ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΗλείας 228/2021

 

Κατάσχεση εις χείρας τρίτου οφειλέτη του Δημοσίου - Δήλωση τρίτου - Ανακοπή - Ακατάσχετο μισθών που έχουν κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό -.

 

Εφεση - ανακοπή 986 ΚΠολΔ. Επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τραπεζικής εταιρίας ως τρίτης για χρηματικές οφειλές από ληξιπρόθεσμα χρέη σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Κατάθεση σε μηνιαία βάση σύνταξης της οφειλέτριας από τον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ. Ανακοπή κατά κατάσχεσης εις χείρας τρίτου μηνιαίων συντάξεων που κατατίθενται σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Εν μέρει ανακριβής δήλωση της καθής η ανακοπή ως τρίτης. Απόρριψη ισχυρισμού περί ακατασχέτου. Εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων οι απαιτήσεις από συντάξεις και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο από χίλια ευρώ (1.000,00 €), σε περίπτωση δε που ο οφειλέτης του Δημοσίου λαμβάνει σύνταξη, για την επιβολή της κατάσχεσης λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό αυτών.

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

ΕΦΕΣΗ – ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Αριθμός Απόφασης  228/2021

(αριθμός έκθεσης κατάθεσης ανακοπής …./….01.2016)

(αριθμός έκθεσης κατάθεσης έφεσης …./….12.2019, ... /02.01.2020)

 

                         ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Βασιλική Ρέππα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του παρόντος Πρωτοδικείου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, και από τη Γραμματέα Σταυρούλα Κυριαζή.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις  27 Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Του εκκαλούντος – καλούντος – ανακόπτοντος :  του εν Αθήναις εδρεύοντος, επί της οδού Αγίου Κωνσταντίνου αρ.16, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ e-ΕΦΚΑ», όπως μετονομάστηκε από 01ης Μαρτίου 2020, δυνάμει του άρθρου 1 του Ν.4670/2020 (ΦΕΚ Α 43/28.02.2020), το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ), με ΑΦΜ ., ΔΟΥ Δ Αθηνών, ως οιονεί καθολικού διαδόχου, δυνάμει του Ν.4387/2016 (ΦΕΚ Α 85/12.5.2016), του εν Αθήναις εδρεύοντος, επί της οδού Αγίου Κωνσταντίνου αρ.8, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ», με ΑΦΜ . ΔΟΥ ΚΒ Αθηνών, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Νικολίας Διαμαντοπούλου (Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας, Α.Μ.000057, από 13.4.2018 υπ’αριθμ.πρωτ../13.4.2018 έγγραφη εξουσιοδότηση με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής), η οποία προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 Ν.4194/2013 (γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων ΔΣΗλείας No : Η./27.01.2021) και κατέθεσε προτάσεις.

 

Της εφεσίβλητης – καθής η κλήση – ανακοπή : ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…….Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού …….αρ….., και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ………, ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Ευσταθίου Καννή (Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας, Α.Μ.000222), ο οποίος κατά το άρθρο 61 Ν.4194/2013 προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 Ν.4194/2013 (γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων ΔΣΗλείας Νο : Η./27.01.2021) και κατέθεσε προτάσεις.

 

Το εκκαλούν άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου την από 10 Ιανουαρίου 2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./….01.2016 ανακοπή, επί της οποία εκδόθηκε αρχικά η υπ’αριθμ…../2017 απόφασή του, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση σε έτερη συνεδρίαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία θα οριζόταν με την κατάθεση κλήσης από τον επιμελέστερο των διαδίκων, κατά τη νέα τακτική διαδικασία, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το Ν.4335/2015. Μετά το πέρας των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 237 ΚΠολΔ, η ανακοπή επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 04.01.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…..2018 κλήση, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’αριθμ….. /04.9.2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

 

Το ηττηθέν ενάγον και ήδη εκκαλούν άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 27.12.2019 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./30.12.2019. Ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./02.01.2020 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 10ης.6.2020, ότε η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ότε η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που κατέθεσαν.

                                  

                               ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

                              ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

1. Η υπό κρίση από 27.12.2019 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …./30.12.2019 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου για τον προσδιορισμό συζήτησης …./02.01.2019, κατά της υπ’ αριθμ….. /04.9.2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 583 επ., 986 ΚΠολΔ, άρθρο 43 ΝΔ 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων»), έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ηττηθέντα διάδικο (άρθρα 495, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 04 Σεπτεμβρίου 2019, καθώς από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατά την ίδια τακτική διαδικασία (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ) το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

 

2. Το ανακόπτον - εκκαλούν με την από 10 Ιανουαρίου 2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./11.01.2016 ανακοπή, την οποία άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου κατά της εφεσίβλητης, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την οριστική υπ’αριθμ. …../2019 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εκκαλούν-ανακόπτον με την από 27.12.2019 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …./2019 –…./2020) έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή του.

 

3. Σκοπός του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η πραγμάτωση των ουσιαστικών αξιώσεων του επισπεύδοντος δανειστή. Μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και συγχρόνως είδος κατασχέσεως αποτελεί και η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία ρυθμίζεται νομοθετικά στα άρθρα 982-991Α ΚΠολΔ. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται από τον δανειστή, ο οποίος, ενώ έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, δεν στρέφεται εναντίον του αλλά εναντίον τρίτου, κατά του οποίου ο οφειλέτης του κατασχόντος έχει χρηματική απαίτηση. Αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου αποτελούν ενοχικές απαιτήσεις των οποίων η παροχή συνίσταται σε χρήμα υπό στενή του όρου έννοια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ.1α ΚΠολΔ, προκειμένου να καταστεί η χρηματική απαίτηση αντικείμενο κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, πρέπει να μην εξαρτάται από αντιπαροχή του καθού η εκτέλεση οφειλέτη προς τον τρίτο. Εάν η απαίτηση εξαρτάται από αντιπαροχή πρέπει να εφαρμοστεί η διαδικασία της κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 1022 ΚΠολΔ).

 

Στην περίπτωση κατάσχεσης μέλλουσας ή υπό αίρεση απαίτησης εναντίον της ανακριβούς δήλωσης του τρίτου αίτημα της ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ θα είναι η αναγνώριση της δικαιογόνου αιτίας, δηλαδή της βασικής έννομης σχέσης από την οποία προσδοκάται, σε συνδυασμό με άσκηση ενός άλλου περαιτέρω δικαιώματος του τρίτου, η γένεση της μέλλουσας απαίτησης, ενώ η ανακοπή αυτή δεν μπορεί να έχει καταψηφιστικό αίτημα επί κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης εφόσον το άρθρο 990 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, αφού η απαίτηση του καθ’ ού η κατάσχεση δεν είναι ακόμη δικαστικά επιδιώξιμη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 69 ΚΠολΔ (ΑΠ 259/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 279/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Το κατασχετήριο πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ, τα προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας  του επιβάλλοντος την κατάσχεση δανειστή και του καθ’ ού η εκτέλεση οφειλέτη, το είδος του εκτελεστού τίτλου, το είδος και το ποσό της δεσμευόμενης απαίτησης με μνεία και των πραγματικών της γεγονότων καθώς και επαρκή στοιχεία για τον καθορισμό της έννομης σχέσης που συνδέει τον οφειλέτη με τον τρίτο. Σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τραπεζικού ιδρύματος ως τρίτου δεν είναι απαραίτητο στο κατασχετήριο να προσδιορίζεται το είδος του λογαριασμού, ο αριθμός του, το ύψος του πιστωτικού υπολοίπου ή το κατάστημα στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός (Ψυχομάνης, Τραπεζικό δίκαιο, Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων Ι, εκδ.2001, 170, ΠΠΑθ 2258/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 3928/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑθ 3060/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Ειδικά δε όταν πρόκειται για κατάσχεση στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ (άρθρο 85 παρ. Ι του ΚΕΔΕ), πρέπει να περιέχει το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτη και, προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο ποσότητα προς τον οφειλέτη του Δημοσίου και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή. Το στοιχείο αυτό, αν και δεν αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ ούτε και στη γενική διάταξη του άρθρου 983 ΚΠολΔ, είναι αναγκαίο, διότι διαφορετικά καθίσταται δυσχερής η δήλωση του τρίτου και ο προσδιορισμός της απαίτησης της οποίας επιδιώκεται η κατάσχεση (ΕφΑθ 6239/2010, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Η παράλειψη οποιουδήποτε από τα στοιχεία του κατασχετηρίου συνεπάγεται ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή δικονομικής βλάβης (άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ).

 

Από το άρθρο 75 παρ.1 εδ.α` του ΚΕΔΕ, που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης δύναται να προταθεί από τον οφειλέτη, αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σε αυτόν βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά με κήρυξη της ακυρότητας, συνάγεται ότι στις ακυρότητες του κατασχετηρίου περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια του τρίτου εκ μέρους του Δημοσίου, που προτείνονται και από τον τρίτο είτε με την ανακοπή των άρθρων 583 - 585 του ΚΠολΔ είτε κατ’ ένσταση στη δίκη επί της από το άρθρο 986 του ΚΠολΔ ανακοπής του κατασχόντος κατά της δήλωσης του τρίτου (ΕφΑθ 191/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ.1 του Ν.Δ. 356/1974 (εφεξής ΚΕΔΕ), η κατάσχεση στα χέρια τρίτων, χρηματικών απαιτήσεων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων οφειλέτη του Δημοσίου, ενεργείται από τον διευθυντή του δημόσιου ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, κοινοποιούμενο στον τρίτο.  Σύμφωνα δε με το άρθρο 30Α του ΚΕΔΕ, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 67 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ A 58/23.04.2010) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο Α υποπαράγραφο 2 του άρθρου τρίτου Ν.4254/2014 (ΦΕΚ A 85/07.4.2014), ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτή, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 εδ.α του ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από  άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου. Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή της διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες. Ανάλογα με τη θέση που παίρνει ο τρίτος απέναντι στο κατασχετήριο, η δήλωσή του μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική (άρθρο 988 ΚΠολΔ) ή ως αρνητική (άρθρο 985 παρ.3 ΚΠολΔ), χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο η άρνηση να είναι μερική. Με αρνητική δήλωση εξομοιώνει ρητά ο νόμος, κατά το άρθρο 985 παρ.3 ΚΠολΔ, και την παράλειψη υποβολής δηλώσεως εντός της νόμιμης προθεσμίας του οκταημέρου που τάσσεται από το άρθρο 985 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία συνιστά πλασματική δήλωση (ΑΠ 505/2003, ΝοΒ 2003. 2123, ΓέσιουΦαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης II , εκδ.2018, παρ.64, αρ.204, σελ.146). Ως αρνητική δήλωση πρέπει να θεωρηθεί και η δήλωση, η οποία ναι μεν έχει καταφατικό περιεχόμενο αλλά υποβλήθηκε εκπρόθεσμα ή είναι παράτυπη, ήτοι υποβλήθηκε σε αναρμόδιο όργανο καθ’ ύλην ή κατά τόπο (ΓέσιουΦαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης II, εκδ.2018, παρ.64, αρ.214, σελ.155). Ανακριβής είναι η δήλωση που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αναφορικά με το αντικείμενο της κατασχέσεως και γενικώς στις σχέσεις του τρίτου και του καθ’ ου η κατάσχεση, ενώ ακριβής θεωρείται η δήλωση που ανταποκρίνεται στην αλήθεια αυτή. Το είδος και η έκταση της ανακρίβειας της δηλώσεως του τρίτου καθορίζει το είδος και την έκταση των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο νόμος στον τρίτο (985 επ.). Αν πρόκειται για ανακρίβεια σε ό,τι αφορά την ύπαρξη του αντικειμένου που κατασχέθηκε, ο δανειστής που επέβαλε την κατάσχεση μπορεί να επιδιώξει με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ  την καταδίκη του τρίτου σε καταβολή. Αν πρόκειται για ανακρίβεια που αφορά όχι την ύπαρξη του κατασχεμένου αντικειμένου αλλά έτερα πραγματικά περιστατικά, η άγνοια των οποίων προκάλεσε ζημία σε εκείνον που επέβαλε την κατάσχεση, ο τρίτος υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση (άρθρο 985 παρ. 3 εδ.β ́ΚΠολΔ). Αν, τέλος, πρόκειται για ανακρίβεια που καλύπτει όλα τα παραπάνω γεγονότα, η ευθύνη του τρίτου μπορεί να ενεργοποιείται τόσο με την άσκηση ανακοπής, οπότε θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει, όσο και με την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως (Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ , έκδ. 2018, παρ. 64, αρ. 205, σελ. 147-148 ). Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η άσκηση της αγωγής αποζημίωσης δεν προϋποθέτει την άσκηση ανακοπής, καθόσον πρόκειται για δύο ξεχωριστά ένδικα βοηθήματα με διαφορετικά αποτελέσματα (Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ, έκδ. 2018, παρ. 64, αρ. 226, σελ. 163-164, Κεραμέας-Κονδύλης-Νίκας (-Νικολόπουλος), Ερμηνεία κατ’άρθρο ΚΠολΔ, τομ.II, άρθρο 985, αρ.7, σελ.1919). Την ρητή ή πλασματική δήλωση του τρίτου ο κατασχών δανειστής δύναται να ανακόψει ως ανακριβή ή αναληθή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 ΚΕΔΕ και 986 ΚΠολΔ. Με την εν λόγω ανακοπή, η οποία συνιστά ένδικο βοήθημα, ανοίγεται νέα διαγνωστική δίκη μεταξύ του κατάσχοντος δανειστή και του τρίτου με αντικείμενο, αφενός την αναγνώριση της οφειλής του τρίτου και την καταδίκη του σε παροχή προς τον κατασχόντα και αφετέρου την ακύρωση της δηλώσεως του τρίτου λόγω ανακρίβειας του περιεχομένου της. Αν η ανακοπή γίνει τελεσίδικα δεκτή επέρχεται η αναγκαστική εκχώρηση της απαιτήσεως, η οποία ανατρέχει στον χρόνο εκείνο, κατά τον οποίο ο τρίτος θα έπρεπε να είχε καταβάλει σύμφωνα με το άρθρο 988 παρ.1 εδ.α  ΚΠολΔ. Η εκτέλεση της απόφασης που δέχεται την ανακοπή και υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό, σύμφωνα με το άρθρο 990 ΚΠολΔ, θα γίνει κατά τις διατάξεις περί ικανοποίησης χρηματικών απαιτήσεων (Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ , έκδ. 2018, παρ. 64, αρ. 324, σελ. 232 επ.). Η ανόρθωση της προκληθείσας ζημίας επιδιώκεται από τον επισπεύδοντα δανειστή, που επέβαλε την κατάσχεση, με αυτοτελή αγωγή ή σωρευτικά με την άσκηση της ανακοπής (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), άρθρο 985, αρ.7, σελ. 1919). Ειδικότερα, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 985 παρ.3 εδ.β ΚΠολΔ ο νόμος συνδέει τη σιωπηρή δια παραλείψεως ή ρητή αρνητική, αλλά ανακριβή  δήλωση του τρίτου, με ευθύνη του προς αποζημίωση του κατασχόντος για την προκληθείσα σε αυτόν ζημία. Στοιχεία της βάσεως της αγωγής αποζημίωσης είναι :1) ζημιογόνο γεγονός, που συνίσταται είτε στην παράλειψη της δηλώσεως είτε στην ανακρίβεια αυτής, 2) ζημία εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, θετική ή αποθετική και 3) αιτιώδης συνάφεια, με την έννοια ότι η ζημία που επικαλείται ο κατασχών αποτελεί συνέπεια της παραλείψεως ή της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως (Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ, έκδ. 2018, παρ. 64, αρ. 223, σελ. 160).

 

Εφόσον αντικείμενο της ανακοπής είναι η κατασχεθείσα στα χέρια του τρίτου απαίτηση, εάν η διαφορά που προκύπτει από αυτή είναι ιδιωτικής φύσεως, αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια ενώ η αρμοδιότητα υλική και τοπική κρίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. ΚΠολΔ. Ειδικότερα η υλική αρμοδιότητα του δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση την αξία της κατασχεθείσας απαίτησης την οποία αφορά η ανακοπτόμενη δήλωση του τρίτου και όχι με βάση το ποσό που φέρεται  συνολικά οφειλόμενο από τον τρίτο. Η διαδικασία που προσήκει για την εκδίκαση της ανακοπής, η οποία συνιστά ειδικότερη μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, είναι η τακτική (ΕφΘες 1518/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ’ ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση. Επομένως, σε αντίθεση με προηγούμενη σχετική ρύθμιση, η οποία καθιέρωνε αμάχητο τεκμήριο οφειλής εκ μέρους του τρίτου σε περίπτωση παράλειψης υποβολής δήλωσης ή εκπρόθεσμης δήλωσης, πλέον το τεκμήριο διατηρείται πλην, όμως, καθίσταται μαχητό και παρέχεται η δυνατότητα στον τρίτο να το ανατρέψει προσβάλλοντας δικαστικά την σε βάρος του πράξη και αποδεικνύοντας ότι η οφειλή του προς τον οφειλέτη του Δημοσίου είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη του ποσού για το οποίο έγινε κατάσχεση, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του κατά περίπτωση (ΕφΘες 1518/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Με το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932, περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, ορίζεται ότι «Κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αυτή τεκμαίρεται αμαχήτως, ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους….». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι με την κατάθεση των χρημάτων στο όνομα περισσοτέρων δικαιούχων δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 489 ΑΚ, δηλαδή καθένας από τους δικαιούχους έχει δικαίωμα να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και η τράπεζα έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση. Όμως σε περίπτωση κατάσχεσης κατάθεσης κοινού λογαριασμού εκ μέρους του δανειστή ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται να κατάσχει το σύνολο της κατάθεσης, αφού κατά αμάχητο τεκμήριο αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της κατάθεσης που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη. Έτσι η κατάθεση κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους παραμένει απρόσβλητη από τον δανειστή του ενός, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατάσχετου (ΑΠ 825/2018, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 785/1999, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 41/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑθ 6012/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 περ.ε του ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.8α της υποπαρ. Δ1 του άρθρου 2 του Ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.8.2015), εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως, αφαιρουμένων των υποχρεωτικών εισφορών, είναι μικρότερο από χίλια (1.000 ) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του 1/2 του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, ενώ για  ποσά άνω των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις κατασχέσεις  που επιβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος της  ( από 19.8.2015), ανεξαρτήτως του χρόνου γένεσης των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και στις ήδη επιβληθείσες ενεργείς κατασχέσεις για τις απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του τρίτου, που γεννώνται από την έναρξη ισχύος του.

 

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, όπως είχε αντικατασταθεί  με την παρ.8β της υποπαρ. Δ.1 του άρθρου 2 Ν. 4336/2015, αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.6 του άρθρου 11 Ν.4484/2017, ΦΕΚ Α 110/1.8.2017, καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό ή τοποθετήσεις σε λογαριασμό πληρωμών στα εγκαταστημένα στη χώρα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο ίδρυμα. Η εξασφάλιση του ανωτέρω ακατάσχετου προϋποθέτει δήλωση του καταθέτη προς ένα εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων, με την οποία προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος λογαριασμός, για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΕΔΕ).  Στο άρθρο 982 παρ. 3 ΚΠολΔ  προβλέπεται ότι το ακατάσχετο των μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται απευθείας σε τραπεζικό λογαριασμό. Το ακατάσχετο, ωστόσο, αυτό ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο, που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατασχέσεως έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαιτήσεως (982 παρ. 3 εδ. β’).

 

4. Το εκκαλούν Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)», το οποίο από την 01η Μαρτίου 2020, δυνάμει του άρθρου 1 του Ν.4670/2020 (ΦΕΚ Α 43/28.02.2020), μετονομάστηκε σε «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ e-ΕΦΚΑ», με την από 10 Ιανουαρίου 2016 (αριθμ.εκθ.καταθ../11.01.2016) ανακοπή, την οποία άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου κατά της εφεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι διατηρώντας απαίτηση κατά της μη διαδίκου Π…. Β…. από ταμειακά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη συνολικού ποσού 23.308,29 ευρώ, με βάση το υπ’ αριθμ.πρωτ../26.11.2015 κατασχετήριο του Αναπληρωτή Διευθυντή του Τμήματος Εσόδων-Ταμειακής Υπηρεσίας του Τοπικού Υποκαταστήματος Πύργου, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία  «……..Α.Ε.» στις 02 Δεκεμβρίου 2015, επέβαλε εις χείρας της ως τρίτης, κατά το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του ανωτέρω ποσού σε όσα ποσά οφείλει ή μελλοντικά θα οφείλει να αποδώσει στην ανωτέρω οφειλέτρια από καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς που η τελευταία τηρούσε σε αυτήν. Ότι η εφεσίβλητη με την υπ’ αριθμ….. /2015 δήλωση του Υποδιευθυντή του καταστήματός της στον Πύργο Ηλείας, δήλωσε ότι τόσο το διαθέσιμο υπόλοιπο ποσού 664,79 ευρώ στον υπ’ αριθμ….. /……-… λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, που τηρούσε η καθής η κατάσχεση οφειλέτρια Π. Β. στο κατάστημα Ναυπλίου (427), όπου κατατίθετο η μηνιαία σύνταξη της από τον ΟΑΕΕ –ΤΕΒΕ, όσο και το διαθέσιμο υπόλοιπο ποσού 699,39 ευρώ στον κοινό λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχο την καθής η κατάσχεση οφειλέτρια Π. Β. στο κατάστημα Ναυπλίου (427), όπου κατατίθετο η μηνιαία σύνταξή της από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, εξαιρούνται της κατάσχεσης καθώς επρόκειτο για μικρότερα ποσά του προβλεπόμενου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ ορίου των χιλίων (1.000,00) ευρώ. Ότι η δήλωση αυτή της εφεσίβλητης είναι ανακριβής και ανειλικρινής διότι το συνολικό υπόλοιπο συντάξεων αμφοτέρων των λογαριασμών ανερχόταν κατά την επίδοση του κατασχετηρίου στο ποσό των 1.364,18 ευρώ, ήτοι υπερέβαινε το ποσό των 1.000,00 ευρώ, οπότε στο υπερβαίνον ποσό των 364,18 ευρώ επιτρέπεται κατάσχεση επί του ½ του ποσού αυτού, ήτοι επί του ποσού των 182,09 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό το ανακόπτον ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ως μη νόμιμη και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη από 11.12.2015 δήλωση της καθής τραπεζικής εταιρείας όσον αφορά την οφειλέτρια Π…. Β…., β) να αναγνωριστεί η ύπαρξη της κατασχεθείσας απαιτήσεως της οφειλέτριας Π…. Β…. εις χείρας της καθής τραπεζικής εταιρείας και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στο ανακόπτον το ποσό των 182,09 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 12.12.2015, ότε έπρεπε η καθής να προβεί στην καταβολή, έως την ολοσχερή εξόφληση, άλλως το ποσό των αναλογούντων τόκων επί του ποσού που η καθής όφειλε να καταβάλει από την ημερομηνία αυτή και εντεύθεν, ως αποζημίωση συνιστάμενη στο ποσό που το ανακόπτον απώλεσε συνεπεία της παράνομης άρνησης της καθ’ής να προβεί νομίμως και εμπροθέσμως στην καταβολή, καθώς και οποιοδήποτε ποσό πρόκειται η καθ’ ής να οφείλει στην οφειλέτρια Π…. Β…. στο μέλλον εκ της εκτιθέμενης στο δικόγραφο της ανακοπής αιτίας αλλά και από οποιαδήποτε άλλη μεταξύ τους συναλλαγή, έως το ποσό των 23.788,74 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, και γ) να καταδικαστεί η καθ’ ής στη δικαστική της δαπάνη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεχόμενο τον σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) που πρόβαλε η καθ’ ής περί ακυρότητας του κατασχετηρίου διότι δεν αναφέρει την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται η οφειλή της καθ’ ής η ανακοπή – τρίτης προς την ανωτέρω οφειλέτρια. Έτσι, όμως, που έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας έσφαλε στην κρίση του, καθώς το δικόγραφο της  ανακοπής περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, δεδομένου του ότι όσον αφορά τη σχέση της καθ’ ής η αίτηση ως τρίτης με την ανωτέρω οφειλέτρια, αρκεί η αναφορά ότι η τελευταία διατηρούσε στην καθ’ ής τράπεζα καταθέσεις, με προσδιορισμό, εκ περισσού, μέσω της παράθεσης της έγγραφης δήλωσης της τρίτης, του είδους, του αριθμού και των πιστωτικών υπολοίπων των λογαριασμών που τηρούσε η οφειλέτρια στην καθ’ ής. Εξάλλου με την κρινόμενη ανακοπή προσβάλλεται η δήλωση της καθ’ ής τράπεζας ως τρίτης ως ανακριβής ενώ δεν συνιστά λόγο ανακοπής η μη αναγραφή στο κατασχετήριο ουσιώδους στοιχείου για το ορισμένο αυτού, ήτοι της έννομης σχέσης που συνδέει τον καθ’ ού τρίτο με τον οφειλέτη του κατάσχοντα δανειστή, που συνιστά αιτία προσβολής και ακύρωσης αυτού με τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ. Αντιθέτως ο ισχυρισμός περί αοριστίας του κατασχετηρίου εισήλθε στη δίκη με σχετική ένσταση της καθ’ ής,  χωρίς τυχόν αοριστία αυτού να έχει σχέση με το ορισμένο ή μη του δικογράφου της ανακοπής που προσβάλλει την δήλωση του τρίτου ως ανακριβή. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη ως άνω οριστική απόφαση και να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.

Η ένδικη ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου, η οποία αποτελεί μορφή της ανακοπής του άρθρου 583-585 ΚΠολΔ (ΑΠ 480/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ) και για το αντικείμενο της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου (άρθρο 18 παρ.1 εδ.β του Διατάγματος της 26ης.6/10.7.1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 19 Α.Ν. 1846/1951, 21 παρ.9 Ν.1902/1990 και 28 παρ.4 Ν.2579/1998), με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον, με βάση την αξία της απαίτησης και κατά τη γενική δωσιδικία της καθ’ ής (άρθρα 7,8,9,14 παρ.2, 25 παρ.2, 585 παρ.1 ΚΠολΔ), εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προκειμένου να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, το οποίο έχει δικαιοδοσία να την εκδικάσει, καθώς, λαμβανομένου υπόψη ότι η κατασχεθείσα απαίτηση προέρχεται από σύμβαση τραπεζικής κατάθεσης-ανώμαλης παρακαταθήκης κατά το άρθρο 830 ΚΠολΔ, δημιουργείται διαφορά ιδιωτικού δικαίου (ΕφΑθ 3416/1990, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6239/2010, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Έχει δε ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών  από την επομένη της προσβαλλόμενης δήλωσης του τρίτου (άρθρο 34 ΚΕΔΕ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 του κ.δ. 26.6/10.7.1944), καθώς η δήλωση αυτή της καθ’ ής τραπεζικής εταιρείας έγινε στις 11 Δεκεμβρίου 2015 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πύργου και η υπό κρίση ανακοπή επιδόθηκε στην τελευταία στις 11 Ιανουαρίου 2016 (βλ. υπ’ αριθμ….. /11.01.2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηλείας, που προσκομίζει η ανακόπτουσα). Είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 70, 982 παρ.1 περ.α, 983 παρ.1, 2, 4, 5, 984, 985, 986, 990, 96 παρ.1 περ.α, 176 ΚΠολΔ. Ωστόσο το παρεπόμενο αίτημα περί τοκοφορίας είτε από την επιβολή της κατάσχεσης είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξίας επικουρική βάση, τυγχάνει μη νόμιμο και συνεπώς απορριπτέο διότι, ο καθ` ου η ανακοπή τρίτος είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος από την επίδοση προς αυτόν του κατασχετηρίου έως την έκδοση απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα, κατ` άρθρο 984 παρ. 4 εδ. β` ΚΠολΔ (ΕφΛαμ 41/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 2258/2016 ο.π., ΜΠΑθ 6012/2013, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

 

Επομένως, η ανακοπή πρέπει να εξεταστεί, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι : α) προκατατέθηκε εμπροθέσμως από το ανακόπτον το προαναφερόμενο αποδεικτικό επίδοσης της ανακοπής (άρθρο 237 παρ.1 εδ.β), και β) προσκομίστηκαν από τους πληρεξούσιους Δικηγόρους των διαδίκων, το με αριθμό Νο Η./27.01.2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας (ανακόπτουσα) και το με αριθμό Νο Η037375/27.01.2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας (καθ’ ής η ανακοπή).

 

5. Η καθής η ανακοπή δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της οφειλής προς την καθ’ ής η κατάσχεση οφειλέτρια, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι καθεμία από τις μηνιαίες συντάξεις από τον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ και το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, που κατατίθενται στους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε σε αυτήν η οφειλέτρια, και σε κάθε περίπτωση το συνολικό ποσό αυτών δεν υπερβαίνει αλλά είναι μικρότερο του ποσού των χιλίων (1.000,00) ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη (άρθρο 262 ΚΠολΔ) και  νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 περ.ε του ΚΕΔΕ, παραδεκτώς δε προτείνεται από την καθ’ ής η ανακοπή ως τρίτη, καθώς το ακατάσχετο της απαίτησης από μισθούς έχει τεθεί όχι μόνο προς το συμφέρον του οφειλέτη για λόγους ανθρωπισμού αλλά ενδιαφέρει και τη δημόσια τάξη, για τη διασφάλιση της συνέχισης της εργασίας του οφειλέτη (ΕφΑθ 6239/2010, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 2258/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Επίσης η καθ’ ής η ανακοπή ως τρίτη προβάλλει τον ισχυρισμό (ένσταση) ακυρότητας του κατασχετηρίου, καθώς δεν αναφέρονται σε αυτό η έννομη σχέση που την συνδέει με την καθ’ ής η κατάσχεση οφειλέτρια και το είδος των λογαριασμών αλλά ούτε προσδιορίζεται ειδικότερα η απαίτηση που κατάσχεται. Οι επικαλούμενες από την καθ’ ής παραλείψεις του κατασχετηρίου μπορούν να προκαλέσουν την ακυρότητά του, μόνο αν αποδειχθεί ότι έχουν επιφέρει σε αυτή δικονομική βλάβη, μη δυνάμενη διαφορετικά να θεραπευθεί, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέτοια, όμως, βλάβη δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει η καθ’ ής και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

 

Από τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως με επίκληση προσκόμισαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει της υπ’αριθμ.πρωτ…../26.11.2015 κατάστασης οφειλετών του εν Πύργω τοπικού υποκαταστήματος του εντασσόμενου φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για κατάσχεση εις χείρας της καθ’ ής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «.…Α.Ε.», τοπικό κατάστημα Πύργου, ως τρίτης, η οποία, όπως προκύπτει από την με αριθμό …../02.12.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηλείας Θ. Ν., στις 02 Δεκεμβρίου 2015  επιδόθηκε στο εν Πύργω κατάστημα της καθ’ ής, επιβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 67 του Ν.3842/2010, το οποίο αντικαθιστά το άρθρο 33 του ΚΕΔΕ (Ν.Δ.356/1975) και με το οποίο προστέθηκε νέο άρθρο με αριθμό 30 Α μετά το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της καθ’ ής τραπεζικής εταιρείας, ως τρίτης, για όσα η τελευταία οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην οφειλέτρια Π. Β. και μέχρι του συνολικού ποσού των είκοσι τριών χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (23.788,74€), το οποίο αντιστοιχεί σε ληξιπρόθεσμα χρέη της τελευταίας στον εντασσόμενο φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος στις 24.10.1996 συζύγου της Σ.Β. του Α. ευθυνόμενου ως ομορρύθμου εταίρου της οφειλέτριας του εντασσόμενου φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εταιρείας με την επωνυμία «Β. Σ-Μ Δ Α.Ε.», αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με την ατομική του περιουσία, το ποσό, όπως ειδικότερα αναλύεται, κατ’είδος, αριθμό, χρονολογία βεβαίωσης, οικονομικό έτος, κεφάλαιο, τόκους στον συνημμένο στο ανωτέρω κατασχετήριο πίνακα χρεών. Η καθ’ ής η ανακοπή ως τρίτη στις 11 Δεκεμβρίου 2015, ήτοι εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του κατασχετηρίου στις 02 Δεκεμβρίου 2015, προέβη σε δήλωση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. /11.12.2015 εμπρόθεσμη δήλωση του Υποδιευθυντή του Καταστήματος Πύργου (πλατεία .), Χ. Τ. του Ι., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πύργου, τα κατά τον χρόνο της επίδοσης του κατασχετηρίου διαθέσιμα υπόλοιπα των τηρούμενων στην καθ’ ής η ανακοπή λογαριασμών της οφειλέτριας και καθ’ ής η κατάσχεση Π. Β. εξαιρούνται της κατάσχεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω δήλωση της καθ’ ής η ανακοπή ως τρίτης, στον τηρούμενο στο Κατάστημα Ναυπλίου (….) αυτής με αριθμό …./……-…. ατομικό λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, επ’ ονόματι της καθ’ ής η κατάσχεση οφειλέτριας του εντασσόμενου φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Π. Β., στον οποίο κατατίθεται η μηνιαία σύνταξη της από τον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, κατά τον χρόνο επίδοσης του ανωτέρω υπ’ αριθμ. πρωτ…… /26.11.2015 κατασχετηρίου, υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο κατάθεσης ποσού εξακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (664,79 €). Επειδή δε το ποσό αυτό της σύνταξης της ανωτέρω οφειλέτριας είναι μικρότερο του προβλεπόμενου κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ ποσού των χιλίων ευρώ (1.000,00€), σύμφωνα με την ανωτέρω υπ’αριθμ..7/2015 δήλωση της καθ’ ής η ανακοπή  ως τρίτης, εξαιρέθηκε της κατάσχεσης. Επίσης, σύμφωνα με την ανωτέρω δήλωση της καθής η ανακοπή ως τρίτης, στον τηρούμενο στο Κατάστημα Ναυπλίου (427) αυτής κοινό λογαριασμό καταθέσεων με δύο (2) συνδικαιούχους, εκ των οποίων ο ένας είναι η καθ’ ής η κατάσχεση οφειλέτρια του εντασσόμενου φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Π. Β., στον οποίο κατατίθεται η μηνιαία σύνταξή της από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, κατά τον χρόνο επίδοσης του ανωτέρω υπ’αριθμ. πρωτ. …../26.11.2015 κατασχετηρίου υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο κατάθεσης ποσού εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (699,39€). Επειδή δε το ποσό αυτό της σύνταξης της ανωτέρω οφειλέτριας είναι μικρότερο του προβλεπόμενου κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ ποσού των χιλίων ευρώ (1.000,00€), σύμφωνα με την ανωτέρω υπ’ αριθμ….. /2015 δήλωση της καθ’ ής η ανακοπή ως τρίτης εξαιρέθηκε της κατάσχεσης. Η καθής ισχυρίζεται ότι η μηνιαία σύνταξη της ανωτέρω οφειλέτριας από τον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, που κατατίθεται στον υπ’ αριθμ……/……-….. ατομικό λογαριασμό, ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 357,97 ευρώ ενώ  η μηνιαία σύνταξη της ανωτέρω οφειλέτριας, που κατατίθεται στον υπ’αριθμ…../…..-…. κοινό λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, από το ΙΚΑ ανέρχεται στο ποσό των 423,97 ευρώ και από το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ στο ποσό των 104,36 ευρώ, και συνεπώς δεν μπορούν να δεσμευθούν διότι αφορούν σε απαιτήσεις από σύνταξη που εξαιρούνται της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου κατά το άρθρο 31 παρ.2 περ.ε ΚΕΔΕ, διότι εκάστη εξ αυτών αλλά και κατά το άθροισμά τους (886,90 €) δεν υπερβαίνει το ακατάσχετο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000,00 €). Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός της καθ’ ής περί ακατάσχετου δεν ευσταθεί. Και τούτο διότι από τη διάταξη της πρώτης παραγράφου περίπτωση ε του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ σε συνδυασμό με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 8β της υποπαραγράφου Δ1 της παραγράφου Δ του μέρους Β του άρθρου 2 Ν.4336/2015, προκύπτει ότι εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων οι απαιτήσεις από συντάξεις και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο από χίλια ευρώ (1.000,00 €), σε περίπτωση δε που ο οφειλέτης του Δημοσίου λαμβάνει σύνταξη, για την επιβολή της κατάσχεσης λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό αυτών. Επομένως στην επίδικη περίπτωση θα ληφθούν υπόψη το συνολικό ποσό συντάξεων που λαμβάνει η οφειλέτρια Π. Β. από τους εντασσόμενους φορείς ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 982 παρ.2 περ.δ ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση απαιτήσεις μισθών ενώ κατά την παρ.3 του ιδίου άρθρου η εξαίρεση της περίπτωσης δ της παραγράφου 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση  αυτή ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης. Όπως προαναφέρθηκε στον με αριθμό …./….-…. ατομικό λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, που τηρούσε στην καθ’ ής η ανακοπή η ανωτέρω οφειλέτρια και στον οποίο κατατίθεται η μηνιαία σύνταξη της από τον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, κατά τον χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο κατάθεσης ποσού εξακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (664,79 €). Επίσης, στον τηρούμενο από την ανωτέρω οφειλέτρια στο Κατάστημα Ναυπλίου (427) της καθ’ ής κοινό λογαριασμό καταθέσεων, στον οποίο κατατίθεται η μηνιαία σύνταξή της από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, κατά τον χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο κατάθεσης ποσού εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (699,39€). Επομένως τα διαθέσιμα από τα λαμβανόμενα μηνιαίως από την ανωτέρω οφειλέτρια ποσά συντάξεως από τους εντασσόμενους φορείς ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των χιλίων δεκατεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (1.014,48€), ήτοι 664,79 ευρώ από τον ατομικό λογαριασμό και 349,69 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό. Σημειωτέον ότι, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, το ανωτέρω διαθέσιμο υπόλοιπο του κοινού λογαριασμού ανήκει μόνο κατά το ήμισυ (1/2) στην ανωτέρω οφειλέτρια, ήτοι κατά το ποσό των (699,39 € :2 =) τριακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (349,69 €). Συνεπώς στο υπερβαίνον τα χίλια ευρώ (1.000 €) ποσό των δεκατεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (14,48€) επιτρέπεται κατάσχεση επί του ½ του ποσού αυτού, ήτοι επί του ποσού των επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (7,24€). Ως εκ τούτου το ποσό αυτό των επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (7,24€), που όφειλε η καθ’ ής στην ανωτέρω οφειλέτρια, έπρεπε να μην εξαιρεθεί της κατάσχεσης και να αποδοθεί στο ανακόπτον ως οιονεί καθολικό διάδοχο του εντασσόμενου φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Επομένως η σχετική δήλωση της καθ` ης η ανακοπή ως τρίτης είναι εν μέρει ανακριβής και πρέπει εν μέρει να ακυρωθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με σχετική δήλωση της καθ’ ής η εκτέλεση οφειλέτριας στις 14 Δεκεμβρίου 2016 ο με αριθμό ……/……-….. κοινός λογαριασμός έχει ήδη δηλωθεί ως ακατάσχετος έναντι του Δημοσίου. Συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ο λογαριασμός αυτός παραμένει ακατάσχετος για το ποσό των 1.250,00 ευρώ. Επειδή δε το συνολικό ποσό των συντάξεων που λαμβάνει μηνιαίως η καθ’ ής η εκτέλεση οφειλέτρια από τον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, συνολικού ποσού 888,3 ευρώ, δεν υπερβαίνει το όριο του ακατάσχετου ούτε εκ των προτέρων μπορεί να προβλεφθεί το υπόλοιπο των ανωτέρω δύο λογαριασμών και αν αυτό θα υπερβαίνει στο μέλλον το όριο αυτό, ενόψει και των πιθανών άλλης φύσεως καταθέσεων, το αίτημα του ανακόπτοντος να δεσμεύσει και να αποδώσει σ’ αυτό κάθε οφειλόμενο στην καθ’ ης η κατάσχεση οφειλέτρια του ανακόπτοντος ποσό που θα προκύψει στο μέλλον υπέρ της τελευταίας με βάση την μεταξύ τους συμβατική σχέση, δηλαδή κάθε μελλοντικώς κατατεθειμένο στους αναφερόμενους στο σκεπτικό λογαριασμούς έως τη συμπλήρωση του ποσού των 23.788,74 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν.

 

 Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσία βάσιμη και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και κρατηθεί η υπόθεση ( άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) για να δικαστεί στην ουσία της, η ανακοπή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί εν μέρει η ακυρότητα λόγω ανακρίβειας της ανωτέρω δήλωσης της καθ’ ής, ως προς το ποσό των επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (7,24€), να αναγνωριστεί ότι μεταξύ της καθ’ ής η εκτέλεση οφειλέτριας της ανακόπτουσας, Π. Β., και της καθ’ ής η ανακοπή υφίσταται έννομη σχέση τήρησης των αναφερομένων στο σκεπτικό της παρούσας  λογαριασμών (ατομικός λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου και κοινός λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου) και να υποχρεωθεί η καθ’ ής η ανακοπή να καταβάλει στο ανακόπτον το ποσό των επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (7,24€). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η καθ`ης η ανακοπή λόγω της εν μέρει ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθρα 106,176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα είναι μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΒΊ 1/20.1.1993), εφόσον το ανακόπτον ως ΝΠΔΔ απολαύει των αυτών προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 858/2020, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

                            ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν.

 

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την αριθμ. …../2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας.

 

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την από 10 Ιανουαρίου 2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../11.01.2016 ανακοπή

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή.

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την εν μέρει ακυρότητα της  υπ’ αριθμ. …../11.12.2015 δήλωσης της καθ’ ής η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……Α.Ε.» ως εν μέρει ανακριβούς κατά το ποσό των επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (7,24€).

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι μεταξύ της καθ’ ής η εκτέλεση οφειλέτριας της ανακόπτουσας, Π. Β., και της καθ’ ής η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» υφίσταται έννομη σχέση τήρησης των αναφερομένων στο σκεπτικό της παρούσας  λογαριασμών (ατομικός λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου και κοινός λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου)

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την  καθής η ανακοπή να καταβάλει στο ανακόπτον το ποσό των  επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (7,24€).

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ής η ανακοπή σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200,00 €).

 

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πύργο, στις  26 Αυγούστου 2021.

               

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ