ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΛαρ 106/2021

 

Ευθύνη τραπεζών από επενδυτικές υπηρεσίες - Προστασία καταναλωτή -.

 

Αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Ευθύνη λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών. Παράλειψη παροχής όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής. Αρχές του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ. Ευθύνη τράπεζας αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του. Η παράβαση των προβλεπομένων στον Κανονισμό Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Προστασία καταναλωτών. Αστική ευθύνη αποζημίωσης της παρέχουσας υπηρεσίες τράπεζας έναντι του πελάτη της. Ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ευθύνη. Προϋποθέσεις. Νόθος αντικειμενική ευθύνη. Έννοια καταναλωτή. Θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τον νόμο. Ύπαρξη σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Δεν επιτρέπεται προσβολή αποφάσεως με ένδικο μέσο μόνο ως προς τα έξοδα αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης.

 

 

Αριθμός 106/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αθηνά Μίξιου, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Eφετείo Λάρισας και τη Γραμματέα Αλεξάνδρα Μπουραδάμου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις Σεπτεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση, στην οποία διάδικοι είναι:

 

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΕΣ: 1) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» και διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία “ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ” ως καθολική διάδοχος με απορρόφηση της «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) …, κάτοικος Θεσσαλονίκης και 4) …, κάτοικος Βόλου, παραστάθηκε γιʼ αυτούς ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Νικόλαος Κανέλλιας με την από 19.9.2018 δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΙ: 1) … και 2) …, κάτοικοι Αλμυρού Βόλου, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντωνίου Τίγκα.

 

Οι εφεσίβλητοι, με την υπʼ αριθμό καταθέσεως /14-12-2016 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σʼ αυτή. Το Δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή ως προς την τέταρτη των εναγομένων και δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς τους λοιπούς εναγομένους, με την 19/2018 οριστική απόφασή του. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες, με την υπʼ αριθμό καταθέσεως 68/19-3-2018 έφεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

 

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων κατόπιν δήλωσής του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά προκατέθεσε προτάσεις και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων που παραστάθηκε, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτές.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Η υπό κρίση έφεση των ηττηθέντων εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, κατά της 19/2018 οριστικής απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η εκκαλούμενη απόφαση κοινοποιήθηκε την 15-3-2018 (βλ. την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, επί της ως άνω απόφασης) και το εφετήριο κατατέθηκε την 19-3-2018 (άρθρ. 495 επ., 511, 513, 516, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αρμόδια δε φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ). Επιπλέον, για το παραδεκτό της συζήτησής της καταβλήθηκε, κατ΄ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δʼ του ΚΠολΔ, παράβολο δημοσίου, αξίας 100 ευρώ. Πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 298. 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακός ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται στο απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράδοση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράδοση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερο της κοινωνικής δραστηριότητας τον ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιΐκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθό τρίτων προσώπων. Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 11S/2D00, ΑΠ 831/2005. ΑΠ 174/2005). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (AΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

 

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά. να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία τον πραγμάτων και. χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004). Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/7012). Ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή ι ης προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και. κυρίως, να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικό, ακολούθως να αξιολογήσει σ ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος, επίσης, να αποφασίσει εάν 6α την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και ης περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, όπως θα αναφερθεί παρακάτω.

 

Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ.. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/6.500/ 11-4-1997 απόφασης ίου Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997). που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: “Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.»... Τρίτη αρχή: «Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα Οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές». Τέταρτη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς.» ... Έβδομη αρχή: «Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς». Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, οι EΠΕΥ και κάθε καλυπτόμενο πρόσωπο οφείλουν: α) εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, β) να αποφεύγουν κάθε πράξη και ενέργεια η οποία, χωρίς να προσκρούει σε ρητή πρόβλεψη του νόμου, είναι, κατά τρόπο δήλο. αντίθετη προς το πνεύμα των σχετικών νόμων (παρ. 4.1.), γ) να αναπτύσσουν συνεργασία μόνο με άλλο πρόσωπα, τα οποία πληρούν τις νόμιμες και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής των υπηρεσιών, που απαιτούνται από την εταιρία, ενώ για τη λήψη εντολών εκτέλεσης χρηματιστηριακών πράξεων n εταίρα 0α συνεργάζεται μόνο με άλλα πρόσωπα, τα οποία έχουν την απαιτούμενη άδεια ή πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις παροχής των υπηρεσιών αυτών (παρ. 4.2, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που απορρέουν από την πρώτη αρχή) και δ) να μην ενεργούν συναλλαγές, και άλλες πράξεις, οι οποίες γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν, ότι αποβλέπουν σε στρέβλωση της αγοράς κινητών αξιών, βασίζονται σε εσωτερική πληροφόρηση κατά παράβαση σχετικών διατάξεων ή, με άλλο τρόπο, στρέφονται κατά της αξιοπιστίας ή της εύρυθμης λειτουργός αγοράς κινητών αξιών (παρ. 4.3). Κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατʼ αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. 1 ΚΔΕΠΕΥ).

 

Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ), ο δεύτερος πόλος, στον οποίο όφειλα να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων .Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα κα κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

 

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά. ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή ίου επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν, 3606/7007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIRD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ {ΑΠ 1350/2015. ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το όρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 3587/2007, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών» (παρ. 1). ότι: «ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείσαι όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας» (παρ. 2 εδ. β), ότι: «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» [παρ. 3). ότι: «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας» (παρ. 4 εδ. α), ότι «για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με την επικινδυνότητά της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της. γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος» (παρ. 4 εδ. β 1) και ότι: «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερο δεν συνιστά δίχως άλλο υπαιτιότητας (παρ. 5). Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες κατά την προαναφερθείσα διάταξη εμπίπτουν και οι τράπεζες, οι οποίες, συνεπώς, υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης, κα; αδικοπραξία (ΑΠ589/2001 7ΝΙ1 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2556/2010 ΕλλΔνη 2011.251, ΕφΠειρ 826/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από την τελευταία ανωτέρω διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται όμοια με την εκ του άρθρου 914 ΑΚ αστική ευθύνη αποζημίωσης της παρέχουσας υπηρεσίες τράπεζας, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δύναται να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική. ανεξάρτητο από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1023/2015).Προϋποθέσεις γιο τη θεμελίωση της ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή της υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψης της, επισημαίνεται δε όπως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας είναι η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) η παράνομη συμπεριφορά, λαμβανομένου υπόψη ότι η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, δ) η ζημία με βάση το γενικά δίκαιο της αποζημίωσης και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής υπηρεσίας και ζημίας. Έτσι, εάν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά είναι παράνομη και υπαίτια και αποτελεί γενεσιουργό λόγο αποζημίωσης της αιτιωδώς συνδεόμενης ζημίας. Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το φερόμενο ως ζημιογόνο γεγονός, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν πρόσφορο να επιφέρει και πράγματι επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 394/7002 ΕλλΔνη 2003.419. ΑΠ 274/1999 ΕλλΔνη 1999.1298, ΕφΘεσ 2126/2012 Αρμ 2013.1850). Εν όψει δε της καθιερούμενης από την ως άνω διάταξη του άρθρου 8 ίου Ν. 2251/1994 νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς πρέπει να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί οπό την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου είτε τη συνδρομή λόγου που αίρει την ευθύνη του (ΑΠ 535/2012 σε ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. Α του ιδίου ανωτέρω νόμου, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται το προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του όρθρου 1 παρ. 3 του v. 2251/1994. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Ο αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1278/7019, ΑΠ 974/2018. ΑΠ 865/2017). Θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους των τραπεζών, μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας και του πελάτη της υπήρχε οπωσδήποτε σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Πρέπει στις περιπτώσεις αυτές να γίνεται δεκτό ότι έχει συναφθεί σιωπηρά μια τέτοια σύμβαση, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος, πράγμα που είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση ίων μερών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι, πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει γι' αυτόν τη βάση για την λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση των κεφαλαίων του. Δεύτερο στοιχείο που μπορεί να αναφερθεί είναι ότι. καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπορος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις οποίες εμπιστεύεται και περιμένει μια υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική ενασχόληση τους. Τέλος, οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή έμμεσο (ΑΠ 993/2010, ΑΠ 446/2010 ΤΝΠ Νόμος). Τέλος, κατά το άρθρο 193 ΚΠολΔ. δεν επιτρέπεται προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσο ως προς ία έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως. Ως ουσία της απόθεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς ασκήσεως ενδίκων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται κατʼ άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της αποφάσεως και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υποθέσεως (ΑΠ 1688/2017. ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 2193/2013.,  1637/2011, ΑΠ 1356/2003) και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υποθέσεως από την προσβολή και μόνο της αποφάσεως για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 617/2008). Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έκτακτο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 1276/2017).

 

Με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι συνεπεία αυθαίρετων και άνευ εντολής τους ενεργειών αλλά και της δόλιας και σε κάθε περίπτωση αμελούς, μη ορθής, ελλιπούς, ανακριβούς και παραπλανητικής ενημέρωσης εκ μέρους των εναγόμενων στελεχών που οι εναγόμενες εταιρείες προέστησαν στην υπηρεσία τους, κατά την αγορά ομολόγων εκδόσεως της ASPIS FINANCE PLC και δη, στο πλαίσια συμβάσεων παροχής επενδυτικών συμβουλών και λήψης/εκτέλεσης εντολών, χωρίς να τους παρασχεθούν στοιχειώδεις πληροφορίες αναφορικά με τα χαρακτηριστικά αυτών, τις αληθείς ιδιότητές τους, την αξιοπιστία της εκδότριας του ομολογιακού δανείου και της εγγυήτριας αυτού και το ρόλο που είχε διαδραματίσει η πρώτη εναγόμενη στην έκδοση του ομολογιακού δανείου, ούσα ανάδοχος, δηλαδή επ' αμοιβή διαμεσολαβητής για τη διάθεση των τίτλων, ώστε να γίνει αντιληπτό από τους ίδιους, ως καταναλωτές, το επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης, που αντιλήφθηκαν περί ίο τέλος του έτους 2012, όταν η εναγόμενη τράπεζα τους ενημέρωσε ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του εγγυητή του συγκεκριμένου ομολόγου (Τ BANK ATΕ), που τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, ζημιώθηκαν α) κατά το ποσό των 120.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στη δαπάνη απόκτησης του ομολόγου, με το νόμιμο τάκο από την ημερομηνία της οφειλόμενης πληρωμής ήτοι από 10-2-2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) κατά το ποσό των 12.073 ευρώ, που αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος που μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα λάμβαναν ως τόκους στο χρονικό διάστημα από 10-11-2011 έως 10-2-2015, γ) το ποσό των 1.439.06 ευρώ, που αντιστοιχεί στην προμήθεια που κατέβαλαν στους εναγόμενους για την αγορά του επίδικου ομολόγου και δ) το ποσό των 10.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων και των προστηθέντων αυτών, καθότι ευθύνονται από την υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεων τους που απέρρεαν από τις συμβάσεις που είχαν συνάψει και δη της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών καθώς και τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ. που τύγχαναν εφαρμοστέες κατά το χρόνο της συνομολόγησης των κρίσιμων συμβάσεων, όσο και κατά τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή και τις αρχές που θέτει το άρθρο 288 ΑΚ. ζητούσαν, όπως τα αιτήματα- τράπηκαν μερικώς από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά με τις προτάσεις τους (223 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να καταβάλουν τα υπό στοιχείο β. γ και δ κονδύλια και από το υπό στοιχείο α κονδύλιο το ποσό των 60.000 ευρώ στους εναγόμενους, άλλως σε έκαστο εναγόμενο διαιρετώς (πλην του κονδυλίου χρηματικής ικανοποίησης) και να υποχρεωθούν να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 60.000 ευρώ στους εναγόμενους, άλλως σε έκαστο εναγόμενο διαιρετός, με το νόμιμο τόκο όπως αναφέρεται ανωτέρω. Τέλος, ζητούσαν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη.

 

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω υπ' αριθ. 19/2018 εκκαλουμένη οριστική απόφαση του. που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς την τέταρτη των εναγομένων, λόγω μη αναφοράς στην αγωγή περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η παθητική νομιμοποίηση της, ενώ την έκρινε ορισμένη και νόμιμη ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, πλην του παρεπόμενου αιτήματος τοκοδοσίας το οποίο έκρινε νόμιμο για τον μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο. Στη συνέχεια, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών ύψους 12.073 ευρώ, την έκανε εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε έκαστο των εναγόντων ίο ποσό των 30.000 ευρώ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθεμία, στον ενάγοντα το ποσό 104.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο οπό την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν σε καθέναν των εναγόντων, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 34.719,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι εναγόμενοι και με τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν (την έφεση) λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

 

Από την εκτίμηση των προσκομιζόμενων από τους ενάγοντες υπ' αρ. ./23-3-2017 ένορκων βεβαιώσεων των … και … ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλμυρού κατόπιν νομότυπης κλήσεως των εναγόμενων, η οποία επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. τις υπ' αρ. ./Γ και ./Γ/20 3-2017/ εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, την υπ' αρ. 106929/20-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … και την υπ' αρ. ./20-3- 2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου …), της προσκομιζόμενης οπό τους εναγόμενους υπ' αρ. 926/22-3-2017 ένορκης βεβαίωσης του … ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, κατόπιν νομότυπης κλήσεως των εναγόντων, η οποία επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. την υπ' αρ. .Ε/17-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Τρικάλων …), καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο νια την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως οπό το δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Οι εναγόμενες εταιρείες συναποτελούν το τμήμα «ALPHA PRIVATE BANKING», το οποίο αποτελεί τον κόρο φορέα υπηρεσιών private banking της πρώτης εναγόμενης. Η δεύτερη εναγόμενη, οιονεί καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ», είναι θυγατρική της πρώτης εναγόμενης κατά 100%. Οι ενάγοντες είναι σύζυγοι και διαβιούν στον Αλμυρό Βόλου. Ο πρώτος εξ αυτών είναι απόφοιτος τεχνικού λυκείου και διαδέχτηκε τον πατέρα του στο κατάστημα εμπορίας υποδημάτων που διατηρούσε στον Αλμυρό. Η δεύτερη εξ αυτών είναι απόφοιτος γενικού λυκείου και ασχολείται με κτηνοτροφικές εργασίες. Οι ενάγοντες τοποθετούσαν τα εισοδήματά τους κατά σταθερό και πάγιο τρόπο σε προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις. Περί το έτος 2000 η πρώτη εναγόμενη ξεκίνησε τη λειτουργία υποκαταστήματος στον Αλμυρό και οι ενάγοντες μετέφεραν εκεί προς αποταμίευση το κεφάλαιο που είχαν συγκεντρώσει, τοποθετώντας το σε απλό κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Περί τον Απρίλιο του έτους 2005 ο Προϊστάμενος Καταθέσεων της πρώτης εναγόμενης ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι πλέον κατάλληλο για την εξυπηρέτησή τους ήταν το Τμήμα Ιδιωτικής Τράπεζας (PRIVATE BANKING) της πρώτης εναγόμενης, στέλεχος και επενδυτικός σύμβουλος του οποίου ήταν ο τρίτος εναγόμενος. Οι τελευταίοι κατόπιν προτροπής ίου τρίτου εναγόμενου, ο οποίος ενεργούσε με την ιδιότητά του ως προστηθείς της πρώτης εναγόμενης αλλά και της «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ», προέβησαν στην αγορά του επίδικου ομολόγου και ειδικότερα την 18-4-2005 αγόρασαν ομόλογο ASPIS FINANCE PLC 10/02/2015 EUR με ISIN Χ50211271597, ονομαστικής αξίας 120.000 ευρώ, ποσού διακανονισμού 121.439,66 ευρώ, ενώ στη θέση εκδότης αναγραφόταν η λέξη «corporato». Δεν αναγραφόταν δηλαδή η επωνυμία του εκδότη και του εγγυητή του ομολόγου. Οι ενάγοντες δεν διέθεταν οποιοσδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εξειδικευμένη εμπειρία σε ζητήματα οικονομικών επενδύσεων, που θα τους επέτρεπε να επιλέξουν οι ίδιοι τον τρόπο τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, για το λόγο δε αυτό ακολουθούσαν τις επενδυτικές συμβουλές, που τους παρείχε, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος διέθετε ειδικές προς τούτο γνώσεις και εμπειρία. Έτσι καταρτίστηκε σιωπηρώς μεταξύ των εναγόντων και των δύο πρώτων εναγομένων σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, τις οποίες οι τελευταίες του παρείχαν δια του τρίτου εναγόμενου, προσοτηθέντος υπαλλήλου τους. Εξάλλου, οι ενάγοντες, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω επενδυτικών τους επιλογών, ήταν συντηρητικοί επενδυτές χωρίς συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, επιδιώκοντας να καλύψουν προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης και απόδοσης του κεφαλαίου τους. Ενόψει των ανωτέρω, οι ενάγοντες, ως αποδέκτες των παρεχόμενων από τις δύο πρώτες εναγόμενες διό ίου τρίτου εναγόμενου, υπηρεσιών και ειδικότερο επενδυτικών συμβουλών, στο πλαίσια της κατά τα ανωτέρω, καταρτισθείσας σύμβασης, είναι καταναλωτές, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 2251/1994. Τα ίδια κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγομένων (4ος λόγος έφεσης), με τον οποίο διατείνονται ότι οι ενάγοντες δεν υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την εκτέλεση της εντολής αγοράς του ομολόγου, κατόπιν υπόδειξης του τρίτου εναγόμενου, υπεγράφη προηγουμένως, ήτοι στις 11-4-2005, η με κωδικό χαρτοφυλακίου επενδυτή … σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός των ενάγοντων, φερόντων κατά τα ανωτέρω, την ιδιότητα των καταναλωτών, αφετέρου δε, υπό τον κοινό τίτλο «ALPHA PRIVATE ΒΑΝΚ», της πρώτης εναγομένης και της, ως άνω εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», που, όπως προεκτέθηκε, συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με τη δεύτερη εναγόμενη. Στην ανωτέρω σύμβαση ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες αναλαμβάνουν τη λήψη και διαβίβαση εντολών των εναγόντων προς κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, ότι λόγω μη προβλέψιμων στην αγορά διακυμάνσεων δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής των εναγόντων, ότι δεν ευθύνονται για οποιαδήποτε ζημία που τυχόν θα υποστούν αυτοί από συναλλαγή, που καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα εκτέλεσης της εντολής τους, οι τελευταίοι δε δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται από τις αντισυμβαλλόμενός τους είναι απόρροια ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές αυτών. Παράλληλα οι ενάγοντες χορήγησαν στις, ως άνω, εταιρίες ανέκκλητη εντολή-εξουσιοδότηση προς εκτέλεση συναλλαγών, η οποία (εντολή- εξουσιοδότηση), όπως, άλλωστε και η προαναφερόμενη σύμβαση, φέρει ημερομηνία 11-4-2005. Σχετικά με τον επίδικο ομολογιακό τίτλο πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στις 8-2-2005, εκδόθηκε από την εταιρία ASPIS FINANCE PLC ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης, ποσού 50 εκ. ευρώ, με εγγυήτρια την τράπεζα ASPIS BANK (ήδη υπό εκκαθάριση) και Αναδόχους έκδοσης τις Τράπεζες ΑΒΝ AMRO και ALPHA BANK, οι οποίες ανέλαβαν την πλήρη κάλυψη του ομολογιακού δανείου. Για το εν λόγω ομολογιακό δάνειο εκδόθηκε το από 8-2-2005 ενημερωτικά σημείωμα της εκδότριας εταιρίας ASPIS FINANCE PLC, στην αγγλική γλώσσα. Οι ομολογιακοί τίτλοι εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και έλαβαν rating κατά την έκδοσή τους ΒΒ από τον οίκο Fitch. Η εκδότρια εταιρία, ASPIS FINANCE PLC, ιδρύθηκε από την τράπεζα ASPIS BANK, ως θυγατρική της, στις 16-11-2004. Επρόκειτο για μία εταιρία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο 12.000 λίρες. Αποκλειστικός σκοπός ίδρυσης της εκδότριας εταιρίας, όπως προκύπτει από δημοσιευμένα στοιχεία, ήταν να αντλήσει 50 εκατ. ευρώ μέσω έκδοσης ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο εν συνεχεία διέθεσε ως δάνειο στην ASPIS BANK προς ενίσχυση των δεικτών κεφαλαιακής της επάρκειας. Επρόκειτο δηλ. για μία εταιρία «ειδικού σκοπού» που δεν είχε θυγατρικές. δεν απασχολούσε υπαλλήλους, δεν είχε οικονομική δραστηριότητα, δεν είχε περιουσιακά στοιχείο και η κεφαλαιοποίηση της αποτελείτο μόνο από το εκδοθέν κεφάλαιο των 50.000 λιρών. Μοναδικό κατ' ουσίαν περιουσιακό της στοιχείο από την ίδρυσή της μέχρι και την εκκαθάρισή της ήταν η προσδοκία επιστροφής του δανεισμού προς την ASPIS BANK. Περαιτέρω, κάθε τύπος χρηματοδότησης βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο προτεραιότητας αποπληρωμής αν η εταιρία πτωχεύσει ή τεθεί σε εκκαθάριση. Στα χρηματοοικονομικά. έχουν επικρατήσει οι όροι senior και junior debts που περιγράφουν την προτεραιότητα των χρεών. Τα τελευταία έχουν την χαμηλότερη προτεραιότητα, είναι δηλ. μειωμένης εξασφάλισης, δημιουργούν ελάσσονος προτεραιότητας υποχρεώσεις του εκδότη, κατατασσόμενες επί ίσοις όροις μεταξύ τους χωρίς να παρέχεται κάποιου είδους προτίμηση μεταξύ τους και συνεπώς έχουν λιγότερες πιθανότητες να αποπληρωθούν είτε με μετρητό, είτε μέσω ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, αφού όλα ία υπόλοιπα χρέη θα βρίσκονται υψηλότερα στην ιεραρχία αποπληρωμής. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τον όρο 2 του ενημερωτικού δελτίου έκδοσης, το ομολογιακό δάνειο της ASPiS FlNANCr PLC ανήκε στην κατηγορία αυτή των subordinated και junior bonds (μειωμένης διασφάλισης). Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι ομολογιών εκδόσεως της ASPIS FINANCE θα ικανοποιούνταν με συγκεκριμένη προτεραιότητα, μόνον εφόσον ικανοποιούνταν πλήρως οι προηγούμενοι τη τάξει πιστωτές της, ήτοι μετά τους τυχόν πιστωτές με διασφάλιση και τους λοιπούς πιστωτές μειωμένης διασφάλισης που δεν κατατάσσονταν όπως οι συγκεκριμένες ομολογίες. Σύμφωνα με το Ενημερωτικά Δελτίο 2006 της ASPIS BANK, η Τράπεζα, τον Δεκέμβριο του 2005, είχε λάβει από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης FITCH τις εξής διαβαθμίσεις: Μακροπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -ΒΒ+, Βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -Β. Χρηματοοικονομική θέση -C/D. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ίδιου οίκου, με ημερομηνία δημοσίευσης ορισμών τον 12/2014. η μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της ASPIS SANK ως 3Β υποδεικνύει ότι υπήρχε αυξημένος κίνδυνος να διακόψει πληρωμές, ιδιαίτερα ως αποτέλεσμα δυσμενών οικονομικών αλλαγών ή μεταβολών της αγοράς. Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση ως Β υπεδείκνυε κερδοσκοπικού χαρακτήρα πιστοληπτική ικανότητα και μέτριες προοπτικές για έγκαιρη αποπληρωμή χρηματοοικονομικών δεσμεύσεων και αυξημένη ευπάθεια σε περίπτωση δυσμενών αλλαγών στις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συνθήκες, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Τέλος, η αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής θέσης της τράπεζας ως C/D υπεδείκνυε ότι επρόκειτο για μία τράπεζα με μία ή και περισσότερες προβληματικές πτυχές και αδυναμίες εσωτερικής ή και εξωτερικής προέλευσης. Η αξιολόγηση αυτή υπεδείκνυε επιπλέον ανησυχίες σε σχέση με την κερδοφορία της, τα στοιχεία ισολογισμού της, τη διοίκηση και το περιβάλλον λειτουργίας της ή τις προοπτικές της. Περαιτέρω, σε σχέση με την παρεχόμενη εγγύηση οπό την ASPIS BANK στο εν λόγω ομολογιακό δάνειο, πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Εν προκειμένω, το ομολογιακό δάνειο της ASPIS FINANCE BANK PLC ανήκε στην κατηγορία αυτή των subordinated bonds. Παρότι στην αρχική σελίδα του ενημερωτικού σημειώματος για την έκδοση του εν λόγω ομολογιακού δανείου αναφέρεται ότι η έκδοση είναι με την «αμετάκλητη εγγύηση» της ASPIS BANK και διευκρινίζεται ότι η εγγύηση αυτή αναφέρεται στην μειωμένης διασφάλισης εγγύησης. Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι ομολογιών εκδόσεως της ASPIS FINANCE θα ικανοποιούνταν μόνον εφόσον ικανοποιούνταν πλήρως οι προηγούμενοι τη τάξει πιστωτές της εγγυήτριας ASPIS BANK, δηλ. μετά τους πιστωτές της εγγυήτριας με διασφάλιση και μετά τους λοιπούς πιστωτές μειωμένης διασφάλισης που δεν κατατάσσονταν όπως οι συγκεκριμένες ομολογίες. Σε περίπτωση δηλ. πτώχευσης, εκκαθάρισης κλπ, η Τράπεζα θα ικανοποιούσε πρώτα όλους τους λοιπούς πιστωτές της και έπειτα τους πιστωτές της ASPIS FINANCE. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο της εκδότριας, επρόκειτο για ομολογιακό δάνειο μειωμένης διασφάλισης που εκδόθηκε στις 10-2-2005, έληγε το 2015 με δικαίωμα ανάκλησης το 7010 και το επιτόκιο (Euribor συν περιθώριο 1.35% μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2010 και ύστερα σε περίπτωση μη ανάκλησης προσαυξημένο κατά 1.30%) πληρωνόταν ανά τρίμηνο. Οι εν λόγω ομολογίες λόγω ακριβώς της ρήτρας μειωμένης διασφάλισης θεωρούνται σύνθετο επενδυτικά προϊόντα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών & Αγορών. Κατά το χρόνο κυκλοφορίας του ενημερωτικού δελτίου, ήτοι την 8-2- 2005, είχε γίνει αίτηση για την εισαγωγή των τίτλων στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και αναμενόταν η βαθμολόγηση των τίτλων με ΒΒ στην κλίμακα διαβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας από τον διεθνή οίκο που προ αναφέρθηκε. Η τελευταία αγοραπωλησία επί των εν λόγω ομολόγων στην οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά του Λουξεμβούργου πραγματοποιήθηκε στις 8-2-2007. ενώ στις 15-2-2012 ανεστάλη οριστικά η διαπραγμάτευση αυτού. Το συγκεκριμένο προϊόν, κατά τη στιγμή της έκδοσης του, είχε χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση ΒΒ και ως εκ τούτου ανήκε στην κατηγορία του κερδοσκοπικού. Σύμφωνα με την κλίμακα που χρησιμοποιεί ο εν λόγω οίκος αξιολόγησης, η συγκεκριμένη αξιολόγηση υποδεικνύει αυξημένη ευπάθεια σε πιστωτικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε περίπτωση δυσμενών μεταβολών στην επιχείρηση ή στις οικονομικές συνθήκες με την πάροδο του χρόνου. Η πιστοληπτική διαβάθμιση των τίτλων με ΒΒ τους κατατάσσει στην κατηγορία των ομολογιών υψηλού κινδύνου (junk bonds). Εν συνεχεία και συγκεκριμένα στις 3-11-2008, η πιστοληπτική διαβάθμιση των τίτλων ήταν Β-, στις 29-7-2009 CCC+, στις 3-11-2009 CCC και στις 23-5-2011 C. Οι ABN AMRO BANK και ALPHA BANK ανέλαβαν βάσει της από 8-2-2005 Σύμβασης με την εκδότρια, την κάλυψη του ομολογιακού δανείου, ανέλαβαν δηλ. να καλύψουν οι ίδιες ή να εξεύρουν επενδυτές για την κάλυψη του ομολογιακού δανείου και μάλιστα με προμήθεια (για τη διαχείριση, την αναδοχή και τη διάθεση) που ανερχόταν στο 0.3% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων. Ρητά όμως αναφέρεται στο ενημερωτικό δελτίο της έκδοσης, ως προς τους όρους αναδοχής του ομολόγου, που αφορούσαν και την ALPHA BANK, ως κύρια ανάδοχο για την Ελλάδα, ότι ενόψει του υψηλότατου επενδυτικού κινδύνου που ενέχει η αγορά των εν λόγω ομολόγων, απαγορεύεται η πραγματοποίηση οποιασδήποτε δημόσιας προσφοράς ή απόπειρα πώλησης των εν λόγω τίτλων στην Ελλάδα χωρίς την έκδοση ενημερωτικού δελτίου εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ελλάδας με βάση την ελληνική νομοθεσία. Ομοίως, απαγορεύεται ρητώς η εμπλοκή σε οποιαδήποτε μορφής διαφήμιση, γνωστοποίηση, δήλωση ή πάση έτερη ενέργεια προς το σκοπό προσέλκυσης ελληνικού επενδυτικού κοινού για την αγορά των εν λόγω ομολογιών. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες πριν την αγορά του ομολόγου, ούτε αναγράφονται στο προαναφερόμενο «αποδεικτικό εντολής συναλλαγής». Με βάση την με αρ. 25/17-12-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β 2856/17-12-2011) η «Τ BANK ΑΤΕ» τέθηκε σε εκκαθάριση, ενώ με βάση την με αρ. 26/17-12-2011 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της μεταβιβάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ», το οποίο κατέστη ειδικός διάδοχος της. Στα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται  οι υποχρεώσεις μειωμένης διασφάλισης, αφού οι δανειστές μειωμένης εξασφάλισης ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης μετά από την ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2011, η πρώτη εναγόμενη πληροφόρησε εγγράφως τους ενάγοντες ότι τόσο η εκδότρια του επίμαχου τίτλου, όσο και η εγγυήτρια αυτού, είχαν τεθεί σε ειδική εκκαθάριση μετά την ανάκληση των αδειών τους και ότι τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεων τους από τα ομόλογο θα εξαρτηθεί οπό ία αποτελέσματα και την πορεία της ειδικής εκκαθάρισης. Περαιτέρω, γνώρισε σε αυτούς ότι μπορούσαν να αναγγείλουν τις απατήσεις τους που απορρέουν από τα επίδικα ομόλογα στην εγγυήτρια και την εκδότρια του ομολόγου μέσω της Τράπεζας και τους ενημέρωσε περαιτέρω ότι ελήφθη ειδοποίηση από τους εκκαθαριστές, σύμφωνα με την οποία στους, κατόχους των τίτλων του επίδικου ομολόγου θα διανεμηθεί τελικά το ποσό των 30.000.00 ευρώ. Ενόψει του γεγονότος ότι βάσει της υπ' αριθ. 26/1/17.12.2011 απόφασης άρθρο 2 στοιχ. Β' στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακό στοιχεία δεν περιλαμβάνονται οι υποχρεωθείς και τα δικαιώματα της aspis bank από το ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης εκδόσεως της ASPIS FINANCE PLC για κεφάλαιο ύψους 50 εκατ. ευρώ. αλλά ότι από την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση από 11-10-2012 δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας αυτής εταιρίας προκύπτει το απίθανο της εξόφλησης των μειωμένης εξασφάλισης πιστωτών, που έπονται στην τάξη όλων των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης, πλήρως καταδεικνύεται ότι από την θέση σε ειδική εκκαθάριση της εκδότριας και της εγγυήτριας του ένδικου ομολόγου εταιρίας, δεν υφίσταται διότι έχει αναιρεθεί, η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ του ποσού του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί εκ μέρους των εναγόντων και της αξίας όσων τίτλων περιλαμβάνονται στην περιουσία τους, η οποία είναι μηδενική. Λόγω της μηδενικής αυτής αποτιμήσεως του συγκεκριμένου τμήματος της περιουσίας των εναγόντων, το οποίο διαμορφώθηκε μέσω της υποβολής των τελευταίων σε δαπάνη του ύψους που προαναφέρθηκε, οι τελευταίοι, εξαιτίας της απώλειας της ως άνω περιγραφόμενης σχέσης αντιστοιχίας, έχουν υποστεί ισόποση ζημία, η οποία έχει συντελεστεί, και άρα είναι παρούσα, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων ότι επίκειται η απόληψη των χρημάτων των εναγόντων από τη διαδικασία αναγγελίας αυτών στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος γνώριζε την έλλειψη εξειδικευμένης εμπειρίας των εναγόντων σε ζητήματα οικονομικών επενδύσεων, το προφίλ τους, ως συντηρητικών επενδυτών, καθώς και την επιθυμία τους να επενδύουν στις αποταμιεύσεις τους χωρίς κίνδυνο απώλειάς τους, κατά την παροχή σ' αυτούς της επενδυτικής συμβουλής για την αγορά του ενδίκου ομολόγου, το οποίο, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων αποτελούσε ακατάλληλη για τους ενάγοντες και ριψοκίνδυνη επένδυση, τους χορήγησε μόνο ης προαναφερόμενες πληροφορίες, ισχυρίσθηκε δηλαδή ότι πρόκειται για μεγάλη ευκαιρία τοποθέτησης των χρημάτων του, με σταθερές αποδόσεις και με πίστωση των τόκων στο λογαριασμό τους ανά τρίμηνο, καθώς και ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο τρίτος εναγόμενος, αλλά και οι λοιποί προστηθέντες αυτών, ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι εγγυήτρια του ομολόγου είναι η “ASPlS BANK A.E.” (μετέπειτα Τ BANK AE), εκδότρια αυτού η «ASPlS FINANCE PLC», ότι η δεύτερη είχε συσταθεί μόνο για την έκδοση του συγκεκριμένου ομολόγου, προς το σκοπό συγκέντρωσης κεφαλαίου για την πρώτη, καθώς και για το ειδικότερα χαρακτηριστικά του ομολόγου, δηλαδή ότι τούτο προερχόταν από δευτερογενή αγορά και ότι ήταν μειωμένης εξασφάλισης, με διαβάθμιση ΒΒ, κατά μείζονα δε λόγο δεν τους ενημέρωσαν, λαμβανομένης υπόψη της, γνωστής σ' αυτούς, μη ενασχόλησής τους, μέχρι τότε, με την αγορά ομολόγων, ότι η ανωτέρω διαβάθμιση καταδείκνυε μέτριες προοπτικές επιβίωσης. Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες επέλεξαν μόνοι τους, μεταξύ άλλων, το συγκεκριμένο ομόλογο, χωρίς συμβουλή και παρότρυνση του τρίτου εναγόμενου. Από το ανωτέρω συνάγεται ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες, αλλά και ο προστηθείς από αυτές τρίτος εναγόμενος, δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα από την, καταρτισθείσα, με τους ενάγοντες σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρέωση τους να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτού για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και εκδότρια αυτού, καθώς και για το κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του. το οποίο γνώριζαν ότι ήθελε να εξασφαλίσει, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπορίας και γνώσης ατού περί τις οικονομικές επενδύσεις. Η υποχρέωσή τους δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Π εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που προαναφέρθηκε, αποτελεί σύμβαση εντολής προς εκτέλεση συναλλαγών χρηματοπιστωτικών μέσων και περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, καθόσον, ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή όχι των επικαλουμένων απαλλακτικών ρητρών, ως αντικείμενων στην από τα άρθρα 332, 720 ΑΚ και 6 παρ. 12 ν. 2251/1994 προβλεπόμενη ακυρότητα «κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη» (AΠ 2212/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν περιορίσθηκαν στην εκτέλεση της εντολής για αγορά του ενδίκου ομολόγου, αλλά προηγουμένως, όπως έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκε, διά του προστηθέντος αυτών, τρίτου των εναγομένων, υπέδειξαν στους ενάγοντες ως επωφελή και ασφαλή την εν λόγω επένδυση και με τις σχετικές διαβεβαιώσεις τους τούς έπεισαν να την επιλέξουν. Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, πριν την υπογραφή της ανωτέρω έγγραφης σύμβασης ενημερώθηκαν από τους εναγομένους, αφενός μεν περί των οδών των συμβάσεων, που μπορούσαν να καταρτισθούν, αφετέρου δε περί των όρων της ανωτέρω σύμβασης, που υπέγραφαν. Έτσι, οι εναγόμενοι, όχι μόνο παρέλειψαν να προβούν στη δέουσα ενημέρωση των εναγόντων για την επισφάλεια της συγκεκριμένης επένδυσης, αλλά αντιθέτως τους διαβεβαίωσαν ανακριβώς ότι δεν υφίσταται κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους. Ούτε. εξάλλου, αναιρείται η ανωτέρω υποχρέωση των εναγομένων από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται, παρείχαν στους ενάγοντες τις υπηρεσίες τους χωρίς αμοιβή, καθόσον οικονομικό όφελος αυτών δεν αποτελεί μόνο η αμοιβή, αλλά και η. δια της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, ενίσχυση της συνεργασίας τους με αυτούς (ΑΠ 335/2010, ΤΝΠ NOMOΣ).

 

Με την ανωτέρω συμπεριφορά τους οι δύο πρώτες εναγόμενες, αλλά και ο προστηθείς από αυτές τρίτος των εναγομένων, ο οποίος ενεργούσε κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, υπό τις εντολές και οδηγίες τους, που συνίσταται (η συμπεριφορά του) στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης των εναγόντων, καθώς και παροχής σ' αυτούς σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και ασφάλεια του κεφαλαίου τους, παρέβησαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους. όπως το περιεχόμενο αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 286 ΑΧ, ταυτοχρόνως δε παρέβησαν υπαιτίως, επιδεικνύοντας αμέλεια, τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2251/1994, ενόψει της ιδιότητας των εναγόντων, ως καταναλωτών. Η υπαίτια δε παράβαση των ανωτέρω διατάξεων συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συμπεριφορά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των εναγομένων προκάλεσε τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, καθόσον αυτοί προέβησαν στην εν λόγω επένδυση αγνοώντας τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του ομολόγου, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση, που τους δημιούργησε ο τρίτος των εναγόμενων, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους. Αν είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο. ότι δηλαδή το επίδικο ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε ο εν λόγω κίνδυνος, απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση, επομένως, η ανωτέρω ζημία, που υπέστησαν οι ενάγοντες συνδέεται αιτιωδώς με την προεκτεθείσα συμπεριφορά των εναγόμενων, οι οποίοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν ισόποση αποζημίωση για την αποκατάσταση της. Αυτή συνίσταται στη δαπάνη κτήσης του αγορασθέντος ομολόγου, ήτοι 121.439,66 ευρώ (120.000 ευρώ η αξία του + 1.439,66 η προμήθεια αγοράς του). Οι εναγόμενοι υπέβαλαν ένσταση συνυπολογισμού κέρδους κα ζημίας, ισχυριζόμενοι ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το επιδικασθησόμενο ποσό, το οποίο θα αφορά τη ζημία των εναγόντων, το εισπραχθέν από τους τελευταίους ποσό των τοκομεριδίων, ποσού 37.170.82 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι το ποσό αυτό αποτελεί κέρδος των εναγόντων από τον ανωτέρω τίτλο, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία αυτή που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύτηκε, αποδίδοντος τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των τελευταίων (ΑΠ 244/2016. ΕφΑΘ 4841/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε κα οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων, που επαναφέρονται με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω οι εναγόμενοι πρόβαλαν επικουρικώς τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην πρόκληση, άλλως στη μη αποτροπή της ζημίας τους. λόγω της μη εκ μέρους τους ρευστοποίησης του ενδίκου ομολόγου, παρότι από τη μηνιαία έγγραφη ενημέρωση του προέκυπτε η πτωτική πορεία της τιμής αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ. αλλά απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία διότι, όπως αποδείχθηκε, ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου και των αποδόσεων αυτού, οι ενάγοντες δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους. ο» εναγόμενοι δε. δεν προέβησαν, όπως όφειλαν, σε σχετική ενημέρωσή τους. Σε κάθε δε περίπτωση, η επικαλούμενη από τους εναγομένους επιλογή της ρευστοποίησης του ομολόγου. καθ' ον χρόνο η αξία του ήταν μειωμένη, θα αποκαθιστούσε, ενδεχομένως, μικρό μόνο μέρος της ζημίας των εναγόντων, οι οποίοι δεν θα διατηρούσαν καμία άλλη αξίωση αποζημίωσης εκ του ομολόγου. Τα ίδια κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε και οι σχετικοί λόγοι έφεσης (3ος και 5ος) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων, που είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια των αποταμιεύσεών τους, υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Το ποσό αυτής πρέπει να ορισθεί σε 4.000 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, με βάση κα την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων και, ειδικότερα, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του μεγέθους κα του είδους της προκληθείσας βλάβης, του βαθμού πταίσματος των εναγόμενων, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών. Τα ίδια, ορθά, έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός λόγος έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο διατείνονται ότι το επιδικασθέν, κατά τα ανωτέρω, ποσό, ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, είναι υπερβολικό και ο σχετικός λόγος έφεσης (6ος] πρέπει να απορριφθεί.

 

Περαιτέρω, οι ενάγοντες τυγχάνουν συνδικαιούχοι του με αριθμό …. λογαριασμού. Ο οποίος τηρήθηκε στα πλαίσια της σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών και από τον οποίο εκταμιεύθηκε το ποσό, με το οποίο αγοράστηκε το επίδικο ομόλογο. Δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε κάποια ιδιαίτερη συμφωνία των εναγόντων αναφορικά με τα δικαιώματα τους επί του κοινού λογαριασμού και του επίδικου ομολόγου που αγοράσθηκε από το κανό κεφάλαιο αμφοτέρων, είναι εκ του νόμου κατ' ίσα μέρη δικαιούχοι του αντίστοιχου ποσού, ήτοι κατά ποσοστό 50%. Δηλαδή έκαστος δικαιούται το ποσό των 64.7Ι9,83 ευρώ (120.000 /2 = 60.000 ευρώ για το αγορασθέν ομόλογο + 1.439,66 /12 =719,83 ευρώ για την καταβληθείσα προμήθεια - 4.000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες τα αντίθετα (1ος) πρέπει να απορριφθεί. Τέλος με τον τελευταίο λόγο της έφεσης η τέταρτη εκκαλούσα, ως προς την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, βάλλει κατά της εκκαλούμενης. ισχυριζόμενη ότι η πρωτοβάθμια απόφαση εσφαλμένα δεν καταδίκασε τους ενάγοντες στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης. Εφόσον, όμως, η εφεσιβαλλόμενη απόφαση προσβάλλεται από την τέταρτη εκκαλούσα μόνο ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

 

Με βάση τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει η έφεση των εναγομένων να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνουν τους εκκαλούντες. που νικήθηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος το κατατεθέν από τους εκκαλούντες για το παραδεκτό της έφεσης παράβολο πρέπει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο σύμφωνα με την παρ 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, αφού η έφεσή τους απορρίφθηκε.

 

ΓΙΑ TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑ7ΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατʼ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθ. 19/2018 οριστικής απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Βόλου.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, που καταβλήθηκε από τους εκκαλούντες, κατά την κατάθεση της έφεσής τους, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό της παρούσας.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τεσσάρων (4.000) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι στη Λάρισα στις 26 Φεβρουαρίου 2021, υπογεγραμμένης της παρούσας, κατ' άρθρο 304§ 2 και 306 § § 2 και 3 του ΚΠολΔ, από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας κ. Μόρφω Γκίκα, Πρόεδρο Εφετών, καθόσον η Δικαστής Αθηνά Μίξιου, Εφέτης, που εξέδωσε την απόφαση, μετατέθηκε και αναχώρησε από το παρόν Δικαστήριο.

 

Η ΔΙΕΥΘΥΝΟΥΣΑ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

 

Μόρφω Γκίκα

Πρόεδρος Εφετών