ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΔΠρΘεσ 3582/2020 

 

Δημοτικοί Υπάλληλοι. Κατάργηση δώρων εορτών και αδείας με τη διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Με τις αποφάσεις 1307-1316/2019 της Ολομέλειας του ΣτΕ κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος,  κρίθηκε συνταγματική η ανωτέρω διάταξη. Απορρίπτει αγωγή. 

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Κωνσταντινίδη)

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 3582/2010

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Τμήμα ΣΤ΄ Μονομελές

 

 

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2020, με δικαστή την Βασιλική Αγγελοπούλου, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.) και γραμματέα την Σοφία Ορφανίδου, δικαστική υπάλληλο,

 

γ ι α να δικάσει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 11 Απριλίου 2017 (ΑΓ 1435/2017),

 

τ ω ν: 1) …και 9) …, οι οποίες παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου Παρθένας Τάτση,

 

κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία Δήμος Παύλου Μελά, που εκπροσωπείται από τον Δήμαρχο Παύλου Μελά για τον οποίο παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, (Κ.Δ.Δ.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Κωνσταντινίδης. 

 

Κατά τη συζήτηση οι ενάγουσες, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 

Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου [άρθρο 274 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 34 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77)] ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει, νομιμοτόκως, από τότε που κατέστη απαιτητή κάθε ένδικη αξίωση, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 4.250,00 ευρώ σε καθεμία από τις ενάγουσες, μόνιμες υπαλλήλους του. Το ανωτέρω ποσό αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, τα οποία δεν τους καταβλήθηκαν για τα έτη 2013-2016, καθώς και στο επίδομα εορτών (Πάσχα), το οποίο δεν τους καταβλήθηκε για το έτος 2017, λόγω της κατάργησής τους με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), που αντίκειται, όπως υποστηρίζουν, σε διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ. 5), στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ε.Σ.Δ.Α..

 

2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα: α) η 1η ενάγουσα μετατάχθηκε από το ν.π.δ.δ. «Οργανισμός Κοινωνικής Πρόνοιας και Αλληλεγγύης Δήμου Πεντέλης Νομού Αττικής» στο ν.π.δ.δ «Κοινωνικός Οργανισμός Δήμου Παύλου Μελά Νομού Θεσσαλονίκης», του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος Δήμος στις 18-11-2013, ανέλαβε δε υπηρεσία στη νέα της θέση την 1η-1-2014 (σχετ. το 1324/18-11-2013 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η 4/7-1-2014 απόφαση της Προέδρου του Κοινωνικού Οργανισμού Δήμου Παύλου Μελά), β) η 2η ενάγουσα μετατάχθηκε από το ν.π.δ.δ. «Μορφωτικό – Πολιτιστικό – Αθλητικό και Κοινωνικό Νομικό Πρόσωπο Δήμου Πολυγύρου» στο ν.π.δ.δ «Κοινωνικός Οργανισμός Δήμου Παύλου Μελά Νομού Θεσσαλονίκης», του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος Δήμος στις 21-5-2014, ανέλαβε δε υπηρεσία στη νέα της θέση στις 23-6-2014 (σχετ. το 628/21-5-2014 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η 3432/23-6-2014 απόφαση του Προέδρου του Κοινωνικού Οργανισμού Δήμου Παύλου Μελά) και γ) η 9η ενάγουσα αποσπάσθηκε από το ν.π.δ.δ. «Αριστοτέλης Δήμου Πολυγύρου Νομού Χαλκιδικής» στο ν.π.δ.δ «Κοινωνικός Οργανισμός Δήμου Παύλου Μελά Νομού Θεσσαλονίκης», του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο εναγόμενος Δήμος στις 7-5-2013 και ανέλαβε υπηρεσία στη νέα της θέση την 1η-7-2013 (σχετ. η 131/19-6-2013 απόφαση της Προέδρου του Κοινωνικού Οργανισμού Δήμου Παύλου Μελά). Ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή καθόσον αφορά τα κονδύλια των επιδομάτων Πάσχα, αδείας και Χριστουγέννων έτους 2013 για την 1η ενάγουσα, των επιδομάτων Πάσχα, αδείας και Χριστουγέννων έτους 2013 και Πάσχα έτους 2014 για την 2η ενάγουσα και του επιδόματος Πάσχα έτους 2013 για την 3η ενάγουσα, ασκείται απαραδέκτως κατά του εναγόμενου Δήμου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται παθητικά, καθόσον για την καταβολή αυτών ενέχονται οι προηγούμενοι φορείς εργασίας των ανωτέρω εναγουσών, όπως εν μέρει βάσιμα προβάλλει ο εναγόμενος Δήμος με το από 9-12-2019 νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα. Κατά τα λοιπά η υπό κρίση αγωγή έχει ασκηθεί εν γένει παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί κατά το ουσιαστικό της περιεχόμενο.

 

3. Επειδή, όπως κρίθηκε με την 1307/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο. Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ’ ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Στις περιπτώσεις, δε, αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο, δε, αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής («Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016») και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ. σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, καταρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3372, 3373/2015, 3404-3406/2014, 3177/2014, 1286/2012, σκ. 16, 668/2012, σκ. 35), δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Οι υποχρεώσεις αυτές προβλέπονται στις αποφάσεις 2010/320, 2011/734 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δέχθηκε ότι: «…εκδόθηκαν αφού διαπιστώθηκε ότι η επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας απειλούσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τόσο της ιδίας όσο και της ζώνης του ευρώ εν γένει» και ότι «...στο πλαίσιο αυτό τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπουν οι επίμαχες αποφάσεις συζητήθηκαν διεξοδικά με την Ελληνική Κυβέρνηση και συμφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ... Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω δεν ήταν προδήλως αδικαιολόγητο να προβλεφθεί η λήψη μέτρων εξοικονόμησης δαπανών» (βλ. απόφαση Γενικού Δικαστηρίου ΕΕ Τ-531/14, Λεϊμονιά Σωτηροπούλου κατά Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης, σκ. 84, 85, 86). Σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών θεσπίστηκε το προαναφερόμενο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, για τα έτη 2013- 2016, βάσει της από Ιουλίου 2012 μελέτης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών με τίτλο «Επισκόπηση δαπανών Γενικής Κυβέρνησης 2013- 2016». Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, εντοπίστηκαν δαπάνες, η περικοπή των οποίων συμβάλλει σε «αποτελεσματικό και βιώσιμο περιορισμό των ελλειμμάτων». Ειδικά σε σχέση με τη μισθολογική δαπάνη, στη μελέτη διαπιστώθηκε ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα παρά τις παρεμβάσεις που έγιναν από το έτος 2010. Στην ίδια, άλλωστε, διαπίστωση της υψηλής μισθολογικής δαπάνης, ειδικά σε σύγκριση με τα άλλα κράτη- μέλη της Ευρωζώνης, προέβησαν και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ε.Ε. Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργηση τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ (πρβλ. ανωτέρω απόφαση Γενικού Δικαστηρίου ΕΕ Τ-531/14, σκ. 89, 90). Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C-64/16, Associaçâo Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12-11-2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν.3832/2010 (Α´ 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ. έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο «Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011»). Παράλληλα, με τον ν. 4014/2011 θεσπίστηκε νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, με τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ. Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο. Εξάλλου, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3372, 3373/2015, 3404-3406/2014, 3177/2014, 1286/2012, σκ. 16, 668/2012, σκ. 35), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτή μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν.4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Και τούτο, διότι ανεξάρτητα από το ότι ο ν. 4093/2012 περιελάμβανε πλήθος μέτρων με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στα εισοδήματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά και οικονομικών φορέων, ορισμένα από τα οποία κρίθηκαν συνταγματικά [βλ. ενδ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 2307/2014, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι ρυθμίσεις της ΠΥΣ 6/2012, αλλά και του ν.4093/2012 που ακολούθησε με διατάξεις ταυτόσημου περιεχομένου (άρθρου πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.11), οι οποίες περιορίζουν το πεδίο συλλογικής αυτονομίας και ρυθμίζουν μισθολογικά και εν γένει εργασιακά δικαιώματα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και των δημοσίων επιχειρήσεων, όπως η μείωση του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου (σκ. 16, 23 και 36), Σ.τ.Ε. 2439/2015, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το ενωσιακό δίκαιο οι διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. ΙΒ 2 α΄ του ν. 4093/2012, με τις οποίες αντικαταστάθηκε το άρθρο 11 του ν. 4052/2012, για τον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής «claw back και rebate», Σ.τ.Ε. Ολομ. 3373/2015, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι ρυθμίσεις των περ.9 και 12 της υποπαρ.Γ1 της παρ.Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 για τον εξορθολογισμό του μισθολογικού καθεστώτος και την ενιαία αντιμετώπιση των δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στον δημόσιο τομέα, Σ.τ.Ε. 660/2016, με την οποία κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα η περ.4 της υποπαρ. ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για την κατάργηση της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης που ελάμβαναν από το ΕΤΕΑ οι εκπρόσωποι εργατικών και επαγγελματικών οργανώσεων υπό την ιδιότητά τους αυτή, Σ.τ.Ε Ολομ. 734/2016, με την οποία κρίθηκε σύμφωνο με το Σύνταγμα το άρθρο πρώτο, υποπαρ.ΙΑ.5. περ. 2 του ν. 4093/2012 περί μείωσης του εφάπαξ, Σ.τ.Ε. 719/2018, με την οποία κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι διατάξεις της περ.12 της υποπαρ. ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες καταργήθηκε, από 1-11-2012, η προβλεπόμενη από την παρ. 4 του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 ισόβια σύνταξη πολυτέκνου], αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στα Δικαστήρια. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ’ εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ. έκθεση Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους σκ. 9) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσης μέτρα.

 

4. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αναπτύσσεται στο από 10-3-2020 νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα, οι ενάγουσες, μόνιμοι υπάλληλοι με σχέση δημοσίου δικαίου του εναγόμενου Δήμου (σχετ. οι προσκομισθείσες από τις ενάγουσες υπηρεσιακές βεβαιώσεις), ζητούν να υποχρεωθεί να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές, το ποσό των 4.250,00 ευρώ, νομιμοτόκως, από τότε που κατέστη απαιτητή κάθε ένδικη αξίωση, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής τους και μέχρι την εξόφληση. Το ως άνω ποσό αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας για τα έτη 2013-2016, καθώς και στο επίδομα εορτών (Πάσχα) για το έτος 2017, τα οποία παρανόμως, όπως υποστηρίζουν, δεν τους καταβλήθηκαν λόγω της ολοσχερούς κατάργησής τους, από 1-1-2013, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, αντίκειται σε συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες προβάλλουν, καταρχάς, ότι με την επίμαχη ολοσχερή κατάργηση των εν θέματι επιδομάτων επέρχεται κατάφορη παραβίαση της αρχής της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), από την οποία εκπορεύεται και το δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση και το δικαίωμα σε λήψη ενός ελαχίστου εισοδήματος, το δε ποσό των επιδομάτων που καταργήθηκαν, ύψους περίπου 1.00,00 ευρώ ετησίως, δεν αποτελούσε απλά παροχή για την κάλυψη πρόσθετων αναγκών τους, αλλά ουσιώδες μέρος του μισθού τους, για την κάλυψη των μέσων βιοπορισμού τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το εν λόγω μέτρο έρχεται να προστεθεί σε πλήθος άλλων μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί σε βάρος των ίδιων προσώπων (όπως εκτεταμένες περικοπές των αποδοχών τους και φορολογικές επιβαρύνσεις), επιβαρύνοντας την ίδια κατηγορία πολιτών (μισθωτούς) έναντι άλλων ομάδων πολιτών, πλήττει δε, κατά τρόπο ενιαίο τόσο τους υψηλόμισθους δημοσίους υπαλλήλους όσο και τους χαμηλόμισθους με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το άρθρο 4 παρ. 5. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η ολοσχερής κατάργηση των εν λόγω επιδομάτων παραβιάζει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, καθώς αποτελεί μέτρο απρόσφορο και μη αναγκαίο για την επίτευξη της δημοσιονομικής εξισορρόπησης της χώρας, ο δε νομοθέτης διέθετε άλλες ηπιότερες επιλογές για την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Τέλος, ισχυρίζονται ότι η ρύθμιση αυτή οδηγεί σε αδικαιολόγητη και ανεπίτρεπτη συρρίκνωση του εισοδήματός τους παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ενόψει όλων των ανωτέρω, υποστηρίζουν ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμοστεί και, συνεπώς, εφαρμοστέα είναι η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, που καθορίζει το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε 500,00 ευρώ, το επίδομα εορτών Πάσχα σε 250,00 ευρώ και το επίδομα αδείας σε 250,00 ευρώ. Αντίθετα, ο εναγόμενος Δήμος, με το από 9-12-2019 νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα, ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αγωγής, επικαλούμενος τα κριθέντα με τις 1307 - 1316/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

5. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν στην 3η σκέψη, η κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων εορτών και αδείας με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των εναγουσών και συνεπώς δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. ούτε στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, δεν παραβιάζεται εν προκειμένω το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφενός η κατάργηση των ανωτέρω επιδομάτων συνιστά μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1307-1316/2019, ΣτΕ Ολομ. 668/2012) και αφετέρου διότι τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας δεν συναρτώνται με το ύψος του μισθού, αλλά συνδέονται από τη φύση τους και ενόψει του νομοθετικού λόγου της θέσπισής τους, με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, οι ανάγκες δε αυτές συντρέχουν για όλους τους υπαλλήλους ανεξαρτήτως του μισθού ή της σύνταξης καθενός από αυτούς (πρβλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ.). Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η συνταγματική αυτή διάταξη δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης (πρβλ. ΣτΕ 3404-6/2014 Ολομ., 668/2012 Ολομ., 3783/2015 7μ., 1240/2017). Όπως, όμως, προεκτέθηκε, η επερχόμενη, αρχικά με την περικοπή και τελικά με την κατάργηση των επίδικων επιδομάτων, μείωση των συνολικών αποδοχών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων. Εν όψει τούτων, δοθέντος ότι οι διατάξεις του ν. 4093/2012, περί κατάργησης των ένδικων επιδομάτων, δεν αντίκεινται σε κάποια συνταγματική ή άλλη διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος, δεν υφίσταται παρανομία των οργάνων του εναγομένου από τη μη καταβολή στις ενάγουσες των ένδικων επιδομάτων. Συνακόλουθα, η κρινόμενη αγωγή, με την οποία προβάλλονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

 

6. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί, κατ’ εκτίμηση, όμως, των περιστάσεων, να απαλλαγούν οι ενάγουσες από τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Απορρίπτει την αγωγή.

 

Απαλλάσσει τις ενάγουσες από τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου.

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στη Θεσσαλονίκη, με τη σύνθεση που αναγράφεται στο οικείο πρακτικό, στις 11-5-2020.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ