ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

 

ΜονΕφΠατρών 140/2021

 

Σύμβαση συμψηφισμού απαιτήσεων - Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό - Απαιτήσεις τράπεζας κατά καταθέτη - Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος -.

 

Σύμβαση συμψηφισμού. Είναι δυνατόν να αφορά και σε απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, ευθύς ως γεννηθούν και συνυπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό παράγεται μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφ ενός, και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και δύναται να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών. Αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατά ίσα μέρη. Η τράπεζα δεν διαθέτει δικαίωμα κατασχέσεως απαιτήσεώς της στα ίδια της τα χέρια. Διαθέτει μόνο δικαιώματα συμψηφισμού ή επισχέσεως προκειμένου να ικανοποιήσει αναγκαστικά απαίτησή της κατά του δανειστή της καταθέτη, συνδικαιούχου σε κοινό καταθετικό λογαριασμό. Απόσβεση με συμψηφισμό. Ο εκ μέρους της οφειλέτριας τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους εις ολόκληρον από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους, ως προς το ποσό που συμψηφίσθηκε έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της κατάθεσης. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου, εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 140/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 

********

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ηλιάνα Ζαμανίκα, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στην Πάτρα, στις 8 Οκτωβρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ... (ΑΦΜ ...), κατοίκου Πύργου Ν. Ηλείας, οδός ..., η οποία παραστάθηκε κατ' άρθρα 524 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ, με την από 5/10/2020 δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Δημητρίου Κονδύλη, ο οποίος κατέθεσε το υπ' αριθ. Η./2-10-2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣ Ηλείας.

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» (ΑΦΜ .), που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αμερικής, αριθ.4, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου της Διαμαντοπούλου Νικολίας, η οποία κατέθεσε το υπ' αριθ. Η ./7-10-2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣ Ηλείας.

 

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε κατά της εναγομένης Τράπεζας και ήδη εφεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας [τακτική διαδικασία] την από 14.3.2017 (έκθ. κατ. δικ. ΜΤ./14.3.2017) αγωγή της. Επ' αυτής το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθ. 88/2019 οριστική απόφαση του, με την οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη.

 

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 14.6.2019 έφεση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./14.6.2019 και προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθ. καταθ. δικογρ. ./26.6.2019 έκθεση προσδιορισμού για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω, η μεν πληρεξούσια Δικηγόρος της εφεσίβλητης αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές, ενώ ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της εκκαλούσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε την από 5/10/2020 κατ' άρθρα 524 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση και προκατέθεσε προτάσεις, αιτούμενος να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Η κρινόμενη από 14.6.2019, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./14.6.2019 και αριθμό έκθεσης προσδιορισμού ./26.6.2019 έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη, κατά της υπ' αριθ. 88/19.4.2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με αυτήν απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 14.3.2017 (έκθ. κατ. δικ. ΜΤ./14.3.2017) αγωγή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα, εφόσον δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευση της [19.4.2019] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως [14.6.2019] δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 499, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495, 518 και 591 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησης της, μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν.4335/2015], αρμόδια δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [άρθρο 19 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 72 παρ. 13 Ν. 3994/2011, ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011]. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται με αυτήν [άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ], κατά την αυτή ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, σημειουμένου ότι για το παραδεκτό αυτής [α] έχει κατατεθεί, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση κατάθεσης της από τη Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το κατ' άρθρο 495 παρ. 3 στοιχ. Α' περ. β' ΚΠολΔ, μετά την ισχύ του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚΑ' 240/22-12-2016] παράβολο ποσού εκατό [100 €] ευρώ [βλ. το αναγραφόμενο επί της έκθεσης κατάθεσης υπ' αριθ. ./2019 ηλεκτρονικό παράβολο, σε συνδ. με την από 14.6.2019 ηλεκτρονική απόδειξη εξόφλησης της ΕΤΕ] και [β] προσκομίζονται τα κατ' άρθρο 61 Ν. 4194/2013 προαναφερόμενα γραμμάτια προκαταβολής εισφορών των πληρεξουσίων Δικηγόρων των διαδίκων.

 

[I] Με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφ' όσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη, απευθυντέα προς το άλλο, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Από το γεγονός όμως ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για τον λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελευθέρως τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλόμενου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και σε απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, ευθύς ως γεννηθούν και συνυπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση αποσβέσεως της οφειλής (ΑΠ 13/2020, ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 31/2017, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 840/2012, ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1579/2008, ΑΠ 1251/2007, ΑΠ 1250/2001, ΜΕφΑΘ 2644/2020, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος).

 

[II] Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ' στοιχ. Α' του ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών, είτε και όλοι οι κατ' ιδία δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφ’ ενός, και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφ’ ετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και δύναται να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και, συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαία η παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους, αφού ενεργεί στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος των άλλων δικαιούχων (άρθρα 211 επ. ΑΚ), η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης, έναντι του δέκτη της κατάθεσης, και ως προς τους λοιπούς. Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η Τράπεζα, ανταπαίτησής της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, εφ' όσον και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς, σύμφωνα με το άρθρο 491 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. "Ακατάσχετες", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι απαιτήσεις οι οποίες, κατά εξαιρετικό και, επομένως, στενά ερμηνευτέο δίκαιο, εξαιρούνται από την κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, διατάξεις, δηλαδή, οι οποίες εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου Ν. 5638/1932 "κατάσχεσις της κατάθεσης επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη". Με τη διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη. Δηλαδή, πριν από την ανάληψη του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού εκείνος ο τρίτος που έχει χρηματική απαίτηση, μάλιστα δε τυχόν τέτοια ίση ή μεγαλύτερη αυτού του καταλοίπου, κατά κάποιου των καταθετών, δικαιούται, προς ικανοποίηση της απαίτησης του, να επιβάλει κατάσχεση επί του καταλοίπου τούτου, τεκμαίρεται όμως αμαχήτως έναντι εκείνου ότι ανήκει σε όλους τους καταθέτες κατ' ίσα μέρη, και, άρα, δικαιούται εκείνος να επιβάλει την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον οφειλέτη καταθέτη, ενώ, βέβαια, το ίδιο κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη, που διαφεύγει την κατάσχεση, - συμβαίνει δε τούτο όχι διότι το εν λόγω κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη του έχει καταστεί, σύμφωνα με την υπό συζήτηση διάταξη, ακατάσχετο -, αλλά διότι τούτο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τεκμαίρεται ότι δεν ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη καταθέτη. Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της, που έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής. Δεν αφορά σε κατάσχεση της ίδιας της Τράπεζας γιατί πολύ απλά η Τράπεζα δεν διαθέτει δικαίωμα κατασχέσεως απαιτήσεως της στα ίδια της τα χέρια, ούτε προβλέπεται κάτι τέτοιο από τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Διαθέτει μόνο τα αντίστοιχης ενέργειας και αποτελέσματος δικαιώματα του συμψηφισμού ή της επισχέσεως, προκειμένου να ικανοποιήσει αναγκαστικά απαίτηση της κατά του δανειστή της καταθέτη, συνδικαιούχου σε κοινό καταθετικό λογαριασμό. Έτσι, καθ' όσον αφορά στην απόσβεση με συμψηφισμό, ο εκ μέρους της οφειλέτριας τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους εις ολόκληρον από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους, ως προς το ποσό που συμψηφίσθηκε, έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της κατάθεσης (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 1812/2007, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος).

 

[III]. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα), με την από 14.3.2017 αγωγή της, ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της, ότι με τον σύζυγο της ... τηρούσαν από την 3.11.2000 στο υποκατάστημα της εναγομένης Τράπεζας (ήδη εφεσίβλητης) στον Πύργο Ν. Ηλείας, τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό, ο οποίος στις 7.12.2016 εμφάνιζε συνολικό ποσό κατάθεσης 308.841,13 ευρώ. Ότι η ίδια η ενάγουσα δεν είχε κάποια άλλη συμβατική δέσμευση με την εναγόμενη ως προς τον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό. Ότι η εναγόμενη Τράπεζα στις 7.12.2016 με έγγραφη δήλωση της συμψήφισε από το ως άνω συνολικό ποσό της κοινής κατάθεσης το ποσό των 249.372,17 ευρώ με το ισόποσο τμήμα συνολικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής ανταπαίτησής της, που είχε κατά του συνδικαιούχου συζύγου της, προερχόμενη από α) την υπ' αριθ. .../17.11.2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 29.347,02 ευρώ, καταρτισθείσα μεταξύ αυτής (εναγόμενης) και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο. Ε.", την εξόφληση της οποίας εγγυήθηκε μεταξύ άλλων προσώπων, ως αυτοφειλέτης ο ως άνω συνδικαιούχος … και η οποία κατά το χρόνο καταγγελίας της την 7.12.2016 εμφάνιζε οριστικό κατάλοιπο 107.222,10 ευρώ, πλέον εξόδων, β) την υπ' αριθ. .../11.11.2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 51.196,28 ευρώ, καταρτισθείσα μεταξύ αυτής (εναγόμενης) και της ίδιας ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, την εξόφληση της οποίας επίσης εγγυήθηκε μεταξύ άλλων προσώπων, ως αυτοφειλέτης ο ως άνω συνδικαιούχος ..., η οποία κατά το χρόνο καταγγελίας της την 5.12.2016 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 68.918,37 ευρώ, πλέον εξόδων, γ) την υπ' αριθ. .../11.11.2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 42.600 ευρώ, καταρτισθείσα ομοίως μεταξύ αυτής (εναγόμενης) και της ίδιας ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, την εξόφληση της οποίας, επίσης εγγυήθηκε μεταξύ άλλων προσώπων ως αυτοφειλέτης ο ως άνω συνδικαιούχος ..., η οποία κατά το χρόνο καταγγελίας της την 5.12.2016 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 63.691,27 ευρώ, πλέον εξόδων και δ) την υπ' αριθ. .../23.3.2004 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 25.000 ευρώ, καταρτισθείσα μεταξύ της Τράπεζας με την επωνυμία «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία ΛΤΔ», της οποίας ειδική διάδοχος είναι η εναγόμενη, και της ίδιας ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, την εξόφληση της οποίας επίσης εγγυήθηκε μεταξύ άλλων προσώπων ως αυτοφειλέτης ο ως άνω συνδικαιούχος ..., η οποία κατά το χρόνο καταγγελίας της την 5.12.2016 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 8.194,03 ευρώ, πλέον εξόδων. Ότι η εναγόμενη Τράπεζα προέβη στον συμψηφισμό αυτό, συνολικού ποσού 249.372,17 ευρώ, ισχυριζόμενη ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της. Ότι ο γενόμενος συμψηφισμός, στον οποίο προέβη η τελευταία, είναι άκυρος, αφενός διότι δεν προηγήθηκε εκ μέρους της σχετική δήλωση συμψηφισμού προς αυτήν (ενάγουσα) και αφετέρου διότι κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με το οποίο οι τραπεζικοί λογαριασμοί, σε περίπτωση κατασχέσεως, τεκμαίρεται αμάχητα έναντι των κατασχόντων, ότι ανήκουν στους συνδικαιούχους κατ' ίσα μέρη, δεν επέβαλε την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου, που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον σύζυγο της ..., αλλά, αντίθετα, συμψήφισε δια κατασχέσεως σχεδόν το σύνολο των καταθέσεων, δηλαδή και το μέρος αυτών, που αμάχητα τεκμαίρεται ότι ανήκει στην ίδια, η οποία δεν είναι οφειλέτης της. Ότι η ενέργεια της εναγομένης, η οποία αρνείται να της αποδώσει την αναλογία της επί του ποσού της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού, είναι αντισυμβατική, καθώς επίσης παράνομη και καταχρηστική, ως αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, διότι με σκοπό να της προκαλέσει ζημία προέβη αυθαίρετα σε συμψηφισμό του μεγαλύτερου μέρους του συνολικού ποσού των καταθέσεων του ως άνω κοινού λογαριασμού, χωρίς να την ενημερώσει προσηκόντως και να προβεί σε σχετική δήλωση (συμψηφισμού) προς αυτήν και, περαιτέρω, διότι γνώριζε ότι με βάση το Ν. 5638/1932 δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να συμψηφίσει το τμήμα εκείνο των καταθέσεων του κοινού λογαριασμού, ποσού 94.951,61 ευρώ, το οποίο τεκμαίρεται αμάχητα ότι της ανήκε και, τέλος, ότι από την προεκτεθείσα παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης υπέστη ηθική βλάβη για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της περί συμψηφισμού δηλώσεως της εναγόμενης τράπεζας, επικαλούμενη ως λόγους ακυρότητας, μεταξύ των άλλων, ότι δεν προηγήθηκε εκ μέρους της τελευταίας δήλωση συμψηφισμού προς αυτήν (ενάγουσα) και ότι η απαίτηση της κατ' αυτής (εναγόμενης) ήταν ακατάσχετη, επομένως και ανεπίδεκτη συμψηφισμού, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 94.951,61 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο αναλογούν μερίδιο από το ποσό του ως άνω κοινού λογαριασμού, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη, ποσού 8.000 ευρώ και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολο της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση της και για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή καθ1 ολοκληρία η αγωγή της.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της έφεσης της αποδίδει στην εκκαλούμενη απόφαση σφάλμα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 του Ν. 5638/1932, 440, 489 επ. και 281 ΑΚ. Ειδικότερα, με τον μοναδικό λόγο της έφεσης της, τα επιμέρους σκέλη του οποίου συνέχονται απόλυτα μεταξύ τους και βάλουν στο σύνολο τους κατά της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κρινόμενη αγωγή στο σύνολο της, διότι αυτή επιχειρεί να θεμελιωθεί στη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, καθώς σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 η κατάθεση κοινού τραπεζικού λογαριασμού ανήκει στους συνδικαιούχους κατά ίσα μέρη και συνεπώς η εφεσίβλητη Τράπεζα, στην οποία είχε γίνει η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, παράνομα και εσφαλμένα πρότεινε σε συμψηφισμό την επίδικη ανταπαίτησή της, την οποία είχε κατά του συζύγου της ..., ο οποίος ήταν ο ένας εκ των καταθετών του κοινού λογαριασμού τους και (εις ολόκληρον) δανειστής της, και συνεπώς, ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εφεσίβλητη Τράπεζα για την ως άνω ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά του συγκεκριμένου συνδικαιούχου του επίδικου τραπεζικού κοινού λογαριασμού, εκ των προαναφερόμενων συμβάσεων δανείου ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, δεν επέφερε απόσβεση της επίδικης απαίτησης ως προς το συμψηφισθέν ποσό, έστω και αν αυτό κάλυπτε το σύνολο σχεδόν της καταθέσεως αυτού (κοινού λογαριασμού) και, επομένως, αυτή (εκκαλούσα) δικαιούται να αναζητήσει από την εφεσίβλητη Τράπεζα την απόδοση του τμήματος της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού, που αναλογούσε στην ίδια και συνεπώς εσφαλμένως το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω βάση της κρινόμενης αγωγής της. Ότι η ως άνω ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, που υιοθέτησε η εκκαλουμένη δεν είναι δικαιολογημένη ούτε από απόψεως ιστορικής ερμηνευτικής και εφαρμοστέων δικαιικών αρχών, όσο και από απόψεως αποτελεσμάτων, ενώ η συμπεριφορά της εφεσίβλητης να αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος της κατάθεσης από τον κοινό λογαριασμό, για συμψηφισμό με την προαναφερόμενη ανταπαίτησή της αποτελεί κακόπιστη άσκηση του δικαιώματος της και παράνομη, υπαίτια και καταχρηστική συμπεριφορά. Ωστόσο, η με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα αγωγή, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, δεν είναι νόμιμη, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [II] νομική σκέψη της παρούσας, το τεκμήριο του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 ότι η κατάθεση κοινού τραπεζικού λογαριασμού ανήκει στους συνδικαιούχους κατά ίσα μέρη αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης, κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ, και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της, την οποία έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών (δανειστή της), αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς, ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρο ενοχής και, συνεπώς, στην ερευνώμενη περίπτωση, ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εναγόμενη (ήδη εφεσίβλητη) Τράπεζα για ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά του συνδικαιούχου του επίδικου τραπεζικού κοινού λογαριασμού Κωνσταντίνου Παναγόπουλου, συζύγου της ενάγουσας (ήδη εκκαλούσας), επέφερε απόσβεση της απαίτησης της εναγόμενης ως προς το συμψηφισθέν ποσό και, επομένως, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αναζητήσει από την εναγόμενη τράπεζα την απόδοση του τμήματος της κατάθεσης του λογαριασμού, που αναλογούσε στην ίδια. Σημειώνεται, προς επίρρωση των ανωτέρω, ότι [ι] ο περιλαμβανόμενος στις συμβάσεις κατάθεσης συμβατικός όρος, με τον οποίο παρέχεται στην εναγόμενη τράπεζα δικαίωμα συμψηφισμού για ανταπαίτησή της κατά του παραπάνω συνδικαιούχου του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού, είναι έγκυρος, ο δε εκ μέρους αυτής (εναγόμενης) γενόμενος συμψηφισμός επέφερε απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους υπόλοιπους δικαιούχους για το άνω ποσό που συμψηφίσθηκε και αφορά στο σύνολο των καταθέσεων έναντι της εναγόμενης Τράπεζας, [ιι] για τη δήλωση του συμβατικού συμψηφισμού αρκούσε η συνομολόγηση του από τον ..., συνδικαιούχο του επίδικου κοινού λογαριασμού και [ιιι] ο εν λόγω συμβατικός όρος, ως προβλεπόμενος από το νόμο (άρθρα 440 επ. ΑΚ), εξαιρείται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας, που προβλέπουν οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή. Συνακόλουθα, η ενέργεια της εναγόμενης, η οποία προέβη σε συμψηφισμό, κατόπιν σχετικής δήλωσης της προς τον οφειλέτη της … και συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού, της απαίτησης που είχε ο τελευταίος σε βάρος της (εναγόμενης) από την κατάθεση στον κοινό λογαριασμό, με την συνολική ανταπαίτησή που είχε εκείνη (εναγόμενη) σε βάρος του ως άνω συνδικαιούχου, έστω και εάν η ανταπαίτησή αυτή ήταν, κατά τα συμβατικώς συμφωνηθέντα, ληξιπρόθεσμη ή μη, έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση (συμβατικού) δικαιώματος της που απορρέει από τους συνομολογηθέντες α) με αριθ. 8 όρο της υπ' αριθ. ./17.11.2000 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, β) με αριθ.13.3 όρο της υπ' αριθ.... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, γ) με αριθ. 13.3. όρο της υπ' αριθ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και δ) με αριθ.23 όρο της υπ' αριθ. .../3.3.2004 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, και είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν υπερβαίνει δε τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και τις αρχές που απορρέουν από αυτό. ʼλλωστε, είναι αντίθετο προς τις αρχές της συναλλακτικής πίστης να απαιτείται από την εναγόμενη η μη επιδίωξη της ικανοποίησης της ανταπαίτησής της με συμψηφισμό των ποσών των καταθέσεων του κοινού τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας, του οποίου συνδικαιούχος, κατά την έννοια του Ν. 5368/1932, είναι έναντι αυτής (εναγόμενης), ο οφειλέτης της ..., ο οποίος αποδέχθηκε ρητά τον εν λόγω συμψηφισμό, και συνεπώς η άσκηση του συμβατικού αυτού δικαιώματος της εναγομένης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές της δυνατότητες και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 88/2019 οριστική απόφαση του, δέχθηκε τα ίδια, και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, τόσο ως προς το αίτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της περί συμψηφισμού δηλώσεως της εναγόμενης Τράπεζας, όσο και περί της καταχρηστικότητας της συμπεριφοράς της, ερειδόμενο επί του ανωτέρω μοναδικού λόγου της εφέσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα [άρθρο 534 ΚΠολΔ], συνεπώς, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον σχετικό μοναδικό λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της ως κατ' ουσία αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος υπ' αριθ. ./2019 ηλεκτρονικού παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η αρχική παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 Ν.4055/2012 και αναριθμήθηκε σε παρ.3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν.4335/2015). Τέλος, η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της, να επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας, που ηττήθηκε (άρθρα 183, 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ.1 στοιχ. ί, περ. ζ', 68 παρ.1 και 69 παρ.1 εδ.α' Κώδικα περί Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

 

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 14.6.2019 (αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./14.6.2019 και αριθ. έκθ. καταθ. δικογρ. ./26.6.2019) έφεση κατά της υπ' αριθ. 88/19.4.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας (Τακτική Διαδικασία).

 

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος υπ' αριθ. ./2019 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού εκατό (100) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο.

 

Καταδικάζει την εκκαλούσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Πάτρα, στις 1-3-2021 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ