ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΠΠρΑθ 3033/2019

 

Προσβολή προσωπικότητας – Δικηγόροι -.

 

Δημοσίευμα θίγον την τιμή και την υπόληψη των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης του άρθρου 15 Κώδικα Δικηγόρων, η οποία είναι αρμόδια για την εγγραφή στο Μητρώο Ασκουμένων πτυχιούχων νομικής ΑΕΙ κρατών μελών της ΕΕ. Όλως ατεκμηρίωτες, αναπόδεικτες και ψευδείς αιτιάσεις αναφορικά με τη λειτουργία της ως άνω Επιτροπής, η οποία προβλέφθηκε με σκοπό την πλήρη εναρμόνιση του ημεδαπού νομικού πλαισίου με το ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία του ΔΕΕ. Αβάσιμη η ένσταση περί ύπαρξης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος προς ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, επειδή οι δυσμενείς κρίσεις και εκδηλώσεις συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Κατάφαση προσβολής προσωπικότητας.

 

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 3033/2019

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνο Αδαμαντόπουλο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αργυρώ Καραγιάννη, Πρωτοδίκη, Άννα - Μαρία Γούναρη, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια και από τη γραμματέα Αικατερίνη Μπαϊμπού .

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 10-01-2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Α’ ΑΓΩΓΗ

 

Του ενάγοντος: …, κατοίκου Λάρισας, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος.

 

Των εναγομένων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) …, κατοίκου Αθηνών, εκδότη του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» και 3) …, κατοίκου Αθηνών, Διευθυντή του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρωμοσιού (AM 14226 Δ.Σ.Αθηνών).

 

Β' ΑΓΩΓΗ

 

Του καλούντος - ενάγοντος: …, κατοίκου Πειραιά, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος.

 

Των καθ' ων η κλήση - εναγομένων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) …, κατοίκου Αθηνών, εκδότη του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» και 3) …, κατοίκου Αθηνών, Διευθυντή του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρωμοσιού (AM 14226 Δ.Σ.Αθηνών).

 

Γ’ ΑΓΩΓΗ

 

Του καλούντος - ενάγοντος: …., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δομίνικου Αρβανίτη (AM 29970 Δ.Σ.Αθηνών) .

 

Των καθ' ων η κλήση - εναγομένων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) …, κατοίκου Αθηνών, εκδότη του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» και 3) …., κατοίκου Αθηνών, Διευθυντή του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρωμοσιού (AM 14226 Δ.Σ.Αθηνών).

 

Δ’ ΑΓΩΓΗ

 

Του καλούντος - ενάγοντος: …,  κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε  στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημήτριου Κατσαρού (AM 363 Δ.Σ.Λάρισας) .

 

Των καθ' ων η κλήση — εναγομένων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) …., κατοίκου Αθηνών, εκδότη του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» και 3) …, κατοίκου Αθηνών, Διευθυντή του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρωμοσιού (AM 14226 Δ.Σ.Αθηνών).

 

Ο ενάγων της υπό στοιχεία Α' αγωγής ζητεί να γίνει δεκτή η από 08-06-2017 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ./12-06-2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./12-06-2017, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 07-12-2017, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-05-2018, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

 

Ο καλών - ενάγων της υπό στοιχεία Β' αγωγής ζητεί να γίνει δεκτή η από 08-06-2017 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ./12-06-2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./12-06-2017, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 23-11-2017, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14-12-2017, κατά την οποία η συζήτηση της ματαιώθηκε. Ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14-12-2017 κλήση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ./15-12-2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./15-12-2017, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 17-05-2018, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

 

Ο καλών - ενάγων της υπό στοιχεία Γ' αγωγής ζητεί να γίνει δεκτή η από 24-05-2017 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ./26-05-2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./26-05-2017, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 16-11-2017, κατά την οποία η συζήτηση (αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14-12-2017, κατά την οποία η συζήτηση της ματαιώθηκε. Ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 15-12-2017 κλήση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ./19-12-2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./19-12-2017, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 17-05-2018, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

 

Ο καλών - ενάγων της υπό στοιχεία Δ' αγωγής ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-06-2017 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ./21-06-2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./21-06-2017, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 14-12-2017, κατά την οποία η συζήτηση της ματαιώθηκε. Ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 11-01-2018 κλήση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ./02-02-2018 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./02-02-2018, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 17-05-2018, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν επειδή υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται κι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246 ΚΠολΔικ), οι διάδικοι που παραστάθηκαν αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής τους ιδιότητας καθώς και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Εισάγονται προς συζήτηση Α) η υπό στοιχεία Α' και με αριθμό κατάθεσης ./12-06-2017 από 08-06-2017 αγωγή του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, … σε βάρος των 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΑΙΡΑ Α.Ε.», 2) …, εκδότη του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» και 3) … Διευθυντή του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», Β) η υπό στοιχεία Β' και με αριθμό κατάθεσης …/12-06-2017 από 08-06-2017 αγωγή του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, … σε βάρος των αυτών ως άνω εναγομένων, Γ) η υπό στοιχεία Γ' και με αριθμό κατάθεσης …/26-05-2017 από 24-05-2017 αγωγή του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, … σε βάρος των αυτών ως άνω εναγομένων και Δ) η υπό στοιχεία Δ' και με αριθμό κατάθεσης …/21-06-2017 από 20-06-2017 αγωγή του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, … σε βάρος των αυτών ως άνω εναγομένων, οι οποίες αγωγές πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, εφόσον εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, αφορούν αξιώσεις, που απορρέουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά και δη την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το αυτό δημοσίευμα και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔικ).

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του /ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας γεννάται αξίωση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, που εφαρμόζονται και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ' άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη (ΑΠ 1431/2017, 1422/2017, 1222/2016, 343/2016, 611/2015, ΕφΘεσ 1220/2017, ΕφΠειρ 228/2016 Δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Προσβολή τιμής και υπόληψης προσώπου με τις διακρίσεις των άνω διατάξεων μπορεί να προέλθει και από δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη ελευθερία του τύπου (άρθρο 14 § 1 του Συντάγματος) υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου που καθιστούν μη ανεκτή την προσβολή της τιμής και υπόληψης ατόμου με δημοσιεύματα δυσφημιστικά ή εξυβριστικά για το άτομο, το οποίο μπορεί είτε να αναφέρεται από το δράστη ονομαστικά, είτε να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα του με τη μετάδοση στοιχείων επαρκών, κατ' αντικειμενική κρίση, για τον προσδιορισμό και την εξατομίκευση του (ΑΠ 1095/2010, ΑΠ 311/2009 Δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 § α' - δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (367 ΠΚ), για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, εκτός αν περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (άρθρο 367 § 2 ΠΚ). Τέτοιος σκοπός θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή άλλου. Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό (ένσταση) της αγωγής του ατόμου που προσβλήθηκε στην προσωπικότητα του. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 § 1 ΠΚ) που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου έχουν τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως προπάντων είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, είναι επιτρεπτά για τα πρόσωπα αυτά δημοσιεύματα προς ενημέρωση του κοινού, ακόμη και αν περιέχουν οξεία κριτική και δυσμενείς σε βάρος τους χαρακτηρισμούς (ΑΠ 1251/2015 Δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Όμως, ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση τους την αλήθεια των δυσφημιστικών γεγονότων, που κοινολογεί σε βάρος ενός προσώπου, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης. Συνεπώς, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, δηλαδή τα γεγονότα που αναφέρονται δεν είναι αληθή, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου λόγω του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης δεν αίρεται (ΑΠ 1587/2017, ΑΠ 179/2011, ΑΠ 576/2006, ΕφΑΘ 422/2016, ΕφΑΘ 272/2016 Δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά το άρθρο μόνο του ν. 1178/1981, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με τους νόμους 1941/1991 και 2243/1994, ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, οι οποίες υπαιτίως προξενήθηκαν με δημοσίευμα που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή τον διευθυντή σύνταξης του εντύπου (§1). Η παραπάνω διάταξη είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται έτσι σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, και ακόμα, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή με καταψηφιστικό αίτημα, σε καταχώριση περίληψης στην εφημερίδα αυτή (§6). Η ευθύνη του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, του εκδότη ή του διευθυντή σύνταξης του εντύπου, εφόσον βέβαια αυτοί δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις (ΑΠ 501/2018, ΑΠ 521/208, ΑΠ 271/2012, ΕφΠατρ 212/2018 Δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες των υπό στοιχεία Α', Β', Γ’ και Δ' αγωγών, οι οποίοι τυγχάνουν Πρόεδροι των δικηγορικών συλλόγων Λάρισας, Πειραιά, Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, εκθέτουν στα υπό κρίση αγωγικά τους δικόγραφα, ότι η πρώτη εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια και εκδότρια του περιοδικού πολιτικής επιθεώρησης «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» που εκδίδεται κάθε δεκαπενθήμερο και κυκλοφορεί πανελλήνια, ενώ οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων έχουν την ιδιότητα του εκδότη και του διευθυντή, αντίστοιχα, του εν λόγω εντύπου. Ότι στο υπ' αριθμ. . και από 05-08-2016 - 25-08-2016 δεκαπενθήμερο τεύχος του ως άνω περιοδικού, δημοσιεύτηκε το παρατιθέμενο αυτούσιο στις αγωγές άρθρο ανωνύμου συντάκτη, το οποίο βρίθει αναληθειών και ψευδών ισχυρισμών σε βάρος τους, υπό την ιδιότητα τους ως μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης του άρθρου 15 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αναφορικά με τον τρόπο αξιολόγησης των κατόχων πτυχίου Νομικής Σχολής των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να εγγραφούν οι τελευταίοι ως ασκούμενοι δικηγόροι στον εκάστοτε δικηγορικό σύλλογο στην περιφέρεια του οποίου επιθυμούσαν να ασκήσουν την πρακτική τους, τελώντας σε γνώση  της αναλήθειάς τους, καθώς και σε προσβλητικούς της τιμής και της επαγγελματικής τους υπόστασης ισχυρισμούς, που άπτονται της αμεροληψίας τους κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης των προσόντων των ως άνω υποψηφίων ασκούμενων δικηγόρων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στα υπό κρίση δικόγραφα, με αποτέλεσμα να πληγεί ανεπανόρθωτα με τον τρόπο αυτό η τιμή και η υπόληψη ενός εκάστου των εναγόντων, οι οποίοι χαίρουν της αναγνώρισης και της αποδοχής τόσο των μελών των δικηγορικών συλλόγων των οποίων προΐστανται όσο και του ευρύτερου νομικού κόσμου και να προσβληθεί εξ αυτού του λόγου βάναυσα η προσωπικότητα τους. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού τους αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση τους στο ακροατήριο, αλλά και με τις προτάσεις τους, κατ' άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με τα άρθρα 294 και 295 του αυτού Κώδικα, ζήτησαν κατ' εκτίμηση των αγωγικών τους αιτημάτων, να αναγνωρισθεί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν σε έναν έκαστο αυτών (των εναγόντων), ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το ως άνω συκοφαντικό δημοσίευμα, το ποσό των 100.000 €, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της εξώδικης πρόσκλησης που απέστειλε έκαστος τούτων στους εναγόμενους για την ανάκληση του επίμαχου δημοσιεύματος, άλλως από την επομένη της επίδοσης εκάστης αγωγής, να αρθεί η προσβολή της προσωπικότητας τους με τη δημοσίευση περίληψης της απόφασης που θα εκδοθεί σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της, με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα καθυστέρησης προς συμμόρφωση και να παραλειφθεί στο μέλλον κάθε περαιτέρω ανάλογη προσβολή της προσωπικότητας τους, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση των εναγομένων ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί και να επιβληθούν σε βάρος τους τα δικαστικά τους έξοδα. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, οι ως άνω υπό κρίση αγωγές, για το παραδεκτό των οποίων, σύμφωνα με την §5 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 §2 του ν. 4356/2015, τηρήθηκε η σχετική προδικασία με την επίδοση έγγραφης εξώδικης πρόκλησης προς τους εναγόμενους, να αποκαταστήσουν στο αμέσως επόμενο τεύχος από τη λήψη της, την προσβολή που υπέστη ένας έκαστος αυτών, με την καταχώριση στο αυτό ως άνω περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», του κειμένου που τους υπέδειξαν σχετικά οι τελευταίοι, όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες α) με αριθμό .Γ708-12-3016, .Γ708-12-2016 και .Γ708-12-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, όσον αφορά τον ενάγοντα της υπό στοιχεία Α' αγωγής, …, β) με αριθμό .Γ/02-12-2016, .Γ/02-12-2016 και .Γ/02-12-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, …, όσον αφορά τον ενάγοντα της υπό στοιχεία Β' αγωγής, …, γ) με αριθμό .Δ/17-11-2016, .Δ/17-11-2016 και .Δ/17-11-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, όσον αφορά τον ενάγοντα της υπό στοιχεία Γ' αγωγής, … και δ) με αριθμό ./30-12-2016, ./30-12-2016 και ./30-12-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή  της  περιφέρειας  του Εφετείου Πειραιά,   με  έδρα  το Πρωτοδικείο Αθηνών, …, όσον αφορά τον ενάγοντα της υπό στοιχεία Δ' αγωγής, …, παραδεκτά εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ' ύλη ν και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9 εδ. α', 10, 18, 22, 25 §2, 37 §1, 35 ΚΠολΔικ), προκειμένου να συζητηθούν κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία του άρθρου 614 αρ. 7 ΚΠολΔικ, έχουν δε ασκηθεί εντός έξι (6) μηνών από την παρέλευση απράκτου της ταχθείσας προς τους εναγόμενους ως άνω αναφερόμενης προθεσμίας για την αποκατάσταση, της προσβολής με σχετικό δημοσίευμα στο αμέσως μετά την επίδοση τους εκδιδόμενο τεύχος (άρθρο 37 §2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4356/2015), παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους τελευταίους, αφού η δημοσίευση επιμέρους αποσπασμάτων ή έστω και αυτούσιων των ως άνω εξώδικων δηλώσεων των εναγόντων, χωρίς ρητή δήλωση ανάκλησης του επίδικου δημοσιεύματος για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτές εκ μέρους των εναγομένων, δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε άρση της γενόμενης σε βάρος τους προσβολής, καθώς με τη δημοσίευση απλώς των ως άνω εξώδικων δηλώσεων δημιουργείται η εντύπωση στο μέσο αναγνώστη ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτές απηχούν τις προσωπικές αντιλήψεις και απόψεις των εξωδίκως δηλούντων και μόνον. Ακολούθως, οι αγωγές είναι επαρκώς ορισμένες, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης των εναγομένων, εφόσον διαλαμβάνονται σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, δηλαδή η καταχώριση του αναφερόμενου ψευδούς και συκοφαντικού, κατά τους ενάγοντες, δημοσιεύματος στο ως άνω αναφερόμενο περιοδικό, με πρόθεση των εναγομένων και εν γνώσει της αναλήθειας αυτού, με την ειδικότερη μνεία ότι οι δεύτερος και τρίτος αυτών ως εκδότης και δ/ντης του επίμαχου περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» βρίσκονται στην ιεραρχία των υπευθύνων λειτουργίας του και λαμβάνουν ως εκ της θέσεως τους πλήρη γνώση για τη θεματολογία και τον τρόπο έκθεσης της στο αναγνωστικό κοινό, καθώς και η πρόκληση ηθικής βλάβης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες. Περαιτέρω, οι αγωγές είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων  57, 59, 299, 330, 346, 481 επ, 914, 919, 920, 926, 932 ΑΚ, άρθρο μόνο §§ 1 και 6 του ν. 1178/1981, 363 - 362 ΠΚ, 70 και 176 ΚΠολΔικ, πλην των παρεπόμενων αιτημάτων α) περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και β) περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, τα οποία κατόπιν της μετατροπής απάντων των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, καθίστανται μη νόμιμα και κατά συνέπεια απορριπτέα, καθόσον η προσωρινή εκτελεστότητα και η απαγγελία προσωπικής κράτησης προϋποθέτουν απόφαση που προβαίνει σε καταψήφιση και δε συμβιβάζονται με απόφαση που αναγνωρίζει, απλώς, την ύπαρξη δικαιώματος, η ενέργεια της οποίας εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν (ΜΠΛαρ 440/2004, Δικογραφία 2005,145, Βαθρακοκοίλης Β, Ερμηνεία - Νομολογία ΚΠολΔ, τομ. Α, άρθρο 70, αριθμ. 118, σελ. 466 και τομ. Στ', άρθρο 1047, αριθμ. 34, σελ. 656). Ομοίως, το αίτημα των αγωγών, περί άρσης της προσβολής με τη δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης σε δύο εφημερίδες και το συναρτώμενο με αυτό αίτημα περί απειλής σε βάρος των εναγόμενων χρηματικής ποινής, στο μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη της §6 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, όπως ισχύει, είναι, μετά την τροπή των αγωγικών αιτημάτων σε έντοκα αναγνωριστικά, μη νόμιμο, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από την ίδια αυτή διάταξη, τούτο διατάσσεται μόνο σε περίπτωση έκδοσης καταψηφιστικής απόφασης. Τέλος, το αίτημα παράλειψης κάθε μελλοντικής προσβολής των εναγόντων εκ μέρους των εναγομένων είναι απορριπτέο ως αόριστο, καθόσον η αξίωση για παράλειψη της προσβολής στο μέλλον, προϋποθέτει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής και δεν αρκεί η επίκληση μίας υποθετικής απειλής, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να καθιστούν σφόδρα πιθανό ότι ο εναγόμενος θα συμπεριφερθεί κατά ορισμένο τρόπο (ΠΠΑΘ 971/2012 αδημ., ΠΠΘεσ 29952/2007 Αρμ 2008.196, ΠΠΑΘ 5162/2005 ΧρΙΔ 2006.117), εν προκειμένω δε οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι απειλείται επανάληψη της προσβολής τους από τους εναγόμενους. Επομένως, οι αγωγές, κατά το μέρος που κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα τους.

 

Από τη συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των εναγόντων (οι εναγόμενοι δεν επιμελήθηκαν της εξέτασης μάρτυρα ανταποδείξεως), που περιέχονται στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 393, 394, 395 ΚΠολΔικ), ανεξαρτήτως αν αυτά πληρούν τους όρους του νόμου, για κάποια από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών (ΕφΠειρ 418/2000 ΠειρΝομολ. 2000.323, ΕφΘεσ 507/1999 Αρμ. 2002. 248), από τις με αριθμό ./16-05-2018, ./16-05-2018 και ./16-05-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαρίσης και Φαρσάλων, …, αντίστοιχα, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων της υπό στοιχεία Α' αγωγής, …, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νομίμου κλήτευσης των εναγομένων δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συντέλεση τους, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔικ (όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2016 ΦΕΚ Α 87/23-07-2015 Έναρξη ισχύος 01-01-2016 - άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015), [όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .710-05-2018, .Γ/10-05-2018 και .Γ/10-05-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …σε-έναν έκαστο των εναγομένων], καθώς και την με αριθμό ./15-01-2019 ληφθείσα μετά τη συζήτηση ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο αυτός ως άνω ενάγων της υπό στοιχεία Α' αγωγής, ο οποίος γνωστοποίησε την εξέταση του εν λόγω μάρτυρος του κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με προφορική του δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από τη με αριθμό ./13-12-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων της υπό στοιχεία Β' αγωγής, …. η οποία δόθηκε κατόπιν νομίμου κλήτευσης των εναγομένων δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συντέλεση της, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔικ (όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2016 ΦΕΚ Α 87/23-07-2015 Έναρξη ισχύος 01-01-2016 - άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015), [όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .Δ/07-12-2017, 4./07-12-2017 και .Δ/07-12-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, . σε έναν έκαστο των εναγομένων], από τη με αριθμό ./14-11-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων της υπό στοιχεία Γ' αγωγής, …, η οποία δόθηκε κατόπιν νομίμου κλήτευσης των εναγομένων δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συντέλεση της, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔικ (όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2016 ΦΕΚ Α 87/23-07-2015 Έναρξη ισχύος 01-01-2016 - άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015), [όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .Δ/09-11-2017, .Δ/09-11-2017 και ./09-11-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, … σε έναν έκαστο των εναγομένων], από τη με αριθμό …/15-05-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων της υπό στοιχεία Δ' αγωγής, ., η οποία δόθηκε κατόπιν νομίμου κλήτευσης των εναγομένων δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συντέλεση της, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔικ (όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2016 ΦΕΚ Α 87/23-07-2015 Έναρξη ισχύος 01-01-2016 -άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015), [όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. …Δ/09-05-2018, … Δ/09-05-2018 και …Δ/09-05-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, . σε έναν έκαστο των εναγομένων], τα όσα οι διάδικοι με τα δικόγραφα τους εκθέτουν και ομολογούν (261 ΚΠολΔικ), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ληφθείσα μετά τη συζήτηση υπ' αριθμ. ./15-01-2019  ένορκη  βεβαίωση του μάρτυρα ανταπόδειξης  ενώπιον  της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι εναγόμενοι, οι οποίοι γνωστοποίησαν την εξέταση του εν λόγω μάρτυρος τους κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, χωρίς, ωστόσο, να επικαλεστούν ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση θα λάβει χώρα προς αντίκρουση συγκεκριμένου ισχυρισμού που προτάθηκε το πρώτον από τους ενάγοντες με τις προτάσεις τους στο ακροατήριο,  ούτε βέβαια καταχωρήθηκε στα πρακτικά οιοσδήποτε νέος ισχυρισμός από την πλευρά των εναγόντων, ώστε να δύναται να ληφθεί αυτή παραδεκτά υπόψη, κατ' άρθρο 591 §1 εδ. στ' ΚΠολΔικ (ΕφΛαρ 34/2017 Δημοσιευμένη στην Τράπεζα οδικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΕΕΣ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο άρθρο 15 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις άσκησης των κατόχων πτυχίου Νομικής Σχολής των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ή άλλου συμβαλλόμενου Κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο). Σύμφωνα με την παράγραφο 1Α του άρθρου 15 του ως άνω αναφερόμενου Κώδικα, η οποία προστέθηκε με το εδ. α' της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του Ν. 4285/2014 (ΦΕΚ Α 191/10-09-2014) «Για το αίτημα εγγραφής (των ως άνω πτυχιούχων) στο Μητρώο Ασκουμένων αποφαίνεται η Επιτροπή Αξιολόγησης', η οποία συγκροτείται με απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και αποτελείται από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων: α) Αθηνών, ως Πρόεδρο, β) Θεσσαλονίκης, γ) Πειραιώς ή τους αναπληρωτές τους και δ) έναν Πρόεδρο άλλου Δικηγορικού Συλλόγου ή τον αναπληρωτή του [....] Στην Επιτροπή μετέχει επίσης, ως πέμπτο μέλος και ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ή το οριζόμενο από αυτόν μέλος του Συλλόγου αυτού». Η ανωτέρω Επιτροπή «διερευνά αν τα εν γένει προσόντα του ενδιαφερομένου είναι αντίστοιχα προς εκείνα που κατά τον παρόντα κώδικα απαιτούνται για την εγγραφή πτυχιούχου νομικής ως ασκουμένου. Κατά την κρίση της αυτή λαμβάνονται υπόψη οι τίτλοι σπουδών του υποψηφίου, τα γνωστικά αντικείμενα τα οποία έχει διδαχθεί, τα δικαιολογητικά που προσκομίζει και η εν γένει εμπειρία του σε εργασίες νομικής φύσεως. Λαμβάνονται, επίσης, υπόψη οι διαφορές των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων. Σε περίπτωση διαπίστωσης μη αντιστοιχίας των επαγγελματικών προσόντων, η Επιτροπή αξιολόγησης παραπέμπει το φάκελο του αιτούντος στην Επιτροπή του άρθρου 16 (ήτοι στην Μόνιμη Πενταμελή Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και λειτουργεί στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών). Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο τρόπος λειτουργίας της ως άνω Επιτροπής και κάθε άλλο σχετικό θέμα». Σύμφωνα δε με το άρθρο 16 του αυτού ως άνω Κώδικα (§2) η ως άνω αναφερόμενη Επιτροπή Επάρκειας', στην οποία παραπέμπεται ο υποψήφιος, ο οποίος κρίνεται από την Επιτροπή Αξιολόγησης' ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την εγγραφή του στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποτελείται από α) τον Κοσμήτορα ή τον Πρόεδρο του Νομικού Τμήματος Νομικών Σχολών της Χώρας, ως Πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του, β) έναν καθηγητή Νομικού Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή τον αναπληρωτή του και γ) τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ή τους αναπληρωτές τους. Στη δε §2 του αυτού ως άνω άρθρου ορίζεται ότι «η Επιτροπή είναι αποκλειστικά αρμόδια και για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, με βάση την Οδηγία 2005/36 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L255/22), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το προεδρικό διάταγμα 122/2010 (Α 200) και αφορά στον πολίτη κράτους - μέλους της EE, ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου στην Ελλάδα, έχοντας αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε άλλος κράτος - μέλος». Τέλος, σύμφωνα με την §3Α του ιδίου ως άνω άρθρου, το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 4γ του άρθρου 6 του Ν. 4285/2014 (ΦΕΚ Α 191/10-09-2014) «Η Επιτροπή είναι αρμόδια για τον εξατομικευμένο προσδιορισμό των αντικειμένων για τα οποία οι αιτούντες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 15 υποχρεούνται να αποδείξουν τη γνώση τους, λόγω της αναντιστοιχίας των ουσιαστικών προσόντων. Προς τούτο παρέχεται σε αυτούς το δικαίωμα συμμετοχής στη δοκιμασία επάρκειας του άρθρου 17 και μόνον ως προς εκείνα τα γνωστικά αντικείμενα, για τα οποία έχει διαπιστωθεί η  έλλειψη αντιστοιχίας». Με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις, ο εκάστοτε υποψήφιος ασκούμενος δικηγόρος και πτυχιούχος Νομικής Σχολής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου απευθυνόταν αρχικά στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, στην περιφέρεια του οποίου επιθυμούσε να ασκήσει την πρακτική του και υπέβαλε την σχετική προς τούτο αίτηση του μαζί με το φάκελο των δικαιολογητικών του εγγράφων (ήτοι το πτυχίο του μεταφρασμένο νόμιμα, το πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου που φοίτησε, την ενδεχόμενη αναγνώριση του τίτλου των σπουδών του από τον Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), τη σχετική βεβαίωση της τυχόν συμμετοχής του σε επιμορφωτικά σεμινάρια κ.λπ.) και ακολούθως ο εκάστοτε Σύλλογος τα διαβίβαζε στην ως άνω αναφερόμενη Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 15, η οποία και διερευνούσε - κατόπιν εισήγησης που υπέβαλε ο εκάστοτε επιστημονικός συνεργάτης που είχε προηγουμένως επεξεργαστεί το φάκελο του συγκεκριμένου υποψηφίου -αν τα επαγγελματικά προσόντα του τελευταίου είναι αντίστοιχα προς εκείνα που απαιτούνται κατά τον Κώδικα Δικηγόρων για την εγγραφή του ως ασκουμένου στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, αξιολογώντας αιτιολογημένα όλα τα ως άνω προσκομισθέντα σε αυτήν δικαιολογητικά. Σε περίπτωση δε, που διαπιστωνόταν μερική ή ολική αναντιστοιχία αυτών με τα προσόντα που απαιτούνταν κατά την ελληνική έννομη τάξη για το σκοπό αυτό, η ανωτέρω Επιτροπή παραπέμπε το φάκελο του υποψηφίου στην Επιτροπή Επάρκειας του άρθρου 16, προκειμένου ο τελευταίος να υποβληθεί στην προβλεπόμενη δοκιμασία επάρκειας του άρθρου 17 και να εξετασθεί στα προτεινόμενα από την Επιτροπή Αξιολόγησης μαθήματα, στα οποία είχε διαπιστωθεί η ως άνω έλλειψη αντιστοιχίας. Μετά δε την επιτυχή ολοκλήρωση της ως άνω δοκιμασίας γινόταν η εγγραφή του αιτούντος στα μητρώα ασκουμένων του οικείου δικηγορικού συλλόγου στον οποίο είχε υποβάλει την αίτηση του, αναδρομικά από το χρόνο υποβολής αυτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο υπ' αριθμ. . και από 05-08-2016 - 25-08-2016 δεκαπενθήμερο τεύχος του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», του οποίου ιδιοκτήτρια τυγχάνει η πρώτη εναγόμενη, ενώ ο δεύτερος και τρίτος αυτών φέρουν τις ιδιότητες του εκδότη και του διευθυντή σύνταξης, αντίστοιχα, του εν λόγω εντύπου, δημοσιεύτηκε ένα δισέλιδο άρθρο ανωνύμου συντάκτη υπό τον τίτλο «ΠΩΣ ΑΞΙΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ ΝΟΜΙΚΗΣ. ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ. ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΚΟΜΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ», το οποίο άπτεται του τρόπου αξιολόγησης των πτυχιούχων αλλοδαπών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, οι οποίοι επιθυμούν να εγγραφούν ως ασκούμενοι δικηγόροι στους ημεδαπούς  δικηγορικούς συλλόγους, αναφέροντας ποικιλοτρόπως σε αυτό ότι: 1) τα μέλη που απαρτίζουν την Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 15 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ήτοι οι Πρόεδροι πέντε Δικηγορικών  Συλλόγων, αξιολογούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των ανωτέρω υποψηφίων όλως αναξιοκρατικά, χωρίς να διαθέτουν τις ειδικές προς τούτο γνώσεις και χωρίς ειδική γραμματειακή και επιστημονική υποστήριξη, με μοναδικό τους γνώμονα κομματικά, προσωπικά, ρουσφετολογικά και συμφεροντολογικά κριτήρια, 2) ο κλάδος των δικηγόρων έχει διαιρεθεί σε δύο «στρατόπεδα» και ότι τα μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης ανήκουν στο στρατόπεδο των συνδικαλιστών μιας συντεχνιακής επαγγελματικής αντίληψης που θέλουν φέουδο τους τον κλάδο σε αντίθεση με το έτερο στρατόπεδο, που αποτελείται από τους δικηγόρους που επιθυμούν αξιοκρατία, διαφάνεια και αντικειμενικά κριτήρια, 3) οι κείμενες διατάξεις που ορίζουν τη λειτουργία της Επιτροπής Αξιολόγησης είναι προϊόν συνδικαλιστικής συναλλαγής του δικηγορικού κλάδου και του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης και ότι κατά τη διετή λειτουργία της ως άνω Επιτροπής τα προβλήματα έχουν πολλαπλασιαστεί, καθώς έχουν αθροιστεί δεκάδες αναφορές, καταγγελίες και ερωτήσεις στη Βουλή, 4) η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής έκρινε τις σχετικές με τη λειτουργία της Επιτροπής Αξιολόγησης διατάξεις αντισυνταγματικές, 5) υπήρξαν καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση των υποψηφίων από κομματικούς συνδικαλιστές, προτροπή αυτών σε παρακολούθηση φροντιστηρίων και εν γένει έχουν σημειωθεί απαράδεκτες και αλαζονικές σε βάρος των υποψηφίων συμπεριφορές, 6) η Επιτροπή Αξιολόγησης και η Επιτροπή Επάρκειας στερούνται προσόντων και διενεργούν «διάτρητες» εξετάσεις, 7) οι συνδικαλιστές του κλάδου επιδιώκουν μια κλειστή συντεχνία για το συμφέρον τους, κόντρα στους ευρωπαϊκούς κανόνες, την αξιοκρατία, την ηθική και τη διαφάνεια, εξ' ου και η απόφαση της Επιτροπής Αξιολόγησης να μην δεσμεύεται από τις διοικητικές πράξεις αναγνώρισης της αντιστοιχίας των πτυχίων, που συνιστά κατάφωρη παραβίαση των κανόνων δικαίου, 8) Η Επιτροπή Αξιολόγησης ακολουθεί παρελκυστική τακτική κατά την εκδίκαση των αιτήσεων ακυρώσεως που έχουν ασκηθεί σε βάρος των αποφάσεων της, καθυστερώντας εσκεμμένα να υποβάλει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία και δεν σέβεται τις αποφάσεις των Δικαστηρίων και τέλος, 9) Η Επιτροπή Αξιολόγησης λειτουργεί με όρους «χουλιγκανισμού», καθώς στις συνεδριάσεις της επικρατούν οι ύβρεις, οι βωμολοχίες, οι αντεγκλήσεις και οι προσωπικές συγκρούσεις των μελών της (βλ. το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο άρθρο, το οποίο δημοσιεύθηκε στις σελ. 75 - 77 του υπ' αριθμ. . και από 05-08-2016 - 25-08-2016 δεκαπενθήμερου ειδικού τεύχους Αυγούστου του περιοδικού «ΕΠΙΚΑΙΡΑ»). Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι όλα τα ως άνω αναφερόμενα στο επίμαχο άρθρο καταγγελλόμενα τυγχάνουν απολύτως ψευδή, μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η θέσπιση των διατάξεων των άρθρων 15 και 16 του Κώδικα Δικηγόρων αποτέλεσε συνειδητή νομοθετική επιλογή, προκειμένου να εναρμονιστεί η εθνική έννομη τάξη με το Ενωσιακό Δίκαιο και τη νομολογία του ΔΕΕ, αναφορικά με την επαγγελματική αναγνώριση των πτυχιούχων των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, προκειμένου να εγγραφούν οι τελευταίοι ως ασκούμενοι δικηγόροι στον εκάστοτε δικηγορικό σύλλογο στην περιφέρεια του οποίου επιθυμούσαν να ασκήσουν την πρακτική τους, κατ' εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων ή και της ελεύθερης εγκατάστασης, κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα απόφαση του ΔΕΕ Morgenbesser της ΠΙ 1-2003, υπόθεση C-313/01 και σχετική προς τούτο νομολογία του ΣΤΕ). Συνεπώς, είναι απολύτως ψευδής η αιτίαση ότι οι αιρετοί εκπρόσωποι του δικηγορικού σώματος συναλλάχθηκαν δια ίδιον όφελος με τους Υπουργούς Δικαιοσύνης, Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Εργασίας και Υποδομών, που υπέγραψαν την υπ' αριθμ. 1733/96/21-08-2014 τροπολογία, με την οποία εισήχθησαν οι επίμαχες ρυθμίσεις, προκειμένου να επιτύχουν την ψήφιση τους, καθώς διατυπώνεται όλως ατεκμηρίωτα, χωρίς καμία απόδειξη και χωρίς να έχει προηγηθεί η επιβαλλόμενη από τη δημοσιογραφική δεοντολογία διασταύρωση του περιεχομένου της εν λόγω πληροφορίας. Ακολούθως, απολύτως ψευδής τυγχάνει και ο ισχυρισμός που διατυπώνεται στο επίδικο δημοσίευμα ότι η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής έκρινε αντισυνταγματικές τις εν λόγω διατάξεις, καθώς στην αιτιολογική έκθεση της ως άνω τροπολογίας, που αποτέλεσε στη συνέχεια το επίμαχο άρθρο 6 §4 του Ν.4285/2014, επεξηγείται ότι ο δικαιοπολιτικός σκοπός της εν λόγω ρύθμισης ήταν -όπως ανωτέρω εκτενώς εκτέθηκε - η πλήρης εναρμόνιση της χώρας μας με το Ευρωενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία του ΔΕΕ, γεγονός που εξ ορισμού αποκλείει την αντισυνταγματικότητα τους (βλ. την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα από 21-08-2014 αιτιολογική έκθεση της ως άνω τροπολογίας, στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «Με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η υιοθέτηση διαδικασίας εγγραφής πτυχιούχων νομικών σχολών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της Ε.Ε. ως ασκουμένων στους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η εγγραφή εκείνων που δεν έχουν τα απαιτούμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων προσόντα [....] Η Επιτροπή, αξιολογώντας τα εν γένει προσόντα του υποψηφίου (σπουδές, τυχόν επαγγελματική εμπειρία κ.λπ.), αποφαίνεται αν αυτός έχει τα απαιτούμενα για την εγγραφή στο σύλλογο προσόντα. Η προβλεπόμενη διαδικασία, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο καθ' όσον αφορά τους απλούς πτυχιούχους νομικών σχολών αλλά και τους ήδη εγγεγραμμένους για πραγματοποίηση δικηγορικής άσκησης σε σύλλογο χώρας μέλους της Ε.Ε, εναρμονίζεται πλήρως προς το ευρωπαϊκό δίκαιο σχετικά με την αναγνώριση των διπλωμάτων νομικών σχολών των κρατών μελών της Ε.Ε....»). Ομοίως, απολύτως αναληθής τυγχάνει και ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή του άρθρου 15 είναι προβληματική, διότι έχουν αθροιστεί δεκάδες αναφορές, καταγγελίες και ερωτήσεις στη Βουλή, καθώς δημιουργεί την εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό ότι υφίσταται πληθώρα καταγγελιών σε βάρος της Επιτροπής αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της, ενώ στην πραγματικότητα οι ερωτήσεις που πράγματι υποβλήθηκαν στη Βουλή προς τον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφορούσαν την καθυστέρηση της αξιολόγησης των αιτήσεων υποψηφίων ασκούμενων δικηγόρων κυρίως του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Κύπρου, το οποίο, ωστόσο, σε πληθώρα περιπτώσεων είχε χορηγήσει στους πτυχιούχους πιστοποιητικά αντιφατικά κατά περιεχόμενο ή και ελλιπή, που δυσχέραναν ουσιωδώς το έργο της Επιτροπής, η οποία αναγκάσθηκε να αποταθεί κατ' επανάληψη στο ως άνω Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, προκειμένου να συμπληρώσει τις ανωτέρω ελλείψεις (βλ. αποσπάσματα πρακτικών συνεδριάσεων της Επιτροπής Αξιολόγησης, στα οποία επισημαίνεται ότι στα προσκομισθέντα δικαιολογητικά των πτυχιούχων του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Κύπρου εντοπίζονται αντιφάσεις τόσο ως προς τον αριθμό των μεταφερόμενων μαθημάτων όσο και ως προς το ύψος των πιστωτικών μονάδων (ECTS) σε συνδυασμό με το από 19-10-2015 έγγραφο της ως άνω Επιτροπής προς το ως άνω αναφερόμενο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα). Επίσης, αποδείχθηκε όλως συκοφαντικός και αναληθής και ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής παρενόχλησης των υποψηφίων και αντιμετώπισης τους με απαξιωτικό και προσβλητικό τρόπο, καθώς αφενός δεν προσδιορίζεται ρητά στο επίμαχο δημοσίευμα ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι που δέχθηκαν τέτοιου είδους συμπεριφορές και από ποια συγκεκριμένα μέλη και αφετέρου παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η προσωπική επικοινωνία των υποψηφίων με τα μέλη της Επιτροπής δεν αποτελεί τον κανόνα αλλά την εξαίρεση, καθώς η Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 15 δεν εξετάζει υποψηφίους δια ζώσης, αλλά κρίνει επί των υποβληθέντων σε αυτήν έγγραφων δικαιολογητικών, κατά τα ανωτέρω εκτενώς εκτιθέμενα. Τέλος, ψευδής αποδείχθηκε και ο ύστατος ισχυρισμός που περιέχεται στο επίμαχο άρθρο ότι η Επιτροπή Αξιολόγησης παραβιάζει τους κανόνες δικαίου και δεν σέβεται τις δικαστικές αποφάσεις, τον οποίο αποδίδει στην - κατά την άποψη του ανώνυμου συντάκτη του - αυθαίρετη απόφαση της να μην δεσμεύεται από τις διοικητικές πράξεις αναγνώρισης της αντιστοιχίας των πτυχίων από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., καθώς προέκυψε το ακριβώς αντίθετο και συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή του άρθρου 15 δεσμεύεται απόλυτα από την απόφαση του ως άνω Οργανισμού, αλλά μόνον ως προς το ζήτημα για το οποίο αυτός κρίνει, δηλαδή την ακαδημαϊκή αντιστοιχία, ισοτιμία και αναγνώριση του προσκομιζόμενου ενώπιον του πτυχίου. Ειδικότερα, η Επιτροπή του άρθρου 15 §1Α του Κώδικα περί Δικηγόρων προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των εν γένει επαγγελματικών προσόντων των πτυχιούχων των ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων σε σχέση με τα επαγγελματικά προσόντα που πιστοποιούνται από την κατοχή τίτλου νομικής πανεπιστημιακού ιδρύματος της ημεδαπής. Κατά την εξέταση αυτή, όπως ανωτέρω πολλαπλώς εκτέθηκε, λαμβάνονται υπόψη οι τίτλοι σπουδών του υποψηφίου, τα γνωστικά αντικείμενα τα οποία έχει διδαχθεί, τα δικαιολογητικά που προσκομίζει και η εν γένει εμπειρία του σε εργασίες νομικής φύσης, συνεκτιμώνται δε ιδιαιτέρως οι διαφορές των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη αν τα επαγγελματικά προσόντα του υποψηφίου επαρκούν, καταρχήν, για την ανάληψη δικηγορικών δραστηριοτήτων που επιτρέπονται, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κώδικα Δικηγόρων, ήδη κατά τη διάρκεια της άσκησης (παράσταση στα πταισματοδικεία, στις προανακριτικές αρχές, στα ειρηνοδικεία κατά τη συζήτηση υποθέσεων μικροδιαφορών, στη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και ενώπιον οποιασδήποτε διοικητικής αρχής), ενόψει και του ότι ο ασκούμενος δικηγόρος υπάγεται στο πειθαρχικό δίκαιο των δικηγόρων (άρθρο 11 §3 του Κώδικα Δικηγόρων). Σε περίπτωση διαπίστωσης αντιστοιχίας των επαγγελματικών προσόντων του υποψηφίου, η Επιτροπή Αξιολόγησης δέχεται την εγγραφή του στο μητρώο ασκουμένων αναδρομικά από την ημερομηνία της αίτησης του, ενώ, αν διαπιστωθεί έλλειψη, η ανωτέρω Επιτροπή, παραπέμπει το φάκελο του υποψηφίου, με αιτιολογημένη απόφαση της, στη Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 του Κώδικα, η οποία αποφασίζει για τα μαθήματα, στα οποία θα υποβληθεί σε εξέταση. Και ναι μεν στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του Κώδικα 80423/24-10-2014 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, περιλαμβάνεται και η ενδεχόμενη αναγνώριση του τίτλου σπουδών από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π, κατά τη διενέργεια, όμως, του ελέγχου της επαγγελματικής ισοτιμίας των προσκομιζόμενων ενώπιον του τίτλων, το αρμόδιο όργανο και εν προκειμένω η Επιτροπή Αξιολόγησης, δεν είναι υποχρεωμένο, στηριζόμενο αυτοτελώς στην ανωτέρω απόφαση του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. περί ισοτίμου και αντιστοίχου του τίτλου, όταν αυτή υπάρχει, να εγγράψει τον υποψήφιο ως ασκούμενο δικηγόρο,  δοθέντος άλλωστε ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. είναι αρμόδιος να κρίνει μόνο περί της ακαδημαϊκής ισοτιμίας του προσκομιζόμενου ενώπιον του τίτλου και όχι και περί της επαγγελματικής (βλ. καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης και σχετικές προς τούτο αποφάσεις του ΣΤΕ και του ΔΕΕ). Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι άπαντα τα μέλη που μετέχουν στην Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 15 του Κώδικα περί Δικηγόρων και δη οι ενάγοντες των υπό κρίση αγωγών, οι οποίοι διαθέτουν μακρά δικηγορική εμπειρία, επιστημονική καλλιέργεια και νομική επάρκεια, υπηρετούν με ευσυνειδησία το θεσμό της δικαιοσύνης και κρίνουν τους πτυχιούχους ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς ιδιοτέλεια και πολιτικές σκοπιμότητες, οι δε συνεδριάσεις των Επιτροπών στις οποίες μετέχουν διεξάγονται σε κλίμα ευπρέπειας και αλληλοσεβασμού, όπως αρμόζει σε επιστήμονες και αιρετούς εκπροσώπους του δικηγορικού σώματος. Ο άμεμπτος δε τρόπος με τον οποίο επιτελούν το θεσμικό έργο που τους έχει ανατεθεί επιβεβαιώνεται πανηγυρικά και από τις ένορκες καταθέσεις των ιδίων των υποψηφίων που μετήλθαν τη σκόπελο της δοκιμασίας του άρθρου 17 και εξετάσθηκαν από την Επιτροπή Επάρκειας του άρθρου 16 στα μαθήματα, στα οποία έκρινε ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη αντιστοιχία των επαγγελματικών τους προσόντων η Επιτροπή Αξιολόγησης του άρθρου 15 (βλ. τις ως άνω αναφερόμενες υπ' αριθμ. ./15-05-2018 ./16-05-2018 και ./16-05-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, της συμβολαιογράφου Λάρισας …  και της συμβολαιογράφου Φαρσάλων …,  αντίστοιχα). Συνεπώς, τα ως άνω αναφερόμενα στο δημοσίευμα  πραγματικά  περιστατικά είναι απολύτως ψευδή και συκοφαντικά, δημοσιεύτηκαν δε από τον ανώνυμο συντάκτη – ειδικό συνεργάτη της πρώτης εναγόμενης με σκοπό την προσβολή της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων, που αποτελούσαν ex officio (λόγω της ιδιότητας τους ως Προέδρων των ως άνω αναφερόμενων Δικηγορικών Συλλόγων), τα μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης του άρθρου 15 του Κώδικα περί Δικηγόρων, την οποία και πράγματι έπληξαν, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ενστάσεως του άρθρου 367 §1 περ. γ' ΠΚ περί ύπαρξης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτού προς ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, αφού η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν οι δυσμενείς κρίσεις και εκδηλώσεις συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας των εναγόντων οφείλεται και στην υπαιτιότητα του δεύτερου, εκδότη της εφημερίδας, αλλά και του τρίτου των εναγομένων, δ/ντη του εντύπου, με τις ιδιαίτερες αυτές ιδιότητες τους, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δηλαδή αυτής που μπορούσε ο καθένας απ' αυτούς να επιδείξει ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος εκδότης και διευθυντής του περιοδικού, αντίστοιχα, (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ), δεν προέβησαν στην εξακρίβωση της αλήθειας των κατά τα προεκτεθέντα δυσφημιστικών γεγονότων πριν από τη δημοσίευση, ενόψει του ότι η παράδοση προσώπου σε δημόσια ανυποληψία ουδόλως τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ούτε επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης, ενώ από την άλλη πλευρά, αν και γνώριζαν ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων τους το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, πριν αυτό δημοσιευθεί, και ειδικότερα τους υβριστικούς, μειωτικούς και προσβλητικούς για την προσωπικότητα των εναγόντων χαρακτηρισμούς, εντούτοις ενέκριναν και επέτρεψαν τη δημοσίευση του, αποδεχόμενοι με τον τρόπο αυτό τους εν λόγω χαρακτηρισμούς και τη βάναυση προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, οι οποίοι, μολονότι δεν κατονομάζονται ρητά στο επίμαχο δημοσίευμα ήταν άμεσα αναγνωρίσιμοι ιδίως στους νομικούς κύκλους, ενόψει του περιορισμένου αριθμού της σύνθεσης της Επιτροπής και της ex lege και ex officio συμμετοχής σε αυτήν των Προέδρων των δικηγορικών συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης και του δια εκλογής ορισμού του τότε Προέδρου του δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του 2014 στα Καλάβρυτα (βλ. το σχετικό με τη συγκρότηση της Επιτροπής Αξιολόγησης του άρθρου 15 του Κώδικα Δικηγόρων με αριθμό φύλλου 813 από 19-12-2014 ΦΕΚ, στο οποίο αναφέρονται ονομαστικά τα μέλη της επίμαχης Επιτροπής). Ως προς την πρώτη δε εναγομένη σημειώνεται ότι εφόσον υπήρξε υπαιτιότητα του συντάκτη του δημοσιεύματος, που ήταν γνωστή, ενεργοποιείται και η γνήσια αντικειμενική της ευθύνη, ως ιδιοκτήτριας του εντύπου, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το νομικό κανόνα του άρθρου 25 του Συντάγματος της «αρχής της αναλογικότητας» που επιβάλλει και στα δικαιοδοτικά όργανα, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού (ΑΠ 531/2014) και σταθμίζοντας τις συνθήκες της προκείμενης αδικοπραξίας (προσβολή της προσωπικότητας) κατά ενός εκάστου των εναγόντων, με τις εκφάνσεις της προσωπικότητας των τελευταίων, κατά των οποίων στράφηκε η προσβολή (τιμή, υπόληψη), το είδος και την ένταση της προσβολής, το βαθμό υπαιτιότητας και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγομένων φυσικών προσώπων, καθώς και τις συνθήκες και τη δημοσιότητα της προσβολής, αλλά και όλες γενικά, τις περιστάσεις, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση ενός εκάστου των εναγόντων για την ηθική βλάβη που υπέστη από το επίδικο δημοσίευμα ανέρχεται στο ποσό των οκτώ χιλιάδων ευρώ (8.000 €). Κατόπιν τούτων, οι κρινόμενες αγωγές πρέπει να γίνουν κατά ένα μέρος δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν σε έναν έκαστο των εναγόντων, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των οκτώ χιλιάδων ευρώ (8.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης εκάστης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων, αναλόγως της έκτασης της ήττας των τελευταίων (άρθρα 106, 178 §1 και 191 §2 ΚΠολΔικ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ Α) την υπό στοιχεία Α' και με αριθμό κατάθεσης ./12-06-2017 από 08-06-2017 αγωγή, Β) την υπό στοιχεία Β' και με αριθμό κατάθεσης ./12-06-2017 από 08-06-2017 αγωγή, Γ) την υπό στοιχεία Γ' και με αριθμό κατάθεσης ./26-05-2017 από 24-05-2017 αγωγή και Δ) την υπό στοιχεία Δ' και με αριθμό κατάθεσης ./21-06-2017 από 20-06-2017 αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος τις αγωγές.

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, σε έναν έκαστο των εναγόντων το ποσό των οκτώ χιλιάδων ευρώ (8.000 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης εκάστης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγομένους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, το οποίο ορίζει στο συνολικό ποσό

 

ΚΡΊΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27-06-2019.

 

Δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση την 30-07-2019, στην Αθήνα, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ