ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΔΠρΑθ 6609/2020

 

Μειώσεις συντάξεων - ΕΦΚΑ - Απαράδεκτη αγωγή -.

 

Απαράδεκτη αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω μειώσεως που επιβλήθηκε στις συντάξεις των εναγόντων κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Δεν αποδίδεται καμία παράνομη πράξη σε όργανα του Ελληνικού Δημοσίου η οποία να προκάλεσε στους ενάγοντες την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που επικαλούνται. Έλλειψη νομιμοποίησης των πληρεξουσίων δικηγόρων ορισμένων εκ των εναγόντων. Απαράδεκτη η αγωγή ως προς τους εν λόγω ενάγοντες. Άσκηση αγωγής κατά τα άρθρα 105, 106 ΕισΝΑΚ. Στοιχεία δικογράφου. Με την αγωγή κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διώκεται μόνον η ικανοποίηση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αίτημα της οποίας είναι η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής είτε η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης και όχι η διαμόρφωση δικαιώματος ή η διάπλαση έννομης σχέσης. Αοριστία αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω μειώσεως που επιβλήθηκε στις συντάξεις των εναγόντων. Δεν προσδιορίζεται το είδος της σύνταξης που λαμβάνουν και ο χρόνος της χορήγησής της, ούτε το χρονικό διάστημα για το οποίο αιτούνται την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης κ.λπ. Προσδιορισμός του συνολικού ποσού που ζητείται κατά προσέγγιση και με τρόπο αντιφατικό. Απαράδεκτο λόγο αοριστίας και το επικουρικό αίτημα της αγωγής.

 

 

 

Αριθμός Απόφασης 6609/2020

ΑΓ ./2016

 

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

ΤΜΗΜΑ 13° ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

 

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Ιανουαρίου 2020, με δικαστή τη Βανέσσα- Παναγιώτα Ντέγκα, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα την Αικατερίνη Καραγεώργου, δικαστική υπάλληλο,

 

γ ι α να δικάσει την αγωγή με χρονολογία κατάθεσης 13-6-2016,

 

τ ω ν: 1. … 50. …, οι οποίοι παραστάθηκαν με το δικηγόρο Σέργιο Τρεχλή

 

κατά: 1) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και ήδη του καθολικού του διαδόχου με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ), που εκπροσωπείται από το Διοικητή του, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του πληρεξούσιου δικηγόρου Διονυσίου Κάραλη και 3) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης» (ΕΤΕΑ) και ήδη του καθολικού του διαδόχου με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών» (ΕΤΕΑΕΠ), που εκπροσωπείται από το Διοικητή του, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αγγελικής Πυργάκη.

 

Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι που παραστάθηκαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφτηκε κατά το νόμο

 

 

1.. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, ζητείται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να καταβάλουν σε καθένα εκ των εναγόντων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής α) το ποσό των 25.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ' άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από τις περικοπές που επιβλήθηκαν στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου τρίτου παρ. 10 του ν. 3845/2010 (Α'65), του άρθρου 44 παρ. 13 του ν. 3986/2011 (Α%2), του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 4024/2011 (Α' 226), του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 (Α'40) και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. IA.5 και υποπαρ. ΙΑ. 6 παρ. 3 του ν. 4093/2012 (Α'222), οι οποίες αντίκεινται, κατά τους ισχυρισμούς τους, σε διατάξεις συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος και β) το ποσό 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την ίδια αιτία. Επικουρικώς, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους επιστρέψουν, νομιμοτόκως, τα ποσά των μειώσεων, κρατήσεων και εισφορών που επιβλήθηκαν στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τέλος, ζητούν να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν τις καταβαλλόμενες σε αυτούς κύριες και επικουρικές συντάξεις στο ύψος που είχαν πριν από τη θέση σε ισχύ των ίδιων ως άνω διατάξεων.

 

2. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 72 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α'97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού. Και τούτο, διότι από το περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν αποδίδουν καμία παράνομη πράξη ή παράλειψη σε όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία να τους προκάλεσε την επικαλούμενη από αυτούς περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, αλλά αντιθέτως θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις τους στην καταβολή μειωμένων κύριων και επικουρικών συντάξεων, συνεπεία της εφαρμογής εκ μέρους των οργάνων του Ε.Φ.ΚΑ. και του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. των διατάξεων που εκτίθενται στην πρώτη σκέψη της παρούσας.

 

3. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής υπογράφεται μόνο από το φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, των εναγόντων, Ιωάννη Δούσκα, ενώ, κατά την παρούσα δικάσιμο, οι ενάγοντες παραστάθηκαν δια του φερόμενου ως πληρεξούσιου δικηγόρου τους Σέργιου Τρεχλή. Ωστόσο, οι 1ος (…), 7ος (…), 8ος (…), 10η (…), 11ος (…), 12ος (Ιωάννης Ψυχογιός), 14ος (…), 16η (…), 17ος (…), 20ος (…), 21ος (…), 22ος (…), 23ος (…), 33ος (…), 34η (…), 36ος (…), 37ος (…), 39ος (…), 40ος (…), 41ος (…), 42ος (…), 43ος (…), 44ος (…), 48η (…), 49ος (…) και 50η (…) των εναγόντων δεν εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο για να δηλώσουν ότι εγκρίνουν την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, ούτε, εξάλλου, έως τη συζήτηση της υπόθεσης, προσκόμισαν συμβολαιογραφική πράξη, ούτε εξουσιοδότηση περί παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την αγωγή ή τον παρασταθέντα στο ακροατήριο δικηγόρο. Κατόπιν αυτών, για το λόγο ότι οι ως άνω φερόμενοι ως πληρεξούσιοι των εναγόντων δεν νομιμοποιήθηκαν με κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 30 του Κ.Δ.Δ. τρόπους, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες.

 

4. Επειδή, στο άρθρο 71 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι : «1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. 2...» και στο άρθρο 73 ότι : «1. Το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να περιέχει και: α) καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση, β) σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα. 2. Αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι: α) η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής, ή β) η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης.».

 

5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση αγωγής κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την παράνομη πράξη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη έκδοσης νόμιμης πράξης ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης υλικής ενέργειας, από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση, σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και σαφώς καθορισμένο αίτημα (βλ. ΣτΕ 116/2019, 2526/2017, 324/2015, 3141/2011, 8/2010). Ειδικότερα, για το ορισμένο του αιτήματος πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο το αιτούμενο ποσό και η αιτία για την οποία οφείλεται (πρβλ. ΣτΕ 7/2016, 201/2014, 1/2013, 2003/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 71 παρ. 1 και 73 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας/προκύπτει ότι με την αγωγή κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διώκεται μόνο η ικανοποίηση χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αίτημα της οποίας είναι είτε η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής είτε η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης και όχι η διαμόρφωση δικαιώματος ή η διάπλαση έννομης σχέσης (βλ. ΣτΕ 1313/2016, 1533/2016, 616, 4693/2012, 3872/2009, 2112/1995 επταμ.).

 

6. Επειδή, στο κρινόμενο δικόγραφο, υπό τον τίτλο «II. ΙΣΤΟΡΙΚΟ» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «...όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες τυγχάνουμε συνταξιούχοι των ως άνω εναγόμενων Ταμείων ως προς την κύρια και επικουρική σύνταξη μας. Όλοι είχαμε δικαιωθεί συντάξεως σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ... Οι εισφορές μας είχαν καταβληθεί κανονικά τόσο για την κύρια όσο και για την επικουρική σύνταξη ... Ενώ λοιπόν υπήρχε όχι απλώς έννομη προσδοκία αλλά γεγεννημένο δικαίωμα λήψεως συντάξεως συγκεκριμένου ποσού τόσο για την κύρια όσο και την επικουρική σύνταξη, εντούτοις χωρίς να συντρέχει συγκεκριμένος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να επιβάλλει τον συγκεκριμένο περιορισμό και χωρίς να υπάρχει η αντίστοιχη έρευνα και μελέτη για τις ενδεδειγμένες περικοπές που θα επέτρεπαν την δημοσιονομική διάσωση της Χώρας, απεφασίσθηκαν οι συγκεκριμένες περικοπές. Συγκεκριμένα με την υπό κρίσιν Αγωγή μας, ζητούμε α) να μας επιστραφούν οι περικοπές που επεβλήθησαν επί των συντάξεων κύριων και επικουρικών δυνάμει ί) του άρθρου τρίτου παρ. 10 του ν. 3845/2010, ii) του άρθρου 44 παρ. 13 του ν. 3986/2011, iii) του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 4024/2011, ίν) του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και ν) του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ.1 και υποπαρ. ΙΑ. 6 παρ. 3 του ν. 4093/2012 και β) να επανέλθουν οι συντάξεις μας στο ποσό που προσδιορίστηκε με τις αντίστοιχες πράξεις απονομής. Λόγω του πολύπλοκου του υπολογισμού των περικοπών που επεβλήθησαν που καθορίζουν την θετική ζημία και που κυμαίνεται μεταξύ των 13.616 ευρώ και των 20.000 ευρώ, ζητούμε συνολική αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία για την στέρηση των ποσών αυτών την υποβολή μας σε εξουθενωτικούς περιορισμούς ως προς την ποιότητα βασικών βιοτικών μας αναγκών και του περιορισμού της κοινωνικής μας ζωής αλλά και για λόγους που θίγουν την αξιοπρέπεια μας ως εργαζόμενων επί σειρά ετών, υποβαλλομένων στις προβλεπόμενες εισφορές για την κατοχύρωση των συντάξεων αυτιών. Επομένως, εκτός από την άμεση επιστροφή των παρακρατηθέντων ποσών' συνυπάρχει και αιτία αποζημίωσης για λόγους ηθικής βλάβης λόγω των στερήσεων και ταλαιπωριών που υπέστημεν από τον παραπάνω οικονομικό περιορισμό, η χρηματική ικανοποίηση της οποίας συνδυαστικά θετικά και αποθετικά ανέρχεται σε 35.000 ευρώ για τον κάθε έναν εξ ημών. Εξ αυτών τα 25.000 ευρώ είναι μεσοσταθμικά η παρακράτηση που μας επεβλήθη και 10.000 ευρώ,. μεσοσταθμικά αντιστοιχεί στην χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστημεν από τον παραπάνω επαχθή περιορισμό των συντάξεων μας. Τέλος όλως επικουρικώς ζητούμε όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, να μας επιστρέψει κάθε ποσό που μας παρακράτησε εξ αιτίας των παραπάνω διατάξεων που λόγω του πολύπλοκου του υπολογισμού αυτών δε μπορούμε επακριβώς να προσδιορίσουμε επιπλέον δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να επαναφέρουν τις συντάξεις μας στο επίπεδο που θα ήταν αυτές αν δεν είχαν επιβληθεί οι παραπάνω μειώσεις...... Εν συνεχεία, στο ίδιο δικόγραφο, αφού εκτίθεται το κείμενο της υπ' αριθμ. 2287/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (κεφάλαιο III του δικογράφου υπό τον τίτλο «ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ»), ακολουθεί το κεφάλαιο «IV. ΑΞΙΩΣΕΙΣ», στο οποίο αναφέρονται τα εξής : «...Οι παραπάνω περιορισμοί κρατήσεις και εισφορές ανέρχονται μεσοσταθμικά για καθέναν από εμάς περίπου  στις  15.000 ευρώ ποσό το οποίο είναι αδύνατον να προσδιορίσουμε γΓ αυτό και κατ' εκτίμηση ζητούμε ισόποση αποζημίωση, για την θετική ζημία που υπέστημεν πλέον του ποσού των 10.000 ευρώ και συνολικά 25.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστημεν λόγω θετικής και αποθετικής ζημίας... Όλως επικουρικώς και σε περίπτωση που κριθεί αόριστο το παραπάνω αίτημα μας, ζητούμε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να μας επιστρέψουν κάθε μείωση κράτηση ή εισφορά που επεβλήθη δυνάμει ί) του άρθρου τρίτου παρ. 10 του ν. 3845/2010, ii) του άρθρου 44 παρ. 13 του ν. 3986/2011, iii) του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 4024/2011, ϊν) του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και ν) του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ.1 και υποπαρ. ΙΑ. 6 παρ. 3 του ν. 4093/2012. Επίσης, ζητούμε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να επανέλθει η σύνταξη μας στο ποσό, που προσδιορίστηκε με τις αντίστοιχες πράξεις απονομής, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί που επέβαλαν οι παραπάνω διατάξεις ...». Τέλος, στο κεφάλαιο του δικογράφου με τίτλο «V. ΑΙΤΗΤΙΚΟ» εκτίθεται ότι : «... Επειδή μειώσεις συντάξεων μόνο σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών μπορούν να χωρήσουν και, επομένως, η παράλειψη της επιβεβλημένης εκπονήσεως μελέτης των επιπτώσεων που επιφέρουν στο βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων μειώσεις των απονεμηθεισών σ ‘αυτούς συντάξεων δεν μπορεί να συγχωρηθεί, κατά τις προπαρατεθείσες στη μείζονα νομική βάση της παρούσης, συνταγματικές διατάξεις, με την επίκληση τέτοιων δημοσιονομικών συνθηκών και την κατεπείγουσα ανάγκη αντιμετωπίσεως των αναδυόμενων υπό τις συνθήκες αυτές κινδύνων για την οικονομία της Χώρας. Επειδή μεσοσταθμικά οι μειώσεις και οι παραπάνω κρατήσεις ανέρχονται για τον κάθε έναν από μας περίπου στα 25.000 ευρώ χωρίς να είναι δυνατός ο ακριβής περιορισμός των ποσών. Επειδή από την αποστέρηση των παραπάνω ποσών υπέστημεν ηθική βλάβη για τη χρηματική ικανοποίηση του οποίου πρέπει να μας επιδικαστεί αποζημίωση ύψους 10.000 ευρώ. Επειδή, λόγω της πολυπλοκότητας θα πρέπει εάν κριθεί αόριστο το παραπάνω ποσό να αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα οφείλουν να μας επιστρέψουν κάθε ποσό που επήλθε συνεπεία μειώσεως κρατήσεως ή εισφοράς στις κύριες και επικουρικές συντάξεις μας δυνάμει των παραπάνω διατάξεων ... ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ... Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μας σε όλα τα αιτήματα. Να υποχρεωθούν τα εναγόμενα κατά το μέρος που ευθύνονται ήτοι για τις αντίστοιχες αξιώσεις, να μας καταβάλουν, στον καθένα από μας το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (35.000 ευρώ) συνολικά, νομιμοτόκως από την ημερομηνία επίδοσης της παρούσης, για την θετική και αποθετική ζημία που υπέστημεν, συνεπεία των λόγων που παραπάνω αναλυτικώς εξετέθησαν. Να αναγνωριστεί όλως επικουρικώς και σε περίπτωση που απορριφθεί το προηγούμενο αίτημα μας, ότι τα εναγόμενα οφείλουν να μας επιστρέψουν κάθε μείωση κράτηση ή εισφορά που μας επεβλήθη συνεπεία των παραπάνω διατάξεων νομιμοτόκως. Να αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα οφείλουν να αποκαταστήσουν τις συντάξεις μας, κύριες και επικουρικές στο ύψος που αυτές θα ήταν αν δεν είχαν εμφιλοχωρήσει οι παραπάνω αντισυνταγματικές διατάξεις ...».

 

7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και ενόψει των διατάξεων που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας (σκ. 4 και 5), το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπό κρίση αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι με το κρινόμενο δικόγραφο, έκαστος εκ των εναγόντων ζητεί, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη συνολικού ύψους 25.000,00 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000,00 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζεται το είδος της σύνταξης που λαμβάνουν και ο χρόνος της χορήγησης της, ούτε το χρονικό διάστημα για το οποίο αιτούνται την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, ενώ, περαιτέρω, δεν εξειδικεύεται στο δικόγραφο πως προκύπτει το αιτούμενο ποσό των 25.000,00 ευρώ, με συγκεκριμένη και σαφή αναφορά στο ύψος της περιουσιακής ζημίας που υπέστησαν αφενός από τις περικοπές της κύριας σύνταξης και αφετέρου από τις περικοπές της επικουρικής τους σύνταξης. Περαιτέρω, το συνολικώς αιτούμενο ποσό των 25.000,00 ευρώ προσδιορίζεται από τους ενάγοντες κατά προσέγγιση και με τρόπο αντιφατικό, καθώς σε διαφορετικά σημεία του δικογράφου γίνεται λόγος για περιουσιακή ζημία κυμαινόμενη από 13.616,00 έως 20.000 ευρώ και για περιουσιακή ζημία ύψους 15.000,00 ευρώ, ενώ στο αιτητικό ζητείται η καταβολή σε έκαστο εκ των εναγόντων συνολικού ποσού 35.000,00 ευρώ, χωρίς να εξειδικεύεται το ποσό που ζητούν από έκαστο εκ των εναγόμενων φορέων, κατ' επιμερισμό του συνολικώς αιτηθέντος. Το, δε, επικουρικό αίτημα της αγωγής περί επιστροφής στους ενάγοντες των ποσών των μειώσεων, κρατήσεων και εισφορών που επιβλήθηκαν στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι επίσης απορριπτέο ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας,   προεχόντως,   διότι   δεν  είναι  σαφώς  καθορισμένο,   ελλείψει προσδιορισμού συγκεκριμένου χρηματικού ποσού (πρβλ. ΣτΕ 1/2013). Τέλος, το αίτημα της αγωγής περί αναπροσαρμογής των κύριων και επικουρικών συντάξεων στο ύψος που είχαν πριν από την επιβολή των αναφερόμενων στο δικόγραφο περικοπών, προβάλλεται, επίσης, απαραδέκτως, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην 5η σκέψη της παρούσας, αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι μόνο η αναγνώριση χρηματικής αξίωσης ή η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής καΓ όχι η διάπλαση έννομη σχέσης.

 

8. Επειδή, κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολο της, να μην καταλογισθούν σε βάρος των εναγόντων τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου και του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρο 275 παρ. 7 του Κ.Δ.Δ.) και, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγούν οι ενάγοντες από τα δικαστικά έξοδα του Ε.Φ.Κ.Α. (άρθρο 275 παρ. 1 εδ ε του Κ.Δ.Δ.).

 

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

 

Απορρίπτει την αγωγή.

 

Απαλλάσσει τους ενάγοντες από τα δικαστικά έξοδα του Ε.Φ.Κ.Α.

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 28 .4.2020.

 

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΝΕΣΣΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΝΤΕΓΚΑ           ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥ