι, η Διοίκηση, ενώ δεν εκδήλωσε ποτέ με σαφήνεια την πρόθεση να εφαρμόσει το συνταγματικό κανόνα της απαγόρευσης πολεοδόμησης της επίμαχης δασικού χαρακτήρα εκτάσεως κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων δεκαετιών που μεσολάβησαν από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, όπως θα όφειλε, παραλλήλως, όμως, δεν προέβαινε ούτε στην πολεοδόμησή της, συντηρώντας, καθ’ όλο αυτό το διάστημα, την προσδοκία των αιτούντων για οικιστική αποκατάσταση μέσω της εκτάσεως αυτής, αποφεύγοντας δε να διαμορφώσει σαφή και οριστική κρίση και να ενεργήσει βάσει αυτής, περαιτέρω δε, δεν αποσαφήνισε τις προθέσεις της ούτε όταν υποβλήθηκε η από 30.11.2012 αίτηση των αιτούντων, επί της οποίας παρέλειψε να αποφανθεί. Αυτή, όμως, η αντιφατική και ασαφής αντιμετώπιση του θέματος από τη Διοίκηση, η οποία εγκατέλειψε το ζήτημα αρρύθμιστο επιδεικνύοντας ανεπίτρεπτη αβελτηρία, δεν εναρμονίζεται με την υποχρέωση σεβασμού και προστασίας του δικαιώματος στην περιουσία, που εγγυώνται οι διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η δε άρνηση της Διοίκησης να αποφανθεί επί της αιτήσεως που υπέβαλαν σχετικώς οι αιτούντες, αποτελούσα επιστέγασμα αυτής της αντιμετώπισης, είναι μη νόμιμη, ενόψει των όλως ειδικών στοιχείων και δεδομένων της συγκεκριμένης υποθέσεως, και πρέπει να ακυρωθεί. Κατά τη γνώμη, όμως, της Συμβούλου Αγγ. Μίντζια και του Παρέδρου Χρ. Παπανικολάου, η επίμαχη έκταση, αν και είχε παραχωρηθεί, κατά τα προαναφερόμενα, ήδη από το έτος 1957, στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας υπέρ ενός από τους αιτούντες συνεταιρισμούς, όπως αυτός υφίστατο κατά το χρόνο εκείνο, ουδέποτε παραχωρήθηκε κατά κυριότητα σε κανέναν από αυτούς. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και στη συνέχεια, αφού το ίδιο έτος εκδόθηκε από τον δικαιούχο της παραχώρησης Υπουργό, πράξη, με την οποία εξαγγέλθηκε η πρόθεση παραχώρησης της έκτασης σε μέλη του ως άνω συνεταιρισμού, υπό την προϋπόθεση, όμως, της πολεοδόμησής της. Η πλήρωση, όμως, της προϋπόθεσης αυτής κατέστη νομικώς αδύνατη μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, το οποίο, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν ανέχεται την πολεοδόμηση ή οικιστική αξιοποίηση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα. Ενόψει τούτων, κατά τη γνώμη αυτή, οι αιτούντες, οι οποίοι ουδέποτε απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας επί της εκτάσεως αυτής, δεν απέκτησαν, όμως, ούτε νόμιμη προσδοκία, υπό την έννοια του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. της ΕΣΔΑ, για τη στεγαστική αποκατάσταση των μελών τους μέσω της συγκεκριμένης έκτασης, η δε επιδίωξη των συγκεκριμένων συνεταιρισμών για τη στεγαστική αποκατάσταση των μελών τους με πολεοδόμηση δασικής έκτασης ούτε εύλογη ήταν ούτε, πάντως, είχε το χαρακτήρα περιουσιακού δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. της ΕΣΔΑ. Θα έπρεπε, επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί.

 

9. Επειδή, μετά την ακύρωση της παράλειψης της Διοίκησης να αποφανθεί επί της από 30.11.2012 αιτήσεως των αιτούντων, η αίτηση αυτή, καθίσταται εκ νέου εκκρεμής ενώπιον της Διοικήσεως, η οποία πρέπει να την εξετάσει και να αποφανθεί επ’ αυτής. Πρέπει, ειδικότερα, η Διοίκηση να εξετάσει αν η επίμαχη έκταση, αντικείμενο περουσιακού δικαιώματος κατά το άρθρο 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. της ΕΣΔΑ, δηλαδή διατάξεως που έχει την κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος ισχύ, το οποίο παραβιάσθηκε εν προκειμένω, μπορεί να πολεοδομηθεί κατ’ απόκλιση του γενικώς ισχύοντος κανόνα, η οποία, όμως, κατέστη αναγκαία λόγω παραβιάσεως θεμελιώδους, κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δικαιώματος των αιτούντων συνεταιρισμών και των μελών τους. Αντικείμενο εξέτασης από τη Διοίκηση θα πρέπει να είναι, ειδικότερα, η, τυχόν, δυνατότητα πολεοδόμησης τμήματος μόνο της επίμαχης έκτασης, και δή του απολύτως αναγκαίου για τη στεγαστική αποκατάσταση των μελών των αιτούντων συνεταιρισμών, προτιμωμένου του τμήματος με την ελάχιστη δασοπονική σημασία, αποκλειομένων δε των τμημάτων που καλύπτονται από συμπαγές δάσος (βλ. ανωτέρω, 61,8 στρ.), ως προς τα οποία, άλλωστε, η Διοίκηση απέκλεισε εξαρχής οποιοδήποτε ενδεχόμενο πολεοδόμησης, τούτο δε προκειμένου η πολεοδόμηση να πραγματοποιηθεί με τη μικρότερη δυνατή θυσία δασικού πλούτου. Εφόσον, εξάλλου, η Διοίκηση προκρίνει την κατ’ απόλυτη εξαίρεση πολεοδόμηση και τμημάτων δάσους μείζονος δασοπονικής σημασίας, αυτό θα είναι, καταρχήν, ανεκτό μόνον υπό τις προϋποθέσεις που απορρέουν από τους σχετικούς συνταγματικούς κανόνες, δηλαδή τα τμήματα αυτά να πολεοδομηθούν ως δασικοί θύλακες, των οποίων η μορφή πρέπει να παραμείνει αναλλοίωτη. Εάν, τέλος η πολεοδόμηση της έκτασης δεν καταστεί δυνατή, εν όλω ή εν μέρει, η Διοίκηση πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα να διαθέσει στους αιτούντες συνεταιρισμούς άλλη κατάλληλη έκταση, όχι, κατ’ ανάγκη, ίσης επιφάνειας με την επίμαχη, αλλά επαρκή προκειμένου να ικανοποιηθούν οι στεγαστικές ανάγκες των μελών των αιτούντων συνεταιρισμών σε εγγύς, στο μέτρο του εφικτού, περιοχή. Κατά τη γνώμη, όμως, της Συμβούλου Αγγ. Μίντζια και του Παρέδρου Χρ. Παπανικολάου, η εξέταση από τη Διοίκηση της αιτήσεως των αιτούντων πρέπει, ενόψει όσων έγιναν, κατά τα ανωτέρω, δεκτά, να περιορισθεί στην ανεύρεση άλλων εκτάσεων, κατάλληλων για οικιστικούς σκοπούς, και στην ανταλλαγή τους με την επίμαχη.

 

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

 

 

Δέχεται την αίτηση.

 

Ακυρώνει τη σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να αποφανθεί επί της ως άνω από 30.11.2012 αιτήσεως της Διοικήσεως των αιτούντων, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

 

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

 

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, που ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1.380) ευρώ.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2019

 

Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος              Η Γραμματέας

 

Αθ. Ράντος                                         Μ. Βλασερού

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 21 Ιουλίου 2020.

 

 Ο Πρόεδρος                            Η Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος

του Α΄ Τμήματος Διακοπών

 

Π. Ευστρατίου                                   Δ. Τετράδη