ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΑθ 3747/2020

 

Ευθύνη τραπεζών - Πλημμελής παροχή επενδυτικών υπηρεσιών - Αδικοπραξία - Προστασία καταναλωτή -.

 

Ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη ανώνυμων τραπεζικών εταιριών λόγω πλημμελούς παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα παροχής παραπλανητικής επενδυτικής συμβουλής από τους υπαλλήλους τους, με βάση την οποία η ενάγουσα αγόρασε ομόλογο χωρίς να της παρασχεθούν στοιχειώδεις πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες, την αξιοπιστία της εκδότριας του ομολόγου ώστε να γίνει αντιληπτό από την ίδια ως καταναλώτρια το υψηλό επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης και υπέστη θετική και αποθετική ζημία αλλά και ηθική βλάβη. Υπαίτια παράβαση εκ μέρους των υπαλλήλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιριών παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Προστασία καταναλωτών.

 

 

Αριθμός 3747/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

14ο ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Νίκη Κατσιαούνη-Εφέτη και απο τη Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 5 Μαρτίου 2020, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …. κατοίκου Κέρκυρας η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αννα-Ολγα Μήτσου

 

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΑLPHA ΒΑΝΚ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ», καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

 

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 20-3-20 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2014 αγωγή της που απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

 

Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε τη με αριθμό ../2018 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

 

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 16-3-2018 έφεση της. προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό ./16-3-2018 (αριθμός Εφετείου ./30-5-2018). επί της οποίας ορίστηκε δικάσιμος, αρχικά, στις 21 -3-2019 και μετά από αναβολή, τότε. η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

 

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις της που κατέθεσε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτές.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση, από 16-3-2018 (αριθμ.εκθ. καταθ. …/16-3-2018), έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1023/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 20-3-2014 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/29-4-2014 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων ανωνύμων εταιριών. Η έφεση αυτή. αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθ. 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στις 15-2-2018 (βλ. τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών. …  στο προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο της και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 16-3-2018 (αρθ.495 παρ. 1,2, 498, 511, 513 παρ. I β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους από το νόμο 4335/2015, λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης).  Περαιτέρω, για το παραδεκτό της έφεσης κατατέθηκε από την εκκαλούσα το οριζόμενο με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. παράβολο του Δημοσίου και συγκεκριμένα κατατέθηκαν τα υπ' αριθμ  και … παράβολα του Δημοσίου με το αντίστοιχο τούτων υπ' αριθμ. Α-… παράβολο του ΤαχΔικ. συνολικού ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην έκθεση κατάθεσης της βεβαίωση του Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία (αρθ.524 παρ. 1 ΚΠολΔ). ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. I του ΚΠολΔ, ερήμην των εφεσίβλητων, οι οποίες επέσπευσαν τη συζήτηση της έφεσης. Ειδικότερα, οι εφεσίβλητες, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Κανέλλια επιμελήθηκαν για την ορισμό της αρχικής δικασίμου, στις 21-3-2019. για τη συζήτηση της έφεσης και μετά από έγγραφη παραγγελία του ιδίου πληρεξουσίου δικηγόρου τους ακριβές αντίγραφο της με κλήση στη δικάσιμο εκείνη, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις 5-6-2018, στην εκκαλούσα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την τελευταία επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης, με σχετική επισημείωση για την επίδοση της του δικαστικού επιμελητή, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών. …. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την προκείμενη δικάσιμο και η αναβολή εκείνη από το πινάκιο επείχε θέση κλητεύσεως των εφεσίβλητων για τη συζήτηση της έφεσης στη δικάσιμο αυτή (αρθ.524 παρ. 1 και 226 παρ.4 εδ. δ' ΚΠολΔ). Οι εφεσίβλητες όμως δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Το Δικαστήριο ωστόσο θα προχωρήσει στη συζήτηση της έφεσης σαν να ήταν και οι εφεσίβλητες παρούσες (αρθ.524 παρ.4 εδ.α' ΚΠολΔ).

 

Με την από 20-3-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. ./29-4-2014) αγωγή της. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε και συμπληρώθηκε, η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα) ισχυρίστηκε ότι κατόπιν παραπλανητικής επενδυτικής συμβουλής υπαλλήλων των εναγομένων ανωνύμων εταιριών και σε κάθε περίπτωση κατόπιν αμελούς ελλιπούς, ανακριβούς ενημέρωσης της εκ μέρους τους. κατά παράβαση της 3-8-2007 μεταξύ τους συμβάσεως, αγόρασε το αναφερόμενο ομόλογο χωρίς να της παρασχεθούν στοιχειώδεις πληροφορίες αναφορικά με τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες του, την αξιοπιστία της εκδότριας του ομολόγου, ώστε να γίνει αντιληπτό από την ίδια, ως καταναλώτρια, το υψηλό επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης, την οποία αντιλήφθηκε μεταγενέστερα, αφού στο μεταξύ είχε αντικαταστήσει, επίσης μετά από επίσης πλημμελή ενημέρωση της από τους προστηθέντες των εναγομένων, το ομόλογο αυτό με νεότερο και επισφαλέστερο της ίδιας εκδότριας τράπεζας, του οποίου η αξία κατέστη μηδενική όταν η εκδότρια του τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, με συνέπεια η ίδια (η ενάγουσα) να υποστεί θετική ζημία ποσού 180.000 ευρώ, το οποίο είχε δαπανήσει για την αγορά του ομολόγου, αποθετική ζημία ποσού 8.913,98 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι που απώλεσε και μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε από την επωφελή τοποθέτηση του άνω ποσού της επένδυσής της σε τραπεζικό λογαριασμό, αλλά και ηθική βλάβη, λόγω της συρρέουσας αδικοπραξίας των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων εταιριών. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα, επικαλούμενη την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγόμενων ανωνύμων εταιριών, καθότι ευθύνονται από την υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεών τους που απέρρεαν από τη μεταξύ τους επίδικη σύμβαση καθώς και από τον Κώδικα Δεοντολογίας των εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και επιπρόσθετα από τις διατάξεις του νόμου για την προστασία του καταναλωτή, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής της από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, αλλά και μετά από παραδεκτή διεύρυνση τους με αξίωση επ’ αυτών νομίμων τόκων, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες της οφείλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 203.913, 98 ευρώ ως αποζημίωση, για αποκατάσταση της θετικής ζημίας της ποσού 180.000 ευρώ και της αποθετικής-διαφυγόντος κέρδους (ποσού 8.91.1.98) και το ποσό των 15.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, με το νόμιμο τόκο αχό την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

 

Eπί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1023/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εκκαλουμένη, με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή στο σύνολο της, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση της για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την κρίση της εκκαλουμένης για τη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και την έλλειψη κάθε ευθύνης, ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής, των εναγομένων ανωνύμων εταιριών έναντι της και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της, ως ουσιαστικά βάσιμη, στο σύνολό της.

 

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524 παρ. 1. 525 παρ. 1 και 536 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι. το Εφετείο στο οποίο με την άσκηση της εφέσεως μεταβιβάζεται η υπόθεση, εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτή και τους προσθέτους λόγους, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συνεπώς, μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο και το παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή ασκήθηκε απαραδέκτως, αρκεί από το αποτέλεσμα αυτό να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος. χωρίς να συντρέξει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 536 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2017, A.Π Ι. 786 2007. Κυρ. Οικονόμου Η Έφεση (Συστηματική κατ’ άρθρο ερμηνεία του ΚΠολΔ. 2017, άρθρο 522 αρ. 23. σελ. 191 - 192. όπου και περαιτέρω παραπομπές). Ειδικότερα, επί εφέσεως του ενάγοντος, όταν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) κατ’ ουσίαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν κρίνει ότι αυτή είναι νόμω αβάσιμη (AΠ 1472/2012 ΝοΒ 2013.760, ΑΠ 1778/2011 ΝοΒ 2011.982, Α.Π. 1436/2002 ΕλλΔνη 2004.774). εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη (Α.Π. 40/2006. πρβλ Α.Π. 1344/2015 και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου και τούτο γιατί η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα από την προσβληθείσα (ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 2001.925, Π. Αρβανιτάκη, Η κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά τον ΚΠολΔ. 2001. σελ. 57. σημ. 19). Στην περίπτωση αυτή. αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ δεν αρκεί, γιατί η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης αντί ως ουσιαστικά αβάσιμης, οδηγεί σε διάφορο κατ' αποτέλεσμα διατακτικό και η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί (βλ. ΑΠ 40 2006, Α.Π. 7/2001 ό.π.. ΑΠ. 103/2001 ΕλλΔνη 42.714). Στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, ως προς το αίτημα αναγνώρισης οφειλόμενης από τις εναγόμενες, εις ολόκληρον αποζημίωσης προς αποκατάσταση διαφυγόντος κέρδους της ενάγουσας, ποσού 8.913.98 ευρώ, με επίκληση ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής τους ευθύνης, είναι μη νόμιμη.

Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα, το ποσό αυτό θα αποκέρδαινε η ενάγουσα ως τόκους, από την επωφελή τοποθέτηση του κεφαλαίου της ένδικης επένδυσης της, ποσού 180.000 ευρώ, το οποίο απώλεσε και αξιώνει ως αποζημίωση, με την ένδικη αγωγή της, προς αποκατάσταση της ισόποσης θετικής της ζημίας. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 και 345 ΑΚ, επί του ποσού της ένδικης χρηματικής οφειλής των εναγομένων, ποσού 180.000 ευρώ προς αποκατάσταση της επικαλούμενης ισόποσης θετικής ζημίας της ενάγουσας, οφείλονται μόνο νόμιμοι τόκοι υπερημερίας, τους οποίους αξιώνει η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της. και όχι επιπρόσθετα και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία) από την επωφελή τοποθέτηση της χρηματικής αυτής οφειλής των εναγομένων. Με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το εν λόγω αγωγικό αίτημα κρίθηκε νόμιμο και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, παρότι η ενάγουσα-εκκαλούσα δεν προβάλλει με την έφεση της ειδικό παράπονο, αλλά παραπονείται για την κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά το μέρος που απέρριψε κατ’ ουσία και το ανωτέρω αίτημα της αγωγής της. στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και επειδή δεν καθίσταται χειρότερη η θέση της εκκαλούσας- ενάγουσας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος της. Περαιτέρω, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δικαστεί η αγωγή κατά τούτο από το παρόν Δικαστήριο αυτό, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. ως προς την αιτούμενη αποζημίωση ποσού 8.913,98 ευρώ (διαφυγόν κέρδος), ως μη νόμιμη.

 

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου. η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελίωσης της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπές προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσης, στους κανόνες των ως άνω διατάξεων. Οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της ανωτέρω μορφής ευθύνης απαιτούν την ύπαρξη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας, που παρέχει τις υπηρεσίες, παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ. Ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης, των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αχολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 ν. 2251/1994, που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του. Η διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994 περιέχει ειδικότερο κανόνα, ο οποίος, εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελίωσης αστικής ευθύνης, διαμορφώνει την ενοχή που καταλαμβάνεται από αυτόν κατά τρόπο ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης μέσω της αντιστροφής ταυ σχετικού βάρους αντίστροφη αυτή του αποδεικτικού βάρους επεκτείνεται αναγκαίως και στο μέγεθος της παρανομίας, διότι παραλλήλως των εννοιολογικών διακρίσεων μεταξύ αυτής και του πταίσματος, που δεν αμφισβητούνται και εξακολουθούν να υφίστανται, η προσέγγιση των σχετικών όρων θεμελίωσης της ευθύνης από την οπτική της αμέλειας επιδρά στη συγκρότηση του περιεχομένου της τελευταίας, κατά τρόπο ώστε, μέσω της χρήσης της συγκεκριμένης έννοιας, να αποτυπώνεται και η εκδήλωση μιας μορφής παράνομης συμπεριφοράς. Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης, στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος, επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (βλ. ΑΠ 2212/2014, ΑΠ 1227/2007 Δημ. Νόμος). Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263'β/500 11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. I του ν. 2396.1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007. με το άρθρο 85 Ν. 3806/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς" ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα, οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. έτσι ώστε να προστατεύονται- τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του ήδη καταργηθέντος ως άνω Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ). ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της. την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 8 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη, όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία στη διακινδύνευση (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Λυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγοι υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση τις διατάξεις του εν λόγω νόμου δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του. αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς ης αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Εξάλλου, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 360ό 2007. όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3758/2009 (βλ. ΑΠ 536/2019, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013, Καράκωστα: Οι γενικοί όροι των τραπεζικών συναλλαγών, εκδ. 2001. σελ. 28-35. ιδίου: Ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών ως καταναλωτής ΧρΙΔ 2003.97 εχ.. Αυγητίδη: Ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών ως καταναλωτής, Γ. Γεωργιάδη: Οι υποχρεώσεις της τράπεζας για ενημέρωση, διαφώτιση και παροχή συμβουλών στον πελάτη, ΧρΙΔ 2008. 885 επ.».

 

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι οποίες εκτιμώνται χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με το βαθμό γνώσεως και αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από την νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα-ενάγουσα υπ' αριθμ. …/10-5-2017 ένορκη βεβαίωση, η οποία δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας …. μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421 και 422 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτά προστέθηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου Δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335 2015 (βλ. τις υπ' αριθμ. …/5-5-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά …). από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα. για να ληφθούν υπόψη· τόσο ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα. όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΚΠολΔ 395, 524 παρ. 1), μερικά εκ των οποίων αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα κατοικεί στην Κέρκυρα και από το έτος 1994 και μέχρι το χρόνο της αγωγής ήταν υπάλληλος του Δήμου Κερκυραίων. υπεύθυνη του Τμήματος ευρωπαϊκών Προγραμμάτων. Από έναρξη της άνω εργασίας της (1994) ήταν πελάτισσα του Υποσυστήματος Αγίου Σπυρίδωνος Κέρκυρας της πρώτης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας. Στην ίδια τράπεζα επί πολλά έτη κατέθετε τα χρήματα που εξοικονομούσε από την εργασία του, ως οδηγός ταξί, και ο πατέρας της. καταφέρνοντας να συγκεντρώσει το σημαντικό ποσό των 203,000 ευρώ, το οποίο προόριζε για την αποκατάσταση της ενάγουσας μοναδικής θυγατέρας του μετά το θάνατο του. Για το λόγο αυτό, οι άνω αποταμιεύσεις του ήταν κατατεθειμένες σε κοινό λογαριασμό που είχε ανοίξει στο προαναφερόμενο κατάστημα της πρώτης εναγομένης, στο δικό του όνομα με συνδικαιούχο την ενάγουσα, αλλά και τη σύζυγο του, μόνο όμως προς διευκόλυνση του ανωτέρω σκοπό του. Ο πατέρας της ενάγουσας απεβίωσε στις 2-2-2007, για τούτο δε ενημερώθηκε η πρώτη εναγομένη όπου τηρείτο ο κοινός λογαριασμός από τις λοιπές δύο συνδικαιούχους του. και με βάση την εσωτερική σχέση αυτών, μόνη δικαιούχος του ποσού του. ύψους 230.000 ευρώ, ήταν η ενάγουσα. Επειδή το κατατεθειμένο ποσό ήταν το μοναδικό που διέθετε, εκτός από τη μισθοδοσία της, και ήταν σημαντικό, ενδιαφέρθηκε να το τοποθετήσει σε προθεσμιακό τραπεζικό λογαριασμό. Η ενάγουσα αγνοούσε τα ζητήματα των επενδύσεων με χρηματοοικονομικά προϊόντα, αφού δεν είχε οδικές γνώσεις, μάλιστα η γνώμη που είχε για το Χρηματιστήριο Αξιών ήταν αρνητική, καθόσον ο πατέρας της το έτος 1999 είχε απωλέσει ένα σημαντικό για οικογένεια τους ποσό από αγοραπωλησία μετοχών ανωνύμων εταιριών, διατηρώντας πλέον μόνο λίγες μετοχές τραπεζών, όπως και η ενάγουσα, που παρείχαν ασφάλεια στους συντηρητικούς επενδυτές. Για την προθεσμιακή κατάθεση του άνω ποσού η ενάγουσα απευθύνθηκε στον υπάλληλο του άνω υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης, κ. …, τον οποίο γνώριζε και η ίδια και ο πατέρας της. ως πελάτες του εν λόγω υποκαταστήματος της μικρής κοινωνίας της Κέρκυρας, επί σειρά ετών. Ο υπάλληλος αυτός όμως. επειδή το ποσό ήταν σημαντικό, την παρέπεμψε στο τμήμα «Ιδιωτικής Τραπεζικής» (private banking) της πρώτης εναγομένης, που διέθετε, όπως της είπε, ειδικούς και έμπειρους υπαλλήλους για χρηματικές επενδύσεις, όπως και ο υπεύθυνος του τμήματος .., που θα την εξυπηρετούσαν καλύτερα. Η ενάγουσα μετέβη στις 3-8-2007 στο τμήμα αυτό. που βρισκόταν εντός του ίδιου τραπεζικού καταστήματος, όπου είχε την έδρα της η ανήκουσα στον όμιλο της εναγομένης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ Επενδυτικές Υπηρεσίες Ανώνυμος Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία. Εκεί, στην κοινή διεύθυνση του private banking των εναγομένων εργάζονται, υπό τις οδηγίες τους. έμπειροι και εξειδικευμένοι στις επενδύσεις υπάλληλοι τους. μεταξύ των οποίων και ο προαναφερόμενος …. Στη συζήτηση που έγινε με τον τελευταίο η ενάγουσα επανάλαβε την πρόθεση της για κατάθεση του ποσού της σε προθεσμιακό τραπεζικό λογαριασμό προκειμένου να το εξασφαλίσει και να λάβει κάποιο καλύτερο επιτόκιο, εκφράζοντας, όταν τέθηκε θέμα, την αρνητική της άποψη για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές από την παλαιότερη εμπειρία του πατέρα της. Ο προαναφερόμενος όμως, όπως και άλλοι αρμόδιοι υπάλληλοι των εναγομένων, της πρότειναν να τοποθετήσει επωφελώς τα χρήματα της με τρόπο αποδοτικότερο από αυτόν της απλής προθεσμιακής τους κατάθεσης που είχε χαμηλό επιτόκιο, μέσω άλλων επενδυτικών τραπεζικών προϊόντων, όπως ειδικότερα θα τη συμβούλευαν, έχοντας μεγάλη εμπειρία και εξειδίκευση στο αντικείμενο αυτό. Η ενάγουσα πείστηκε και μετά ταύτα συμβλήθηκε προς τούτο αυθημερόν, όπως της υποδείχθηκε, με τις εναγόμενες ανώνυμες εταιρίες. Συγκεκριμένα, στις 3-8-2007, στο ανωτέρω κατάστημα της Κέρκυρας της πρώτης εναγομένης, αφενός μεταξύ της ενάγουσας, η οποία συμβλήθηκε ατομικά, αλλά και για λογαριασμό της μητέρας της, τυπικά όμως και όχι ουσιαστικά, εκ μόνου του λόγου ότι αυτή αναγραφόταν ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμό που αυτό ήταν κατατεθειμένο το υπό επένδυση χρηματικό ποσό της-και αφετέρου, της πρώτης εναγομένης «Alpha Τράπεζα ΑΕ» και της προαναφερόμενης εταιρίας «Alpha ΕΠΕΥ» που συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την δεύτερη εναγομένη, υπό τον κοινό τίτλο «Alpha Private», καταρτίστηκε η υπ’ αριθμ. …. πολυσέλιδη, έγγραφη σύμβαση, που αναγραφόταν ως «Βασική Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών». Η σύμβαση αυτή αποτελεί ενιαίο σύνολο με την υπ' αριθμ …/2007 Πρόσθετη Πράξη Συμβάσεως Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών, το παράρτημα Γ Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο-Προφίλ-Ειδικές Εντολές-Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο, το Παράρτημα Δ: Επενδυτικοί Κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής, το Παράρτημα Ε: Παραδοχές Αποτίμησης και τα έγγραφα με τίτλο «Στοιχεία Επενδυτή Φυσικό Πρόσωπο». Σε αυτά καταχωρήθηκαν τα προσωπικά στοιχεία της ενάγουσας και η διεύθυνση κατοικία της για την αιτούμενη αλληλογραφία. Επίσης περιλαμβανόταν και η με ίδια ημερομηνία Ανέκκλητη Εντολή Εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας παρείχε την ενυπόγραφη εξουσιοδότηση της προς τις εναγόμενες, μεταξύ άλλων, και για χρήση του κοινού τραπεζικού λογαριασμού που τηρείτο για την εξυπηρέτηση της εν λόγω σύμβασης. Στην τελευταία που συνυπογράφηκε στο σύνολο της από τους συμβαλλομένους περιλαμβάνονται προδιατυπωμένοι όροι, κατά τους οποίους, οι αντισυμβαλλόμενες της ενάγουσας, με την άνω ιδιότητα της, ανέλαβαν την υποχρέωση της κατάρτισης συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου της, επί του συνόλου των χρηματοπιστωτικών μέσων που προβλέπονταν από το ν.2396/1996, κατά τις εντολές της, δεν εγγυώνται οποιαδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων, ούτε ευθύνονται για οποιαδήποτε ζημία που τυχόν θα υποστεί από συναλλαγή, που καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα εκτέλεσης της εντολής της, η ενάγουσα δε, με την ιδιότητα της επενδύτριας, δήλωσε ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις αντισυμβαλλόμενες της είναι απόρροια ελεύθερης επιλογής της, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές τους. Περαιτέρω, στο Παράρτημα Δ της σύμβασης αναφερόταν η βασική αρχή, την οποία όφειλαν να γνωρίζουν οι επενδυτές, ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχα του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνουν, ότι οι κάθε φύσης επενδυτικές επιλογές ενέχουν από τη φύση τους κινδύνους μείωσης της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενες εταιρίες, είτε εκτελούσαν τις παραγγελίες τους. είτε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιο τους. δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη και έτσι δεν ήταν δυνατή η προεξόφληση εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο στο σύνολο του υπόκειντο στους κάθε φύσης επενδυτικούς κινδύνους. Κατά την υπογραφή της σύμβασης, η ενάγουσα, απάντησε, καθ’ υπόδειξη των αντισυμβαλλομένων τους, στο απαιτούμενο επενδυτικό ερωτηματολόγιο για τον προσδιορισμό του «προφίλ» της ως επενδύτριας. Σύμφωνα με τις απαντήσεις της το είδος του χαρτοφυλακίου που αντιπροσώπευε καλύτερα τους επενδυτικούς της στόχους και δήλωσε σαφώς στις αντισυμβαλλόμενες της. ήταν αυτό της συντηρητικής επενδύτριας και μάλιστα με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε τις ειδικές γνώσεις ή εμπειρία, για την επωφελή τοποθέτηση των κεφαλαίων της. εκτός αυτής της προθεσμιακής κατάθεσης τους, και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να κατανοήσει και να αξιολογήσει τα εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα και να τα ταξινομήσει ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή της. Για την επιλογή της αυτή πράγματι χρειάζονταν, όπως της προτάθηκε, την αποφασιστική συνδρομή των εξειδικευμένων υπαλλήλων της προαναφερόμενης διεύθυνσης των εναγομένων, που διέθεταν εμπειρία και γνώση στα χρηματοπιστωτικά θέματα, όπως και ο …, ο οποίος υπέγραψε για λογαριασμό τους την προαναφερόμενη σύμβαση. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε την παρέπεμψε σε αυτόν ο υπάλληλος του καταστήματος της εναγομένης τράπεζας στη Κέρκυρα, ο οποίος τη γνώριζε και την εξυπηρετούσε για τις καταθέσεις των χρημάτων της σε απλούς καταθετικούς λογαριασμούς στις οποίες προέβαινε μέχρι τότε. Μετά ταύτα συνήφθη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων με την οποία οι τελευταίες ανέλαβαν την υποχρέωση να της παρέχουν, δια των εμπείρων υπαλλήλων τους. επενδυτικές συμβουλές, και σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής πράγματι της παρείχαν, δια του προστηθέντος τους …. την ίδια ημέρα, στις 3-8-2007. τέτοια συμβουλή, για την αγορά του επιδίκου ομολόγου, την οποία δέχτηκε. Με βάση τα παραπάνω, τα οποία αποδείχθηκαν σαφώς από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων-ιδίως από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας και του ενόρκως βεβαιώσαντος συζύγου της. που ήταν παρών και κατά τη σύναψη της σύμβασης, και έχει ιδία αντίληψη των ανωτέρω-μεταξύ της ενάγουσας, αφενός, και των εναγομένων, αφετέρου, καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, ανεξάρτητα από τον αναγραφόμενο στο προαναφερόμενο έγγραφο χαρακτηρισμό της από τις εναγόμενες, που είναι το κυρίαρχο μέρος, λαμβανομένης υπόψη και της έλλειψης ειδικών γνώσεων και εμπειρίας της ενάγουσας η οποία χρειαζόταν τις επενδυτικές συμβουλές που υποχρεούντο να της παρέχουν οι εξειδικευμένοι προς τούτο αρμόδιοι υπάλληλοι των εναγομένων, της διεύθυνσης private banking, για τη διαμόρφωση της επενδυτικής επιλογής της. όπως και η αγορά του ομολόγου.

Η επίδικη σύμβαση δεν είναι αποκλειστικά σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών, όπως ισχυρίστηκαν με τις έγγραφες συστάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι εναγόμενες αρνούμενες κατά τούτο την αγωγή, επικαλούμενες ειδικότερα ότι αυτή καταρτίστηκε μόνο για την εκτέλεση των εντολών της ενάγουσας για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων κατόπιν δικής της αποκλειστικά απόφασης και χωρίς την οποιαδήποτε συμβουλή ή άλλη σχετική υπηρεσία των υπαλλήλων τους. οι οποίοι απλώς την ενημέρωναν για τα διαθέσιμα επενδυτικά προϊόντα. Επιπρόσθετα, στην ανωτέρω σύμβαση και πρόσθετη πράξη, οι όροι των οποίων ήταν προδιατυπωμένοι. Χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης. πολλοί, πυκνογραμμένοι και μη κατανοητοί απόλυτα από την ενάγουσα, αυτή συμβλήθηκε. φέροντας την ιδιότητα του καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου I του ν. 2251/1994, δηλαδή ως αποδέκτης των παρεχόμενων από τις εναγόμενες, δια του εξειδικευμένου προσωπικού τους. επενδυτικών συμβουλών. Όπως προαναφέρθηκε, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, προτάθηκε στην ενάγουσα, ως πιο συμφέρουσα για την περίπτωση της την περίοδο εκείνη επένδυση η αγορά του επιδίκου ομολόγου και ειδικότερα του ομολόγου της κυπριακής τράπεζας "Martin Popular Bank", εκδόσεως στις 26-5-2006, που κατά τις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων των εναγομένων ήταν ασφαλές· με σημαντικό επιτόκιο 5% και εγγυημένη απόδοση, και θα της εξασφάλιζε την πλήρη επιστροφή του κεφαλαίου της κατά τη λήξη του, πλέον των τόκων, εντός τεσσάρων ετών από την αγορά του, δηλαδή εντός του Μαΐου του 2011, όταν η εκδότρια τράπεζα θα το ανακαλούσε. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και η ενάγουσα αφού χορήγησε στις ως άνω εταιρίες ανέκκλητη εντολή-εξουσιοδότηση προς εκτέλεση συναλλαγών, αγοράσθηκε, με τα αποκλειστικά δικά της χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον κοινό με τη μητέρα της λογαριασμό, στις 7-8-2007 και στις 13-8-2007, με δύο πράξεις, το ομόλογο της εδρεύουσας στη Λευκωσία της Κύπρου τράπεζας - Martin Popular Bank» . όπως τη συμβούλεψαν οι προστηθέντες των εναγομένων-υπάλληλοί τους. Αυτό είχε κωδικό ISIN …. είχε εκδοθεί στις 26-5-2006 και είχε συνολική ονομαστική αξία (111.000+65.000)= 175.000 ευρώ. Στο σχετικό έγγραφο που έδωσαν οι εναγόμενες στην ενάγουσα αναγραφόταν τα εξής: ο χρόνος έκδοσης του ομολόγου (25-5-2006). η ημερομηνία λήξης του στις 26-5-2016. η πιστοληπτική του διαβάθμιση: Baal, η ελάχιστη τιμή αποπληρωμής: 100, το δικαίωμα ανάκλησης του, η ημερομηνία ανακλήσεως του στις 26-5-2011, η ελάχιστη τιμή ανάκλησης: 100, το τρέχον τοκομερίδιο:·4.7200 %, το νόμισμα έκδοσης: ευρώ, ο τύπος τοκομεριδίου: κυμαινόμενο, η συχνότητα πληρωμής του τρίμηνο, το ονομαστικό επιτόκιο 3 μηνο Eurobor+7S μ.β. ο κωδικός του ISIS, η ελαχίστη ονομαστική αξία συναλλαγών:50.000 και η ονομαστική αξία εκάστης ομολογίας: 1.000 ευρώ. Δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στο έγγραφο αυτό, αλλά ούτε έγινε προφορικά οποιαδήποτε ενημέρωση στην ενάγουσα, για τους βασικούς όρους της επένδυσης, για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου αυτού, την έννοια και τη σημασία της παντελώς άγνωστης σε αυτήν ένδειξης της πιστοληπτικής του διαβάθμισης, την οικονομική θέση της εκδότριας του και την έννοια της ανάκλησης και μάλιστα με τρόπο κατανοητό για κάποιον που στερείται ειδικών γνώσεων. Το ομόλογο αυτό όμως. αντίθετα από τις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων των εναγομένων, ήταν μειωμένης εξασφάλισης, δεν είχε εγγυημένη απόδοση του κεφαλαίου του και ως επένδυση ήταν ακατάλληλο για το προαναφερόμενο επενδυτικό προφίλ της ενάγουσας, που προέκυπτε από τη συμπλήρωση του ερωτηματολόγιου που της έθεσαν οι ίδιοι. Ειδικότερα, αυτό φέρει στοιχεία κερδοσκοπίας, δεν ήταν κατάλληλο για συντηρητικούς επενδυτές, όπως η ενάγουσα, που ενδιαφέρονται πρωτίστως για την ασφάλεια των αποταμιεύσεων τους και η οποιαδήποτε διακινδύνευσης τους είναι αδιαπραγμάτευτη γι’ αυτούς. Η πιστοληπτική διαβάθμιση ομολόγου ενείχε τέτοιο κίνδυνο, καθόσον ήδη από την έκδοση του ανήκε σε αυτά που έχουν κερδοσκοπικά στοιχεία και αχό την κατηγορία που ανήκε δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί και να διασφαλιστεί η απόδοση του, ενώ συχνά η προστασία των τόκων και του αρχικού κεφαλαίου είναι περιορισμένη και. ως εκ τούτου, δεν μπορεί να είναι εγγυημένη κατά τη διάρκεια, είτε θετικών, είτε αρνητικών συνθηκών στο μέλλον Επιπρόσθετα, ήταν ομόλογο μειωμένης εξασφάλισης, αφού οι κάτοχοι του δεν απολάμβαναν καμία εξασφάλιση ως προς το κεφάλαιο του και η θέση τους, σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας του. ήταν κατώτερη και από αυτή των ανέγγυων πιστωτών, περαιτέρω δε απευθυνόταν σε έμπειρους επενδυτές, η επένδυση σε αυτό ενείχε υψηλό ποσοστό κινδύνου, για τον οποίο θα έπρεπε οι επενδυτές να ήταν πλήρως ενημερωμένοι. Η ενάγουσα δεν είχε αντιληφθεί ούτε καν τη χρονική διάρκεια του ομολόγου- των δέκα ετών από την έκδοση του- καθόσον οι υπάλληλοι των εναγομένων της τόνιζαν με έμφαση ότι σε τέσσερα μόλις χρόνια από την αγορά του θα είχε τη δυνατότητα είσπραξης του κεφαλαίου του λόγω της ανάκλησης του τότε από την εκδότρια του. έννοια όμως που δεν της εξήγησαν. Έτσι εύλογα η ενάγουσα, λόγω της έλλειψης ειδικών γνώσεων, δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη διαφορά και θεωρούσε ότι το ομόλογο της θα έληγε μετά τέσσερα από τότε που το αγόρασε, καθόσον τότε είχε οπωσδήποτε τη δυνατότητα να εισπράξει το κεφάλαιο της που είχε επενδύσει, όπως την διαπεραίωσαν οι εναγόμενες δια των αρμοδίων οργάνων τους και η ίδια επιθυμούσε. Η ανάκληση όμως του ομολόγου ήταν δικαίωμα και όχι υποχρέωση της εκδότριας του, και η ίδια αν είχε ανάγκη ρευστότητας πριν τη λήξη του, μόνο με την πώληση του στην χρηματιστηριακή αγορά θα μπορούσε να εισπράξει την όποια αξία του με τον προαναφερόμενο κίνδυνο, καθόσον είχε επενδύσει τα χρήματα της σε χρηματιστηριακό προϊόν. Τα ανωτέρω στοιχεία του αγνοούσε η ενάγουσα, όπως και την οικονομική θέση της εκδότριας του. Οι εναγόμενες δια των υπαλλήλων της δεν την ενημέρωσαν πριν το χρόνο αγοράς του επιδίκου ομολόγου για τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του, ούτε της γνωστοποίησαν την έννοια της διαβάθμισης και αξιολόγησης του από τους διεθνείς οίκους, ούτε την οικονομική θέση της εκδότριας του, η οποία δεν ήταν σταθερή στην εγχώρια και διεθνή αγορά. Τον Ιανουάριο του 2000 η ενάγουσα, όταν για πρώτη φορά αντελήφθη η επένδυση της ήταν επισφαλής, αφού μειωνόταν η αξία του ομολόγου της, ζήτησε εξηγήσεις και ενημέρωση αχό τους υπαλλήλους των εναγομένων, οι οποίοι την καθησύχασαν, την ενημέρωσαν ότι το ομόλογο της δεν θα έληγε μετά αχό δύο περίπου έτη, όπως πίστευε, αλλά ότι τότε, στις 26-5-2011, θα το ανακαλούσε η εκδότρια του, διαβεβαιώνοντας την όμως ότι η τελευταία στο χρόνο εκείνο οπωσδήποτε θα το εξαγόραζε καταβάλλοντάς της τα χρήματα της με αυξημένο επιτόκιο. Όμως στις 26-5-2011 η εκδότρια τράπεζα δεν ανακάλεσε το ομόλογο της όπως περίμενε η ενάγουσα έχοντας μεγάλη ανάγκη για ρευστότητα, και τότε, προς μεγάλη της έκπληξη, πληροφορήθηκε ότι η ανάκληση του ομολόγου δεν ήταν ποτέ βέβαιη γιατί ήταν δικαίωμα της εκδότρια του, και η ίδια είχε μόνο τη δυνατότητα πώλησής του στη χρηματιστηριακή αγορά στις τρέχουσες τιμές, όπως την ενημέρωσαν υπάλληλοι των εναγομένων όπου προσέφυγε ανήσυχη. Στο μεταξύ η εκδότρια του ομολόγου μετονομάστηκε διαδοχικά αρχικά σε «Cyprus Popular Bank- και ακολούθως σε «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρία-LAIKI BANK» και ο …. καθησύχαζε την ενάγουσα διαβεβαιώνοντας την για την καλή οικονομική της θέση και για την αξία του ομολόγου της. Σε όλους όμως τους επαγγελματικά δραστηριοποιούμενους στα χρηματοοικονομικά και τη χρηματιστηριακή αγορά ήταν γνωστό ότι η κατάσταση της ανωτέρω Κυπριακής τράπεζας, εκδότριας και του ομολόγου της ενάγουσας, ήταν δεινή και συνεχώς επιδεινούμενη η ενάγουσα, αφού δεν το ομόλογο της δεν ανακλήθηκε από την εκδότρια, μη έχοντος άλλη λύση. ανέμενε το χρόνο λήξης του, παρότι δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο, αγωνιώντας για την αξία του και την τύχη των χρημάτων της Στις 24-5-2012 έλαβε από τον … ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο η εκδότρια του ομολόγου της προβαίνει σε Δημόσια Εθελοντική Πρόταση και προτείνει στους κάτοχους τέτοιου ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης, ιδιώτες επενδυτές, όπως η ίδια. αντί να το διατηρήσουν μέχρι τη λήξη του. είτε α) να λάβουν από την εκδότρια σε μετρητά το 55% της υπάρχουσας ονομαστικής του αξίας, το οποίο-το ποσό επαναγοράς- για την ίδια (την ενάγουσα) ανερχόταν στο ποσό των 96.800 ευρώ (πρόταση προσφοράς) είτε β) να το ανταλλάξουν με νέο ασφαλέστερο Senior ομόλογο της εκδότριας, ίσο με το 72% της υπάρχουσας ονομαστικής αξίας του (πρόταση ανταλλαγής). Περαιτέρω, ο άνω αποστολέας του μηνύματος επισήμαινε στην ενάγουσα όχι έχει μόλις λίγες ώρες να κάνει την επιλογή και συγκεκριμένα μέχρι την επόμενη ημέρα Παρασκευή 25-5-2012 ώρα 14.00. γιατί τότε η πρόσκληση της εκδότριας του ομολόγου της 0α έληγε. Η ενάγουσα μέσα στις λίγες ώρες που μεσολάβησαν. πεισθείσα από τη δήλωση του ανωτέρω υπαλλήλου των εναγομένων-τον οποίο εμπιστευόταν ως ειδικό-ότι το νέο ομόλογο της εκδότριας είναι ασφαλέστερο από το μειωμένης εξασφάλισης ομόλογο το οποίο κατείχε και επειδή η πρόταση της ανταλλαγής του. όπως της παρουσιάστηκε, ήταν αναμφίβολα πιο συμφέρουσα από αυτή της προσφοράς του, αφού 0α έχανε μικρότερο τμήμα του κεφαλαίου της και ταυτόχρονα θα αποκτούσε ένα ασφαλέστερο και πιο σταθερό ομόλογο από αυτό που κατείχε ίδιας λήξης, την επόμενη ημέρα (25-5-2012) έδωσε εντολή ανταλλαγής του ομολόγου της. Όμως ήδη, την ίδια ημέρα, η εκδότρια τράπεζα με το από 25-5-2012 Δελτίο Τύπου αναφερόμενη στο προηγούμενο, από 14-5-2012 Δελτίο Τύπου της-το σχετικό με τις προτάσεις της για ανταλλαγή και προσφορά των υφισταμένων ομολόγων της μειωμένης εξασφάλισης-ανακοίνωσε ότι η πρόταση της για ανταλλαγή των ομολόγων αυτών με το νέο ομόλογο της, αφορούσε μόνο τους επαγγελματίες πελάτες της και όχι τους ιδιώτες επενδυτές-κατόχους του, όπως ήταν η ενάγουσα, διευκρινίζοντας ότι σε αυτούς αφορούσε μόνο η πρόταση προσφοράς (εξαγοράς των ομολόγων τους στο 55% της ονομαστικής τους αξίας). Ταυτόχρονα για όποιους κατόχους υφισταμένων ομολόγων της είχαν ήδη δώσει εντολή ανταλλαγής η εκδότρια έδινε δικαίωμα ανάκλησής της μέχρι τις 6-6-2012 ώρα 5.00 μ.μ., παρατείνοντας μέχρι τότε την προθεσμία λήξης της πρόσκλησης της. Η ενάγουσα δεν ενημερώθηκε ποτέ για τα ανωτέρω από τους αρμοδίους των εναγόμενων, οι οποίοι, λόγω του αντικειμένου της εργασίας τους. οπωσδήποτε τα γνώριζαν και έτσι παρότι δεν ήταν επαγγελματίας επενδύτρια, αλλά άπειρη ιδιώτης. Έτσι, αντί να δεχθεί την πρόταση προσφοράς- η οποία και μόνο την αφορούσε- και να μειώσει τη ζημία της επένδυσης της σχεδόν στο μισό. έδωσε εντολή ανταλλαγής του ομολόγου της, κατά τα άνω. Σε εκτέλεση αυτής αντάλλαξε το αρχικό ομόλογο της και έγινε δικαιούχος του νέου ομολόγου που εξέδωσε η ίδια εκδότρια τράπεζα με τα χαρακτηριστικά ομολόγου σε ευρώ με σταθερό επιτόκιο, 8% ετησίως (πληρωτέο ως δεδουλευμένο) υψηλής εξασφάλισης, ληξιπρόθεσμο την 1 -6-2016, με αναλογία ανταλλαγής 72.5%. Το ομόλογο όμως αυτό δεν ήταν ασφαλέστερο και σταθερό, καθόσον η εκδότρια του κυπριακή τράπεζα βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική θέση. πολύ χειρότερη από αυτή του χρόνου έκδοσης του αρχικού ομολόγου, η οποία ραγδαία επιδεινωνόταν, με συνέπεια την αφερεγγυότητα της, και ένα μόλις χρόνο μετά την έκδοση του νέου ομολόγου της, στις 25-5-2013 τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης και η αξία του νέου ομολόγου της μειώθηκε δραματικά. Ειδικότερα, η εν λόγω κυπριακή τράπεζα έχοντας ήθη περιέλθει, από το έτος 2012, σε κατάσταση αφερεγγυότητας, τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης στις 25-3-2013, χωρίστηκε σε «καλή» και «κακή» τράπεζα, το καλό τμήμα της και ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και οι τραπεζικές των υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των δανείων και των καταθέσεων, μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς υπ’ αριθμ. 104/2013 και 97/2013 Διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και υπ' αριθμ. 66/26-3-2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος.

Τα υπόλοιπα περιουσιακά της στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το νέο ομόλογο που είχε εκδώσει παρέμειναν στο «κακό» της τμήμα και η αξία τους έπεσε κατακόρυφα. Συγκεκριμένα, η αξία του νέου ομολόγου της που κατείχε η ενάγουσα, μετά τη θέση της εκδότριας του σε καθεστώς εξυγίανσης, αλλά και κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ανέρχεται μόλις στο ποσό των 6.350 ευρώ. Μετά ταύτα και όταν η ενάγουσα πληροφορήθηκε την σχεδόν ολοσχερή απώλεια του κεφαλαίου της επένδυσης της παρότι ακολουθούσε πάντοτε τις συμβουλές, τις συστάσεις και την ενημέρωση που ελάμβανε από τους υπαλλήλους των εναγομένων ανωνύμων εταιριών στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης, διαμαρτυρήθηκε σε αυτούς έντονα, αλλά στις συνεχείς και αγωνιώδεις διαμαρτυρίες ελάμβανε πάντοτε αόριστες και αρνητικές της ευθύνης τους απαντήσεις. Με βάση όλα τα παραπάνω η ενάγουσα απώλεσε οριστικά από το κεφάλαιο της αρχικής επένδυσης της το ποσό των (175.000-6.350=) 168.650 ευρώ. κατά το οποίο ζημιώθηκε. Η θετική αυτή ζημία της είναι ήδη επελθούσα, συγκεκριμένη και οριστική, και είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγομένων. Ενόψει των ανωτέρω, σαφώς αποδείχθηκε από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, ότι εξαρχής η ενάγουσα κατέστησε στους αρμοδίους υπαλήλλους-προστηθέντες των εναγομένων σαφή την επιθυμία της περί ασφαλούς τοποθέτησης των χρημάτων της σε επένδυση που δεν έφερε χαρακτήρα διακινδύνευσης απώλειας του κεφαλαίου της. ότι οι εναγόμενες δια των προστηθέντων τους δεν προσέφεραν στην ενάγουσα, που στερούνταν ειδικών γνώσεων και εμπειρίας σε θέματα τραπεζικών επενδύσεων, ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα αυτή να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση του, ούτε τους πιθανούς κινδύνους του. Με μηδαμινή εμπειρία της κυρίως για απλές καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και ελάχιστα για τραπεζικές μετοχές, σε καμία περίπτωση δεν της έδινε τη δυνατότητα να κατανοήσει, να συνδυάσει και να αξιολογήσει το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν ένα τέτοιο εξειδικευμένο επενδυτικό προϊόν, και αδυνατούσε να το ταξινομήσει ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να έχει η επιλογή της. Προς τούτο η ενάγουσα χρειάζονταν την αποφασιστική βοήθεια και συνδρομή των εξειδικευμένων στα επενδυτικά θέματα υπαλλήλων των εναγομένων, οι οποίοι διέθεταν τις σχετικές ειδικές γνώσεις και τη μεγάλη εμπειρία στα χρηματοπιστωτικά ζητήματα, και επιπρόσθετα είχαν πλήρη ενημέρωση για την πραγματική οικονομική θέση και πορεία της εκδότριας τέτοιων ομολόγων και την αξία τούτων- του αρχικού και του νέου που το αντικατέστησε- στην τραπεζική αγορά, από τα κατάλληλα προς τούτο αξιόπιστα στοιχεία που είχαν υπόψη τους. όπως οι δημοσιευμένοι ισολογισμοί της. η χρηματιστηριακή της θέση και η πιστοληπτική της αξιολόγηση από τους διεθνείς οίκους, και όχι μόνο από τα γενικόλογα και πολλές φορές αναξιόπιστα δημοσιεύματα του ημερήσιου τύπου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, από τα οποία ενημερώνονται παραπληροφορούμενοι μόνο οι στερούμενοι τέτοιων ειδικών γνώσεων Οι προστηθέντες των εναγομένων πρότειναν στην ενάγουσα την αγορά του επιδίκου πρώτου ομολόγου, χωρίς να της παρέχουν ακριβή και σαφή πληροφόρηση για να μπορέσει να κατανοήσει τους κινδύνους που περίκλειε για το κεφάλαιο της η επιλογή του. την ακριβή του διάρκεια, την έννοια της ανάκλησης του και του δικαιώματος αυτού της εκδότριας, ούτε την ενημέρωσαν ότι το αυτό θα κινδύνευε σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας του. Της παρουσίασαν το θετικό στοιχείο της δυνατότητας είσπραξης μεγαλύτερου τόκου από αυτόν που θα ελάμβανε από μία προθεσμιακή κατάθεση του κεφαλαίου της με επισήμανση της έλλειψης οποιουδήποτε κινδύνου γι’ αυτό. Πέραν της προαναφερόμενης έλλειψης ενημέρωσης και πληροφόρησης, η πρόταση αυτού του επενδυτικού προϊόντος ήταν αντίθετη και με το επενδυτικό προφίλ της ενάγουσας, που ήταν συντηρητικό, δεδομένου ότι το ομόλογο ενείχε στοιχεία κερδοσκοπίας, δηλαδή περιελάμβανε την ανάνηψη κινδύνου, με την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός αποτελούσε την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και συνδυάζεται με την προσδοκία κέρδους αχό ης διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά σε βραχύ χρονικό διάστημα. Η ενάγουσα δεν αποσκοπούσε σε κάτι τέτοιο, καθόσον με τα χρήματα της, που προέρχονταν από τις αποταμιεύσεις του πατέρα της για τη δική της εξασφάλιση, πράγματι σκόπευε με αυτά να εξασφαλίσει κυρίως τις μελλοντικές, αλλά εντός σχετικά μικρού χρόνου, ανάγκες της οικογενείας της. όπως σαφώς δήλωσε και στους υπαλλήλους των εναγομένων, οι οποίοι τη διαβεβαίωσαν γι’ αυτό. Εάν η ενάγουσα είχε την προσήκουσα ενημέρωση και πληροφόρηση από τους εξειδικευμένους οικονομολόγους υπαλλήλους των εναγομένων εταιριών για τα πλήρη χαρακτηριστικά του ομολόγου το οποίο ήταν ένα άγνωστο για την ίδια επενδυτικό προϊόν, και ειδικότερα για το πώς θα εξελισσόταν η επένδυση της αυτή σε σχέση με τη διακύμανση των τιμών των αγορών και ποια ήταν η εξάρτιση του κεφαλαίου της από την εξέλιξη των οικονομικών προβλημάτων της εκδότριας Τράπεζας, στοιχεία που ήταν εξειδικευμένα και παντελώς άγνωστα γι’ αυτή, ουδέποτε θα επέλεγε να επενδύσει το μοναδικό της χρηματικό κεφάλαιο σε ένα τέτοιο ομόλογο, εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα δεν είχε παρόμοια επενδυτική εμπειρία πριν την αγορά του επιδίκου ομολόγου, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενοι. Οι όποιες τραπεζικές της συναλλαγές και επενδυτικές της κινήσεις ήταν πολύ περιορισμένες και μόνο σε ασφαλή επενδυτικά προϊόντα, όπως οι τραπεζικές μετοχές μικρής αξίας. και για το λόγο αυτό σε καμία περίπτωση δεν δύναται να της προσδώσουν την ιδιότητα της έμπειρης επενδύτριας κατά εκείνο τον κρίσιμο χρόνο της επίδικης, επισφαλούς επενδυτικής κίνησης, όπως ισχυρίστηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι εναγόμενες. Επιπρόσθετα, οι τελευταίες δια των προστηθέντων τους ενημέρωσαν εσφαλμένως την ενάγουσα ότι δήθεν αυτή είχε τη δυνατότητα ανταλλαγής του αρχικού ομολόγου της με νέο της ίδιας εκδότριας, ούτε όμως την ειδοποίησαν να ανακαλέσει την εντολή της για ανταλλαγή στην προθεσμία που δόθηκε, όπως επεδείκνυε με την ανακοίνωση της η ίδια η εκδότρια τράπεζα, αλλά αντίθετα εκτέλεσαν την εντολή της, και έτσι η ενάγουσα ανέκτησε το νέο ομόλογο της εκδότριας τράπεζας σε χρόνο που βρισκόταν σε κατάσταση αφερεγγυότητας, όπως γνώριζαν οι εν λόγω προστηθέντες και περαιτέρω της εμφάνισαν το νέο ομόλογο της ως ασφαλές και μάλιστα ασφαλέστερο του αρχικού, και σταθερό επενδυτικό προϊόν. Ενώ, όπως επίσης γνώριζαν, δεν ήταν τέτοιο. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, οι εναγόμενες, δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα, από την καταρτισθείσα με την ενάγουσα σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, υποχρέωση τους. να προβούν σε ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση της για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, για την εκδότρια αυτού, καθώς και για το κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου της. Η υποχρέωση τους δε αυτή. δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται στις πρωτόδικες προτάσεις τους οι εναγόμενες, η σχετική σύμβαση (παροχής επενδυτικών συμβουλών κατά το άνω έγγραφο) περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, καθόσον οι τελευταίες (απαλλακτικές ρήτρες) στερούνται εγκυρότητας, ως αντικείμενες στην, από τα άρθρα 332. 729 ΑΚ και 6 παρ. 12 ν. 2251/1994, προβλεπόμενη ακυρότητα «κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη» (βλ. ΑΠ 2212/2014 Δημ.Νόμος), ενώ, ούτε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πριν την υπογραφή της προαναφερόμενης έγγραφης πολυσέλιδης σύμβασης ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους τους περί των αναφερόμενων σε αυτή πυκνογραμμένων όρων που υπέγραψε. Με την ανωτέρω συμπεριφορά (αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης της ενάγουσας, καθώς και παροχής σ αυτή σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και ασφάλεια του κεφαλαίου της) των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων, που ενεργούσαν κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ αυτούς υπηρεσίας, υπό τις εντολές και οδηγίες τους, οι εναγόμενες παρέβησαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους, όπως το περιεχόμενο αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ.

Ταυτόχρονα παρέβησαν υπαίτια, τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2251/1994, ενόψει της ιδιότητας της ενάγουσας, ως καταναλωτή. Η υπαίτια δε παράβαση των ανωτέρω διατάξεων συνιστά ταυτόχρονα και παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συμπεριφορά, και όσα αντίθετα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με ης προτάσεις τους είναι αβάσιμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των εναγομένων προκάλεσε την προαναφερόμενη περιουσιακή ζημία που υπέστη η ενάγουσα, καθόσον αυτή προκλήθηκε αποκλειστικά και μόνο από τη δική τους περιγραφόμενη ανωτέρω συμπεριφορά κατά την εν λόγω ζημιογόνο επένδυση. Επομένως, η ζημία, που υπέστη η ενάγουσα και συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της δαπάνης απόκτησης του ομολόγου και της μειωμένης αξίας, μετά από την αντικατάσταση του κατά τα άνω, αυτού που κατέχει, των 6.350 ευρώ, ανερχόμενη στο ποσό των (175.000-6.350=) 168.650 ευρώ, συνδέεται αιτιωδώς με την προεκτεθείσα συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων και οι τελευταίες υποχρεούνται να της καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία ισόποση αποζημίωση για την αποκατάστασή της. Οι εναγόμενες με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προέβαλαν την ένσταση περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας (ΑΚ 298 εδ. α) με την οποία ζητούν να αφαιρεθεί αχό το ποσό που θα εκδικαστεί στην ενάγουσα το ποσό των 28.644.88 ευρώ. το οποίο εισέπραξε αχό την απόδοση του επίδικου ομολόγου ως τοκομερίδια μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, δεδομένου ότι τα όποια τοκομερίδια έλαβε η ενάγουσα αποτελούν μεν κέρδος της από την κατοχή του τίτλου, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου της, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, αλλά από την παραχώρηση του στην εκδότρια του ομολόγου, η οποία το εκμεταλλεύτηκε με τον προσφορότερο γι’ αυτή τρόπο, αποδίδοντας στην ενάγουσα τους συμφωνηθέντες τόκους (βλ. ΑΠ 244/2016, ΕΑ 4841/2014 Δημ.Νόμος). Επίσης, αβάσιμη και απορριπτέα, είναι η επίσης πρωτοδίκως προβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση τους. με την οποία διατείνονται ότι η ενάγουσα με την συμπεριφορά της συντέλεσε με δικό της πταίσμα στην έκταση της ζημίας της (ΑΚ 300». καθόσον όπως προαναφέρθηκε αυτή πάντοτε ενεργούσε με βάση τις συμβουλές και την ενημέρωση που είχε αχό τους υπαλλήλους τους, τους οποίους εμπιστευόταν, χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε αμέλεια σχετικά με τις πληροφορίες που της έδιναν, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τη μείωση της αξίας της επένδυσης, απευθύνθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους των εναγομένων και οι τελευταίοι ήσαν που συνεχώς την καθησύχαζαν στηρίζοντας τις συμβουλές που της είχαν σώσει και μάλιστα μεταγενέστερα της παρείχαν και άλλη εσφαλμένη πληροφορία και ελλιπή ενημέρωση για την προτεινόμενη ανταλλαγή του αρχικού ομολόγου της με το νέο ως και ότι αυτό ήταν ασφαλέστερο του πρώτου, οδηγώντας την με τις παραστάσεις τους και με βάση τους κανόνες της λογικής, στην επιλογή της πρότασης αυτής ως ποιο συμφέρουσας για το κεφάλαιο της, όπως θα έκανε ο μέσος συνετός επενδυτής. Περαιτέρω υποδείχθηκε ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των υπαλλήλων των εναγομένων, υπό τις ειδικές περιστάσεις που παραπάνω εκτίθενται, με συνέχεια την ανωτέρω περιουσιακή ζημία της ενάγουσα, η τελευταία υπέστη θλίψη και στεναχώρια και επομένως δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό της οποίας ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω συνθηκών, το βαθμό πταίσματος των εναγομένων, το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων και τις εν γένει ως άνω περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (βλ. ΑΠ 433/2008, Δημ. Νόμος) σε 2.000 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εύλογο και δεν υπερβαίνει και δη καταφανώς, ούτε υπολείπεται του ποσού που εκδικάζεται συνήθως σε περιπτώσεις (βλ. ΑΠ.Ολ 9/2015 Δημ.Νόμος). Επομένως η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, είναι ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει και πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν εις ολόκληρον η κάθε μία στην ενάγουσα το ποσό των 168.650 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 2.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή συνολικά το ποσό των 170.650 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της μέχρι την εξόφληση.

 

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-ενάγουσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή κατ’ ουσία η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη (και) κατά το μέρος αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος που χωρεί η εξαφάνιση και δικαστεί η αγωγή από το Δικαστήριο αυτό. η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις και σε αυτές των άρθρων 926.481 επ. 345, 346 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ. πρέπει να γίνει αυτή δεκτή κατ’ ουσία και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν εις ολόκληρον η κάθε μία στην ενάγουσα το ποσό των 170.650 ευρώ, νομιμοτόκως ως άνω. Μετά την, κατά τα ανωτέρω, εξαφάνιση της εκκαλουμένης στο σύνολο της, συνεξαφανιζομένης και της διατάξεως αυτής περί επιβολής των δικαστικών εξόδων-συνακόλουθα ο σχετικός με τη διάταξη αυτή λόγος της έφεσης είναι αλυσιτελής-και λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων πρέπει να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες-εναγόμενες, εις ολόκληρον η κάθε μία, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας-ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (αρθ.191 παρ.2, 183 και 178 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Περαιτέρω, λόγω της παραδοχής της έφεσης πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του προαναφερομένου παραβόλου που κατατέθηκε για το παραδεκτό της έφεσης. Τέλος, πρέπει, λόγω της ερημοδικίας των εφεσίβλητων, να οριστεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας για κάθε μία τούτων, για την περίπτωση άσκησης εκ μέρους τους ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής (άρθρ. 505, 501 και 502 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Δικάζει ερήμην των εφεσίβλητων

 

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ

 

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

 

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ 1023/2018 οριστική απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας).

 

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της αγωγής.

 

Δέχεται εν μέρει την αγωγή

 

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενες οφείλουν εις ολόκληρον η κάθε μία στη ενάγουσα το ποσό των εκατό εβδομήντα χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (170.650) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

 

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας παράβολου που κατατέθηκε για την έφεση

 

Καταδικάζει τις εφεσίβλητες-εναγόμενες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας-ενάγουσας και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει προσδιορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

 

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 29-5-2020 σε δημόσια έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριο του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ