ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΑθ 1973/2021

 

Ανακοπή κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής -.

 

Αναγκαίες προϋποθέσεις για το κύρος του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής. Το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατατείνει στην προστασία του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου σε ακίνητο που κατέλαβε ιδιώτης προβάλλοντας δικαίωμα δικής του κυριότητας σε αυτό, στο οποίο και στηρίζει τη σχετική ανακοπή του. Λόγοι που μπορούν να στηρίζουν την ανακοπή μπορεί να είναι ελαττώματα που υπάγονται στην τυπική νομιμότητα του πρωτοκόλλου, η μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοσή του, λόγοι ακυροτήτων από το δικονομικό δίκαιο. Έννομο συμφέρον. Ενεργητική νομιμοποίηση. Απόρριψη ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής. Έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου ότι ο ανακόπτων ουδέποτε απέκτησε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία του ακινήτου καθόσον βρισκόταν στην κατοχή του δυνάμει μισθωτικής σχέσης.

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

 

Αριθμός Απόφασης 1973/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσαγκιά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Παναγιώτα Στρατικοπούλου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 15-1-2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Του εκκαλούντος - ανακόπτοντος : ..., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημήτριου Χριστόπουλου βάσει δηλώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

Του εφεσίβλητου – καθ’ ου η ανακοπή : Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α Βαθμού, με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ», που εδρεύσει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Στέλιου Μπεζαντέ βάσει δηλώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

Ο εκκαλών ζητεί να γίνει δεκτή η από 3-1-2019 έφεση του κατά της υπ' αριθ. 1343/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 9-1-2018 ανακοπής του και κατατέθηκε στη Γραμματεία του προαναφερθέντος πρωτοδίκου Δικαστηρίου με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ./2018. Κατά της ανωτέρω απόφασης, ο εκκαλών άσκησε την από 3-1-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./4-1-2019 έφεση, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ./4-1-2019, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

Κατά τη συζήτηση της έφεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατόπιν δηλώσεων τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

 

Η κρινόμενη έφεση του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ' αριθ. 1343/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλείται ούτε προκύπτει από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας, ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ δεν παρήλθε διετία από τη δημοσίευση της (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, φερόμενη νομίμως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της (άρθρο 17Α ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία που δίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έχει δε κατατεθεί παράβολο ποσού 75 ευρώ με τα υπ' αριθ. 244919 παράβολο ΤΑΧΔΙΚ (60 ευρώ) και 2075452 παράβολο Δημοσίου (30 ευρώ).

 

Με την ένδικη ανακοπή του, ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών ζητούσε να ακυρωθεί το υπ' αριθ. ./8-1-2018 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δήμου Αθηναίων, με το οποίο αποβλήθηκε από την επίδικη έκταση εμβαδού 2.030,83 τ.μ. πλέον εμβαδού ρυμουτομούμενης έκτασης 470 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Βοτανικού του Δήμου Αθηναίων και να καταδικασθεί ο καθ' ου στα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή, επικυρώνοντας το άνω πρωτόκολλο και επέβαλε σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα του καθ' ου ποσού 150 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο εκκαλών, με την κρινόμενη έφεση, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, καταδικαζόμενου του εφεσίβλητου στη δικαστική του δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 του Α.Ν. 263/1968 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων», οι οποίες αποβλέπουν στη δραστικότερη προστασία της περιουσίας του κράτους, δημόσιας και ιδιωτικής, αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, δεν είναι η αναγνώριση της κυριότητας ή η προσωρινή ρύθμιση της νομής στο επίδικο ακίνητο, αλλά η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση του πρωτοκόλλου, το οποίο ανακόπτεται ως παράνομη διοικητική πράξη. Οι αναγκαίες δε προϋποθέσεις για το κύρος του, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, είναι : α) η κυριότητα του Δημοσίου στο ακίνητο, β) η αναμφισβήτητη κατοχή του από το Δημόσιο και γ) η αυθαίρετη κατάληψη του ακινήτου από τον καθ' ου το πρωτόκολλο, με τον σκοπό απόκτησης δικαιωμάτων και δη, ανεξάρτητα από τον χρόνο που έγινε αυτή (κατάληψη), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 717/1977. Κατά την έννοια αυτή, το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατατείνει στην προστασία του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου σε ακίνητο που κατέλαβε ιδιώτης, προβάλλοντας δικαίωμα δικής του κυριότητας σε αυτό, στο οποίο και στηρίζει τη σχετική ανακοπή του (ΑΠ 929/2014, Εφ Πατρ 410/2020 ΝΟΜΟΣ).

 

Εξάλλου, λόγοι που μπορούν να στηρίζουν την άνω ανακοπή μπορεί να είναι ελαττώματα που υπάγονται στην τυπική νομιμότητα του πρωτοκόλλου, η μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση του, λόγοι ακυροτήτων από το δικονομικό δίκαιο (αοριστία του περιεχομένου του, έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας).

 

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ «δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει, όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον». Έννομο συμφέρον υπάρχει όταν η αιτούμενη προστασία είναι κατάλληλο μέσο άρσης της υφισταμένης αμφισβήτησης στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του αιτούντος κινδύνου από αυτήν. Το έννομο συμφέρον είναι άμεσο, όταν αναφέρεται σε υπαρκτές και όχι σε υποθετικές έννομες σχέσεις και επιπλέον η ανάγκη παροχής δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις του παρόντος (ΑΠ 205/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης επί της αγωγής και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η έλλειψη του δε συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, ΑΠ 576/2014 ΝΟΜΟΣ). Από την άνω διάταξη σε συνδυασμό με τη εκείνη του άρθρου 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή, για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς, κατ' αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη εξάλλου νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσης της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών, συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 2102/2007, ΕφΠειρ 14/2015, ΕφΘεσ 424/2010 ΝΟΜΟΣ), ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, αφού η νομιμοποίηση συμπίπτει, καταρχήν, όπως προαναφέρθηκε, με την ιδιότητα του υποκειμένου της ένδικης έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου και, κατά συνέπεια, απόδειξη της συμπίπτει με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής (ή ανακοπής). Επομένως, σε περίπτωση μη απόδειξης των περί μη νομιμοποίησης περιστατικών, τη σχετική αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω έλλειψης (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 410/2016, ΕφΘεσ 689/2018 ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανακόπτων άσκησε την ένδικη ανακοπή επιδιώκοντας την ακύρωση του σε βάρος του εκδοθέντος πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, επικαλούμενος ότι ο ίδιος ήταν κύριος της εδαφικής έκτασης, από την οποία διατασσόταν η αποβολή του με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ανακοπή δεν έπασχε από ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, καθόσον βάσει των εκτιθέμενων σε αυτή πραγματικών περιστατικών, ο ανακόπτων προέβαλε δικαίωμα ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, στοιχείο που θεμελίωνε το έννομο συμφέρον του και την ενεργητική του νομιμοποίηση προς ακύρωση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής του βασιμότητας. Με βάση, όμως, τα ανωτέρω και με δεδομένο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον και αν αληθή υποτεθούν τα αναφερόμενα σε αυτόν δεν άγει σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.

 

Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ανακόπτοντος, ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση του πρακτικά συνεδρίασης, όλων των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι μετ' επικλήσεως προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : δυνάμει του υπ' αριθ. ./8-1-2018 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δημάρχου Αθηναίων, ο ανακόπτων αποβλήθηκε από μία οικοπεδική έκταση που βρίσκεται επί των οδών … στη θέση Βοτανικός του Δήμου Αθηναίων, Ο.Τ. ., περιοχή . εμβαδού 2.030,83 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο συγκοινοποιούμενο με αυτό . Α/Οκτωβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών ... της Διεύθυνσης Δόμησης του Δήμου Αθηναίων, και συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ συνολικού μήκους 46,65 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α συνολικού μήκους 39,97 μέτρων με ιδιωτική οδό, νότια επί τεθλασμένης πλευράς Λ-Τ1 συνολικού μήκους 48,39 μέτρων με οδό . και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΤΙ-Α συνολικού μήκους 46,24 μέτρων με οδό . (μη διανοιγείσα). Περαιτέρω, όπως προέκυψε από τα ανωτέρω προσκομισθέντα έγγραφα, ο ανακόπτων είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-11-2008 με αριθ. κατάθεσης ./2008 αγωγή του κατά του καθ' ου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος ενός οικοπέδου έκτασης 1.983,30 τ.μ., με την υπάρχουσα εντός αυτού πεπαλαιωμένη οικία, που βρίσκεται στην οδό …, στην περιοχή του Βοτανικού και εντός σχεδίου πόλεως του Δήμου Αθηναίων, ισχυριζόμενος ότι έχει καταστεί κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, με άτυπη παραχώρηση από το έτος 1975 του προηγούμενου κυρίου αυτού, ..., ασκώντας από τότε όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1237/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω αγωγή. Η παραπάνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, καθόσον με την υπ' αριθ. 68/2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον ανακόπτοντα έφεση εναντίον της και με την υπ' αριθ. 696/2018 απόφαση του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον ίδιο διάδικο αναίρεση. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο ... μεταβίβασε στον εκκαλούντα με οποιονδήποτε τρόπο τη νομή του προπεριγραφόμενου ακινήτου, ούτε ότι έλαβε χώρα υλική παράδοση του οικοπέδου από τον τότε νομέα του ... στον εκκαλούντα, αλλά ότι ο ... καθόλου δεν αποξενώθηκε από τη φυσική εξουσία, την οποία εξακολούθησε να ασκεί σε αυτό μέσω του εκκαλούντος ως κατόχου αυτού. Επίσης, ότι δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα η μεταβίβαση της νομής του οικοπέδου με απλή συμφωνία, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1975 ο ..., κύριος του επίδικου οικοπέδου, παραχώρησε στον εκκαλούντα την κατοχή του στο πλαίσιο προφορικής σύμβασης μίσθωσης αορίστου χρόνου, και στη συνέχεια με το από 2-12-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε σε αυτόν ένα τμήμα οικοπέδου 1.050 τ.μ. προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο εκκαλών ως χώρο στάθμευσης βυτιοφόρων οχημάτων, με συνέπεια να μην πληρούνται στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή η συνεχής άσκηση πράξεων νομής και κατοχής επ' αυτού για είκοσι έτη, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 331 ΚΠολΔ, έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου ότι ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών ουδέποτε απέκτησε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία επί του παραπάνω ακινήτου, καθόσον βρισκόταν στην κατοχή του δυνάμει μισθωτικής σχέσης. Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος έχει αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με καθολική διαδοχή του αρχικού κυρίου αυτού ..., με τη δημόσια διαθήκη του, υπ' αριθ. ./21-1-1998, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ..., που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. ./1998 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. ./30-3-2006 συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., νομίμως μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών (τόμος . αα .). Με τη διαθήκη του ο άνω κληρονομούμενος κατέλιπε στον εφεσίβλητο «το εκτός σχεδίου πόλεως αγρόκτημα του, εκτάσεως 4.250 τ.μ. περίπου, κείμενον στην Αθήνα και επί της οδού ... - Βοτανικός». Ως προς το εν λόγω ακίνητο στο από Σεπτεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών … αναφέρεται ότι α) το εμβαδό της ιδιοκτησίας με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Α μετρήθηκε και βρέθηκε 7.251,66 τ.μ., β) το υπό στοιχεία Α-Β-Ζ-Ε-Π-Ρ-Σ-Τ-Α τμήμα, εμβαδού 4.414, 30 τ.μ. είναι εντός σχεδίου πόλεως περιοχής Ελαιώνα, γ) το υπό στοιχεία Η-Θ-Ι-Κ-Α-Ν-Η-Η, εμβαδού 1.983,30 τ.μ. είναι εντός σχεδίου πόλεως Αθηνών, γ) Το υπό στοιχεία Η-Η'-Ν-Ν-Ξ-Ο-Π-ΙΓ-Ε-Ζ-Η τμήμα, εμβαδού 854,06 τ.μ. ρυμοτομείται από τις οδούς . και .. Εκ των άνω προκύπτει ότι ο άνω διαθέτης δεν είχε προβεί σε καταμέτρηση και αποτύπωση της ιδιοκτησίας του, δεδομένου ότι στη διαθήκη του δεν γίνεται αναφορά σε αποτύπωση της ιδιοκτησίας του και είχε εσφαλμένη εντύπωση ότι το ακίνητο του ήταν εκτός σχεδίου πόλεως και ότι η συνολική του επιφάνεια ήταν 4.250 τ.μ. Εξάλλου, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση και το υπ' αριθ. . του Οκτωβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών ... της Διεύθυνσης Δόμησης του Δήμου Αθηναίων, είναι έκτασης 7.339,28 τ.μ. και χωρίζεται σε δύο οικόπεδα α) έκτασης 4.476,80 τ.μ., β) έκτασης 2.030,83 τ.μ., ενώ η υπολειπόμενη έκταση 831,65 τ.μ. ρυμοτομείται από τις οδούς …. Εκ των άνω συνάγεται ότι το παραπάνω υπό στοιχ. β οικόπεδο - τμήμα της άνω οικοπεδικής έκτασης είναι το ίδιο με εκείνο που ο εφεσίβλητος αποδέχθηκε με την με την υπ' αριθ. ./30-3-2006 συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων αφενός του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου της έφεσης, καθόσον σαφώς προκύπτει ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στον εφεσίβλητο, αφετέρου του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου και του ταυτόσημου τρίτου λόγου αυτής, με τους οποίους ο ανακόπτων αμφισβητεί την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου. Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 2875/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 21-12-2017 με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ./27-12-2017 αγωγή του εφεσίβλητου κατά του εκκαλούντος, αναγνωρίσθηκε ο εφεσίβλητος Δήμος κύριος του προπεριγραφόμενου ακινήτου. Επιπλέον, πιθανολογήθηκε ότι παρότι με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση απορρίφθηκε η αναγνωριστική της κυριότητας αγωγής του εκκαλούντος κατά του εφεσίβλητου και κρίθηκε ότι κατείχε το επίδικο ακίνητο βάσει μισθωτικής σχέσης με τον διαθέτη του εφεσίβλητου και παρότι με την υπ' αριθ. ./2017 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ο εφεσίβλητος κατήγγειλε την ανωτέρω μισθωτική σχέση (με επίδοση στις 22-11-2017), δεδομένου ότι αυτός υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως διάδοχος του αρχικού εκμισθωτή, η ταχθείσα προθεσμία παράδοσης από την ημερομηνία της επίδοσης παρήλθε χωρίς ο εκκαλών να αποδώσει το επίδικο ακίνητο, με συνέπεια να έχει έκτοτε καταλάβει και να κατέχει αυτογνωμόνως την επίδικη οικοπεδική έκταση, με σκοπό απόκτησης δικαιωμάτων επί αυτού. Εξάλλου, το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο είναι καθ' όλα νόμιμο και έγκυρο, καθόσον πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης του, είναι δε ορισμένο, καθώς το ακίνητο περιγράφεται κατά πλευρικές διαστάσεις, θέση και όρια, είδος ακινήτου (αστικό), συνοδεύεται από σχεδιάγραμμα όπου αποτυπώνονται ακριβώς οι διαστάσεις του, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του. Η αναγραφή δε της αγοραίας αξίας αυτού και της παλαιάς μονώροφης οικίας του αποβιώσαντος και των χαλασμάτων (πρώην αγροτικών αποθηκών) δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα του, καθόσον η έκταση περιγράφεται στο πρωτόκολλο ρητά σαν αστική και εντός σχεδίου και εντός συνεπώς ζώνης αντικειμενικών αξιών, με συνέπεια η αξία του να είναι γνωστή και να μην υφίσταται βλάβη ο ανακόπτων από την έλλειψη της, χωρίς, επίσης, να επηρεάζεται η ταυτότητα του ακινήτου, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Επιπλέον, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται ο πέμπτος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο ο εφεσίβλητος είχε στο παρελθόν εκδώσει σε βάρος του το υπ' αριθ. ./4-1-2008 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής για το ανωτέρω ακίνητο και ότι με την υπ' αριθ. ./29-2-2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αυτό ακυρώθηκε, και ότι από την άνω τελεσίδικη κρίση απορρέει δεδικασμένο για την προκείμενη υπόθεση, διότι το δεδικασμένο που απορρέει από την άνω απόφαση συνίσταται στο τυπικό θέμα της μη ύπαρξης σχεδιαγράμματος που έπρεπε να συνοδεύει εκείνο το πρωτόκολλο, και ουδεμία ασκεί επιρροή επί του προσβαλλόμενου εν προκειμένω πρωτοκόλλου.

 

Κατόπιν τούτων, τυγχάνει απορριπτέα η ένδικη ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε περί του αντιθέτου διατείνεται ο εκκαλών, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

 

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, να αντικατασταθεί μερικά η αιτιολογία της εκκαλουμένης με την παρούσα και, εφόσον απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι έφεσης και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας του εφεσίβλητου, κατόπιν σχετικού αιτήματος του (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ) σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 182 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν κατ' ουσία.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου, όπως στο σκεπτικό της παρούσας περιγράφεται, στο δημόσιο ταμείο.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 19/2/2021, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ