ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΠατρών 164/2020

 

Αγωγή επιδίκασης διαφορών αποδοχών - Στοιχεία ορισμένου αγωγής - Επίσχεση εργασίας - Αγωγή για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας – Επαναφορά στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση -.

 

Στοιχεία ορισμένου αγωγής μισθωτού που έχει αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών μεταξύ καταβληθεισών αποδοχών και οφειλομένων βάσει των οριζομένων από κλαδική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ. Για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας θα πρέπει να αναπτύσσονται επακριβώς σε αυτήν εκτός από τα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές (σύμβαση εργασίας, παροχή εργασίας, προσδιορισμός του βασικού μισθού και των προσωπικών περιστάσεων, που κατατείνουν στην προσμέτρηση επί του βασικού μισθού επιδομάτων) και ο χρόνος και ο τρόπος που ασκήθηκε το σχετικό δικαίωμα επίσχεσης, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις (χρόνος υπερημερίας και ύψος οφειλής εργοδότη). Αοριστία αγωγής. Αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα της εκτέλεσης κατάσταση. Προϋποθέσεις. Η αίτηση υποβάλλεται όσο εκκρεμεί η κατ έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος. Αν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι εκτός των άλλων το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Παραδεκτή είναι η αίτηση, αν η εκτέλεση έγινε και αποδεικνύεται με προσωρινά εκτελεστή απόφαση που δεν επικυρώθηκε από το εφετείο.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου,  εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

 

Αριθμός Απόφασης 164/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Γεώργιο Ανδρεάδη, Εφέτη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος Εφετών του Εφετείου και από την Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 21 Νοεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: αγροτικής εταιρικής σύμπραξης με την επωνυμία «Ένωση Συνεταιρισμών Ηλείας Ολυμπίας Αγροτική Εταιρική Σύμπραξη ΑΕ», που εδρεύει στον Πύργο Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της δευτεροβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΗΛΕΙΑΣ-ΟΛΥΜΠΙΑΣ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γαλανόποπουλο.

 

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1. ...  και 6. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Κβάσνιουκ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την από 16.12.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου Μει ./17.12.2015 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 372/2017 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

 

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η εναγομένη με την από 10.12.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ένδικου μέσου ./12.12.2017 έφεση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2017, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ορίστηκε δε δικάσιμος για τη συζήτηση της η 6.12.2018 και μετ' αναβολή η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται ανωτέρω και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα εκτίθενται στις προτάσεις τους.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 372/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι: α) κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 12.12.2017, ενώ η εκκαλουμένη επιδόθηκε στις 16.11.2017 (άρθρα 495 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου έφεσης, κατ' άρθρο 495 παΡ· 3 εδ. ΚΠολΔ, καθώς πρόκειται για εργατική διαφορά (στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα κατέθεσε το υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικό παράβολο, το οποίο δεν απαιτείται εκ του νόμου και πρέπει να της επιστραφεί). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

 

Οι ενάγοντες με την από 16.12.2015 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του προαναφερόμενου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά της εναγομένης και κατά του προέδρου και νόμιμου εκπροσώπου της, ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη με έγγραφες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αρχικά ορισμένου και εν συνεχεία αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν, οι τρεις πρώτοι των εναγόντων ως υπάλληλοι του κλάδου διοικητικού-οικονομικού και με την ειδικότητα του γεωπόνου και οι λοιποί τρεις ως υπάλληλοι γραφείου. Επειδή η εναγομένη ποτέ δεν τους κατέβαλε τις αποδοχές με τα επιδόματα, που προβλέπει η από 1.9.2012 Επιχειρησιακή Συλλογική σύμβαση Εργασίας, αλλά από τις 19.9.2012 του καταβάλλει διάφορα ποσά έναντι μισθοδοσίας αορίστως και σε έκτακτες και τυχαίες καταβολές, οι 1ος, 2ος, 4ος, 5η και 6η των εναγόντων προέβησαν σε επίσχεση της εργασίας τους μέχρι την εκπλήρωση της υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή των υπολιπόμενων μισθών, ενώ περαιτέρω στις 3.3.2015, οι 2ος, 5η και 6η των ανωτέρω προσελήφθησαν στην εταιρία «GAIA ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ ΑΕ».

 

 Με βάση το ως άνω περιεχόμενο και μετά από παραδεκτή εν μέρει μετατροπή των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά, σε εν μέρει έντοκα αναγνωριστικά, οι ενάγοντες ζήτησαν με βάση τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, επικουρικώς δε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που οι ένδικες συμβάσεις εργασίας τους κριθούν άκυρες για οποιονδήποτε λόγο, τα εξής: ι) ως προς τον 1ο ενάγοντα: α) να υποχρεωθεί η 1η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 44.405,60 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Ιουνίου 2014-Δεκεμβρίου 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) ν' αναγνωρισθεί ότι η 1η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 6.882,60 ευρώ ως μη καταβληθέν επίδομα θέσης γενικού διευθυντή για το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου 2012-Δεκεμβρίου 2013, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και γ) ν' αναγνωρισθεί ότι η 1η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 9.694.64 ευρώ, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα Σεπτεμβρίου 2013-Μαίου 2014, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, 2) ως προς τον 2ο ενάγοντα: α) να υποχρεωθεί η ιη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 31.772,20 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Ιουλίου 2014-Δεκεμβρίου 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) ν' αναγνωρισθεί ότι η 1η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 3.063,60 ευρώ ως μη καταβληθείσα αποζημίωση για μη ληφθείσες ημέρες αδείας αναψυχής των ετών 2011-2014, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και γ) ν' αναγνωρισθεί ότι η ιη εναγομένη του οφείλει το ποσό των 7.456,13 ευρώ, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα Ιουλίου 2013-Μαίου 2014, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, 3) ως προς τον 3ο ενάγοντα, να υποχρεωθεί η 1η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 19.128,88 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου 2014-Δεκεμβρίου 2015, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 4) ως προς τον 4ο ενάγοντα να υποχρεωθεί η 1η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 6.660 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Ιουνίου 2014-Δεκεμβρίου 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 5) ως προς την 5η ενάγουσα, να υποχρεωθεί η ιη εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 15.260 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Αυγούστου 2013-Δεκεμβρίου 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και 6) ως προς την 6η ενάγουσα, να υποχρεωθεί η ιη εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 15.260 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Αυγούστου 2013-Δεκεμβρίου 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, ζήτησαν ν' απαγγελθεί σε βάρος του 2ου εναγομένου προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς τον 2ο εναγόμενο, την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την 1η εναγομένη. Κατά της παραπάνω απόφασης και μόνο κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων παραπονείται ήδη η 1η εναγομένη με την έφεση της και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της, ώστε να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή.

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 118 του ιδίου Κώδικα, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα και συγκεκριμένα λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων ο ενάγων στηρίζει την αξίωση του και το δικαίωμα του να προτείνει αυτή κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου περί του οποίου ερίζουν οι διάδικοι και το οποίο πρέπει να αναγράφεται κατά τρόπο τόσο πιστό και επαρκή, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του και γ) ορισμένο αίτημα, εκείνο δηλαδή το οποίο ο ενάγων επιθυμεί να εκφρασθεί στο διατακτικό της δικαστικής απόφασης, ως αποτέλεσμα της δικαστικής κρίσης. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 111 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι, καθιερώνεται, μεταξύ άλλων, ως ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η ιστορική βάση, δηλαδή η ακριβής εξιστόρηση όλων των πραγματικών γεγονότων, από τα οποία με βάση τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα από την εφαρμοστέα νομική διάταξη πηγάζει το επιδιωκόμενο δικαίωμα και η επικαλούμενη υπό του ενάγοντος έννομη συνέπεια. Η αναγραφή δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι τόσα όσα είναι νομικώς κατάλληλα και αναγκαία, για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται καμιά αμφιβολία για την αξίωση που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα το Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής. Εξάλλου το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι αυτάρκες, να περιλαμβάνει δηλαδή όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν το αξιούμενο δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να συμπληρωθούν από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου (δικαστικού ή εξωδίκου), αφού η τυχόν αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε βέβαια από την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, αν δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα ανωτέρω γεγονότα ή περιέχονται αυτά με ασάφειες και ελλείψεις, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά την αγωγή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και συνακόλουθα απαράδεκτη, στην απαγγελία του οποίου (απαράδεκτου) το Δικαστήριο προβαίνει και αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο ανάγεται στην προδικασία, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Ο ενάγων μπορεί, όμως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 236 ΚΠολΔ, να συμπληρώσει με τις προτάσεις του επί της συζήτησης της αγωγής την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, αλλά δεν μπορεί να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση του περιστατικού εκείνου που απαιτείται κατά νόμο για την παραγωγή του αγωγικού αιτήματος και η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή μισθωτού, που έχει αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών μεταξύ καταβληθεισών αποδοχών κ.λπ. και οφειλομένων βάσει των οριζομένων από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, πρέπει ο ενάγων α) αν πρόκειται για μέλη αντιστοίχων ομοιοεπαγγελματικών οργανώσεων, και τούτο αμφισβητηθεί ειδικά από τον εναγόμενο, να επικαλεστεί, είτε καθ' υποφορά στην αγωγή του, είτε ειδικά με τις προτάσεις του ότι τόσο αυτός όσο και ο εναγόμενος, ήταν μέλη των αντιστοίχων ομοιοεπαγγελματικών ή κλαδικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, που μετείχαν στη σύναψη αυτής και β) αν πρόκειται για καταβολή μισθών ή μισθολογικών διαφορών, που βασίζονται σε ΣΣΕ, πρέπει ο ενάγων να επικαλεσθεί στο δικόγραφο της αγωγής τις συγκεκριμένες ΣΣΕ και ότι αυτές κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με συγκεκριμένη απόφαση του Υπουργού Εργασίας. Ειδικότερα επί αγωγής,  με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από την σύμβαση εργασίας ποσά, όπως αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, στοιχεία της βάσης της αγωγής είναι η σύμβαση εργασίας, η παροχή της εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη επαρκώς ορισμένα. Κατά συνέπεια, αν οι αποδοχές που υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης περιλαμβάνουν εκτός από τον βασικό μισθό και επιδόματα, ο ενάγων οφείλει να προσδιορίζει αφενός το ύψος του βασικού μισθού, αφετέρου δε τα επιδόματα που προστίθενται σε αυτόν και τις προσωπικές περιστάσεις, που κατατείνουν στην προσμέτρηση επί του βασικού μισθού των επιδομάτων αυτών, όπως είναι η οικογενειακή κατάσταση, η προϋπηρεσία, η κατοχή τίτλου σπουδών κλπ., προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να υπολογίσει τον νόμιμο μισθό του (βλ σχετ. ΑΠ 835/2018, ΑΠ 548/2000, ΕφΑΘ 6379/2019, ΕφΑθ 6371/2009, ΕφΑθ 3150/2006, ΕΦΑΘ 3156/2002, ΕφΘεσ 1067/2002 δημοσιευθείσες στη ΝΟΜΟΣ).

 

Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 ΑΚ, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, δηλαδή να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία που συμφωνήθηκε να του παρέχει για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων αξιώσεων του κατά του εργοδότη και ιδιαίτερα την πληρωμή οφειλόμενων αποδοχών. Ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμα του αυτό με δήλωση προς τον εργοδότη ότι παύει να του παρέχει την εργασία του μέχρι να του πληρώσει τις καθυστερούμενες αποδοχές του. Κατά το χρόνο της επίσχεσης της εργασίας ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τις αποδοχές του, διότι ο εργοδότης κατά το χρόνο αυτό τελεί σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας. Προϋπόθεση για την άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι η αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, ανεξάρτητα από το αν η καθυστέρηση οφείλεται σε δυστροπία του. Το αν η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη κρίνεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Η υπερημερία του εργοδότη παύει είτε με την καταβολή των οφειλομένων ή την εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της σύμβασης, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο. Αυτονόητο είναι ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος άσκησε νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, εγκατέλειψε αυθαιρέτως τη θέση του και συνακόλουθα να θεωρήσει ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση ώστε, εφόσον πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου, να απαλλαγεί από την υποχρέωση του προς καταβολή της, κατά τις διατάξεις των ν. 2112/20 και 3198/1955 οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης. Ο εργοδότης δικαιούται βέβαια να καταγγείλει και ύστερα από τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, την εργασιακή σύμβαση, υποχρεούμενος όμως να καταβάλλει την οφειλόμενη αποζημίωση και αποκρουόμενος με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ (βλ. σχετ. ΑΠ 786/2018, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 447/2015 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία ο εναγόμενος ζητεί την καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας του, θα πρέπει να αναπτύσσονται επακριβώς σ' αυτήν εκτός από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές (σύμβαση εργασίας, παροχή εργασίας, προσδιορισμός του βασικού μισθού και των προσωπικών περιστάσεων, που κατατείνουν στην προσμέτρηση επί του βασικού μισθού επιδομάτων), τα οποία απαιτούνται για να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε μαθηματικό υπολογισμό των αποδοχών υπερημερίας και ο εναγόμενος ν' αντιτάξει άμυνα κατ' αυτής, επιπλέον πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος και ο τρόπος που ασκήθηκε το σχετικό δικαίωμα επίσχεσης, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις (χρόνος υπερημερίας και ύψος οφειλής εργοδότη), ώστε να μπορεί να κριθεί το νόμιμο της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, η οποία ουδόλως συμπληρώθηκε με τις προτάσεις, όπως προκύπτει από τα νόμιμα προσκομιζόμενα αντίγραφα τους, παρά τη σχετική αμφισβήτηση της εναγομένης, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται στις παραπάνω νομικές σκέψεις και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η αοριστία της συνίσταται στα εξής: Α) ως προς το κεφάλαιο των δεδουλευμένων αποδοχών, που ζητούν όλοι οι ενάγοντες, μολονότι σαφώς αναφέρεται ότι οι αποδοχές αυτές περιλαμβάνουν εκτός από τον βασικό μισθό και επιδόματα (βλ σελ. 6 της αγωγής: «...η αντίδικος ουδέποτε κατέβαλε στον έκαστο εξ ημών χωριστά κανονικά τις αποδοχές μετά επιδομάτων...»), δεν εκτίθεται για καθένα ξεχωριστά των εναγόντων αφενός το ύψος του βασικού μισθού, αφετέρου ποια είναι τα επιδόματα που προστίθενται σε αυτόν και οι προσωπικές περιστάσεις, όπως οικογενειακή κατάσταση, προϋπηρεσία, κατοχή τίτλων σπουδών, που κατατείνουν στην προσμέτρηση στον βασικό μισθό επιδομάτων, με αποτέλεσμα το μεν Δικαστήριο να μην μπορεί να προβεί στον μαθηματικό υπολογισμό για την εξεύρεση του νόμιμου μισθού, βάσει των οικείων ΣΣΕ, η δε εναγομένη να μην μπορεί να αντιτάξει άμυνα κατά των παραπάνω ισχυρισμών. Κατ' ακολουθία, αφού και η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, που επικαλούνται οι 1ος, 2ος, 4ος, 5η και 6η των εναγόντων, προϋποθέτει ορισμένη κατά ποσό, είδος και αιτία ληξιπρόθεσμη αξίωση, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται με τον τρόπο αυτό, συνεπάγεται ότι και το αίτημα περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας, συνεπεία άσκησης εκ μέρους τους του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστο, λόγω της αοριστίας, που, κατά τα ανωτέρω, παρατηρείται σε σχέση με τις καθυστερούμενες δεδουλευμένες αποδοχές. Β) Περαιτέρω, ως προς το κεφάλαιο περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, η αγωγή είναι αόριστη και για το λόγο ότι δεν εκτίθεται ο χρόνος και τρόπος που ασκήθηκε το σχετικό δικαίωμα επίσχεσης, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις που καθιστούν νόμιμη την άσκηση του, ήτοι ο χρόνος υπερημερίας και το ύψος της οφειλής του εργοδότη. Στην αοριστία και ασάφεια της αγωγής κατατείνει δε το γεγονός ότι οι ενάγοντες επικαλούνται καταβολές από την εναγομένη που γίνονται από τις 19.9.2012, «έναντι μισθοδοσίας αορίστως και σε έκτακτες και τυχαίες καταβολές», χωρίς ν' αναφέρονται ούτε σε συγκεκριμένα ποσά καταβολών, ούτε σε χρόνους καταβολών, ούτε έναντι ποιων απαιτήσεων γίνονται οι καταβολές αυτές. Και ναι μεν για το ορισμένο αγωγής μισθωτού, που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση διακεκριμένων και περισσότερων μισθολογικών αξιώσεων, δεν απαιτείται η αναφορά στο δικόγραφο και των ποσών που τυχόν καταβλήθηκαν στον ενάγοντα από τον εναγόμενο εργοδότη για κάθε επιμέρους αγωγικό κονδύλιο, διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν ένσταση εξόφλησης του εναγομένου κατ' άρθρο 416 ΑΚ (βλ. σχετ. ΑΠ 965/1998» ΕφΠειρ 546/2010 ΝΟΜΟΣ), ωστόσο η παραπάνω αόριστη αναφορά έρχεται σε αντίφαση με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αγωγής, όπου ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η εκτίμηση του πραγματικού χρόνου υπερημερίας του εργοδότη, ήτοι αν αυτή (υπερημερία) ξεκινά από τον πρώτο μήνα για τον οποίο ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή και προγενέστερα και σε ποιο ύψος, στοιχεία που έχουν σημασία για την εκτίμηση της νομιμότητας της επίσχεσης των εναγόντων.

 

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ορισμένα τ' ανωτέρω αιτήματα της αγωγής (για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας λόγω άσκησης επίσχεσης), αντί ν' απορρίψει αυτά ως αόριστα και εν συνεχεία προχώρησε στην κατ' ουσία εκδίκαση τους, δέχθηκε δε αυτά ως εν μέρει και κατ' ουσίαν βάσιμα, έσφαλε. Πρέπει συνεπώς, κατά την βάσιμη περί τούτου ένσταση της εκκαλούσας εναγομένης, που επαναφέρεται νόμιμα με τις παρούσες προτάσεις της, αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο της αοριστίας της πιο πάνω αγωγής, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά τα ανωτέρω κεφάλαια και τις αντίστοιχες διατάξεις της, να κρατηθεί και δικασθεί η αγωγή από το παρόν δικαστήριο και ν' απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά τα ως άνω αιτήματα, καθώς και κατά την περί δικαστικής δαπάνης αντίστοιχη διάταξη της.

 

Ήδη η εκκαλούσα ζητεί, με αίτημα που περιλήφθηκε στις παρούσες προτάσεις της, την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα της εκτέλεσης κατάσταση. Στη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι «αν το Δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσία και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται». Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ολικά ή μερικά και εκτελέστηκε, το Εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει, την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ' έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επίδοσης στον υπόχρεο εφεσίβλητο της απόφασης του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοση τους, καθώς πριν από την γνωστοποίηση της εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, που εκτελέστηκε εκουσίως ή αναγκαστικά, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο, καθίσταται δε υπερήμερος από τη γνώση της ανατροπής της απόφασης. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το εφετείο (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1175/2017, ΑΠ 1569/2017 ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω η εκκαλούσα επικαλείται και αποδεικνύει μόνο την επίδοση του από 28.2.2018 κατασχετηρίου εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα της εταιρίας «ΠΟΛΥΤΕΛΗ ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΕ» ως προς το μηνιαίο μίσθωμα που καταβάλλει στην εκκαλούσα για παραχώρηση της χρήσης ελαιοδεξαμενών στις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας στη Ζαχάρω Ολυμπίας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται μεν ότι η εταιρία «ΠΟΛΥΤΕΛΗ ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΕ» προέβη σε θετική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου σχετικά με τα οφειλόμενα προς την εφεσίβλητη μισθώματα για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 2018 και εφεξής, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η τελευταία πράγματι προέβη στην καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού προς τους ενάγοντες. Ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση της εκκαλούσας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

 

Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ), καθώς και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα, λόγω μη υποχρέωσης καταβολής αυτού, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 τελ· εδ. ΚΠολΔ.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση με παρόντες τους διαδίκους.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.

 

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 372/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας κατά το κεφάλαια της περί δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας.

 

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει κατά το μέρος αυτό την από 16.1.2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. Μει ./17.12.2015) αγωγή.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα της εκκαλούσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα της εκτέλεσης κατάσταση.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 22 Απριλίου 2020.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Γεώργιος Ανδρεάδης               Αφροδίτη Γεωργίου