ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ »

 

ΜονΕφΛαμίας 61/2020

 

Αδικοπρακτική ευθύνη τράπεζας - Επενδυτικές υπηρεσίες - Παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών - Σύμβαση εντολής - Έννοια απάτης - Perpetual bonds-ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας - Έννοια καταναλωτή - Ευθύνη κατά τις διαπραγματεύσεις -.

 

Σύμβαση εντολής. Ευθύνη εντολοδόχου. Προϋποθέσεις θεμελίωσης αστικής ευθύνης σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Έννοια απάτης κατά τον ΑΚ. Υποχρέωση τράπεζας κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών. Η παράβαση των υποχρεώσεων του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία κατά το άρθρο 914 ΑΚ. Προστασία καταναλωτών. Έννοια καταναλωτή. Υπάγονται όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και εκείνες που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Δεν αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ μετά από σχετική ένσταση από την τράπεζα. Σύναψη σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Σιωπηρή σύναψη σύμβασης. Υποχρέωση τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης εκ μέρους των τραπεζών προς τους επενδυτές όσον αφορά τα ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας (perpetual bonds). Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η οφειλόμενη από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και την αποθετική που τυχόν υφίσταται εκείνος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της.

 

 

Αριθμός: 61/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Βαρβάρα Πάπαρη, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Καλυψώ Πολυχρονάκη.

 

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του, στις 14 Ιανουαρίου 2020 για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ :

 

Των εκκαλουσών : 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ΑΤΡΗΑ ΒΑΝΚ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑLΡΗΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «ΑLΡΗΑ ASSET MANAGEMENT Α.Ε.Δ.Α.Κ.», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βιτώρο (Δ.Σ. Αθηνών), σύμφωνα με την από 8-1-2020 δήλωση του.

 

Του εφεσίβλητου : ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Τίγκα (Δ.Σ. Τρικάλων), σύμφωνα με την από 7-1-2020 δήλωση του.

 

Ο εφεσίβλητος με την υπ' αριθμό έκθεση κατάθεσης ./25-4-2017 αγωγή του, που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή. Το Δικαστήριο, δικάζοντας την υπόθεση, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή αυτή με την υπ' αριθμό 72/2019 απόφαση του. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούσες με την υπ' αριθμό έκθεση κατάθεσης ./6-5-2019 έφεση τους, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

 

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν αυτές δεκτές.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

1. Η από 06-05-2019 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./6-05-2019) έφεση των εναγομένων, κατά της με αριθμό 72/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, αφού η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις εκκαλούσες - εναγόμενες, στις 24-04-2019 (βλ. υπ' αριθμ../24-4-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...),το δε δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 06-05-2019 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ). Ενώ για το παραδεκτό της έφεσης κατατέθηκε το, κατ' άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, νόμιμο παράβολο, όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση της γραμματέως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ).

 

2. Ο ενάγων (ήδη εφεσίβλητος) με την από 24-04-2017 και υπ' αριθμ. κατάθεσης ./25-04-2017 αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά των εναγομένων (ήδη εκκαλουσών), όπως αυτό διορθώθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ισχυρίστηκε ότι από το έτος 2000 αποτελούσε σταθερό πελάτη της πρώτης εναγομένης τράπεζας, διατηρώντας σε αυτήν το σύνολο σχεδόν των αποταμιεύσεων του, που αποκόμισε εργαζόμενος ως ναυτικός σε ποντοπόρα εμπορικά πλοία. Ότι κατά το έτος 2006 τον προσέγγισαν υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης και επικαλούμενοι ότι ανήκε στο «εκλεκτό πελατολόγιο» αυτής λόγω του σημαντικού ύψους των καταθέσεων του, του πρότειναν να μεταφερθεί στο πελατολόγιο του Τμήματος Ιδιωτικής Τραπεζικής της (Private Banking), όπου και θα τύγχανε προνομιακής μεταχείρισης και προσοχής. Ότι ο ίδιος τους κατέστησε εξαρχής σαφή την επιθυμία του περί ασφαλούς τοποθέτησης των χρημάτων του σε προθεσμιακές καταθέσεις ή άλλα αποταμιευτικά προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου προσιδιάζοντα σε προθεσμιακή κατάθεση, δεδομένου ότι ήταν συντηρητικός επενδυτής, απόφοιτος της Σχολής Εμπορικού Ναυτικού της Ύδρας χωρίς ειδικότερες γνώσεις επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών και ως εκ τούτου χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων των συμβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών, αυτοί δε τον διαβεβαίωναν ότι το Τμήμα Private Banking διέθετε τέτοιου είδους αποταμιευτικά προϊόντα, απολύτως μηδενικού ρίσκου τόσο ως προς την τύχη του κεφαλαίου όσο και ως προς την σταθερότητα των αποδόσεων τους, ενώ το προς τοποθέτηση κεφάλαιο θα ήταν απόλυτα εγγυημένο χωρίς την παραμικρή διακινδύνευση. Ότι, κατόπιν τούτων, ο ενάγων, συμμορφούμενος προς τις υποδείξεις των προστηθέντων υπαλλήλων αμφοτέρων των εναγομένων, υπέγραψε την από 30-03-2006 σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών επενδυτικού χαρακτήρα και την πρόσθετη πράξη αυτής, με προδιατυπωμένους όρους και χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης αυτών, χωρίς, ωστόσο, να του χορηγηθεί αντίγραφο αυτής (σύμβασης). Ότι κανείς από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων δεν του επέστησε την προσοχή ή του έκανε την παραμικρή μνεία στον οποιονδήποτε συμβατικό όρο, ενώ του επαναλάμβαναν ότι οι τοποθετήσεις που θα πραγματοποιούνταν εφεξής δυνάμει της εν λόγω σύμβασης θα πληρούσαν τα ως άνω τιθέμενα από τον ενάγοντα όρια προδιαγραφών. Ότι αφού τον διαβεβαίωσαν ότι τα χαρακτηριστικά των τοποθετήσεων, στις οποίες θα μπορούσε να προβεί δυνάμει της καταρτισθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, θα είχαν χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα των προθεσμιακών καταθέσεων, ο ενάγων, κατόπιν των υποδείξεων των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, πείσθηκε να συναινέσει στην τοποθέτηση συνολικού χρηματικού ποσού 180.000 ευρώ στα αναφερόμενα στην αγωγή του ομόλογα. Ότι κατά τη διάρκεια απουσίας του σε ταξίδι για το χρονικό διάστημα από 30-04-2007 μέχρι 24-09-2007, πληροφορήθηκε τηλεφωνικά ότι μεγάλο μέρος των κεφαλαιακών τοποθετήσεων, που είχαν τοποθετηθεί από τους προστηθέντες της δεύτερης εναγομένης στα ανωτέρω ομόλογα, είχαν ρευστοποιηθεί εκ νέου κατά το ποσό των 109.000 ευρώ και είχαν τοποθετηθεί, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, σε ένα νέο επενδυτικό προϊόν με την ονομασία «Ομόλογο … Ltd». Ότι στις διαμαρτυρίες του ο προστηθείς υπάλληλος της πρώτης εναγομένης κατόρθωσε να άρει τη δυσμένεια του, δηλώνοντας του ότι πρόκειται για ομόλογο έκδοσης και εγγύησης του Ομίλου της πρώτης εναγομένης, το οποίο περιβαλλόταν με εχέγγυα αξιοπιστίας όσον αφορά στο επενδυμένο κεφάλαιο, συνοδευόμενο παράλληλα από αξιόλογη απόδοση, ενώ στην πραγματικότητα το εν λόγω ομόλογο ουδόλως ανταποκρινόταν στις επιδιώξεις του ενάγοντος,  αφού επρόκειτο για σύνθετο υβριδικό ομόλογο, μειωμένης εξασφάλισης, χαμηλής επενδυτικής ποιότητας και υψηλού κινδύνου, ο εκδότης των οποίων διατηρούσε μονομερώς το δικαίωμα να παύσει την καταβολή των τόκων. Ότι, παρότι από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2009, ενημερώθηκε πως η αξία των τραπεζικών προϊόντων, στα οποία οι εναγόμενες τοποθέτησαν τα χρήματα του, είχε μειωθεί για πρώτη φορά κάτω από την αξία του τοποθετημένου κεφαλαίου του και συνέχιζε μειούμενη, οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων, σε σχετικές συζητήσεις, τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, καθώς επρόκειτο για πρόσκαιρη απομείωση της αξίας του επενδυμένου προϊόντος λόγω προσωρινής «αναστάτωσης στις αγορές», και του αντιπρότειναν να ρευστοποιήσει ένα εκ των έτερων ομολόγων που κατείχε, ενώ για το επίδικο ομόλογο του συνέστησαν ότι έπρεπε να αναμείνει την επανάκτηση της ανοδικής του πορείας και ότι τα χρήματα του ήταν εγγυημένα από την πρώτη εναγομένη. Ότι, τελικά, προκειμένου να διασώσει μέρος του κεφαλαίου που επένδυσε στο επίδικο ομόλογο, η αξία του οποίου έβαινε διαρκώς μειούμενη, αποδέχθηκε στις 03-05-2012 την πρόταση της πρώτης εναγομένης για επαναγορά αυτού στο 60% της ονομαστικής του αξίας,με αποτέλεσμα να απωλέσει το 40% του επενδυμένου κεφαλαίου του, ήτοι το ποσό των 43.600 ευρώ. Ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων, οι οποίοι, μάλιστα, δεν είχαν κατά την υπογραφή της σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών την απαιτούμενη πιστοποίηση επαγγελματικής επάρκειας του Ν. 2836/2000 και της με αριθμ. 1/294/19-02-2004 απόφασης του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αλλά την απέκτησαν μεταγενέστερα, εκμεταλλευόμενοι το συμβουλευτικό τους ρόλο, καθώς και το γεγονός ότι δεν είχε εγκριθεί και δημοσιευτεί ενημερωτικό δελτίο πριν την προώθηση του επίδικου ομολόγου από τις εναγόμενες, με πρόθεση και εν γνώσει τους τον παρέσυραν σε επένδυση υψηλού ρίσκου παρουσιάζοντας του ψευδή γεγονότα ως αληθινά και αποκρύπτοντας τα πραγματικά, ήτοι την αληθινή φύση και τα χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου, παρουσιάζοντας το ως ένα ασφαλές προϊόν, περαιτέρω παρουσιάζοντας ψευδώς ως ημερομηνία λήξης του ένδικου ομολόγου την 18-02-2015, κατά την οποία τον διαβεβαίωναν ότι θα μπορούσε να αναλάβει ολόκληρο το αρχικό του κεφάλαιο, ενώ στην πραγματικότητα η ανωτέρω ημερομηνία δεν ήταν ημερομηνία λήξης του ομολόγου αλλά ημερομηνία μονομερούς ανάκλησης αυτού από την εκδότρια εταιρεία, αφήνοντας παραπλανητικά να εννοηθεί ότι το κεφάλαιο του ήταν εγγυημένο από την πρώτη εναγομένη, διατηρώντας δε και επιτείνοντας σε αλλεπάλληλες προσωπικές επικοινωνίες και επαφές που είχαν μαζί του τηλεφωνικά την ανωτέρω πεπλανημένη πεποίθηση που οι ίδιοι του είχαν προκαλέσει, και έτσι, αφενός εκπλήρωσαν πλημμελώς τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία είχε τη μορφή συμβουλευτικών υπηρεσιών, παραβιάζοντας νόμιμες υποχρεώσεις τους, αφετέρου παρέβησαν διά των υπαλλήλων τους, την απορρέουσα από τον ισχύοντα κατά τον χρόνο εκείνο Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΓΤΕΥ, αλλά και από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, υποχρέωση τους να του παράσχουν εξειδικευμένες, σαφείς, ορθές και πλήρεις συμβουλές σχετικά με την ανωτέρω επένδυση και με την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων τους οι εναγόμενες του προκάλεσαν περιουσιακή ζημία για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται αποζημίωση, συνιστάμενη στο ποσό των 43.600 ευρώ ως θετική ζημία, ήτοι στο 40% του αρχικού κεφαλαίου που απώλεσε μετά την πρόταση επαναγοράς, στο ποσό των 15.696 ευρώ ως αποθετική ζημία για τοκομερίδια που στερήθηκε για το χρονικό διάστημα από 18-02-2011 μέχρι 18-02-2017, καθώς και ηθική βλάβη, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε ένεκα της απώλειας μέρους του κεφαλαίου του, για την ικανοποίηση της οποίας θεωρεί εύλογο το ποσό των 10.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα, ο ενάγων, όπως παραδεκτά με τις πρωτόδικες προτάσεις του μετέτρεψε εν μέρει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, επικαλούμενος προσυμβατική (ευθύνη από διαπραγματεύσεις), ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων εταιρειών, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν αλληλέγγυα και εις ολόκληρον η καθεμία εξ αυτών το ποσό των 23.600 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη, το ποσό των 15.696 ευρώ για την αποκατάσταση της αποθετικής του ζημίας και το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί, καθώς και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν αλληλέγγυα και εις ολόκληρον η καθεμία εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, νομιμότοκα τα μεν ποσά των 15.696 ευρώ και 10.000 ευρώ από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, τα δε ποσά των 23.600 ευρώ και 20.000 ευρώ από την 20-12-2011, οπότε και επιδόθηκε στη δεύτερη εναγομένη η από 06-12-2011 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση του ενάγοντος προς επιστροφή ολόκληρου του τοποθετημένου στο επίδικο ομόλογο κεφαλαίου, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ.72/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, εκτός από 1) το αίτημα τοκοδοσίας για το κονδύλιο της θετικής του ζημίας, από την ημερομηνία επίδοσης της εξώδικης όχλησης στις αντιδίκους του, το οποίο κρίθηκε νόμιμο από την επίδοση της αγωγής, 2) το σκέλος της αγωγικής βάσης, που αφορά στη θεμελίωση της ευθύνης των εναγομένων από προσυμβατικό πταίσμα των προστηθέντων αυτών κατά τις διεξαχθείσες ανάμεσα τους διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο και απορριπτέο, δοθέντος ότι, σε περίπτωση σύναψης έγκυρης σύμβασης, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση, παύει το στάδιο των διαπραγματεύσεων ως προς την κατάρτιση αυτής και δε γεννιέται εφεξής προσυμβατική ευθύνη κατά τις ρυθμίσεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ και 3) το κονδύλιο περί διαφυγόντων κερδών, το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο και απορριπτέο, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός, όπως προϋποθέτει το άρθρο 298 ΑΚ. Ακολούθως, η αγωγή έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν αλληλέγγυα και εις ολόκληρον η καθεμία εξ αυτών στον ενάγοντα το ποσό των (23.600 + 3.000=) 26.600 ευρώ και υποχρεώθηκαν αυτές να καταβάλουν αλληλέγγυα και εις ολόκληρον η καθεμία εξ αυτών στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής, και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η σε βάρος τους αγωγή, παραπονούνται οι εναγόμενες, με την κρινόμενη έφεση τους και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, που ανάγονται σε μη ορθή εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν την εξαφάνιση της, ώστε να απορριφθεί η σε βάρος τους αγωγή ολικά.

 

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 713 και 714 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σε αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του καθετί που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υπόθεσης, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός της επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ. Η σύμβαση εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρά (άρθρα 158 και 713 ΑΚ), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα είτε ύστερα από παράκληση του, είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει (ΑΠ 2212/2014, ΕφΛαμ 8/2018, ΕφΑΘ 1244/2016, ΜΕφΑΘ 4254/2017 ΤΝΠ Νόμος). Ζημία, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε. Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και, επομένως, η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση, τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων του εντολοδόχου προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 112/2016, ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 637/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 1244/2016 ο.π.). Για την υποχρέωση αποζημίωσης απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, η οποία επήλθε στον εντολέα. Εάν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή εάν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα (ΑΠ 246/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 637/2011, ΕφΑΘ 1244/2016 ο.π.). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθυνης) και αποτελέσματος - ζημίας, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 379/2017, ΑΠ 345/2017, ΕφΑνατΚρ 70/2017 ΤΝΠ Νόμος). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 709/2017, ΑΠ 345/2017, ΕφΑνατΚρψ 70/2017 ο.π. ενώ είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 379/2017 ο.π.). Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της Κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 345/2017, ΕφΑνατΚρητ 70/2017 ο.π.). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμους πράξαντος ή παραλείψαντος με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας (ΑΠ 345/2017 ο.π.). Επομένως, υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία (ΑΠ 709/2017 ο.π.). Ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στο συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως, να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικά, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος, επίσης, να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δε διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 2212/2014, ΜΕφΑΘ 4254/2017 ο.π.). Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθρ. 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξαιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης. Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε. Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι' αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί και στην περίπτωση αυτή να υπήρξε δόλος του δράστη. Η έννοια του δόλου προκύπτει, κατά βάση, από τη διάταξη του άρθρ. 27 του ΠΚ και συντρέχει, όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 247/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 709/2017, ΕφΑνατΚρητ 70/2017 ο.π.). Εξάλλου, απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βούλησης του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017 ο.π., ΑΠ 745/2017, ΑΠ 355/2010, ΑΠ 282/2010, ΕφΛαρ 137/2006 ΤΝΠ Νόμος). Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε1 από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά τον χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 745/2017, ΑΠ 282/2010 ο.π.). Συνεπώς, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147,148, 281,288 και 919 ΑΚ συνάγεται ότι η απάτη του άρθρου 386 ΠΚ δεν συμπίπτει αναγκαίως με τη δικαιοπρακτική. Έτσι, αν η παραπλάνηση που δημιουργείται ή ενισχύεται ή διατηρείται σε κάποιο πρόσωπο από την απάτη αυτή, προκάλεσε ζημία, στην οποία υπάγεται και οποιαδήποτε μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του, γεννιέται υπέρ του εν λόγω προσώπου αυτοτελής πρωτογενής από αδικοπραξία αξίωση αποζημίωσης από το πρόσωπο που μετήλθε την απάτη (ΑΠ 683/1995 ΝοΒ 45.607, ΕφΠατρ 601/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 137/2006 ο.π.). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/1104-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β7340/24-04-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ. 1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 01-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ... Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της ένδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6,1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δε σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1109/2019,ΑΠ 536/2019 ΤΝΠ ΑΣΑ, ΑΠ 1351/2018, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαμ 8/2018, ΕφΑΘ 885/2017, ΕφΘεσσαλ 2495/2017, Εφ Αθ 3253/2016, ΜΕφΑθ 4254/2017, ΜΕφΑαμ 90/2017 ΤΝΠ Νόμος). Επιπλέον και ο Ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον «προμηθευτή» - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου «καταναλωτή» - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του «προμηθευτή» προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ - 9ε του νόμου, που αναφέρονται σε «απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών». Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται, μεν, ευθέως σε «εμπορία υπηρεσιών από απόσταση», αφορούν όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του «προμηθευτή» συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του Ν. 2251/1994, βλ. ΑΠ 1228/2019, ΕφΑΘ 662/2018 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, οι ανωτέρω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται η αστική ευθύνη σε αποζημίωση εξαιτίας αδικοπραξίας, δε διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επιφέρει την εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, που διέπει, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις ευθύνης ένεκα παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 § 4 στοιχ. Α' (ΕφΑΘ 1794/2013 ΤΝΠ Νόμος), σύμφωνα με το οποίο καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους.

 

Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασης τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο   πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασης τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης (ΟλΑΠ 13/2015 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περιέχει ειδικότερο κανόνα, ο οποίος εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελίωσης αστικής    ευθύνης, διαμορφώνει την ενοχή που καταλαμβάνεται απ' αυτόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης μέσω της αντιστροφής του σχετικού βάρους απόδειξης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν. 3587/2007, η αντιστροφή αυτή του αποδεικτικού βάρους επεκτείνεται αναγκαίως και στο μέγεθος της παρανομίας, διότι παραλλήλως των εννοιολογικών διακρίσεων μεταξύ αυτής και του πταίσματος, που δεν αμφισβητούνται και εξακολουθούν να υφίστανται, η προσέγγιση των σχετικών όρων θεμελίωσης της ευθύνης από την οπτική της αμέλειας επιδρά στη συγκράτηση του περιεχομένου της τελευταίας κατά τρόπο, ώστε μέσω της χρήσης της συγκεκριμένης έννοιας να αποτυπώνεται και η εκδήλωση μιας μορφής παράνομης συμπεριφοράς. Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην τελευταία και τη ζημία ή τη συνδρομή κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (ΑΠ 535/2012, ΑΠ 1227/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαμ 8/2018 ο.π., ΕφΑΘ 1794/2013 ο.π., ΜΕφΛαμ 90/2017 ο.π.). Επιπρόσθετα, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perpetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούληση του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των «perpetual bonds» ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους (ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 536/2019 ο.π., ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016, ΕφΑΘ 2366/2018, ΕφΑΘ 2365/2018 ΤΝΠ Νόμος ΕφΑΘ 885/2017 ο.π., ΜΕφΛαμ 90/201 ο.π.). Επίσης, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους των τραπεζών μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας και του πελάτη υπάρχει, οπωσδήποτε, σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Πρέπει, στις περιπτώσεις αυτές, να γίνεται δεκτό ότι έχει συναφθεί σιωπηρά μία τέτοια σύμβαση, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος, πράγμα που είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία, που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι, πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει για αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση των κεφαλαίων του. Δεύτερο στοιχείο, που μπορεί να αναφερθεί, είναι ότι, καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και περιμένει μία υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική ενασχόληση τους. Οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή τουλάχιστον έμμεσο (ΕφΑΘ 662/2018 ο.π., ΜΕφΛαρ 113/2016 ο.π., ΜΕφΑΘ 3443/2013 ΤΝΠ Νόμος). Από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ τράπεζας και πελάτη προκύπτουν τόσο γενικής φύσης υποχρεώσεις, όσο και ειδικής, οι οποίες έχουν τη βάση τους σε συγκεκριμένη σχέση. Τούτο συμβαίνει κυρίως για τους εξής λόγους: α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσης της αυτής, μπορεί να προκύψει υποχρέωση της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παράσχει συμβουλές, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτη της, γ) οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό και άρα ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, δεδομένου ότι η τράπεζα γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του πελάτη της, δ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία. Η θέση αυτή των τραπεζών τους επιβάλλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας τους με τους πελάτες τους και ε) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η θέση της τράπεζας είναι κατά πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Και τούτο γιατί μεταξύ τράπεζας και πελάτη δημιουργείται μία εξειδικευμένη σχέση εμπιστοσύνης αλλά εν μέρει και εξάρτησης του πελάτη καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η τράπεζα έχει ειδικές γνώσεις των συνθηκών της αγοράς, καθώς και ευρύτατο φάσμα πληροφοριών. Από τη γενική αυτή υποχρέωση απορρέει αφενός η ειδικότερη υποχρέωση της τράπεζας να μην επιδιώκει μονομερώς την πρόταξη των ατομικών της συμφερόντων καθώς και ότι η υπό ευρεία έννοια παροχή της πρέπει να τελεί σε σχέση αναλογίας με την αιτούμενη από τον πελάτη της αντιπαροχή και αφετέρου η ειδικότερη υποχρέωση ενημέρωσης και παροχής συμβουλών, ανάλογα και με τις συγκεκριμένες συνθήκες και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη της. Έτσι η τράπεζα έχει υποχρέωση όταν είναι πρόδηλο ότι ο συγκεκριμένος πελάτης δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από τη σκοπούμενη συναλλαγή ή όταν η τράπεζα γνωρίζει ορισμένα γεγονότα, που αν γνώριζε ο πελάτης της, πιθανότατα δεν θα προέβαινε στη σύναψη της. Αντίστοιχα ισχύουν σχετικά με την υποχρέωση της τράπεζας για παροχή συμβουλών σε περίπτωση που το ζητήσει ο πελάτης και το αποδεχθεί η τράπεζα. Περαιτέρω, στο πλαίσιο όλων εν γένει των τραπεζικών συμβάσεων γεννώνται πέραν των υποχρεώσεων των μερών για κύρια παροχή και επιπρόσθετες παρεπόμενες υποχρεώσεις, τις οποίες υπαγορεύει και προσδιορίζει κατά περιεχόμενο η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, διευρύνοντας το περιεχόμενο της ενοχής. Επομένως και αυτές οι υποχρεώσεις, παρότι προβλέπονται στο νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύουν να θεωρούνται (και να είναι) συμβατικές, με συνέπεια η παράβαση τους να συνιστά πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, Η παραπάνω αρχή λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις όπου η συνδρομή ειδικών συνθηκών επιβάλλει παρέκκλιση από την αρχική ρύθμιση της ενοχικής σχέσης. Εξάλλου, λόγω της προαναφερόμενης σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει κάθε τραπεζική σύμβαση και έχει ως γενικό περιεχόμενο την πίστη κυρίως του πελάτη της τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και την προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, αλλά και της ίδιας της τράπεζας ότι ο πελάτης της συμπεριφέρεται απέναντι της με ειλικρίνεια και διάθεση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει, η εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης (288 ΑΚ) προσλαμβάνει ιδιαίτερα ευρύ περιεχόμενο και ένταση στα πλαίσια των τραπεζικών συναλλαγών. Οι αρχές αυτές επιβάλλουν τόσο στα διαπραγματευόμενα όσο και στα συμβαλλόμενα μέρη την τήρηση συμπεριφοράς ανταποκρινόμενης στην ιδιαιτερότητα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των μερών. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (197-198 ΑΚ) η σχέση εμπιστοσύνης, ως απόρροια της εφαρμογής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφορά οπωσδήποτε στις γενικές υποχρεώσεις διαφώτισης και προστασίας. Η πρώτη έχει ως αντικείμενο την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων σχετικά με το περιεχόμενο της σκοπούμενης σύμβασης, ώστε να διαφυλάσσεται η συμβατική ελευθερία, δηλαδή να μην επηρεάζεται από άγνοια η βούληση του άλλου μέρους, κατά τη σύναψη της σύμβασης και τη διαμόρφωση του περιεχομένου της. Η δεύτερη αφορά στην λήψη μέτρων προστατευτικών των απολύτων εννόμων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους. Κατά το στάδιο της συμβατικής δέσμευσης, η σχέση εμπιστοσύνης επιβάλλει στην τράπεζα τις γενικές «υποχρεώσεις» αφενός της τήρησης εξαιρετικής επιμέλειας ως προς την εξυπηρέτηση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη της και αφετέρου, σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, της πρόταξης του συμφέροντος αποκλειστικά του πελάτη της. Ο τελευταίος οφείλει επίσης από την πλευρά του να επιδεικνύει ιδιαίτερα ειλικρινή συμπεριφορά και επιμέλεια. Η παράβαση αυτών των υποχρεώσεων, που θεωρούνται επίσης συμβατικές, συνεπάγεται, βεβαίως, ενδοσυμβατική ευθύνη του παραβάτη. Ειδικότερη παράβαση των αρχών της καλής πίστης μπορεί να αποτελέσει και η εκμετάλλευση της υπερέχουσας θέσης της τράπεζας έναντι του πελάτη της και μάλιστα με την χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενων στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών, με αποτέλεσμα τη συνομολόγηση υπέρ αυτής συμβατικών όρων που διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία σε βάρος του πελάτη, με συνεκτίμηση βέβαια της φύσης των αγαθών και των υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση. Εξάλλου, το παράνομο της αδικοπρακτικής ευθύνης συντρέχει και όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως «το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον». Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ). Την επιβάλλει ακόμα το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας μας που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς. Το κυριότερο δε, κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται αν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβαση της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη. Ακόμη, όταν η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης, είναι συγχρόνως και καθ' εαυτή παράνομη, δηλαδή θα ήταν παράνομη και εάν είχε διαπραχθεί χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, γίνεται δεκτή συρροή των δύο λόγων ευθύνης, δηλαδή της ενδοσυμβατικής και της αδικοπρακτικής. Τότε μόνο οφείλεται αποζημίωση αν το γεγονός γενικότερα που δημιουργεί την ευθύνη, υπήρξε πράγματι η αιτία της ζημίας. Η σχέση αυτή αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ γεγονότος ικανού κατ' αρχήν να ιδρύσει ευθύνη και της ζημίας είναι η αιτιώδης συνάφεια ή αιτιώδης σύνδεσμος, που υπάρχει όταν η συμπεριφορά του δράστη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν αντικειμενικά, ικανή να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το εάν το καταλογιζόμενο στον παρ' ου ζητείται η αποζημίωση γεγονός ήταν ικανό κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την επελθούσα ζημία, θα κριθεί κατά την ορθότερη άποψη με τα κριτήρια και την ικανότητα πρόβλεψης του επιμελούς εν γένει συναλλασσόμενου του    οικείου κύκλου δραστηριότητας, επί τη βάσει των δεδομένων της πείρας και των περιστατικών τα οποία ήταν κατά το χρόνο στον οποίο έγινε η πράξη, δηλαδή και πριν επέλθει το αποτέλεσμα, γνωστά σε αυτόν (ΕφΑΘ 4617/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΜΕφΛαρ 113/2016 απ.). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Όσον αφορά την πρόθεση δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003 ΤΝΠ Νόμος). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλο κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής   ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1615/1999 ΤΝΠ Νόμος). Τέλος, δυνάμει του άρθρου 197 ΑΚ, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ως προς την κατάρτιση σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 198 παρ. 1 ΑΚ, όποιος στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαιτίως ζημία στον άλλον υποχρεούται να την ανορθώσει, ακόμη κι αν η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε. Οι προϋποθέσεις της εν λόγω προσυμβατικής ευθύνης συνίστανται, λοιπόν, στην ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, την αντισυναλλακτική συμπεριφορά του διαπραγματευόμενου, την υπαιτιότητα αυτού, την επέλευση ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας. Ως διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών τους θέσεων σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωση αυτών ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης. Το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της ευθύνης απ' αυτές διαρκεί μέχρι τη διακοπή τους και τη ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτιση της. Δεν περατώνεται με τη σύναψη άκυρης σύμβασης. Η προειρημένη ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, διακρινόμενη από την ενδοσυμβατική ευθύνη, αλλά και την αδικοπρακτική. Η οφειλόμενη από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και την αποθετική, που τυχόν υφίσταται εκείνος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτιση της (διαφέρον εμπιστοσύνης ή αρνητικό της σύμβασης διαφέρον) (ΑΠ 1435/2015, ΑΠ 554/2011, ΑΠ 1302/2010 ΤΝΠ Νόμος).

 

4. Από την με αριθμό .../31-08-2017 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων ... και ..., που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λαμίας, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων πριν από 2 τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξη της (βλ. σχετ. την από 21-08-2017 κλήση ένορκης βεβαίωσης μαρτύρων του ενάγοντος, η οποία επιδόθηκε στις εναγόμενες δυνάμει των με αριθμούς .../22-08-2017 και .../22-08-2017 εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ...), από την με αριθμό ./30-08-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ...,που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγομένων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... και την με αριθμό ./31-08-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγομένων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., οι οποίες συντάχθηκαν, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος πριν από 2 τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξη τους (βλ. σχετ. την από 23-08-2017 κλήση για λήψη ένορκης βεβαίωσης, η οποία επιδόθηκε με θυροκόλληση στον ενάγοντα δυνάμει της με αριθμό ./25-08-2017 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας με έδρα στο Πρωτοδικείο Λαμίας, ..., σε συνδυασμό με την από 25-08-2017 απόδειξη παραλαβής δικογράφου από αυτό που θυροκολλήθηκε του Αρχιφύλακα ... που υπηρετεί στο Α.Τ. Δομοκού και την από 25-08-2017 βεβαίωση περί αποστολής ειδοποίησης με συστημένη επιστολή με το ταχυδρομικό γραφείο Λαμίας στον ενάγοντα και παραλαβής από την υπάλληλο ...), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ΚΠολΔ 529 παρ.1α), τα οποία (έγγραφα) εκτιμώνται από το Δικαστήριο είτε για άμεση απόδειξη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς .../31-03-2017 του μάρτυρα ... ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καρδίτσας ... και ./09-09-2016 του μάρτυρα ... ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λαμίας, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού συντάχθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών και επομένως δεν λήφθηκαν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν για την προκειμένη δίκη (ΑΠ 736/2016, ΑΠ 897/2014, ΑΠ 254/2013 ΤΝΠ Νόμος), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, με την επισήμανση ότι τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους ξενόγλωσσα έγγραφα, ανεξαρτήτως του ότι μόνο αποσπάσματα ορισμένων εξ αυτών μεταφράστηκαν νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 454 ΚΠολΔ και 36 παρ. 2 γ' του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), λαμβάνονται υπόψη, κατ' άρθρο 340 παρ.1 ΚΠολΔ, ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1757/2011, ΑΠ 1707/2009, ΑΠ 1462/1996, ΜΕφΠατρ 279/2019 ΤΝΠ Νόμος), τα οποία εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. Ια' ΚΠολΔ, από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις των διαδίκων και τις ομολογίες των τελευταίων όπου ειδικότερα μνημονεύονται παρακάτω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

 

Ο ενάγων είναι συνταξιούχος ναυτικός, απόφοιτος της Σχολής Εμπορικού Ναυτικού της Ύδρας, χωρίς να έχει κάποια άλλη μόρφωση πέραν από αυτή που του παρείχε η άνω σχολή και αφορούσε αποκλειστικά στη ναυτική ζωή και στη ναυτική επιστήμη. Από την εργασία του ως ναυτικός ο ενάγων είχε σημαντικές απολαβές, εκ των οποίων εξοικονόμησε ένα σημαντικό ποσό, το οποίο λόγω και του συντηρητικού χαρακτήρα του, τοποθετούσε κατά σταθερό και πάγιο τρόπο σε απλούς καταθετικούς και κυρίως σε προθεσμιακούς λογαριασμούς της πρώτης εναγομένης ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ούτως ώστε αφενός να διατηρεί τα χρήματα του «κλειστά» και να απολαμβάνει σταθερής είσπραξης των τόκων που θα παρήγαγαν για τα επόμενα έτη, αφετέρου να έχει τη δυνατότητα ανάληψης - ρευστοποίησης του προϊόντος τους ανά πάσα στιγμή για την περίπτωση που παρουσιαζόταν κάποια έκτακτη ανάγκη στη ζωή του, γεγονός που αποτελούσε και προαπαιτούμενο για αυτόν. Την προτίμηση του ενάγοντος σε προθεσμιακούς κυρίως λογαριασμούς ομολογούν και οι εναγόμενες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2006 τον προσέγγισαν υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της Λαμίας και επικαλούμενοι ότι ανήκε στο «εκλεκτό πελατολόγιο» αυτής λόγω του σημαντικού ύψους των καταθέσεων του, του πρότειναν να μεταφερθεί στο πελατολόγιο του Τμήματος Ιδιωτικής Τραπεζικής της (Private Banking), όπου και θα τύγχανε προνομιακής μεταχείρισης και προσοχής. Ειδικότερα, ο υπάλληλος της πρώτης εναγομένης, με τον οποίο είχε και μακρόχρονη γνωριμία, ..., που χειριζόταν τις προθεσμιακές καταθέσεις του ενάγοντος, εκθείαζε τη δυνατότητα άμεσης ενημέρωσης που μπορούσε να είχε ο ενάγων από το Private Banking της πρώτης εναγομένης, το οποίο ήταν στελεχωμένο με έμπειρο και εξειδικευμένο προσωπικό, δηλώνοντας του ότι η δεύτερη εναγομένη ALPHA ASSET ΜΑΝΑΘΕΜΕΝΤ,ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, υπό την αρμοδιότητα και την ευθύνη της οποίας λειτουργούσε το ανωτέρω Τμήμα, θα αξιοποιούσε με ασφαλή τρόπο τις αποταμιεύσεις του, προσφέροντας του τόσο προθεσμιακές καταθέσεις όσο και άλλα αποταμιευτικά προϊόντα με παρόμοια χαρακτηριστικά σταθερότητας, ασφάλειας, απόδοσης και εγγύησης, όπως αυτά μιας κοινής προθεσμιακής κατάθεσης, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα να απολαμβάνει πιο ελκυστικά και ανταγωνιστικά επιτόκια σε σχέση με αυτά που παρείχε το κλασικό δίκτυο τραπεζικής της πρώτης των εναγομένων. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο ίδιος ο ενάγων τους προσέγγισε πρώτος και όχι οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, είναι αβάσιμος, αν ληφθεί υπόψη ότι, όπως ομολογούν οι ίδιοι, ο ενάγων ήταν μέχρι τότε απλώς ένας συντηρητικός πελάτης της πρώτης εναγομένης τράπεζας, προτιμώντας να τοποθετεί τα χρήματα του σε εγγυημένες προθεσμιακές καταθέσεις. Εξάλλου, το επίμαχο διάστημα, η προώθηση ομολογιακών προϊόντων, από την πρώτη εναγομένη τράπεζα, διαμέσου και της δεύτερης εναγομένης θυγατρικής της εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ήταν επιχειρηματική πολιτική της, όπως κατέθεσαν και οι μάρτυρες ... και ..., στελέχη της πρώτης εναγομένης τράπεζας, στα πλαίσια παρόμοιας δίκης (βλ.υπ' αριθμ. ./2016 και ./2017 ένορκες βεβαιώσεις), αλλά και όπως διαπίστωσε και η Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς (βλ. υπ. αριθμ..../3-7-2018 απόφαση της). Κατά τις συνομιλίες που είχε ο ενάγων τόσο με τον ανωτέρω υπάλληλο όσο και με υπαλλήλους της δεύτερης εναγομένης, τους κατέστησε σαφές ότι τον ενδιέφερε πρωτίστως η ασφάλεια του κεφαλαίου των χρημάτων του, το οποίο δεν επιθυμούσε να διακινδυνεύσει. Οι ως άνω υπάλληλοι τον διαβεβαίωναν ότι το Τμήμα Private Banking διέθετε τέτοιου είδους αποταμιευτικά προϊόντα, απολύτως μηδενικού ρίσκου τόσο ως προς την τύχη του κεφαλαίου όσο και ως προς την σταθερότητα των αποδόσεων τους, ενώ το προς τοποθέτηση κεφάλαιο θα ήταν απόλυτα εγγυημένο από την πρώτη εναγομένη χωρίς την παραμικρή διακινδύνευση, οι ιδιότητες δε των εν λόγω προϊόντων προσιδίαζαν με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις.Αυτό προκύπτει και από την ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του ενάγοντος (που αντιμετώπισαν στην οικογένεια τους παρόμοιο πρόβλημα με αυτό του ενάγοντος με αντισυμβαλλόμενες τις εναγόμενες τράπεζες), στην οποία αναφέρεται ότι οι υπάλληλοι των εναγομένων εταιριών διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα πως η επένδυση του στο επίδικο ομόλογο προσομοίαζε με τις προθεσμιακές καταθέσεις και ότι το κεφάλαιο του ήταν εξασφαλισμένο και εγγυημένο, όπως συνέβη και στις προσωπικές τους υποθέσεις. Ο ενάγων, πεισθείς στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των ως άνω υπαλλήλων των εναγομένων, στο Βόλο, στις 30-03-2006, υπέγραψε τη με αριθμό . Βασική Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, στην οποία συμβλήθηκε και ο αδερφός του ..., ενώ αντισυμβαλλόμενοι τους ήταν αμφότερες οι εναγόμενες, όπως εκπροσωπούνταν νόμιμα από τη .... Ειδικότερα, στην ως άνω ημεροχρονολογία, καταρτίστηκε κατά τα ανωτέρω η με Κωδικό Χαρτοφυλακίου . «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», αορίστου χρόνου, η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με τα παραρτήματα αυτής, ήτοι την από 30-03-2006 πρόσθετη πράξη σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - συμβουλευτικές υπηρεσίες, το Παράρτημα Β Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο - Προφίλ, το Παράρτημα Δ Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής, το Παράρτημα Ε Παραδοχές Αποτίμησης - Παραδοχές Υπολογισμού Αποδόσεων, τα έγγραφα με τίτλο «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΗ ΦΥΣΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ» για τον ενάγοντα και τον αδερφό του, στα οποία περιλαμβάνονταν τα προσωπικά στοιχεία των επενδυτών (του ενάγοντος και του αδερφού του) και δηλώθηκε η διεύθυνση αλληλογραφίας αυτών (Παλαμά Δομοκού), δηλώσεις των επενδυτών για την τήρηση και άλλου λογαριασμού στην πρώτη εναγομένη, έγγραφα συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα με τον τίτλο «Certificate of Foreign Status of Beneficial Owner for United States Tax Withholding)) και τις σχετικές δηλώσεις των επενδυτών ότι υπέγραψαν τα ξενόγλωσσα έγγραφα κατόπιν μελέτης της ακριβούς μετάφρασης τους και η με ίδια ημερομηνία Ανέκκλητη Εντολή - Εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας οι επενδυτές παρείχαν εξουσιοδότηση προς τις εναγόμενες, μεταξύ άλλων, και για χορήγηση εντολών για χρέωση και πίστωση των λογαριασμών που ανοίχτηκαν επ' ονόματι των επενδυτών δυνάμει της εν λόγω εξουσιοδότησης καταθέτοντας και αναλαμβάνοντας τα αντίστοιχα ποσά, καθώς και για τη διενέργεια κάθε απαραίτητης ενέργειας για την παροχή προς τους επενδυτές υπηρεσιών σε εκτέλεση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ αυτών και των εναγομένων εταιρειών, όλα δε τα ως άνω έγγραφα υπογράφηκαν στο σύνολο τους την ίδια ημέρα, αντίγραφό δε της ανωτέρω σύμβασης χορηγήθηκε στον ενάγοντα, αμέσως μετά την υπογραφή της, αφού δεν προέκυψε το αντίθετο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος. Στα ανωτέρω συμβατικά κείμενα που συνυπέγραψαν οι διάδικοι (καθώς και ο αδερφός του ενάγοντος) περιλαμβάνονταν προδιατυπωμένοι όροι, στους οποίους αναφέρονταν ότι οι επενδυτές ανέθεσαν στις αντισυμβαλλόμενες τους εταιρείες την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στις πρόσθετες πράξεις και κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν. 2396/1996, όπως εκάστοτε ισχύει, κάθε άλλης κανονιστικής διάταξης καθώς και των αδειών λειτουργίας που έχουν χορηγήσει η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αντίστοιχα στις εταιρείες (άρθρο 2.1 της σύμβασης), ότι οι αντισυμβαλλόμενες του ενάγοντος εταιρείες ανέλαβαν την κατάρτιση συναλλαγών επί του συνόλου των χρηματοπιστωτικών μέσων, που αναφέρονταν στην παρ. Ια του άρθρου 2, του Ν. 2396/1996, όπως εκάστοτε ισχύει, και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τις εντολές που θα λάμβαναν από τους επενδυτές (άρθρο 4 της πρόσθετης πράξης), ότι αυτές δεν εγγυούνταν οποιοδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων ούτε ευθύνονταν για οποιαδήποτε συναφή ζημία των επενδυτών, ότι δεν αναλάμβαναν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, την οποία τυχόν θα υφίσταντο οι επενδυτές από συναλλαγή που θα καταρτιζόταν ως αποτέλεσμα εκτέλεσης εντολών τους, ενώ οι επενδυτές δήλωναν ρητά ότι οποιαδήποτε εντολή τους δινόταν προς αυτές ήταν απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των αντισυμβαλλομένων εταιρειών, ότι οι εταιρείες δεν ευθύνονταν αν οι επενδυτές δεν συνέπρατταν, ενέκριναν ή επιβεβαίωναν πράξεις τους όταν αυτό θα ήταν αναγκαίο για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη σύμβαση, ότι η ευθύνη των εταιρειών, των προστηθέντων υπαλλήλων ή των βοηθών εκπλήρωσης και των τρίτων με τους οποίους αυτές συνεργάζονταν ως προς την παροχή υπηρεσιών τους προς τους επενδυτές περιορίζονταν στις περιπτώσεις δόλου και βαριάς αμέλειας, ότι αυτές δεν έφεραν ευθύνη για τυχόν ζημία των επενδυτών εκ τυχαίων γεγονότων ή γεγονότων ανωτέρας βίας (άρθρο 6 της σύμβασης), ότι η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε καμιά περίπτωση δεν συνεπαγόταν οποιαδήποτε ευθύνη των εταιρειών ως προς τις επενδυτικές επιλογές και αποφάσεις των επενδυτών, ρητά δε συμφωνήθηκε ότι όλες οι εντολές που θα εκτελούσαν αυτές για λογαριασμό των επενδυτών θα ήταν προϊόν αποκλειστικά ελεύθερης επιλογής τους (άρθρο 6.3 της πρόσθετης πράξης), ότι οι επενδυτές στις σχέσεις τους με τις αντισυμβαλλόμενες δεσμεύονταν εις ολόκληρον, έστω και αν είχε ενεργήσει μόνο ένας από αυτούς, περαιτέρω δε ότι πράξεις ή παραλείψεις του ενός θεωρούνταν κοινές πράξεις ή παραλείψεις όλων των επενδυτών και δεσμευτικές για όλους, ενώ εντολές, πληρεξουσιότητες ή οδηγίες προς τις αντισυμβαλλόμενες τους γίνονταν ή παρέχονταν από όλους τους επενδυτές, ενεργώντας από κοινού ή ο καθένας χωριστά (άρθρο 8 της πρόσθετης πράξης). Περαιτέρω, στο Παράρτημα Δ της ανωτέρω σύμβασης αναφερόταν η βασική αρχή, την οποία όφειλαν να γνωρίζουν οι επενδυτές, ότι η αναμενόμενη απόδοση ήταν αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλάμβαναν, επιπλέον δε ότι οι κάθε φύσης επενδυτικές επιλογές ενείχαν, από τη φύση τους, κινδύνους μείωσης της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οιαντισυμβαλλόμενές τους εταιρείες, είτε εκτελούσαν τις παραγγελίες τους είτε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιο τους, δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη, ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η προεξόφληση/εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο στο σύνολο του του υπόκειται στους κάθε φύσης επενδυτικούς κινδύνους. Έκτοτε δε, το Τμήμα Ιδιωτικής Τραπεζικής «Private Banking)) της πρώτης εναγόμενης, το οποίο λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση της δεύτερης εναγομένης, ανέλαβε αποκλειστικά τη συμβουλευτική διαχείριση του δημιουργηθέντος εκ των ανωτέρω ενεργειών χαρτοφυλακίου του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης, κατόπιν των υποδείξεων του … και των λοιπών προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, ο ενάγων πείσθηκε να συναινέσει στην τοποθέτηση - επένδυση συνολικού χρηματικού ποσού 180.000 ευρώ στα κάτωθι ομόλογα: α) στο ομόλογο με την ονομασία «ΕΙΒ 28.02.2003 - 28.02.2013 FRN» το ποσό των 70.000 ευρώ έναντι 70.362,35 ευρώ κατά την τρέχουσα αξία της συναλλαγής, β) στο ομόλογο με την ονομασία «EMPORIKI GROUP FINANCE 05.08.2004 - 05.08.2014 FRN» το ποσό των 39.000 ευρώ έναντι 39.736,22 ευρώ κατά την τρέχουσα αξία της συναλλαγής και γ) στο ομόλογο με την ονομασία «PIRAEUS GROUP FIN PLC 29.09.2004 - 29.09.2014 FRN» το ποσό των 69.000 ευρώ έναντι 69.791,06 ευρώ κατά την τρέχουσα αξία της συναλλαγής (βλ. σχετ. αναλυτική κατάσταση κινήσεων αξιόγραφων).  Με τις ως άνω τοποθετήσεις των χρημάτων του ο ενάγων είχε την εύλογη πεποίθηση ότι αυτά ήταν κεφαλαιακώς εγγυημένα από την πρώτη εναγομένη και διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή κατά τη βούληση του, τα οποία θα του απέφεραν σταθερό εισόδημα, γεγονότα για τα οποία τον είχαν διαβεβαιώσει οι προστηθέντες των εναγομένων εταιρειών, οι οποίοι, σημειωτέον, για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών ελάμβαναν και το ανάλογο bonus (βλ. σχετικά έγγραφα μισθοδοσίας και δελτία αξιολογήσεως στελέχους). Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η μεταπήδηση του ενάγοντος στο τμήμα του Private Banking έγινε από δική του πρωτοβουλία, ότι η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας του για την απόληψη μεγαλύτερων αποδόσεων και αφού ενημερώθηκε πλήρως από τους υπαλλήλους των εναγομένων για τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη φύση του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος, αποσκοπώντας στο αυξημένο επιτόκιο, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι, κατά τα προαναφερθέντα, η μεταπήδηση του στο ανωτέρω τμήμα έγινε κατόπιν σχετικής προσέγγισης του από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων, οι οποίοι προσέγγιζαν καταθέτες με υψηλά χρηματικά ποσά στους λογαριασμούς τους, προκειμένου να τους πείσουν να μεταφερθούν στο εν λόγω τμήμα της πρώτης εναγομένης με το δέλεαρ των υψηλότερων αποδόσεων και της εγγύησης του κεφαλαίου τους (βλ. σχετ. και ένορκες βεβαιώσεις ... και ..., συνταξιούχων τραπεζικών υπαλλήλων της Alpha Bank, που συντάχθηκαν για άλλες παρόμοιες υποθέσεις, στις οποίες αναφέρουν ότι είχαν οδηγίες από τη Διοίκηση της τράπεζας να συστήνουν τους πελάτες με υψηλή καταθετική ικανότητα στο τμήμα Private Banking της τράπεζας). Επιπρόσθετα, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε οποιαδήποτε προσυμβατική ενημέρωση για την εν λόγω επένδυση και ειδικότερα για τα χαρακτηριστικά, τη φύση και τους κινδύνους που ελλοχεύει η αγορά του προαναφερόμενου επενδυτικού προϊόντος, ενόψει του συντηρητικού προφίλ του. Εξάλλου, το ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είχε καμία σχέση με προθεσμιακές καταθέσεις, καθώς και το ότι, εκτός της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ο ενάγων συμπλήρωσε επενδυτικό ερωτηματολόγιο και υπέγραψε και ξεχωριστό παράρτημα, στο οποίο αναφέρονταν οι κίνδυνοι των επενδύσεων, δεν υποκαθιστούν την υποχρέωση των εναγομένων πλήρους και αναλυτικής ενημέρωσης του στερούμενου, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, επενδυτικής εμπειρίας αντιδίκου τους για το επενδυτικό προϊόν, αντίθετα οι υπάλληλοι των εναγομένων εταιριών διαβεβαίωσαν, κατά τα προαναφερθέντα, τον ενάγοντα πως η επένδυση του προσομοίαζε με τις προθεσμιακές καταθέσεις και ότι το κεφάλαιο του ήταν εξασφαλισμένο και εγγυημένο. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι τα υπό στοιχεία β' και γ' ομόλογα πωλήθηκαν στις 26-07-2007 έναντι του ποσού των 39.712,47 ευρώ και των 69.557,23 ευρώ αντίστοιχα κατά την τρέχουσα αξία της συναλλαγής και ακολούθως, το ποσό των 109.000 ευρώ τοποθετήθηκε σε ένα νέο επενδυτικό προϊόν με την ονομασία «... LTD 27.07.2007 - 29.07.2049 FRN» (βλ. σχετ. αναλυτική κατάσταση κινήσεων αξιόγραφων και αναλυτική κατάσταση κινήσεων χρηματικών υπολοίπων). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επένδυση έλαβε χώρα εν αγνοία του, ενημερώθηκε δε για το γεγονός αυτό τηλεφωνικά, καθώς κατά το χρονικό διάστημα από 30-04-2007 μέχρι 24-09-2007 απουσίαζε για εργασία και συγκεκριμένα βρισκόταν εν πλω στο φορτηγό - πλοίο «Κ Λ.» (βλ. σχετ. το με αριθμ. πρωτ. ./17-08-2011 πίνακα θαλάσσιας υπηρεσίας Ναυτικού) και για το λόγο αυτό δεν τέθηκε η υπογραφή του στο σχετικό αποδεικτικό εντολής συναλλαγής με ημερομηνία 26-07-2007 και αριθ. συναλλαγής ..., γεγονός που επεσήμανε αργότερα και στην από 06-12-2011 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση που απέστειλε στην Alpha Private Bank και στον υπάλληλο .... Οι εναγόμενες, τουναντίον, υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή έλαβε χώρα κατόπιν τηλεφωνικής εντολής του ενάγοντος και για το λόγο αυτό δεν τέθηκε η υπογραφή του στο σχετικό αποδεικτικό εντολής συναλλαγής. Είναι γεγονός ότι με βάση τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δεν προβλέφθηκε η δυνατότητα των εναγομένων να διαχειρίζονται εν λευκώ το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος προβαίνοντας από μόνες τους σε σχετικές επενδύσεις, που κατά την κρίση τους ανταποκρίνονταν στο επενδυτικό προφίλ του πελάτη τους, αλλά είχαν μόνο τη δυνατότητα παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, την οποιαδήποτε δε απόφαση για την πραγματοποίηση κάποιας επένδυσης λάμβανε μόνο ο ενάγων. Ωστόσο, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, δεν αποδείχθηκε ότι τη σχετική εντολή για τοποθέτηση του ως άνω χρηματικού ποσού των 109.000 ευρώ την έδωσε ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα η εν λόγω επένδυση απουσίαζε για εργασία και βρισκόταν εν πλω, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του και μάλιστα για ζητήματα που απαιτούν ενδελεχή ενημέρωση. Εξάλλου, στο προρρηθέν αποδεικτικό εντολής συναλλαγής, μολονότι στην ένδειξη «εντολέας» κατονομάζεται ο ενάγων, ωστόσο δεν αναφέρεται ότι έλαβε χώρα τηλεφωνική εντολή, όπως αντιθέτως αναφέρεται σε μεταγενέστερο αποδεικτικό εντολής συναλλαγής με αριθ. συναλλαγής .../. με ημερομηνία 03-05» 2012, όταν ο ενάγων έδωσε την εντολή πώλησης (επαναγοράς) του επίδικου ομολόγου, όπου πάλι κατονομάζεται ως εντολέας, δεν έχει τεθεί η υπογραφή του στο έγγραφο αυτό, αλλά υφίσταται η παρατήρηση «ομόλογο senior, τηλ. εντολή 12:00», γεγονός που συνηγορεί υπέρ του ότι, αν πράγματι είχε δώσει ο ενάγων τηλεφωνική εντολή για τοποθέτηση των χρημάτων του στο ανωτέρω ομόλογο, θα είχε καταγραφεί ο τρόπος που δόθηκε η εν λόγω εντολή, όπως συνέβη μεταγενέστερα κατά τη διαδικασία πώλησης (επαναγοράς) του ίδιου ομολόγου. Άλλωστε, ο ενάγων ανέφερε το γεγονός ότι η εν λόγω επένδυση πραγματοποιήθηκε εν αγνοία του ενώ βρισκόταν εν πλω σε υπερπόντιο ταξίδι και στους μάρτυρες, ... και ..., των οποίων οι καταθέσεις περιλαμβάνονται στη με αριθμό ./31-08-2017 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Λαμίας και τους οποίους ο ενάγων γνώρισε ενόψει του γεγονότος ότι άπαντες αντιμετώπιζαν στην οικογένεια τους παρόμοιο πρόβλημα με τις εναγόμενες τράπεζες. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων επικοινώνησε εκνευρισμένος με τον υπάλληλο, ..., προκειμένου να ενημερωθεί για την εν λόγω τοποθέτηση των χρημάτων του δίχως προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του ίδιου, ωστόσο ο εν λόγω υπάλληλος κατόρθωσε να άρει τη δυσμένεια του, δηλώνοντας του ότι πρόκειται για ομόλογο έκδοσης και εγγύησης του Ομίλου της πρώτης εναγομένης, το οποίο περιβαλλόταν με εχέγγυο αξιοπιστίας όσον αφορά στο επενδυμένο κεφάλαιο, συνοδευόμενο παράλληλα από αξιόλογη απόδοση, με τις διαβεβαιώσεις του δε αυτές καθησύχασε τον ενάγοντα, ο οποίος αποδέχθηκε την εν λόγω συναλλαγή, αποκομίζοντας και τα σχετικά τοκομερίδια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, περί τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2009, ο ενάγων ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον αδερφό του (και συνδικαιούχο) ότι ο τελευταίος έχοντας λάβει ενημερωτικό δελτίο για την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους διαπίστωσε ότι η αναγραφόμενη αξία του ένδικου ομολόγου είχε μειωθεί για πρώτη φορά και ήταν κάτω από την αξία του αρχικώς τοποθετημένου κεφαλαίου του. Ο ενάγων θορυβημένος απευθύνθηκε στους υπαλλήλους αμφοτέρων των εναγομένων, οι οποίοι (και ειδικότερα ο ...) τον καθησύχασαν λέγοντας του ότι πρόκειται για μια πρόσκαιρη απομείωση της αξίας των προϊόντων του, λόγω προσωρινής αναστάτωσης στις αγορές, ότι ήταν μια έκτακτη περίσταση και ότι δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί. Τότε για πρώτη φορά ο ενάγων απαίτησε από τον υπάλληλο, …, την άμεση ρευστοποίηση της αξίας του επενδυθέντος κεφαλαίου του, ο τελευταίος ωστόσο του αντιπρότεινε ότι η πιο ενδεδειγμένη λύση ήταν να προβεί στην πώληση του ενός εκ των αρχικών τριών ομολόγων που είχε αγοράσει, ήτοι του ομολόγου με την ονομασία «ΕΙΒ 28.02.2003 -28.02.2013 FRN», όπως και εν τέλει έπραξε (βλ. σχετ. αναλυτική κατάσταση κινήσεων αξιόγραφων και αναλυτική κατάσταση κινήσεων χρηματικών υπολοίπων), ενώ για το επίδικο ομόλογο του συνέστησε ότι έπρεπε να αναμείνει την επανάκτηση της ανοδικής του πορείας, η οποία θα επερχόταν με βεβαιότητα στη συνέχεια. Ο ενάγων πειθόμενος στις διαβεβαιώσεις του ανωτέρω υπαλλήλου, ακολούθησε την συμβουλή του και διατήρησε το επίδικο επενδυτικό προϊόν, ήτοι το «. LTD 27.07.2007 - 29.07.2049 FRN». Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λάμβανε στην κατοικία του, την οποία είχε δηλώσει ως διεύθυνση αλληλογραφίας, ενημερωτικά δελτία αναφορικά με την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του (όπου περιλαμβάνονταν στοιχεία αναφορικά με το επίδικο ομόλογο καθώς και τις λοιπές επενδύσεις του), στα οποία αναλυτικώς απεικονίζονταν η κατηγορία επένδυσης, η εκάστοτε αποτίμηση του επίδικου ομολόγου, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής αυτού από την τιμή της κτήσης του και οι δεδουλευμένοι τόκοι, τους οποίους και εισέπραττε ανά τρίμηνο. Σύμφωνα με την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του, η εν λόγω επένδυση του στο ομόλογο «. LTD 27.07.2007 -29.07.2049 FRN» εξελίχθηκε ως εξής: η (συνολική) αποτίμηση του ομολόγου ανερχόταν την 31-12-2007 σε 106.002,50 ευρώ, την 30-06-2008 σε 99.789,50 ευρώ, την 31-12-2008 σε 68.125 ευρώ, την 30-06-2009 σε 70.850 ευρώ, την 31-12-2009 σε 68.670 ευρώ, την 30-06-2010 σε 50.685 ευρώ, την 31-12 2010 σε 49.595 ευρώ, την 30-06-2011 σε 49.050 ευρώ, την 31-12-2011 σε 32.700 ευρώ, την 31-01-2012 σε 32.700 ευρώ και την 31-03-2012 σε 32.700 ευρώ (βλ. σχετ. επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αναλύσεις επενδυτικού λογαριασμού), ήτοι η ως άνω επένδυση του είχε πτωτική πορεία. Στις εκκλήσεις του ενάγοντος για ρευστοποίηση του ομολόγου οι υπάλληλοι των εναγομένων δεν ανταποκρίνονταν, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αποστείλει στην Alpha Private Bank και στον υπάλληλο … την από 06-12-2011 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση του (βλ. σχετ. αντίγραφο της με αριθμ. .../20-12-2011 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... και αντίγραφο της με αριθμ. .../07-12-2011 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Λαμίας ...), με την οποία διαμαρτυρήθηκε ότι κανείς από τους προστηθέντες υπαλλήλους και ειδικότερα ο ... δεν τον ενημέρωσε για τους σχετικούς κινδύνους της συγκεκριμένης τοποθέτησης των χρημάτων, αλλά τον διαβεβαίωναν για τη σταθερότητα και τη σίγουρη απόδοση του συγκεκριμένου ομολόγου και πως οποτεδήποτε μπορούσε να ρευστοποιήσει το αρχικό κεφάλαιο της επένδυσης του χωρίς καμία ζημία για αυτόν, ότι αιτήθηκε επανειλημμένα τη ρευστοποίηση του αρχικού του κεφαλαίου χωρίς να λάβει ουδεμία απάντηση, ότι δεν του έδιναν σαφείς εξηγήσεις για τη συγκεκριμένη επένδυση και για τους όρους ανάκλησης αυτής απαιτώντας παράλληλα την ανάκληση του ως άνω ομολόγου «ALPHA GROUP JERSEY LTD» στην ονομαστική του αξία και την καταβολή του αρχικού κεφαλαίου, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δικαιούταν να πράξει. Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το 2007 έως το 2011 δεν ζήτησε έστω και μία φορά την ρευστοποίηση του ομολόγου είναι αβάσιμος. Στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση του ενάγοντος η Alpha Private Bank απέστειλε την από 29-03-2012 απαντητική επιστολή της, με την οποία του επισήμανε ότι σε κάθε περίπτωση δύναται να αναμείνει την ημερομηνία πιθανής ανάκλησης του ομολόγου και εφόσον, κατ' αυτήν την ημερομηνία, ο εκδότης δεν ασκήσει το σχετικό δικαίωμα του, κάθε τυχόν ημερομηνία ανάκλησης, που ακολουθεί κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στους όρους έκδοσης του εν λόγω ομολόγου και εφόσον ο εκδότης ασκήσει το δικαίωμα αυτό, να λάβει το ποσό που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία που διαθέτει είτε να προβεί σε πρόωρη πώληση του στην αγοραία τιμή του αποδεχόμενος ενδεχόμενες μη προβλέψιμες στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεις επ' αυτής. Έτσι, με την ως άνω απάντηση της Alpha Private Bank έγινε σαφές ότι δεν υφίστατο ημερομηνία λήξης του ομολόγου αλλά ημερομηνία ανάκλησης αυτού, τη δυνατότητα δε ανάκλησης αυτού είχε μόνο η εκδότρια του ομολόγου. Ωστόσο, οι υπάλληλοι των εναγομένων εξακολουθούσαν να διαβεβαιώνουν τον ενάγοντα ότι σε κάθε περίπτωση δεν διέτρεχε κανενός είδους κίνδυνο το κεφάλαιο του, καθώς ήταν εγγυημένο από την πρώτη εναγομένη, θα συνέχιζε δε να λαμβάνει κανονικά τους τόκους του κεφαλαίου του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012, ο ενάγων διαπίστωσε ότι δεν του είχαν καταβληθεί οι τόκοι, σε σχετική δε επικοινωνία του με τον ..., ο τελευταίος του επιβεβαίωσε την παύση καταβολής των τόκων του κεφαλαίου του, ενώ και η διευθύντρια του Τμήματος της δεύτερης εναγομένης, ..., προκειμένου να τον καθησυχάσει, του υπενθύμισε ότι τα χρήματα του ήταν εγγυημένα από την πρώτη εναγομένη. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι στις 27-04-2012 ο ενάγων έλαβε επιστολή από την πρώτη εναγομένη, η οποία περιείχε πρόταση επαναγοράς του ομολόγου σε προκαθορισμένη τιμή, που ανερχόταν σε ποσοστό 60% της ονομαστικής του αξίας, δια της καταβολής του αναλογούντος χρηματικού ποσού στους δικαιούχους των τίτλων σε μετρητά, η δε προθεσμία περί της αποδοχής της εν λόγω πρότασης ορίστηκε μέχρι την 03-05-2012. Ο ενάγων, προκειμένου να διασώσει μέρος του κεφαλαίου που επένδυσε στο επίδικο ομόλογο, αποδέχθηκε στις 03-05-2012 την ανωτέρω πρόταση (βλ. σχετ. το από 03-05-2012 έγγραφο αποδοχής της ανωτέρω πρότασης, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες αναλυτική κατάσταση κινήσεων αξιόγραφων, καθώς και το αποδεικτικό εντολής συναλλαγής με ημερομηνία 03-05-2012 και με αριθ. συναλλαγής .), φοβούμενος ότι αν δεν προέβαινε στην κίνηση αυτή δεν θα μπορούσε να ρευστοποιήσει το επίδικο ομόλογο στο μέλλον και ότι θα έχανε τα χρήματα του. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ομόλογο ήταν έκδοσης της εταιρείας «ΑΕΡΗΑ GROUP JERSEY LTD», θυγατρική της πρώτης εναγομένης, με   κωδικό έκδοσης του ομολόγου (ISIN)..., με ημερομηνία έκδοσης 27-07-2007 και με ημερομηνία λήξης εις το διηνεκές, με ημερομηνία ανάκλησης στις 27-07-2012, με κυμαινόμενο επιτόκιο με βάση το επιτόκιο Euribor 3 μηνών πλέον 50 μονάδων βάσης (βλ. σχετ. έγγραφο «Bond series» της Alpha Bank για το ομόλογο . Ltd), ενώ στο αποδεικτικό εντολής συναλλαγής αναφερόταν η δυνατότητα ανάκλησης του ομολόγου στις 27-12-2012, ωστόσο το εν λόγω έγγραφο δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε ο ενάγων, αφού δεν υφίσταται υπογραφή αυτού στην ένδειξη «Ο πελάτης». Η πιστοληπτική δε διαβάθμιση του εν λόγω ομολόγου σύμφωνα με την S&P ήταν CCC- και με την Fitch ήταν C, δηλαδή ήταν ομόλογο με μικρή προοπτική ανάκαμψης σε περίπτωση επικείμενης χρεοκοπίας (βλ. σχετ. έγγραφο «Bond series» της Alpha Bank για το ομόλογο . Ltd, καθώς και έγγραφο «Bond Rating System» με τη συνημμένη ελληνική μετάφραση τμήματος του ξενόγλωσσου εγγράφου). Από όλα λοιπόν τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το επίδικο ομόλογο ήταν ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, τίτλος της δευτερογενούς αγοράς μειωμένης εξασφάλισης, υψηλού κινδύνου, που είχε εκδοθεί από μια θυγατρική της πρώτης εναγομένης εταιρεία, χωρίς οικονομική δραστηριότητα που συστάθηκε με μοναδικό σκοπό την έκδοση ομολόγων και ενέπιπτε στην έννοια του σύνθετου τραπεζικού προϊόντος, εφόσον η απόδοση του εξαρτιόταν από τη διακύμανση του δείκτη του διατραπεζικού επιτοκίου Euribor και ως εκ τούτου τυγχάνει αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το επίδικο ομόλογο ήταν ένα απλό επενδυτικό προϊόν που προσομοίαζε στις προθεσμιακές καταθέσεις και που ανταποκρινόταν στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η απόδοση της προθεσμιακής κατάθεσης ήταν πολύ κατώτερη του επίδικου ομολόγου, καθώς οι προθεσμιακές καταθέσεις είχαν παρόμοια επιτόκια με αυτά του επίμαχου ομολόγου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (βλ. σχετ. ομόλογα προθεσμιακής κατάθεσης της Αlpha Bank για το χρονικό διάστημα από 06-06-2007 έως 06-09-2007 και το χρονικό διάστημα από 19-12-2008 έως 19-03-2009, που αφορούσαν άλλους πελάτες της τράπεζας και που το ετήσιο επιτόκιο ανερχόταν σε 5,75% και 5,80% αντίστοιχα). Επίσης, αποδείχθηκε ότι στις αναλύσεις επενδυτικού λογαριασμού που αποστέλλονταν στην διεύθυνση που είχε δηλώσει ο ενάγων, το ανωτέρω ομόλογο αναφερόταν με την ένδειξη «ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ» και με χρονική διάρκεια από 27-07-07 μέχρι 29-07-2049, γεγονός που μπορούσε να δημιουργήσει στον ενάγοντα την εύλογη πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο ομόλογο δεν ήταν επενδυτικό προϊόν υψηλού ρίσκου, αλλά είχε σταθερή απόδοση, όπως επιθυμούσε ο ίδιος. Το γεγονός δε ότι στις αναλύσεις των περιόδων από 30-11-2007 έως 31-12-2007, από 31-05- 2008 έως 30-06-2008 και από 31-05-2009 έως 30-06-2009 το ανωτέρω ομόλογο χαρακτηριζόταν με την ένδειξη «ΟΜΟΛΟΓΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ» δεν μπορούσε να προβληματίσει τον ενάγοντα, αφού στις περισσότερες αναλύσεις υπήρχε η ένδειξη «ΣΤΑΘΕΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ». Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το ομόλογο αυτό ανήκε και στην κατηγορία των «perpetual bonds», δηλαδή στα «ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας», άλλως, «διηνεκή» ή «αιώνια» ή «αόριστης διάρκειας», ομόλογα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούληση του (βλ.και γνωμοδότηση …,καθηγητή Εμπορικού Δικαίου ΑΠΘ). Συνεπώς, είναι προφανές ότι το επίμαχο ομόλογο αφενός ήταν υψηλού ρίσκου, αφετέρου δεν ήταν απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η χρήση και κυκλοφορία του εν λόγω ομολόγου αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία του, στον οποίο (βαθύ γνώστη επενδυτή) σαφώς και δεν περιλαμβανόταν ο ενάγων. Ο τελευταίος σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφερόταν για μία ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζε υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα, αντίθετα, ενδιαφερόταν για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που θα προσομοίαζε σε αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, με σταθερό επιτόκιο και απλό στην επενδυτική πρακτική, το οποίο θα διασφάλιζε, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου του και μακροπρόθεσμα θα του απέφερε κέρδη από τους τόκους. Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες επενδυτικές επιλογές και εμπειρία του, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεων του σε προθεσμιακούς ή απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, ενώ η τοποθέτηση των χρημάτων του σε αγορά άλλων επενδυτικών προϊόντων αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις εναγόμενες κατόπιν της σύναψης της επίδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων είχε προηγούμενη επενδυτική εμπειρία, καθώς είχε επενδύσει και σε άλλα ομόλογα, κρίνεται αβάσιμος, δεδομένου ότι η προηγούμενη αγορά ομολόγων σε πολύ εγγύτατο του επιδίκου χρονικό διάστημα και στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση μακρόχρονη επενδυτική συμπεριφορά, ούτε καθιστά τον ενάγοντα έμπειρο επενδυτή διατεθειμένο να προβεί σε υψηλού κινδύνου επενδύσεις, προκειμένου να αποκομίσει τα υψηλότερα δυνατά οφέλη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Εξάλλου, από το ίδιο το επενδυτικό ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε ο ενάγων με πρωτοβουλία των εναγομένων, προκύπτει ότι το είδος του χαρτοφυλακίου που αντιπροσώπευε καλύτερα τους επενδυτικούς του στόχους ήταν η συντηρητική κατανομή επενδύσεων. Άλλωστε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο ενάγων παραπείσθηκε από τους υπαλλήλους των εναγομένων και συναίνεσε στην υπογραφή της σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Επιπλέον, ο ενάγων δεν διέθετε οποιοσδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα του επέτρεπε να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων του, περαιτέρω δε λόγω της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να κατανοήσει, να συνδυάσει και να αξιολογήσει το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν στα πιο εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, τούτο δε τον καθιστούσε ανίκανο να ταξινομήσει τα προϊόντα αυτά ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή του.

Προκειμένου, λοιπόν να προβεί στην τελευταία (επιλογή), ο ενάγων είχε ανάγκη την αποφασιστική συνδρομή των υπαλλήλων της διεύθυνσης Private Banking των εναγομένων, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία επί των χρηματοπιστωτικών ζητημάτων, για το λόγο δε αυτό παραπέμφθηκε στην εν λόγω διεύθυνση από το υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην Λαμία, οι υπάλληλοι του οποίου ήταν αυτοί που είχαν επιδιώξει άλλωστε να προσελκύσουν τον ενάγοντα λόγω του υψηλού ποσού των αποταμιεύσεων του. Με δεδομένους τους όρους αυτούς, που προσδιορίζουν ποια ήταν η θέση κάθε μέρους στην υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση, είναι βέβαιο ότι η τελευταία δεν είχε τη μορφή της εκτέλεσης εκ μέρους των προστηθέντων των εναγομένων όσων επενδυτικών επιλογών απέδιδαν αντίστοιχες αποφάσεις του ενάγοντος, στις οποίες είχε καταλήξει ο ίδιος, αφού προηγουμένως είχε απλώς ενημερωθεί σχετικά από τις ως άνω αντισυμβαλλόμενες του. Αντιθέτως, αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι οι εναγόμενες, μέσω των εξειδικευμένων υπαλλήλων που απασχολούσαν στις επιχειρήσεις τους, ήταν σε θέση οι ίδιες να διαμορφώσουν το περιεχόμενο όσων επιλογών εμφανίζονταν να επιχειρούνται από τον ενάγοντα, χωρίς να παρέχουν στον τελευταίο, κατά τρόπο κατανοητό για τον ίδιο όσες πληροφορίες θα του ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει αν θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη σε αυτόν επένδυση του κεφαλαίου του. Επιπλέον, όσο έμπειρος και αν θεωρηθεί ο ενάγων, είναι σαφές ότι οι προστηθέντες των εναγόμενων εταιριών διέθεταν πολύ πιο εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τις σχετικά με αυτές συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι συμβουλές των τελευταίων να είναι άκρως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της επενδυτικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος με τη σειρά του βασίστηκε στην υπεύθυνη πληροφόρηση εκ μέρους των εναγομένων. Αλλωστε, ο ενάγων γι' αυτό εμπιστεύθηκε τις εναγόμενες και δη τη διεύθυνση Private Banking, αφού οι υπάλληλοι της παρουσιάστηκαν σε αυτόν ως γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμενε ότι θα τον ενημέρωναν και θα τον προστάτευαν από τυχόν ατόπημα ή λανθασμένη επιλογή. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προστηθέντες υπάλληλοι της διεύθυνσης Private Ranking, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις, ήταν αυτοί που διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της επιλογής του ενάγοντος, δηλαδή της απόφασης του να διακρατήσει το επίδικο ομόλογο, το οποίο οι υπάλληλοι των εναγομένων αγόρασαν στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Συνεπώς, οι εναγόμενες παρείχαν, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης και όπως ομολογούν αμφότερες οι διάδικες πλευρές, επενδυτικές συμβουλές στον ενάγοντα, έχοντας (οι εναγόμενες) οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, καθώς λάμβαναν αμοιβή (βλ. σχετ. και καταθέσεις μαρτύρων ανταπόδειξης, ..., που αναφέρουν ότι στη συμβουλευτική διαχείριση χαρτοφυλακίου το Private Banking παρείχε συμβουλές έναντι συμφωνημένης επιπλέον αμοιβής κάθε φορά που ο πελάτης επιθυμούσε να προβεί σε κάποια επένδυση). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε λάβει ακριβή και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος ούτε πριν λάβει χώρα η αγορά του ομολόγου, αφού αυτή πραγματοποιήθηκε εν αγνοία του, ούτε όταν έλαβε γνώση της συγκεκριμένης επένδυσης και αποφάσισε να το διακρατήσει, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να κατανοήσει τους κινδύνους που η επιλογή του περικλείε για το κεφάλαιο του, δεδομένου ότι από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων παρουσιάστηκε σε αυτόν μόνο το θετικό γεγονός της είσπραξης μεγαλύτερου τόκου από αυτόν που έδιναν εκείνη την εποχή οι προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς περαιτέρω ενημέρωση του για τη φύση και λειτουργία του υποδεικνυόμενου επενδυτικού προϊόντος, την εκδότρια του ομολόγου, την επισφάλεια ως προς την απώλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου και εν γένει τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν. Εξάλλου, το συγκεκριμένο προϊόν δεν ήταν συμβατό με το επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος, το οποίο, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ήταν συντηρητικό. Τούτο, όμως δεν περιλαμβανόταν στους στόχους του ενάγοντος, δεδομένου ότι το κεφάλαιο του αποτελούνταν από τις αποταμιεύσεις από την επίπονη εργασία του ως ναυτικού, οι οποίες προορίζονταν για τη μελλοντική εξασφάλιση του καθώς και για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπαλλήλους των εναγομένων, ενώ, περαιτέρω ο ενάγων δεν είχε ενημερωθεί ότι το κεφάλαιο του θα κινδύνευε σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας ή της εγγυήτριας του ομολογιακού δανείου. Το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από την ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων απόδειξης (που αντιμετώπισαν στην οικογένεια τους παρόμοιο πρόβλημα με αυτό του ενάγοντος με αντισυμβαλλόμενες τις εναγόμενες τράπεζες), τα οποία δεν αναιρούνται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, οι οποίοι για την ένδικη υπόθεση κατέθεσαν ό,τι γνώριζαν από τη μελέτη του σχετικού φακέλου και τις πληροφορίες των συναδέλφων τους, χωρίς όμως να είναι παρόντες σε καμία από τις συνομιλίες του ενάγοντος με τους υπαλλήλους της διεύθυνσης Private Banking. Αλλωστε, ο λόγος που ο ενάγων εμπιστεύθηκε τις εναγόμενες ήταν το γεγονός ότι ήταν γνώστες του χώρου των επενδύσεων και ανέμενε ότι θα τον ενημέρωναν και θα τον προστάτευαν από τυχόν λανθασμένη επιλογή, καθόσον - άλλη πληροφόρηση για τη συγκεκριμένη επένδυση δεν θα μπορούσε να έχει ο ενάγων, αφού για το επίδικο ομόλογο, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, δεν είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερωτικό δελτίο, ούτε είχε διαβιβαστεί σε αυτήν κοινοτικό διαβατήριο από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ./01-09-2017 έγγραφο της Προϊστάμενης της Διεύθυνσης Εισηγμένων Εταιριών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στους όρους δε αναδοχής του ομολόγου που αφορούσαν και στην πρώτη εναγόμενη, ως κύρια ανάδοχο για την Ελλάδα, συμφωνήθηκε ότι δε θα προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως και ότι δε θα πωλήσει ή προσφέρει δημοσίως κανέναν προνομιούχο τίτλο στην Ελληνική Επικράτεια ή σε κατοίκους αυτής και δε θα προβεί σε διαφημίσεις, γνωστοποιήσεις, δηλώσεις ή άλλες πράξεις στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό την προσέλκυση επενδυτών στην Ελλάδα, ώστε να αποκτήσουν προνομιακούς τίτλους. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι όλες οι σχετικές προβλέψεις του άρθρου 10 του Ν. 876/1979 και του π.δ. 52/1992 (ήτοι περί ενημερωτικού δελτίου) πρέπει να τηρούνται προς το σκοπό της δημόσιας προσφοράς των προνομιούχων τίτλων προς το Ελληνικό Δημόσιο και σε όποιον εμπλέκεται σε αυτό. Από τη συμφωνία αυτή, επομένως, προκύπτει ότι δεν επιτρεπόταν καμία δημόσια προσφορά των τίτλων στην Ελλάδα χωρίς την έκδοση και δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου εγκεκριμένου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σύμφωνου με όλες τις διατάξεις του Ν. 876/1979 και του π.δ 52/1992. Σύμφωνα με την γνωμοδότηση του καθηγητή …, «η 1η εναγομένη Τράπεζα,η οποία λειτούργησε στην προκειμένη περίπτωση ως ανάδοχος στη διάθεση των εκδοθεισών ομολογιών μειωμένης εξασφάλισης, σε κάθε περίπτωση, απευθυνόμενη σε απλούς επενδυτές στην Ελλάδα, όφειλε να έχει δημοσιεύσει ενημερωτικά δελτία, εγκεκριμένα από την Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς, με τις αναγκαίες πληροφορίες, ως προς τα διατιθέμενα στην ελληνική αγορά ομόλογα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εκδοτών τους, χάριν της πλήρους ενημέρωσης και προστασίας των Ελλήνων επενδυτών. Τούτο απέρρεε ήδη από τις διατάξεις τον π.δ./1992 και του ν.3401/2005. Και αν ακόμα η ως άνω τράπεζα δεν ενεργούσε ως ανάδοχος, η ίδια υποχρέωση απέρρεε από τις διατάξεις επίσης του ν.2396/1996 (άρθρο 20), που όριζαν εμμέσως, πλην σαφώς, πως απαγορεύονταν στην Ελλάδα οι εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές σε κινητές αξίες και σε ομολογίες ομολογιακού δανείου), εισηγμένων προς διαπραγμάτευση σε αλλοδαπά χρηματιστήρια, χωρίς να έχουν τεθεί προηγουμένως υπόψη των υποψηφίων επενδυτών τα σχετικά εκδοθέντα ενημερωτικά δελτία και οι τελευταίες εξαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις των εκδοτριών εταιριών και χωρίς να έχει γίνει προηγούμενη ανακοίνωση των στοιχείων αυτών προ 10 ημερών». Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, του οποίου η μέχρι τότε επενδυτική εμπειρία περιοριζόταν στην τοποθέτηση των χρημάτων του σε προθεσμιακούς και απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, πράξεις που δεν περιέκλειαν κινδύνους για το κεφάλαιο του, ενώ η όποια αγορά εκ μέρους του έτερων επενδυτικών προϊόντων έλαβε χώρα, όπως προεκτέθηκε, στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις εναγόμενες, αν είχε λάβει από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων ακριβή και σαφή πληροφόρηση σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου, το οποίο για αυτόν ήταν ένα άγνωστο επενδυτικό προϊόν και ειδικότερα για το πώς θα συμπεριφερόταν η επένδυση του αυτή σε σχέση με τη διακύμανση των τιμών των αγορών και ποια θα ήταν η εξάρτηση του κεφαλαίου του από την εξέλιξη των οικονομικών ζητημάτων της εκδότριας του ομολόγου εταιρείας, στοιχεία με τα οποία αυτός ουδόλως ήταν εξοικειωμένος, καθόσον δεν είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με τέτοιου είδους επενδύσεις, σε κάθε δε περίπτωση σαφή εικόνα μπορούν να έχουν μόνο οι γνώστες του αντικειμένου και μάλιστα εξειδικευμένοι οικονομολόγοι, δεν θα είχε προβεί στην επιλογή του αυτή. Επομένως, οι εναγόμενες μέσω των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων τους δεν προσέφεραν στον ενάγοντα, δεδομένου και του χαμηλού μορφωτικού του επιπέδου και της άγνοιας και απειρίας του στα θέματα των επενδύσεων, ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση του, ούτε τους πιθανούς κινδύνους του. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι των εναγομένων περιορίστηκαν στο να διαβεβαιώσουν τον ενάγοντα πως επρόκειτο για μια επένδυση ίσης ασφάλειας με την προθεσμιακή κατάθεση που ανταποκρινόταν στο συντηρητικό του επενδυτικό προφίλ και ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο από την πρώτη εναγομένη και μάλιστα με υψηλή απόδοση. Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε ρητά εκφραστεί υπέρ μιας σίγουρης, άνευ οποιουδήποτε ρίσκου τοποθέτησης των χρημάτων του, η γνώση του κινδύνου αυτού θα έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην επιλογή του. Κατά μείζονα λόγο, ο ενάγων θα είχε απορρίψει την επένδυση αυτή, σε περίπτωση που είχε πληροφορηθεί ότι η διάθεση του εν λόγω ομολόγου απαγορευόταν στην Ελλάδα. Η ως άνω πληροφόρηση με τον τρόπο που έγινε, εκτός από ανεπαρκής, θα χαρακτηρίζονταν και παραπλανητική, καθώς παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που αν ήταν γνωστές, θα είχαν οδηγήσει τον πελάτη σε διαφορετική απόφαση. Οι εναγόμενες δηλαδή οδήγησαν τον ενάγοντα στη λήψη μιας απόφασης, εστιάζοντας στα σημεία που μπορούσαν να καταλάβει ο τελευταίος (υψηλή απόδοση, ασφάλεια, εγγύηση) και παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες (φύση, εκδότης τίτλων, εγγύηση, κίνδυνοι), η γνώση των οποίων θα τον είχε αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής, ενώ οι εναγόμενες δεν αποδεικνύουν από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο ενάγων θα λάμβανε την ίδια απόφαση, ακόμη και αν δεν είχαν παραβεί την υποχρέωση τους για παροχή των απαραίτητων συμβουλών. Με τα δεδομένα αυτά, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εναγόμενες παρέλειψαν, όπως είχαν υποχρέωση, να τον ενημερώσουν σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικό της επένδυσης, την οποία του υπέδειξαν να διατηρήσει, με συνέπεια ο συγκεκριμένος διάδικος να μην έχει κατανοήσει τουλάχιστον τους κινδύνους να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου, οι οποίοι, όπως αποδεικνύεται, βάσιμα συνδέονταν με μιας τέτοιας μορφής επιλογή εκ μέρους του. Η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων, η οποία εκδηλώθηκε έναντι του ενάγοντος, συνιστάμενη στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, παροχής ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του ενάγοντος - πελάτη των εναγόμενων, σχετικά με την ασφάλεια του κεφαλαίου του, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ σε συνδυασμό με το Ν. 2396/1996, φέρνει τις εναγόμενες σε υπαίτια θέση έναντι των πελατών τους, ακριβώς εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους από τη συναφθείσα σύμβαση, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι σε κάθε περίπτωση αθέτησαν τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις τους, καθόσον προέβησαν στην εν λόγω επένδυση εν αγνοία του ενάγοντος, μολονότι δεν είχαν τη δυνατότητα της εν λευκώ διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του. Παράλληλα, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγόμενων, οι οποίοι εξυπηρέτησαν τον ενάγοντα, συνιστά ταυτόχρονα και παράβαση του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως οι αρχές αυτού αναλύθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες (αρχές) δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης της εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες, ενδεικτικό, αν δεν επιμελούνται της συμπλήρωσης σχετικού ερωτηματολογίου πριν την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, αν δεν εφιστούν εγγράφως αλλά και προφορικά την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ιδιαίτερα αν πρόκειται για ένα προϊόν πιο περίπλοκο ή πιο επικίνδυνο από αυτά που μέχρι τότε επέλεγε, αν δεν πραγματοποιούν με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνονται στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνουν τον επενδυτή κατά τρόπο απολύτως σαφή και ακριβή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων, το σύνολο δε των ανωτέρω αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν ορθά και προς το συμφέρον του επενδυτή η οικονομική του κατάσταση, οι στόχοι που επιδιώκει, η εμπειρία και οι γνώσεις του, δεδομένου ότι οι συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη και στο αντικείμενο της επένδυσης. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Κεφ. ΕΓ αριθμ. 4 περ. γ' της Πράξης Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αρ. 2501/2002 (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α' 277) «Τα πιστωτικό ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσομένων, ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (π.χ. συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσομένων είτε αυτή προκύπτει από τις καταθέσεις είτε από επενδυτικά ή σύνθετα προϊόντα», και επιπλέον από το γεγονός ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της διεύθυνσης Private Banking των εναγόμενων και δη ο …, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες,τόσο κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (30-03-2006), όσο και κατά τον χρόνο αγοράς του επίδικου ομολόγου (26-07-2007), δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα κατά το άρθρο 4 του ισχύοντος τότε Ν. 2836/2000 (ΦΕΚ ΑΙ 168/24-07-2000), σε συνδυασμό με τη με αριθμό 1/294/19» 02-2004 Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β' 483/05-03-2004), αναφορικά με τα προσόντα για τους υπαλλήλους και τα στελέχη των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), ήτοι το σχετικό πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και αφορά πέραν από την παροχή επενδυτικών συμβουλών και πράξεις όπως η λήψη και διαβίβαση εντολών, η εκτέλεση εντολών και η διαχείριση χαρτοφυλακίου, το οποίο (πιστοποιητικό) βέβαια ο εν λόγω υπάλληλος απέκτησε πολύ αργότερα το έτος 2008 και συγκεκριμένα στις 25-06-2008 (βλ. το με αριθμό πρωτ. .../26-05-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος Τμήμα Πιστοποιήσεων Στελεχών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Και Ασφαλιστικών Εταιρειών της Τράπεζας της Ελλάδος). Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, καθόσον δεν υπερβαίνει το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ο οποίος δεν διαθέτει καμία εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία επί των επενδυτικών προϊόντων και των συναλλαγών που αφορούν αυτά, δεν παρουσιάζει συστηματική ενασχόληση με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αφού μέχρι να έρθει σε επαφή με τη διεύθυνση Private Banking, ο ενάγων διέθετε μόνο καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς προς διασφάλιση των οικονομιών του. Επομένως, η παραπάνω συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά και παράβαση του ανωτέρω νόμου περί απαγόρευσης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και συγκεκριμένα της υποχρέωσης παροχής της αναγκαίας και κατάλληλης πληροφόρησης, ώστε ο επενδυτής να λαμβάνει τεκμηριωμένα την απόφαση του για την πραγματοποίηση ή όχι κάποιας συναλλαγής. Ως εκ τούτου, ο ενάγων τυγχάνει της προβλεπόμενης στο Ν. 2251/1994 προστασίας ως το ασθενέστερο μέρος έναντι των παρεχουσών σε αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών εναγομένων. Η αναλυτικά περιγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων, αποτελεί συγχρόνως και αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288, των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, αλλά και του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΙΊΕΥ), δεδομένου ότι η παραβίαση όσων προβλέπονται στον τελευταίο συνιστούν την απαιτούμενη, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, παρανομία, όπως έγινε δεκτό και στην ανωτέρω νομική σκέψη, και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν φέρουν ουδεμία ευθύνη εξαιτίας της απαλλαγής τους που προβλέπεται στους όρους της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,την οποία συνήψαν με αντισυμβαλλόμενους τον ενάγοντα και τον αδερφό του,είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων λόγω έλλειψης της ιδιαίτερης προσοχής και της επιμέλειας, που μπορούσαν και έπρεπε να επιδείξουν κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τον ενάγοντα, και ενεργούντες αντίθετα προς όσα ανέμενε ο τελευταίος από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, αρχικά τοποθέτησαν εν αγνοία του τα χρήματα του στο επίδικο ομόλογο και στη συνέχεια τον προέτρεψαν να προβεί στη διακράτηση του επίμαχου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο ήταν εντελώς άγνωστο σε αυτόν και δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω, ενώ δεν τον πληροφόρησαν για τους κινδύνους που περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιο του, την εξασφάλιση του οποίου επεδίωκε ο ενάγων, γεγονός που είχε καταστήσει σαφές στους υπαλλήλους. Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω υπάλληλοι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά με το να μην εκτιμήσουν ορθά τα συμφέροντα του ενάγοντος πελάτη των εναγομένων, να μην του παράσχουν διαφώτιση, ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση αναφορικά με τους άγνωστους κινδύνους που αναλάμβανε, τους οποίους αυτός δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει, καθώς και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ώστε, αυτός να έχει στη διάθεση του όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να διαμορφώσει συνειδητά την απόφαση του για τη συγκεκριμένη επένδυση. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, οι εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων από αυτές υπαλλήλων (άρθρου 922 ΑΚ), δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης τους και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από αυτές. Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς τους (προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων) και της ως άνω ζημίας του ενάγοντος, αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε και διατηρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τον τελευταίο της ενημέρωσης που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσει τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής και να αποφασίσει ο ίδιος, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών και των στόχων του, αν θα επιλέξει την προτεινόμενη σε αυτόν τοποθέτηση του κεφαλαίου του και τη διακράτηση του επίδικου τίτλου (ομολόγου), αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής του όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία, καθώς τον διαβεβαίωσαν ότι το κεφάλαιο που επένδυσε (ο ενάγων) ήταν εγγυημένο κατά ποσοστό 100% από την πρώτη εναγομένη, ενώ υπαιτίως παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για τον κίνδυνο της ανωτέρω επένδυσης να παραμείνει το κεφάλαιο του δεσμευμένο επί πολλά έτη, χωρίς να αποδίδει τόκους, τον οποίο (κίνδυνο) αν γνώριζε ο ενάγων δεν θα διατηρούσε το εν λόγω ομόλογο. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο αντίδικος τους γνώριζε τον προαναφερόμενο κίνδυνο είναι αβάσιμος. Ο δε αιτιώδης σύνδεσμος δεν διακόπηκε ούτε από τις οικονομικές εξελίξεις και την παγκόσμια οικονομική κρίση ούτε από την αποδοχή από τον ενάγοντα της πρότασης της πρώτης εναγομένης για την επαναγορά του ομολόγου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, δεδομένου ότι και αυτή είναι απότοκος της παραπλάνησης του από τις εναγόμενες, έγινε δε προς σκοπό διάσωσης μέρους του κεφαλαίου του, κατά προτροπή των υπαλλήλων τους, διαφορετικά θα βρισκόταν σε κατάσταση ομηρίας για το σύνολο του κεφαλαίου του. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων παραβίασαν την γενική υποχρέωση πρόνοιας, επιμέλειας και καλόπιστης συμπεριφοράς, απέκρυψαν τα αληθή χαρακτηριστικά του προωθούμενου ομολόγου, αποσιώπησαν τους κινδύνους και το ρίσκο που ενείχε ο επίδικος τίτλος, αποσιώπησαν ότι η εκδότρια εταιρεία ήταν παντελώς αφερέγγυα, ότι η εγγύηση της πρώτης εναγομένης ήταν μειωμένης διασφάλισης, ενώ περαιτέρω δεν παρείχαν ακριβείς, σαφείς και λεπτομερείς πληροφορίες για το προωθούμενο προϊόν, ούτε ενήργησαν προς όφελος των περιουσιακών συμφερόντων του ενάγοντος και δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που όφειλαν από τη φύση και το ρόλο τους ως πιστωτικού ιδρύματος και εταιρείας παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες. Με τις διαβεβαιώσεις τους οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων παρέπεισαν τον ενάγοντα ότι τα χρήματα του είναι ασφαλώς τοποθετημένα, επηρέασαν τις προθέσεις του, του απέκρυψαν συστηματικά ουσιώδεις πληροφορίες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει αντικειμενική εικόνα για το προϊόν που διακράτησε, τους κινδύνους που αναλάμβανε και τις προοπτικές του. Αν είχε πλήρη γνώση των ιδιοτήτων του επίδικου ομολόγου, δεν θα είχε ανεχθεί την τοποθέτηση των χρημάτων του σε αυτό. Συνεπώς, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι εναγόμενες όχι μόνο δεν εκπλήρωσαν τις παραπάνω υποχρεώσεις τους, αλλά εν αγνοία του ενάγοντος αγόρασαν το επίδικο ομόλογο αφού πώλησαν τα ομόλογα που κατείχε, όταν αυτός απουσίαζε σε υπεραντλαντικό ταξίδι, χωρίς να τον ενημερώσουν για τις συναλλαγές αυτές, και εν συνεχεία παραπλανώντας τον με αναληθείς και ανακριβείς πληροφορίες τον οδήγησαν στη διακράτησή του, ενώ γνώριζαν ότι επρόκειτο για ζημιογόνα επένδυση υπερβαίνοντας τα όρια που τίθενται από το νόμο, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ενόψει των ανωτέρω, οι εναγόμενες εταιρείες δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθή και παρέλειψαν να ενημερώσουν τον ενάγοντα για τους κινδύνους του επενδυτικού αυτού προϊόντος, μολονότι είχαν ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση πηγάζουσα εκ των ανωτέρω διατάξεων που προβλέπουν ότι η ενημέρωση του υποψήφιου επενδυτή πρέπει να είναι σαφής και λεπτομερής, ιδίως ως προς τους αναλαμβανόμενους κινδύνους και υποχρεώσεις, ενεργώντας προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διάθεση του συγκεκριμένου προϊόντος και να επιτύχουν τους στόχους των ιδίων (των εναγομένων), με αποτέλεσμα ο ενάγων παραπεισθείς ως προς τις ιδιότητες του επίδικου ομολόγου να αποφασίσει να το διατηρήσει. Από τα προαναφερόμενα σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων παρασύρθηκε στη διατήρηση του ένδικου ομολόγου, λόγω της έναντι αυτού αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, συνισταμένης στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και στην αποσιώπηση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης, που υπείχαν έναντι αυτού, προκειμένου ο ενάγων να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικά, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει αν θα την επιχειρήσει ή διατηρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ίδιος έδωσε τηλεφωνική εντολή για την αγορά του ένδικου ομολόγου με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία, στα πλαίσια της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που είχε υπογράψει και αφού ενημερώθηκε πλήρως από τους υπαλλήλους των εναγομένων για τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη φύση του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος, αποσκοπώντας στο αυξημένο επιτόκιο, είναι αβάσιμος, διότι,κατά τα προαναφερθέντα,δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έδωσε εντολή τηλεφωνικά να λάβει χώρα η συγκεκριμένη επένδυση, η οποία πραγματοποιήθηκε εν αγνοία του, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων στη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενες δεν είχαν τη δυνατότητα της εν λευκώ διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος. Επιπρόσθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε οποιαδήποτε προσυμβατική ενημέρωση για την εν λόγω επένδυση ή για άλλες εναλλακτικές επενδύσεις, αλλά η τοποθέτηση των χρημάτων του στο επίδικο ομόλογο έγινε εν αγνοία του. Αλλά και όταν διαμαρτυρήθηκε δεν του δόθηκε κανένα ενημερωτικό έγγραφο και τον παρότρυναν να διατηρήσει την επένδυση.

 

Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι πριν την αγορά του συγκεκριμένου ομολόγου τον ενημέρωσαν για τα χαρακτηριστικά του, τη φύση του και τους κινδύνους που ελλοχεύει η αγορά του είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι όροι που υπήρχαν στην επίδικη σύμβαση δεν υποκαθιστούν την υποχρέωση των εναγομένων πλήρους και έγγραφης ενημέρωσης του αντιδίκου τους για το συγκεκριμένο ομόλογο, ενώ και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι παρείχαν στον ενάγοντα την προσήκουσα πληροφόρηση με την αποστολή σε αυτόν των οικείων παραστατικών κίνησης (αποτίμησης) λογαριασμού (χαρτοφυλακίου) μετά των τρίμηνων εκτοκισμών είναι αβάσιμος, καθώς η εν λόγω ενημέρωση αφορά αποκλειστικά την πορεία του ομολόγου και σε καμία περίπτωση την περιγραφόμενη τόσο παραπάνω όσο και στη νομική σκέψη της παρούσας αναγκαία ενημέρωση του, τόσο για τη σύμβαση που συνήψαν τα μέρη όσο και για τα χαρακτηριστικά, την ιδιότητα και τη βαθμίδα επενδυτικού κινδύνου του επίδικου ομολόγου. Άλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ενάγων πολλάκις είχε διαμαρτυρηθεί προφορικά στους αρμόδιους υπαλλήλους των εναγομένων για τη τοποθέτηση των χρημάτων του στο συγκεκριμένο ομόλογο, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες ότι ο αντίδικος τους άρχισε να διαμαρτύρεται για το επίμαχο ομόλογο όταν διαπίστωσε ότι είχε πτωτική πορεία και ότι για πρώτη φορά αμφισβήτησε την επίδικη επένδυση με την από 06-12-2011 εξώδικη διαμαρτυρία του, είναι αβάσιμα, η δε αναπόφευκτη είσπραξη των τοκομεριδίων δεν συνιστά έλλειψη διαμαρτυρίας. Επιπλέον, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο αντίδικος τους ενημερώθηκε για το είδος και τα χαρακτηριστικά της επένδυσης και ότι αυτή έπρεπε να είχε χρονικό ορίζοντα 1-2 ετών χωρίς να περιμένει την ημερομηνία ενδεχόμενης ανάκλησης από την εκδότρια εταιρεία δεν κρίνεται πειστικός και βάσιμος, διότι αφενός το επίμαχο ομόλογο αγοράστηκε εν αγνοία του και αφετέρου δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα η ως άνω ενημέρωση και υπόδειξη εκ μέρους των υπαλλήλων των εναγομένων, ακόμα και όταν ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε μόλις αντιλήφθηκε την εν λόγω επένδυση. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι αυτές πρότειναν στον ενάγοντα την επαναγορά του ομολόγου, προκειμένου εντός των ορίων καλής πίστης να τον προστατεύσουν από περαιτέρω μείωση της αξίας του, ο δε ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση τους χωρίς καμία επιφύλαξη και συνεπώς με δική του έγκριση και συναίνεση μετέτρεψε το ομόλογο του σε έτερο ομόλογο αποδεχόμενος ότι ουδεμία άλλη αξίωση διατηρούσε απέναντι τους. Εντούτοις, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ευσταθεί, διότι με την αποδοχή της πρότασης αυτής ο ενάγων ουδέποτε παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να διεκδικήσει αποζημίωση από τις αντιδίκους για τη ζημία που του προκάλεσαν δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, ενώ αναγκάστηκε να αποδεχθεί την πρόταση επαναγοράς για να περισώσει τμήμα του κεφαλαίου του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποποιείται το δικαίωμα του προς αποζημίωση. Περαιτέρω, οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι ο αντίδικος τους, μολονότι μπορούσε να προβεί στην ρευστοποίηση του επίδικου επενδυτικού προϊόντος στην τρέχουσα τιμή του οποτεδήποτε μετά την αρχική του επένδυση, αξιολογώντας την πτωτική του πορεία και τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στην ελληνική και στις διεθνείς χρηματαγορές, απέφυγε να πράξει τούτο, αναλαμβάνοντας τον επενδυτικό κίνδυνο, προκειμένου να καρπωθεί τα τοκομερίδια που μέχρι τότε εισέπραττε αδιαμαρτύρητα. Ωστόσο, η ως άνω αιτίαση των εναγομένων είναι αβάσιμη, λόγω του χαρακτήρα του επίδικου ομολόγου ως άληκτου, αφού ο ενάγων δεν είχε τη δυνατότητα να το ρευστοποιήσει στην ονομαστική αξία του, καθόσον η ανάκληση του εξαρτιόταν μονομερώς από την εκδότρια εταιρεία του ομολόγου, ανεξάρτητα από το ότι το πιθανό όφελος του ενάγοντος από την υποτιθέμενη πώληση του,δεν αποτελεί κέρδος του, το οποίο να μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία του.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η προβαλλόμενη ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος σε ποσοστό 99% στη ζημία που υπέστη είναι αβάσιμη. Και τούτο και για το λόγο ότι, όπως προεκτέθηκε, αφενός μεν ο ενάγων, όταν για πρώτη φορά διαπίστωσε, μετά την αποστολή σ' αυτόν σχετικής ενημερωτικής επιστολής ότι η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του είχε μειωθεί σημαντικά και ήταν κάτω από την αξία του αρχικώς τοποθετημένου κεφαλαίου του, και απευθύνθηκε στους υπαλλήλους της διεύθυνσης Private Banking, εκείνοι τον καθησύχασαν και σε κάθε περίπτωση δεν τον προέτρεψαν να προβεί στην πώληση του επίδικου ομολόγου, ως εκ τούτου, ήταν εύλογο αυτός να ακολουθήσει τις συμβουλές των υπαλλήλων, που εμπιστεύονταν και λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων και της εμπειρίας τους, και αφετέρου δεν είχε στη διάθεση του το σύνολο των πληροφοριών που απαιτούνταν για να κρίνει τη μελλοντική πορεία της επένδυσης του, δεδομένου ότι δεν γνώριζε πως είχε αξιολογηθεί από τους διεθνείς οίκους η πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας εταιρείας του επίδικου ομολόγου, καθώς αυτός βρισκόταν κατά τον χρόνο εκείνο σε πλάνη, πιστεύοντας ότι το ομόλογο τελούσε υπό την εγγύηση της πρώτης εναγομένης. Επομένως, ο ενάγων ακόμα και κατά την πτωτική πορεία της αξίας του χαρτοφυλακίου δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου του ούτε είχε αντίστοιχη ενημέρωση από τις εναγόμενες, ώστε να προβεί στην αλλαγή της επίμαχης επένδυσης. Ως εκ τούτου, ο ενάγων δε συνετέλεσε με οποιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση της ζημίας του ή στην έκταση αυτής. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, η συνολική περιουσιακή ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των [109.000 ευρώ (ονομαστική αξία του ομολόγου) Χ 40%] 43.600 ευρώ. Ομοίως κρίνοντας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και προέβη σε ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Συνεπώς οι 1ος, 2ος και 3ος από τους λόγους της εφέσεως, με τους οποίους, συνοψίζοντας, οι εναγόμενες παραπονούνται για το ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι 1. οι υπάλληλοι τους ήταν αυτοί που προσέγγισαν τον ενάγοντα και το έπεισαν να απευθυνθεί στο private banking, επειδή διέθετε μεγάλο κεφάλαιο, 2. ότι τον έπεισαν με τις διαβεβαιώσεις τους ότι το Τμήμα Ιδιωτικής Τράπεζας διέθετε αποταμιευτικά προϊόντα απολύτως μηδενικού ρίσκου με παρόμοια χαρακτηριστικά σταθερότητας, απόδοσης και εγγύησης, όπως αυτά μιας κοινής προθεσμιακής κατάθεσης, 3. ότι αν και δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση των όρων της σύμβασης όλως αντιφατικώς δέχθηκε ότι δεν υπήρξε επαρκής πληροφόρηση του ενάγοντος για το ένδικο ομόλογο, 4. ότι ο ενάγων δεν είχε προηγούμενη επενδυτική εμπειρία, 5. ότι το επίδικο ομόλογο αγοράστηκε χωρίς εντολή του ενάγοντος, 6. ότι το επίδικο ομόλογο ήταν σύνθετο επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου, 7. ότι απαιτούνταν η έκδοση ενημερωτικού δελτίου, 8. ότι ο ενάγων ήταν συντηρητικός επενδυτής, 8. ότι οι υπάλληλοι της δεν είχαν πιστοποίηση για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, 9. ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ΑΚ 281, 288, 914, 932 και ότι υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος, και ότι φέρουν ουδεμία ευθύνη παρά την απαλλαγή τους που προβλέπεται στους όρους της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, 10.ότι δεν υπήρχε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας του,είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, ο ενάγων, συνεπεία της προπεριγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των υπαλλήλων των εναγομένων, για τις οποίες ευθύνονται αντικειμενικά οι τελευταίες (ΑΚ 922), υπέστη και ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί το ποσό των 3.000 ευρώ, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015 ΤΝΠ Νόμος), λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα της προσβολής, την έκταση της ταραχής και της έντονης στενοχώριας, που βίωσε ο ενάγων, κυρίως από το γεγονός ότι τα χρήματα που απώλεσε ήταν αποταμιεύσεις επίπονης εργασίας που προορίζονταν για τη μελλοντική εξασφάλιση του, και την πολυετή ταλαιπωρία, την υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, σε συνδυασμό με την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, αλλά και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και την κοινωνική τοιαύτη του ενάγοντος. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών που χάνουν τη δίκη(άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ.495 παρ.3 του ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 72/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.

 

Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν στην ουσία της.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τη δικαστική δαπάνη, του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος των εκκαλουσών, την οποία ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.

 

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στη Λαμία, στις 30 Απριλίου 2020, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΕΦΕΤΗΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ