ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΑθ (ΑσφΜ) 3927/2019

 

Ανάκληση άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης και θέση αυτής υπό ασφαλιστική εκκαθάριση -.

 

Οι δικαιούχοι ασφαλίσματος και οποιασδήποτε άλλης κατ' αυτής απαίτησης υποχρεούνται να υπαχθούν στη διαδικασία αναγγελίας και επαλήθευσης της απαίτησής τους, προκειμένου να συμμετάσχουν στη διανομή της ασφαλιστικής τοποθέτησης. Κενό νόμου στις διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970 για τους ασφαλισμένους σε ασφαλίσεις ζωής που δεν προέβησαν σε αναγγελία των απαιτήσεών τους ή προέβησαν σε εκπρόθεσμη αναγγελία αυτών. Για την πλήρωση του κενού, εφαρμόζεται συμπληρωματικώς το άρθρο 92 του Πτωχευτικού Κώδικα. Δεκτή η ανακοπή. Αναγνώριση των ανακοπτόντων ως δικαιούχων ασφάλισης ζωής, ώστε οι απαιτήσεις τους να επαληθευτούν και να συμπεριληφθούν στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής. 

 

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

 

Αριθμός απόφασης 3927/2019

 

Αριθμός κατάθεσης κλήσης: ./2019

Αριθμός κατάθεσης ανακοπής: ./2018

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευγενία Μάγκλαρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς Γραμματέα.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 25 Ιουνίου 2019, για να δικάσει την με αριθμό κατάθεσης ./2018 ανακοπή, που εισάγεται με την υπ' αριθμ. καταθ. ./2019 κλήση μεταξύ:

 

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ : ..., συζύγου ..., ΑΦΜ ... 2)..., ΑΦΜ ..., κατοίκων Αθηνών, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Διονυσίου ΜΠΑΡΑΤΗ (ΑΜΔΣΑ 25979).

 

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΑΝΑΚΟΠΗ : Υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «COMMERCIAL VALUE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ανδρομάχης ΒΑΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ (ΑΜΔΣΑ 26459).

 

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της ανακοπής στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

 

Με την υπ' αριθμ. ./2019 κλήση νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση η υπ' αριθμ. καταθ. ./2018 ανακοπή.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ME TO ΝΟΜΟ

 

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 6α, 10 παρ. 1, 3, 12 παρ. 1, 12α παρ. 5 του ν.δ. «Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», που καταργήθηκε από 1/1/2016 με το άρθρο 278 παρ. 1 του ν. 4364/2016 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ και του Συμβουλίου της 25.11.2009 κτλ.», εξακολουθούν να διέπουν τις διαδικασίες εξέλεγξης και επαλήθευσης απαιτήσεων στα πλαίσια ασφαλιστικής εκκαθάρισης που άρχισαν πριν από τις 31/12/2015 (άρθρο 284 του ν. 4364/2016) διότι εφαρμόζεται η ισχύουσα κατά το χρόνο εξέλεγξης και επαλήθευσης νομοθεσίας (βλ. ΟλΑΠ 2/1994 ΕλλΔνη 37.574), καθώς και εκείνης του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 3867/2010 και την υπ' αριθμ. Β.2574/16-2-2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Θέματα εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 4α του ν.δ. 400/1970», που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 2509/18-12-2009, Τεύχος Β') συνάγεται ότι σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ακολουθεί το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης κατά το οποίο αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις και η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, οι δε δικαιούχοι του ασφαλίσματος και οιασδήποτε άλλης κατ' αυτής απαίτησης υποχρεούνται να υπαχθούν στη διαδικασία αναγγελίας και επαλήθευσης της απαίτησής τους, προκειμένου να συμμετάσχουν στη διανομή της ασφαλιστικής τοποθέτησης. Η αναγγελία αυτή αποτελεί αντίβαρο στην προβλεπόμενη από το άρθρο 12α παρ. 5 αναστολή των ατομικών διώξεων σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης και είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματικώς υπό το πρίσμα της καθολικότητας, η συμμετοχή του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εκκαθάριση, η οποία ως συλλογική διαδικασία ικανοποίησης των πιστωτών έχει σκοπό την προστασία των ασφαλισμένων και των λοιπών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας ασφαλιστικής επιχείρησης, ώστε να μπορέσουν αυτοί να ικανοποιηθούν από περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων έχουν προνόμιο, αλλά και να εξασφαλισθεί η γρήγορη ικανοποίηση τους. Εκ πρώτης όψεως η αναγγελία, με την οποία ο ασφαλισμένος ανακοινώνει εγγράφως στον εκκαθαριστή την ύπαρξη της απαίτησης του συνυποβάλλοντας και τα αποδεικτικά έγγραφα αυτής, φαίνεται να έχει στα πλαίσια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. καλούνται μόνο οι δικαιούχοι ασφαλίσματος και όχι οι ασφαλισμένοι ζωής ως προς τους οποίους δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.

 

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 προβλέπει ότι ο επόπτης εκκαθάρισης καλεί μέσα σε δέκα (10) ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μία φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχόμενες εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες, ευρείας κυκλοφορίας, από τις οποίες μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μία οικονομική, να του αναγγείλουν την απαίτηση τους με όλα τα δικαιολογητικά στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση, δεν καλούνται δε οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής για τους οποίους δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και οι δικαιούχοι ασφαλίσεως αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Στη συνέχεια, γίνεται η επαλήθευση και υποβάλλεται μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών κατάσταση δικαιούχων ασφαλίσματος στο Υπουργείο Εμπορίου στην οποία περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευτεί οι απαιτήσεις τους, οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ζωής, οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφάλισης ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην παραπάνω προθεσμία. Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρησης της δημοσιεύεται μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες, ευρείας κυκλοφορίας, από τις οποίες η μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης. Κατά της ως άνω κατάστασης δίνεται το δικαίωμα να ασκηθούν αντιρρήσεις με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η δε έφεση κατά της απόφασης εκδικάζεται κατά την ίδια διαδικασία από το αρμόδιο εφετείο. Κατά συνέπεια, υφίσταται κενό νόμου στο ν.δ. 400/1970 όσον αφορά τους ασφαλισμένους σε ασφάλειες ζωής για τις οποίες δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Με δεδομένη την καθολικότητα της συλλογικής διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, που επιβάλλει να εξασφαλίζεται σε κάθε δικαιούχο απαίτησης κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης η δυνατότητα να συμμετάσχει πράγματι στη διαδικασία, διότι διαφορετικά η αξίωση του καταλείπεται με μόνον θεωρητική σημασία, καθώς η περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης ενδέχεται να εξαντληθεί με τη διανομή και μετά το πέρας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης να μην υφίσταται τίποτα για όποιον δεν συμμετείχε στη διανομή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κενό αυτό νόμου δεν είναι εκούσιο με το σκοπό να αποκλειστεί η συμμετοχή τους στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Αντιθέτως, το κενό αυτό οφείλεται στην αντίληψη του νομοθέτη ότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις ζωής, στις οποίες δεν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας, δεν λήγουν, αλλά διατηρούνται σε ισχύ (άρθρο 3 παρ. 6α' του ν.δ. 400/1970), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει γεγενημένη ενεργός αξίωση του ασφαλισμένου, η οποία θα είχε λόγο αναγγελίας και για το λόγο αυτό δεν προβλέπεται δικαίωμα αναγγελίας όσων δεν έχουν γεγενημένη απαίτηση σε ασφάλισμα κατά την ανάκληση της άδειας στο άρθρο 10 παρ. 3 του ν. δ. 400/1970. Για τις ασφαλίσεις αυτές υφίσταται, εξάλλου, η δυνατότητα να διασωθούν, διατηρούμενες σε ισχύ, με σκοπό να μεταβιβαστούν σε άλλη, ανάδοχο, ασφαλιστική εταιρία, εντασσόμενες μετά από απογραφή από τον Επόπτη Χαρτοφυλακίου Ζωής στο «Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής». Μετά την οριστική αποτυχία μεταβίβασης σε άλλη ανάδοχο ασφαλιστική εταιρία του Προσωρινού Χαρτοφυλακίου Ζωής θεωρούνται λελυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις ζωής και μάλιστα αναδρομικά από την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στο στάδιο αυτό και αφού εφαρμόζονται εφεξής και για τους ως άνω ασφαλισμένους ζωής οι διατάξεις περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970, λόγω του ως άνω κενού νόμου, έχουν και αυτοί υποχρέωση αναγγελίας μετά από σχετική πρόταση του εκκαθαριστή και δικαίωμα να προβάλλουν τις αντιρρήσεις τους με ανακοπή κατά τους ορισμούς και τις προϋποθέσεις της ανωτέρω διάταξης, αφού δεν υφίσταται λόγος διαφορετικής αντιμετώπισης τους στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, αλλά απλώς η διαδικασία για αυτούς εκκινεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Εξάλλου, όσον αφορά το περιεχόμενο των αντιρρήσεων, που μπορεί να ασκηθούν με την ανακοπή του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, δύναται για τους σκοπούς της διάταξης να είναι παράπονο των ασφαλισμένων για την απόρριψη ή την εν μέρει παραδοχή της απαίτησης τους. Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορούν να ασκηθούν αντιρρήσεις με αίτημα την αποδοχή εκπρόθεσμης αναγγελίας στο πλαίσια ανακοπής του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, διότι δεν θα αφορούσαν επαλήθευση απαίτησης, που περιλαμβάνεται στην Κατάσταση Δικαιούχων Ασφαλίσματος, αλλά εισαγωγή σε αυτή νέων απαιτήσεων. Κατά συνέπεια, υφίσταται ακόμη ένα κενό νόμου στις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 και αυτό αφορά τους ασφαλισμένους σε ασφαλίσεις ζωής που δεν προέβησαν εντός των προβλεπομένων προθεσμιών του άρθρου 10 παρ.3 αυτού σε αναγγελία των απαιτήσεων τους ή προέβησαν σε εκπρόθεσμη αναγγελία αυτών. Το κενό αυτό ήλθε, κατά την άποψη που το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ορθότερη, να συμπληρώσει ο μεταγενέστερος ν. 3588/2007 (ΠτΚ) (ΦΕΚ Α' 153/10-7-2007), που στο άρθρο 179 ορίζει ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται συμπληρωματικώς στις εκκαθαρίσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην παραπάνω περίπτωση τυγχάνει συμπληρωματικής εφαρμογής το άρθρο 92 του ΠτΚ. Καταρχήν τούτο είναι δογματικά ορθό, καθώς δεν δύναται σε δύο εξίσου συλλογικές διαδικασίες με παρεμφερείς και, σε κάποια σημεία όμοιους σκοπούς, όπως είναι η πτώχευση και η ασφαλιστική εκκαθάριση, στην μεν πρώτη να παρέχεται στον πιστωτή, που δεν ανήγγειλε εμπρόθεσμα την απαίτηση του, η δυνατότητα να την αναγγείλει, ώστε να συμμετάσχει στην πτωχευτική διαδικασία τη στιγμή μάλιστα που ο σύνδικος οφείλει, κατ' άρθρο 89 παρ. 2 του ΠτΚ, να ειδοποιήσει εγγράφως όλους τους πιστωτές των οποίων τα στοιχεία είναι γνωστά και να τους καλέσει να αναγγείλουν την απαίτηση τους, ενώ στη δεύτερη, όπου η διαδικασία πρόσκλησης μέσω δημοσίευσης σε εφημερίδες δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αναγγελία των απαιτήσεων, να μην προβλέπεται τέτοια δυνατότητα στον ασφαλισμένο, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει αυτός να χάσει κάθε δυνατότητα ικανοποίησης αντίθετα μάλιστα στο σκοπό της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, που είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση του από περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων έχει προνόμιο. Ωστόσο, προκειμένου η συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 92 του ΠτΚ να μην έρχεται σε αντίθεση με τον έτερο σκοπό της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, που είναι η γρήγορη ικανοποίηση των ασφαλισμένων, θα πρέπει να ληφθεί το όλο νομοθετικό πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και για να εξυπηρετηθεί η ανάγκη για ταχεία περάτωση της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης να γίνει δεκτό ότι θα εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Εξάλλου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ως άνω ανακοπή θα αφορά μόνο τις μελλοντικές διανομές και δεν θα θίγει ό,τι ήδη έγινε. Σημειωτέον ότι μετά από τη διάταξη του άρθρου 179 του ΠτΚ, που προβλέπει τη συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Κώδικα στις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις ο νομοθέτης ενδεχομένως και λόγω της διχογνωμίας της νομολογίας για τη συμπληρωματική ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 92 του ΠτΚ όρισε ρητώς στο ν. 4364/2016, που κατήργησε και αντικατέστησε το ν.δ. 400/1970, στο άρθρο 235 παρ. 3 ότι στη περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΠτΚ (ΜονΕφΑΘ 4310/2018).

 

Στην προκειμένη περίπτωση με υπό κρίση ανακοπή τους ενωμένη με αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση οι ανακόπτοντες εκθέτουν ότι είχαν συνάψει με την καθ' ής η ανακοπή τα αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής. Ότι ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια λειτουργίας της καθ' ής και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ότι, για λόγους ανωτέρας βίας, δεν προέβησαν σε αναγγελία των απαιτήσεων τους και δεν συμπεριλήφθηκαν οι απαιτήσεις τους αυτές στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής. Ότι ασκούν την ανακοπή εκπροθέσμως, διότι δεν κατέστη δυνατόν να την ασκήσουν εντός της προθεσμίας των 45 ημερών του άρθρου 10 παρ.3 του ν.δ. 400/1970 για τους λόγους ανωτέρας βίας, που αναφέρουν λεπτομερώς σε αυτή. Με βάση δε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ζητούν να αναγνωριστούν οι απαιτήσεις τους, να μεταρρυθμιστεί ο από 20/11/2015 οριστικός πίνακας - κατάσταση δικαιούχων ασφαλίσματος του κλάδου ζωής της καθ' ής η ανακοπή, ώστε να καταταγούν ως δικαιούχοι των απαιτήσεων, που απορρέουν από τα αναφερόμενα ασφαλιστικά συμβόλαια για τα ποσά αντιστοιχούν στην αξία εξαγοράς των ασφαλιστήριων συμβολαίων αυτών, επικουρικά δε να θεωρηθεί η ανακοπή τους εμπροθέσμως ασκηθείσα με επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση και να καταδικαστεί η καθ' ης στην δικαστική τους δαπάνη.

 

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση ανακοπή, αρμοδίως και παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, ως το Δικαστήριο του τόπου της έδρας της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρίας, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, κατ' αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 3 ν.δ. 400/1970 και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη και δη σε αυτές των άρθρων 92 παρ. 1 ΠτΚ, συμπληρωματικώς εφαρμοζόμενης κατ' άρθρο 179 ΠτΚ, και 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 αναλογικώς εφαρμοζόμενης, με την επισημείωση ότι ενόψει της έναρξης της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εν προκειμένω, πριν τις 05.02.2016, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 4364/2016, αλλά αυτές του προϊσχύσαντος δικαίου, ήτοι του ν.δ. 400/1970, πλην του επικουρικού αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, καθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανακοπή, οι ανακόπτοντες είναι ασφαλισμένοι στην καθ' ής δυνάμει συμβολαίων ασφάλισης ζωής τα οποία έληξαν όχι λόγω επέλευσης ασφαλιστικής περίπτωσης πριν την θέση της τελευταίας σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, αλλά πρόωρα λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της και μάλιστα αναδρομικά μετά την οριστική αποτυχία της μεταβίβασης του προσωρινού χαρτοφυλακίου ζωής σε ανάδοχο ασφαλιστική εταιρία, ως τοιαύτη δε δεν υπόκειτο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της, σε προθεσμία (βλ. άρθρο 13 παρ.2 περ. β5 και γ του ν. 4446/2016).

 

Από την προσκομιζόμενη από τους ανακόπτοντες υπ' αριθμ. ./10-1-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιων της Ειρηνοδίκη Αθηνών, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : Η εταιρία «COMMERCIAL VALUE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ιδρύθηκε ως ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία που δραστηριοποιούνταν στον τομέα όλων των κλάδων ασφαλίσεων ζημιών και ζωής και λειτούργησε ως ασφαλιστική εταιρία μέχρι και το έτος 2010, οπότε ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, δυνάμει της με αριθμό ./25-2-2010 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που δημοσιεύθηκε στα ΦΕΚ τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. ./26-2-2010 και ./21-4-2010, χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, τέθηκε δε σε ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970. Με την με αριθμό 1407/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δικάζοντος κατά την εκούσια δικαιοδοσία, διορίσθηκε ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρίας, κατ' άρθρο 12α παρ. 4 του ν.δ. 400/1970, ο ..., ενώ με τη με αριθμό 132/7/24.03.2015 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Ε.Π.Α.Θ.) της Τράπεζας της Ελλάδος ορίσθηκε ως Επόπτης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης της εταιρίας, κατ' άρθρο 12α παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, ο ... για το χρονικό διάστημα από 10.04.2015 έως 31.12.2015, του οποίου η θητεία ανανεώθηκε τελικά μέχρι 28.02.2016, και με το άρθρο 248 του ν. 4364/2016 προβλέφθηκε ανανέωση θητείας μέχρι 30.06.2016. Με την υπ' αριθμ. 190/16/29-6-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ορίστηκε ασφαλιστικός εκκαθαριστής της εταιρίας η ... και με την υπ'αριθμ. 285/Θέμα1/28.9.2018 απόφαση της ίδιας επιτροπής διορίστηκε ασφαλιστικός εκκαθαριστής η ανώνυμη εταιρεία «ΕΡΝΣΤ&ΠΑΝΓΚ (ΕΛΛΑΣ) Ορκωτοί Λογιστές Α.Ε», ο δε ... νόμιμος εκπρόσωπος αυτής για την εκκαθάριση. Με την υπ' αριθμ. Β355/3-3-2010 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών διορίστηκε ως Επόπτης Χαρτοφυλακίου ο ... ο οποίος ανέλαβε την αναδιοργάνωση του χαρτοφυλακίου ζωής που περιλαμβάνει την κατάρτιση Προσωρινού Χαρτοφυλακίου Ζωής, την αναμόρφωση των παροχών και τη διαρκή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του κλάδου ζωής, με σκοπό τη μερική ή ολική μεταβίβαση των ως άνω χαρτοφυλακίων ζωής σε ανάδοχη ασφαλιστική εταιρία, μία ή περισσότερες, κατά τις διατάξεις της παρ. 4α του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970. Στις 15.09.2010 ο ως άνω διορισθείς Επόπτης Χαρτοφυλακίου Ζωής, πραγματοποίησε την προβλεπόμενη εκ της ως άνω Υ.Α. ανάρτηση του «καταλόγου των ασφαλισμένων" αρχικά στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ το γεγονός της ανάρτησης δημοσιεύθηκε μία φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας. Εν συνεχεία, ο ως άνω Επόπτης Χαρτοφυλακίου Ζωής, εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων του, κατήρτισε στις 09.11.2011 το Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής των ασφαλισμένων της εταιρίας - καθ' ης η ανακοπή, με το περιεχόμενο που ορίζει η παρ. 3 του άρθρου 4 της Υ.Α. Β 2574/2009, και ανήρτησε αυτόν στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ το γεγονός της ανάρτησης δημοσιεύθηκε σε ημερήσιες εφημερίδες. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι, ενώ ο ως άνω διορισθείς Επόπτης Χαρτοφυλακίου Ζωής έπραξε όλα τα παραπάνω και κατήρτισε το Προσωρινό Χαρτοφυλάκιο Ζωής, τελικά δεν επιτεύχθηκε μεταβίβαση του Χαρτοφυλακίου Ζωής και η Τράπεζα της Ελλάδας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3867/2010 απηύθυνε δημόσια πρόσκληση για την ανάδειξη αναδόχου Χαρτοφυλακίου Ζωής της εταιρίας. Η ως άνω διαδικασία περατώθηκε τελικά στις 31.05.2012 δίχως την εκδήλωση ενδιαφέροντος εκ μέρους άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης για την αναδοχή του Χαρτοφυλακίου Ζωής.

 

Κατόπιν τούτων, με τη με αριθμό 41/01.06.2012 Διαπιστωτική Πράξη της Τράπεζας της Ελλάδος διαπιστώθηκε «ότι παρήλθε η προθεσμία της 31 ης Μαΐου 2012 χωρίς να εγκριθεί σύμβαση μεταβίβασης του Χαρτοφυλακίου Ζωής της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρίας, ως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3867/2010 και ότι επομένως έχουν επέλθει αυτοδικαίως οι αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο έννομες συνέπειες, δηλαδή η περάτωση της διαδικασίας του άρθρου 10 παρ. 4α του ν.δ. 400/1970 και της Β 2574/2009 Υ.Α. του Υπουργού Οικονομικών ως ισχύουν κατά το άρθρο 2 του ν. 3867/2010, εφαρμόζονται δε για το εν λόγω χαρτοφυλάκιο, κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου του ν. 3867/2010, οι διατάξεις περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης». Επομένως, μετά ταύτα, δεδομένης πλέον της ματαίωσης της διαδικασίας μεταβίβασης με αναδοχή του Χαρτοφυλακίου Ζωής σε άλλη ασφαλιστική εταιρία, εφαρμόζονται και για τους ασφαλισμένους ζωής οι διατάξεις περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

 

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο επόπτης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ακολουθώντας τη διαδικασία του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, κάλεσε αρχικά μόνον τους δικαιούχους ασφαλίσματος της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης, όπως αναγγείλουν ενώπιων του τις απαιτήσεις τους το αργότερο έως 04.10.2013. Η εν λόγω ανακοίνωση δημοσιεύθηκε, όπως ορίζει ο νόμος, στις 19.06.2013 στις εφημερίδες «Η Καθημερινή», «Ελεύθερος Τύπος», «Ημερησία», «Εξπρές» και «Αμαρυσία» στις 19.06.2013 στις εφημερίδες «Η Καθημερινή», «Ελεύθερος Τύπος», «Ημερησία» και «Αμαρυσία», στις 26-6-2013 στις εφημερίδες «Η Καθημερινή», «Ελεύθερος Τύπος», «Ημερησία», και «Αμαρυσία» και στις 3-7-2013 στις εφημερίδες «Η Καθημερινή», «Ελεύθερος Τύπος», «Ημερησία», «Κέρδος» και «Αμαρυσία». Στη συνέχεια, ο επόπτης εκκαθάρισης της εταιρίας κάλεσε και τους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής να του αναγγείλουν τις σχετικές απαιτήσεις τους μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση και με καταληκτική ημερομηνία τις 17.09.2015, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 3867/2010 και τα οριζόμενα εκεί για την περίπτωση που δεν ευδοκιμήσει η διαδικασία μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου ζωής. Η εν λόγω ανακοίνωση δημοσιεύθηκε μία φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μία οικονομική και δη δημοσιεύθηκε στις 03.06.2015 στις εφημερίδες «Η Εφημερίδα των Συντακτών», «Ελεύθερος Τύπος» «Ημερησία», «Η Αυγή» και «Ηχώ των Δημοπρασιών», στις 17.06.2015 στις εφημερίδες «Η Εφημερίδα των Συντακτών», «Ελεύθερος Τύπος» «Ημερησία», «Η Αυγή» και «Ηχώ των Δημοπρασιών». Εντός δύο μηνών από την επομένη της καταληκτικής ημερομηνίας των αναγγελιών, ήτοι στις 18.11.2015, κατατέθηκε στην αρμόδια Εποπτική Αρχή, Τράπεζα της Ελλάδος, η Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων (ΚΔΑ) από ασφάλιση ζωής και ακολούθως η ΚΔΑ καταχωρήθηκε νομίμως και αναρτήθηκε με επιμέλεια της Εποπτικής Αρχής στην ιστοσελίδα της στις 20.11.2015. Ανακοίνωση της καταχώρησης αυτής δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος» και «Η Εφημερίδα των Συντακτών», μία φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες και συγκεκριμένα στις 20.11.2015, 27.11.2015 και 04.12.2015 καταληκτική δε ημερομηνία ανακοπών προσδιορίσθηκε η 18.01.2016. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι η πρώτη ανακόπτουσα, συνήψε με την καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία α) το με αριθμό ./23-10-2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, (ισόβιος ασφάλιση με συμμετοχή στα κέρδη) με έναρξη από 3/10/2002 με λήπτη της ασφάλισης την ίδια και δικαιούχο θανάτου τον σύζυγό της, ..., με ασφαλισμένο κεφάλαιο ποσού 1.500 δραχμών, ενώ τα ασφάλιστρα ορίσθηκε να καταβάλλονται στις 3/10 και 03/04 κάθε χρόνου β) το υπ' αριθμ. ./7-1-2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τίτλο «ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ», διάρκειας είκοσι έξι ετών, ήτοι από 30-12-2002 έως 31-12-2028, με ετήσιο ασφάλιστρο 879,96 ευρώ, με λήπτη της ασφάλισης την ίδια και δικαιούχο θανάτου τον σύζυγό της ... και καταβολή μηνιαίας σύνταξης κατά την λήξη του 170,85 ευρώ, ο δε δεύτερος ανακόπτων συνήψε με την καθ' ης το με αριθμό .../2004 ατομικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής (ΕΠΙΛΟΓΗ ΖΩΗΣ 2) με έναρξη ισχύος από 30/4/2004 με λήπτη της ασφάλισης την κόρη του ... με εγγυημένο κεφάλαιο λήξης ποσού 19.983,53 ευρώ και ετήσιο ασφάλιστρο 799,98 ευρώ καταβαλλόμενο στις 30/04 και 31/10 κάθε χρόνου. Οι ανακόπτοντες δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους από τα ως άνω ασφαλιστήρια ζωής, ώστε να επαληθευθούν και να συμπεριληφθούν στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων. Ειδικότερα, η απαίτηση της πρώτης αυτών από το με αριθμό ./23-10-2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, ανέρχεται στο ποσό των 92,43 ευρώ, ενώ από το υπ' αριθμ. ./7-1-2003 ασφαλιστήριο ανέρχεται στο ποσό των 2.646,12 ευρώ, του δε δεύτερου ανακόπτοντος από το υπ' αριθμ. ./2004 ατομικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, ανέρχεται σε 1.688,79 ευρώ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή ως προς την κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η πρώτη ανακόπτουσα ως δικαιούχος ασφάλισης ζωής για το ως άνω ποσό των 92,43 ευρώ δυνάμει του με αριθμό ./23-10-2002 ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής και για το ποσό των 2.646,12 ευρώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ./7-1-2003 ασφαλιστήριου δε δεύτερος για το ποσό των 1.688,79 ευρώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ./2004 ατομικού ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής, ώστε να επαληθευθούν και να συμπεριληφθούν στην Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής που καταχωρήθηκε στην αρμόδια Εποπτική Αρχή της Τράπεζας της Ελλάδος στις 20.11.2015. Τέλος, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί λόγω της δυσχέρειας των κανόνων που εφαρμόσθηκαν (179 εδ. β ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την πρώτη ανακόπτουσα ως δικαιούχο ασφάλισης ζωής για το ποσό των 92,43 ευρώ δυνάμει του με αριθμό ./23-10-2002 ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής και για το ποσό των 2.646,12 ευρώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ./7-1-2003 ασφαλιστήριου, τον δε δεύτερο για το ποσό των 1.688,79 ευρώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ./2004 ατομικού ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, στις 15-7-2019.

 

 

      Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                          ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ