ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΠατρών 937/2019

 

Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης - Προθεσμία ανακοπής - Τράπεζες - Πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία πιστούχου -.

 

Οφειλή σε τράπεζα από σύμβαση πίστωσης δι’ ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού. Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της τράπεζας για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς είχε δημιουργηθεί στους πιστούχους η εύλογη πεποίθηση ότι εξαιτίας της προσωρινής έλλειψης ρευστότητά τους, η τράπεζα δεν θα επέσπευδε σε βάρος τους εκτέλεση για την άμεση είσπραξη της απαίτησής της. Άσκηση ανακοπής. Προθεσμία για την άσκηση ανακοπής. Πρόκληση στους ανακόπτοντες υπέρμετρης και ανυπολόγιστης βλάβης η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με διαφορετικό τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων ως αντίθετων στα άρθρα 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 και 25 παρ. 3 Συντ. Αρχές καλής πίστης, χρηστών ηθών και αναλογικότητας.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου,  εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

 

 

Αριθμός 937/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αλπέντζου Κωνσταντούλα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Πατρών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κατσαΐτη.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Πάτρα την 7π Νοεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Των ανακοπτόντων: 1] Της εδρεύουσας στην Πάτρα ( Περγάμου 111) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «ΥΙΟΙ ... Ο.Ε.», νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2] ..., κατοίκου Πατρών ( Περγάμου 111) και 3] ..., κατοίκου Πατρών (...), εκ των οποίων ο δεύτερος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί δια του του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Πατρών, Δημητρίου Τσαούσογλου.

 

Της καθ' ης η ανακοπή: Της υπο ειδική εκκαθάριση τελούσας συνεταιριστικής τράπεζας με την επωνυμία «ΑΧΑΪΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ ΠΕ» που εδρεύει στην Πάτρα (Γλαύκου 93) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Πατρών Αβραμόπουλου Αργύρη.

 

Οι ανακόπτοντες με την από 31-12-2018 ανακοπή τους (αριθ. εκθ. καταθ. ./2-1-2019) και τους από 14-1-2019 πρόσθετους λόγους ανακοπής (αριθ. εκθ. καταθ. ./14-1-2019) που απευθύνονται στο Δικαστήριο αυτό και συνεκδικάζονται λόγω συνάφειας ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτήν.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Φέρονται προς συζήτηση η από 31-12-2018 (αριθ. εκθ. καταθ. ./2-1-2019) ανακοπή τους και οι από 14-1-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. ./14-1-2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής (ανακοπής), που λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας πρέπει να συνεκδικαστούν επειδή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται συγχρόνως μείωση των δικαστικών εξόδων (άρθρα 31 και 246 ΚΠολΔ).

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι το δημοσίου δικαίου δικαίωμα του δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη του, για την πραγμάτωση εξοπλισμένης με εκτελεστό τίτλο απαίτησης, στηρίζεται σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η άσκηση του (με την κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη) δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ναι μεν η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως, μόνο ίο γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκηση του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησης του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1504/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 106/2013 ΧΡΙΔ 2013, 584, ΑΠ  1352/2011  ΕΕμπΔ 2012, 417, ΑΠ 1472/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμα του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκηση του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ  1873/2014, ΑΠ 1352/2011 ΕΕμπΔ 2012, 417, ΑΠ 385/2010, ΑΠ 331/2009, Εφ Πειρ. 523/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος ίου δικαιούχου από την παρακώλυση ιης ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 736/2012, ΑΠ 385/2010 ΕφΑΔ 2010, 1136, ΑΠ 381/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ' αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικά κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ' αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειες της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1352/2011 ΕΕμπΔ 2012, 417). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέ¬λεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή αν ασκηθεί εντός προ¬θεσμιών που η διάταξη αυτή καθορίζει ανάλογα με τον προβαλλόμενο λόγο και την προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης. Οι προθεσμίες αυτές είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδος τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 758/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατ' ακολουθία, σε περίπτωση που προβάλλεται ως λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η συνεπεία αυτού ακυρότητα της εκτέλεσης, αν μεν η αντίθεση αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα αυτού, με την επιδίωξη εκτέλεσης δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντίθετα προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 α του ΚΠολΔ. Αν δε η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτέλεσης, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β^ του ΚΠολΔ, δηλαδή έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά τσ άρθρα 934 παρ. 2 ΚΠαλΔ, η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (Ολ.ΑΠ 12/2009, ΑΠ 261/2017, ΑΠ 1077/2015).

 

Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση ανακοπή και τους ως άνω πρόσθετους λόγους αυτής (ανακοπής), οι ανακόπτοντες ζητούν για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στα ως άνω δικόγραφα λόγους, την ακύρωση της αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας των τραπεζικών εταιριών ( Eurobank, Alpha Bank, Τράπεζας Πειραιώς, Attica bank, Εθνικής τράπεζας) ως τρίτων, που επιβλήθηκε σε βάρος αυτών (ανακοπτόντων) και επί της απαίτησης προερχόμενη από την υπ' αριθμ, ./14-9-1999 σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, με το από 21-12-2018 κατασχετήριο έγγραφο σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. ./16-1-2018 διαταγής πληρωμής.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη ανακοπή ασκείται νο¬μότυπα (άρθρα 585 § 1, 215§ 1 εδ. α' ΚΠολΔ) και αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ' ύλη ν και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 933 §§ 1 και 2 περ. α' ΚΠολΔ) προς εκδίκαση της, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 και 614 ΚΠολΔ), η οποία εφαρμόζεται και για τη διάγνωση της εκτελεστέας αξίωσης, με τις παρεκκλίσεις των άρθρων 583 επ., 933 και 934 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι στις ανακοπές κατά εκτέλεσης διαταγής πληρωμής ως κριτήριο χρησιμοποιείται η διαδικασία με την οποία κρίνεται η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής (για το ζήτημα της εφαρμοστέας διαδικασίας: ΑΠ 1630/1983 ΝοΒ 32.1367 - ΕφΠατρ 821/1994 ΕλλΔνη 37.1628 - Εφθεσ 3208/1988 Αρμ 1989.985 - βλ. Π. Γέσιου-Φαλισή «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης», τομ. I Γενικό Μέρος, 1998, § 41, σελ. 620-621 - Νικολόπουλο, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ I [2000], υπό άρθρο 933, αρ. 12 -Ι. Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεσις», τόμος πρώτος, Β' εκδ., υπό άρθρο 933, § 158, σελ. 433 υποσ. 127). Παραδεκτοί επίσης είναι και οι νέοι (πρόσθετοι) λόγοι ανακοπής που συμπλήρωσαν την  ασκηθείσα ανακοπή τους με την αναφορά ενός ακόμη τραπεζικού λογαριασμού όψεως της Τράπεζας Πειραιώς, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε την 14-1-2019 στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται και η ανακοπή και κοινοποιήθηκαν στην καθ' ης στις 17-1-2019 (βλ. την προσκομιζόμενη από τους ανακόπτοντες, υπ' αριθμ. ./17-1-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών, ...), τηρουμένων σωρευτικά και των δύο γνήσιων δικονομικών προθεσμιών τόσο του άρθρου 585 § 2β' ΚΠολΔ, όσο και του άρθρου 934 § Ιβ' ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ασκήθηκαν αφενός εντός οκτώ (8) τουλάχιστον ημερών πριν από τη συζήτηση της ανακοπής όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 585 § 2β' ΚΠολΔ (όπως η § 2 αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015), και αφετέρου εντός της προβλεπόμενης εκ του άρθρου του 934 § 1β ΚΠολΔ προθεσμίας που εκτείνεται ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 § 2 ΚΠολΔ, αν πρόκειται για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, όπως εν προκειμένω, είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, ενόψει του γεγονότος ότι οι υπό κρίση πρόσθετοι λόγοι ανακοπής υπόκεινται στο δεύτερο στάδιο προθεσμίας του άρθρου 934 § 1β ΚΠολΔ, διότι αφορούν την εκτελούμενη απαίτηση, με την επισήμανση ότι ο πρώτος εξ των λόγων αυτών που αφορά αντίθεση της επισπευδόμενης εκτέλεσης στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη δεν αποτελεί ουσιαστικό ελάττωμα του τίτλου, ώστε να καθίσταται εφαρμοστέα η βραχύτερη προθεσμία του άρθρου 934 § Ια' ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, όπ.π. § 40 III 1 αρ. περιθ. 14, σελ. 605), αλλά αποτελεί λόγο που αφορά την εκτελούμενη απαίτηση (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, όπ.π. § 39 IV 2 αρ. περιθ. 28, σελ. 578). Πρέπει, επομένως, η ένδικη ανακοπή και οι κρινόμενοι νέοι (πρόσθετοι) λόγοι αυτής να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα τους.

 

Η ανακόπτουσα με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης ανακοπής και τους πρόσθετους λόγους ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη με την ένδικα ανακοπή πράξη της επισπευδόμενης από την καθ' ης αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι η από 21-12-2018 κατάσχεση, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, και ως εκ τούτου δικονομικά άκυρη, διότι αποτελεί καταχρηστική άσκηση της αξίωσης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση.

 

Ο λόγος αυτός της ανακοπής, κατά την ακολουθούμενη από Δικαστήριο αυτό άποψη, ερείδεται σε ισχυρισμό που αφορά την απαίτηση, διότι όταν ο λόγος ανακοπής του 933 για την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αμφισβητεί -όπως εν προκειμένω- το επιτρεπτό ή μη της ικανοποίησης της απαίτησης, η οποία επιδιώκεται με την αναγκαστική εκτέλεση και κατά τελολογική ακολουθία και της πράξης εκτέλεσης με την οποία η αξίωση αυτή πραγματώνεται αναγκαστικά, η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εντοπίζεται στις ουσιαστικές σχέσεις των μερών και πρέπει να αντιμετωπίζεται με τα κριτήρια του ουσιαστικού δικαίου (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, όπ.π. § 39 I 4 σελ. 566 αρ. περιθ. 10-11, § 39 III 2 σελ. 572 και § 39 IV 2 αριθμ. περιθ. 27-28, σελ. 576-579). Ο παραπάνω λόγος της ανακοπής, είναι επαρκώς ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και 933 επ. ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

Από την ανωμοτί κατάθεση στο ακροατήριο του δεύτερου ανακόπτοντος που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που νομοτύπως προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι για τα οποία θα γίνει ειδική μνεία κατωτέρω χωρίς να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς αποδείχθηκαν τα  ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Βάσει της από 31.1.2018 παρά πόδας πιστού αντιγράφου από το με αριθμό ./2018 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό 3/2018 Διαταγής Πληρωμής (του Δικαστή) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών επιταγής προς πληρωμή, η οποία επιδόθηκε στους ανακόπτοντες, σε βάρος των οποίων εκδόθηκε αυτή, την 7η-2-2018 (όπως προκύπτει τις με αριθμούς .../7-2-2018 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών, ...) και με την οποία επιτάχθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν στην καθ ής η ανακοπή το ποσό των 96.300, 62 ευρώ πλέον τόκων από 1-7-2016 ως οφειλή προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ./14-9-1999 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού (και τις πρόσθετες πράξεις αυτής), το ποσό των 2.900 ευρώ για όρον του διακανονισμού της οφειλής τους, λόγω της μακροχρόνιας ομαλής συνεργασίας τους, δημιουργώντας σ' αυτούς την εύλογη πεποίθηση, ότι εξαιτίας της προσωρινής έλλειψης ρευστότητας τους δεν θα επέσπευδε σε βάρος τους εκτέλεση για την άμεση είσπραξη της απαίτησης της. Επιπροσθέτως σε εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, οι ανακόπτοντες κατέβαλαν στην καθ'ης η ανακοπή μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2018 το συνολικό ποσό των 24.970, 98 ευρώ. Εξάλλου, η καθής η ανακοπή με τις υπ' αριθμ. ./23-7-2018, ./2-10-2018 και ./11-10-2018  επιστολές της προς τους ανακόπτοντες ενημέρωσε τους τελευταίους για τη δυνατότητα ρύθμισης της οφειλής τους επισημαίνοντας ότι η έναρξη της ρυθμιστικής διαδικασίας προϋποθέτει την καταβολή ποσού 15.029,92 ευρώ. Συγκεκριμένα η καθ'ης η ανακοπή ενημέρωσε τους ανακόπτοντες ότι είχε εγκριθεί ρύθμιση οφειλής με προκαταβολή 40.000 ευρώ (στα οποία περιλαμβάνονταν το ποσό των 24.970, 98 ευρώ που είχαν ήδη καταβάλλει και ότι απέμενε ποσό 15.029, 92 ευρώ). Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των ανωτέρω διαπραγματεύσεων σε εκτέλεση της με αριθμό 3/2018 Διαταγής Πληρωμής (του Δικαστή) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, και βάσει της από 31.1.2018 παρά πόδας πιστού αντιγράφου από το με αριθμό ./2018 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό ./2018 Διαταγής Πληρωμής (του Δικαστή) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών επιταγής προς πληρωμή, η καθ ής επέβαλε, δυνάμει του από 21-12-2018 κατασχετηρίου κατάσχεση εις χείρας των τραπεζικών εταιριών (Eurobank, Alpha Bank, Τράπεζας Πειραιώς, Attica bank, Εθνικής τράπεζας) ως τρίτων και δη στους λογαριασμούς που τηρούσαν οι ανακόπτοντες στις ανωτέρω τράπεζες, επιδιώκοντας άμεσα την είσπραξη του ανεξόφλητου υπολοίπου της οφειλής τους. Εκ των ανωτέρω αναφερόμενων συνάγεται ότι η επίσπευση από την καθ' ης η ανακοπή της εν λόγω πράξεως εκτελέσεως, θα επιφέρει στους ανακόπτοντες ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς αυτοί (ανακόπτοντες) από τους λογαριασμούς που τηρούν στις ανωτέρω τράπεζες δεν θα μπορούν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και δη προμηθευτές, προσωπικό (16 εργαζομένους), ΕΦΚΑ, Ελληνικό Δημόσιο κλπ με αποτέλεσμα να κλείσει η επιχείρηση αφού από την εν λόγω επιχείρηση βιοπορίζονται οι ανακόπτοντες και οι οικογένειες τους. Πράγματι, η καθ ής επέλεξε να επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση στους προαναφερόμενους λογαριασμούς, επιφέροντας στους ανακόπτοντες υπέρμετρη και ανυπολόγιστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με διαφορετικό τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων ως αντίθετων στις κατ' άρθρα 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 20 και 25 παρ. 3 Συντ. αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, αλλά και της αναλογικότητος (βλ. άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι η κατάσχεση  εις χείρας των ανωτέρω τραπεζών και στους λογαριασμούς που τηρούν στις ανωτέρω τράπεζες οι ανακόπτοντες, προκαλεί έντονη την εντύπωση της αδικίας και της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητος, εφόσον οι ανακόπτοντες είναι κύριοι ακινήτων και δη μιας τριόροφης οικοδομής στην οδό .. στην Πάτρα, αξίας 350.000 ευρώ, ενός οικοπέδου εκτάσεως 4.535, 32 τ.μ. στην Παραλία Πατρών, αξίας 80.000 ευρώ, ενός διαμερίσματος εκτάσεως 128 τ.μ. στην οδό ... στην Πάτρα, αξίας 100.000 ευρώ και, παρά το γεγονός ότι έχει εκδοθεί η ανωτέρω Διαταγή Πληρωμής σε βάρος των ανακοπτόντων ήδη από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2018, η καθ' ης η ανακοπή δεν έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης έστω και για ένα ελάχιστο ποσό προς εξασφάλιση της απαίτησης της σε βάρος των ως άνω ακινήτων. Συνεπώς, καθίσταται προφανές ότι με το μέτρο που αυτή χρησιμοποιεί για να ικανοποιήσει την απαίτηση της επιδεικνύει, κατά τον παρόντα ιδίως χρόνο της γενικευμένης οικονομικής ύφεσης στη χώρα, μεγάλη σκληρότητα έναντι των ανακοπτόντων, ενώ συγχρόνως η ίδια δεν θα έχει καμία οικονομική ωφέλεια από την πράξη της αυτή. Υπάρχει, λοιπόν, προφανής δυσαναλογία του χρησιμοποιούμενου μέτρου σε βάρος των ανακοπτόντων προς τον επιδιωκόμενο από την καθ ής σκοπό και οι προσβαλλόμενες πράξεις της καθ'ης η ανακοπή συνιστούν καταχρηστική εκ μέρους της άσκηση δικαιώματος, που πλήττει το κύρος των πράξεων αυτών, καθιστώντας αυτές ακυρωτέες. Η καταχρηστικότητα, εξάλλου, αυτή ενισχύεται και από την εκ μέρους της καθ' ης επιδεχθείσα συμπεριφορά κατά το πρόσφατο χρονικό διάστημα, και δη κατά το αμέσως προηγούμενο του επικειμένου, δεδομένου ως αναφέρθηκε ανωτέρω οι ανακόπτοντες προέβησαν σε καταβολές έναντι της οφειλής τους. Εξάλλου, η καθ' ής η ανακοπή, επιδιώκοντας την είσπραξη της απαίτησης της, δεν ενήργησε προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος της, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της καθότι η συμπεριφορά της δανείστριας τράπεζας που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος της, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στους ανακόπτοντες την εύλογη πεποίθηση ότι η καθ ής δεν θα ασκούσε το δικαίωμα είσπραξης της απαίτησης της, με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, στο χρόνο που το άσκησε, ώστε η πρόωρη άσκηση αυτού να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στους ίδιους και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική, δεδομένου ότι υπήρξε πρόθεση διακανονισμού και ανανέωσης της οφειλής τους, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, υπήρξε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των ανακοπτόντων και της καθ' ής τράπεζα, για το διακανονισμό των οφειλών τους, με συγκεκριμένους όρους εκατέρωθεν, που αφορούσαν, κυρίως, την προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ./14-9-1999 δανειακή σύμβαση οφειλή των ανακοπτόντων. Συνεπώς, ο λόγος της ανακοπής, ότι η επισπευδόμενη εκτελεστική διαδικασία σε βάρος των ανακοπτόντων (πιστούχου-εγγυητών) είναι καταχρηστική, αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

 

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υφίσταται έτερος λόγος προς εξέταση, πρέπει: Α) Η κρινόμενη ανακοπή να γίνει δεκτή στο σύνολο της και Β) Οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι και να ακυρωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος των ανακοπτόντων και την επιβληθείσα με το από 21-12-2018 κατασχετήριο, κατάσχεση εις χείρας των τραπεζικών εταιριών (Eurobank, Alpha Bank, Τράπεζας Πειραιώς, Attica bank, Εθνικής τράπεζας) ως τρίτων, που επιβλήθηκε σε βάρος αυτών (ανακοπτόντων) επί της απαίτησης προερχόμενη από την υπ' αριθμ, ./14-9-1999 σύμβαση πιστώσεως δι'ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, με το από 21-12-2018 κατασχετήριο έγγραφο σε εκτέλεση της υπ5 αριθμ. ./16-1-2018 διαταγής πληρωμής. Τέλος η καθ' ης η ανακοπή ως ηττηθείσα πρέπει να καταδικαστεί, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ανακοπτόντων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος της τελευταίας, (άρθρο 191 § 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 178 § 1 του ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Συνεκδικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την από 31-12-2018 (αριθ. εκθ. καταθ. ./2-1-2019) ανακοπή και τους από 14-1-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. ./14-1-2019) πρόσθετους λόγους αυτής (ανακοπής).

 

Α) Δέχεται την ανωτέρω ανακοπή.

 

Β) Δέχεται τους πρόσθετους λόγους αυτής (ανακοπής).

 

Ακυρώνει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος των ανακοπτόντων και την επιβληθείσα με το από 21-12-2018 κατασχετήριο, κατάσχεση εις χείρας των τραπεζικών εταιριών (Eurobank, Alpha Bank, Τράπεζας Πειραιώς, Attica bank, Εθνικής τράπεζας) ως τρίτων, που επιβλήθηκε σε βάρος αυτών (ανακοπτόντων) επί της απαίτησης προερχόμενη από την υπ' αριθμ, ./14-9-1999 σύμβαση πιστώσεως ανοικτού ( αλληλόχρεου) λογαριασμού, με το από 21-12-2018 κατασχετήριο έγγραφο σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. ./16-1-2018 διαταγής πληρωμής.

 

Καταδικάζει την καθ' ης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ανακοπτόντων, το οποίο προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στην Πάτρα, στις 12-12-2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ