ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΠατρών 363/2019

 

Ανακοπή κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιων κτημάτων - Αρμοδιότητα - Απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων - Συνταγματικότητα ρύθμισης -.

 

Αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιων κτημάτων είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί των ανακοπών αυτών δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Η εν λόγω διάταξη δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου,  εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

 

 

Αριθμός Απόφασης 363/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Γεώργιο Ανδρεάδη, Εφέτη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος Εφετών του Εφετείου και από την Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις η Μαρτίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: ..., κατοίκου Ο. Ζακύνθου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Μάργαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΑΗΤΟΥ-ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο ΝΣΚ, Γεώργιο Δεληγιάννη.

 

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου την από 21.1.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/2014 ανακοπή του κατά των υπ' αριθ. .../11-9-2013 πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, κατεδάφισης αυθαίρετου κτίσματος και καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος της προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ζακύνθου, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 62/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως προς τα πρωτόκολλα κατεδάφισης αυθαίρετου κτίσματος και καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος και παραπέμφθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου ως προς το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

 

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών με την από 17.6.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 71/1-10.2014 έφεση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 248/2015, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ορίστηκε δε δικάσιμος για τη συζήτηση της η 2.2.2017 και μετ' αναβολή η δικάσιμος της 410.2018, πλην όμως ματαιώθηκε η συζήτηση της. Ήδη επαναφέρεται με την από 19.10.2018 κλήση του εκκαλούντος, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 39/2018, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα εκτίθενται σ' αυτές.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929 «Περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων», το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του ΑΝ 1540/1938, 19 του ΑΝ 1919/1939, 2 του ΑΝ 1925/1951 και 5 παρ. 4 του ΑΝ 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της απόφασης αυτής δεν επιτρέπεται κανένα ένδικο μέσο. Μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων ι εδ. ε' και στ', 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. ι και 39 παρ. ι ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε γι' αυτήν την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, αλλά υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ. Ήδη, όμως, με το άρθρο 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012 (ΦΕΚ Α' 86/11-4-2012 σε συνδυασμό με άρθρο 330 παρ.2 του ως άνω νόμου), αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 του ΠΔ από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων. Η ανωτέρω διάταξη, εξάλλου, δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλει μεν στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχάς, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, που αναγνωρίζει μεν με το άρθρο 6 παρ. 1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014). Ο περιορισμός δε αυτός της άσκησης ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων επί των υποθέσεων αυτών που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δικαιολογείται, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 326 παρ. 3 του νόμου 4072/1912, διότι οι εν λόγω υποθέσεις είναι νομικά απλές, με την έννοια ότι η επ' αυτών κρίση αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων, ότι επιτυγχάνεται περιορισμός περιττής επιβάρυνσης των δικαστηρίων, λαμβανομένου υπόψη ότι ζητήματα που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή των κτημάτων επιλύονται μόνο κατά την τακτική διαδικασία, δεν είναι δυσανάλογος και δεν αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εν προκειμένω ότι δεν υφίσταται ειδικότερη ρύθμιση, αφού ο ν. 4072/2012 δεν περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη ή άλλη διάταξη για τις κατά τη δημοσίευση του εκκρεμείς δίκες επί των ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων αυτών καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ' αυτών δίκες (βλ. σχετ. ΑΠ 668/2018, ΑΠ 1868/2017, ΑΠ 1765/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 285/2016, ΑΠ 18/2016, δημοσιευθείσες στη ΝΟΜΟΣ).

 

Με την υπό κρίση ανακοπή, ο εκκαλών-ανακόπτων ζήτησε την ακύρωση και του υπ' αριθ. ./11.9.2013 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος της προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ζακύνθου, με το οποίο καθορίσθηκε σε βάρος του αποζημίωση 500 ευρώ για τη χρήση δημόσιου ακινήτου και συγκεκριμένα βραχώδους δημόσιας έκτασης σε αιγιαλό, του οποίου δεν έχουν καθορισθεί τα όρια, εμβαδού 172,78 τ.μ. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η εκκαλουμένη που την απέρριψε και επικύρωσε το ως άνω προσβαλλόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονείται ήδη ο ανακόπτων και ζητεί με τον 3° λόγο της έφεσης την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η ανακοπή και ν' ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

 

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 62/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι: α) κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 1.10.2014, προ πάσης επίδοσης, καθώς δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε η εκκαλουμένη στον εκκαλούντα (άρθρα 495 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και β) κατατέθηκε το κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου, που έχει επισυναφθεί στην έφεση. Περαιτέρω, όμως και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 31.32014, κατά το μέρος που απορρίπτει την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης, δεν υπόκειται σε έφεση. Επομένως, η υπό κρίση έφεση, κατά τον ως άνω 3° λόγο της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

 

Στο άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968 ορίζεται ότι κατά του αναφερόμενου στην παρ. 1 του άρθρου αυτού πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από δημόσιο κτήμα επιτρέπεται ανακοπή ενώπιον του αρμόδιου ειρηνοδικείου. Περαιτέρω, κατά τις παρ. 1 και 2 του από 11/12-11-1929 διατάγματος «περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων», το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν· 5895/1933: «Εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιούμενων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιούτων, των οποίων την νομήν ή την χρήσιν έχει δια συμβάσεως οπωσδήποτε το Δημόσιο ή η Δ.Δ.Δ., βεβαιούται αποζημίωσις δι' ό χρονικόν διάστημα εποιήσατο χρήσιν. Η αποζημίωσις ορίζεται ... κατά τη κρίσιν ανδρός αγαθού δια πρωτοκόλλου, υπέρ ..., κοινοποιείται δια δημοσίου εγγράφου εις τον κατά τα άνω καρπούμενο ή χρησιμοποιούνται το ακίνητον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν αν εντός προθεσμίας ενός μηνός (άρθρο ίο ΑΝ 1919/1935) από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου δεν ασκήσει ανακοπή». Επίσης, ορίζεται ότι η ανακοπή ασκείται ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, ενώπιον του ειρηνοδίκου ή του προέδρου πρωτοδικών, οι αποφάσεις των οποίων δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 115 παρ. 2 του δ/τος). Ήδη μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής, έχει σύμφωνα με τα άρθρα ι εδ. ε και στ, 3 παρ. ι, 2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά τις οποίες καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες υποθέσεις, το μονομελές πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται περαιτέρω, ότι, όταν κατά του φερόμενου ως αυθαιρέτου κατόχου δημοσίου κτήματος εκδίδεται συγχρόνως και πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης χρήσης, αποκλειστική καθ' ύλην αρμοδιότητα για τις (συνεκδικαζόμενες) κατ' αυτών ανακοπές έχει το μονομελές πρωτοδικείο ως το ανώτερο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τη μία εξ αυτών, ήτοι για την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης (ΑΠ 1360/2011 ΝΟΜΟΣ).

 

Περαιτέρω, από την παρ. 1 του άρθρου 535 ΚΠολΔ, ως αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 άρθρ. 16 ν. 2915/2001, ορίζεται «1. Αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν.». Περαιτέρω, από την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται «Αν η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται για αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση  παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46. Αν πρόκειται για κατά τόπον αναρμοδιότητα και κριθεί αρμόδιο άλλο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει την έφεση, αυτό μπορεί ή να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή να την κρατήσει και να την δικάσει κατ' ουσίαν». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε αγωγή χωρίς να είναι αρμόδιο καθ' ύλην και η απόφαση του προσβληθεί με έφεση και εξαφανιστεί, τότε η υπόθεση παραπέμπεται υποχρεωτικά στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46, ενώ αν εξαφανιστεί επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο και αρμόδιο είναι άλλο δικαστήριο που υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τότε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο ή να την κρατήσει και να τη δικάσει κατ' ουσίαν. Αν όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την αγωγή στο κατ' αυτό αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο, τότε η απόφαση του, αν προσβληθεί με λόγο έφεσης ή κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα της καθ' ύλην αρμοδιότητας από το Εφετείο, εξαφανίζεται δυνάμει της πρώτης παραγράφου του άρθρου 535 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρατεί υποχρεωτικά την υπόθεση και δικάζει αυτήν κατ' ουσίαν, μη δυνάμενο να την παραπέμψει στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο. Τούτο διότι από την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 535, πριν  την κατά τα ως άνω αντικατάσταση της προβλεπόταν ότι «αν το Δικαστήριο είχε αποφανθεί για την ουσία της υπόθεσης, κρατεί αυτό την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσία, σε αντίθετη περίπτωση μπορεί ή να την αναπέμψει στο Δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειας του ή να την κρατήσει και να την δικάσει κατ' ουσίαν». Δηλ, ενώ στην περίπτωση της εξαφάνισης της απόφασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 535 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της, αν η αγωγή δεν είχε δικαστεί κατ' ουσίαν το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να αναπέμψει την υπόθεση στο εκδόν αυτήν Δικαστήριο ή σε άλλο ομοιόβαθμο ή να την κρατήσει και να τη δικάσει, υπό την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 535 ΚΠολΔ σε περίπτωση εξαφάνισης της απόφασης, ακόμη και αν δεν έχει αποφανθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο επί της ουσίας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση υποχρεωτικά και την δικάζει κατ' ουσίαν (βλ. σχετ. ΑΠ 182/2015, ΕφΛαρ 317/2015 ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερθείσα ανακοπή του ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι στις 11.9.2013 εκδόθηκαν σε βάρος του τα υπ' αριθ. 1813, ι8ι6 και 1814 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, κατεδάφισης αυθαίρετου κτίσματος και καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος, που αφορούν ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή «Αγιος Πέτρος» Βολιμών Ζακύνθου, επιφανείας 172,78 τ.μ·, το οποίο φέρεται ότι κατέλαβε και στο οποίο κατασκεύασε τοιχίο μήκους 15 μ. και πλάτωμα εμβαδού 2ο τ.μ. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριος και νομέας ενός οικοπέδου έκτασης 8.324,90 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, το απέκτησε με προφορική παραχώρηση από τη μητέρα του από το έτος 1982 και στο οποίο περιλαμβάνεται η ως άνω επίδικη επιφάνεια των 172,78 τ.μ. Με βάση το περιεχόμενο αυτό ζήτησε να ακυρωθούν τα προαναφερόμενα πρωτόκολλα, να διαταχθεί η απόδοση του προκαταβληθέντος από αυτόν ποσοστού της αποζημίωσης και να καταδικασθεί το καθ' ου στα δικαστικά του έξοδα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στο ίδιο δικόγραφο σωρεύονται τρεις ανακοπές, μία κατά του υπ' αριθ. ./11.9.2013 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, μία κατά του υπ' αριθ. ./11.9.2013 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης και μία κατά του υπ' αριθ. ./11.9.2013 πρωτοκόλλου κατεδάφισης αυθαίρετου κτίσματος (ως προς το οποίο δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης η εκκαλουμένη). Η ανακοπή κατά του πρώτου πρωτοκόλλου (διοικητικής αποβολής) υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, ενώ η ανακοπή κατά του δεύτερου πρωτοκόλλου (καθορισμού αποζημίωσης) υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Επομένως και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, αποκλειστική καθ' ύλην αρμοδιότητα για τις συνεκδικαζόμενες αυτές ανακοπές είχε το μονομελές πρωτοδικείο ως το ανώτερο δικαστήριο που ήταν αρμόδιο για τη μία εξ αυτών, ήτοι για την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου έσφαλε και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο αυτό πρέπει να κρατήσει την ανακοπή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και να εξετάσει αυτή κατ' ουσίαν.

 

Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών στοιχείων, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ασφαλής δικανική πεποίθηση, για γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έρευνα της βασιμότητας της συγκεκριμένης ανακοπής, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται κενά και αμφίβολα σημεία που  χρειάζονται  συμπλήρωση  και  επεξήγηση.

 

Ειδικότερα, λόγω της τηρηθείσας διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων κατά την εκδίκαση της ανακοπής και της μη σύμπραξης γραμματέως, με αποτέλεσμα την μη τήρηση πρακτικών και τη συνεπεία αυτής αδυναμία του παρόντος Δικαστηρίου να λάβει γνώση και να εκτιμήσει τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που   εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παρέμειναν κενά και αδιευκρίνιστα σημεία βάσει των λοιπών προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.

 

Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο κρίνει ότι, προς κάλυψη των κενών αυτών και προς ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας της ανακοπής και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, πρέπει να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης (άρθρα 254 παρ. 1 και 524 αρ. 1 ΚΠολΔ) προκειμένου να εξετασθεί ένας μάρτυρας από κάθε πλευρά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση με παρόντες τους διαδίκους.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά της υπ' αριθ. 62/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόρριψης της από 21.1.2014 ανακοπής κατά του υπ' αριθ. ./11.9-2013 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος, που εξέδωσε η προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ζακύνθου.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση κατά της υπ' αριθ. 62/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατά το μέρος που παρέπεμψε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου την από 21.1.2014 ανακοπή κατά του υπ' αριθ. ./11.9.2013 του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, που εξέδωσε η προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ζακύνθου.

 

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 62/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου ως προς την ως άνω παραπεμπτική της διάταξη.

 

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της ουσίας την από 21.1.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/2014 ανακοπή κατά του υπ' αριθ. ./11.9.2013 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, που εξέδωσε η προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ζακύνθου.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να εξετασθεί ένας μάρτυρας από κάθε πλευρά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Γεώργιος Ανδρεάδης              Αφροδίτη Γεωργίου