ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΑθ 1706/2020

 

Εργατικές διαφορές - Αίτηση ερμηνείας και συμπλήρωσης διατακτικού δικαστικής αποφάσεως -.

 

Δεκτή η αίτηση ερμηνείας και συμπλήρωσης του διατακτικού της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που αναγνώρισε ότι συνδέει έκαστο των αιτούντων με το πρώην ΤΕΙ μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να προσδιορίζει στο διατακτικό της τον ακριβή χρόνο έναρξης της σύμβασης αυτής, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της διάταξης του διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως υπό το πρίσμα της έναρξης εκάστης των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου από το χρόνο κατάρτισης της πρώτης κατά σειρά σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστου των αιτούντων. Διατάσσει τη συμπλήρωση του διατακτικού της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το χρόνο έναρξης εκάστης των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου των αιτούντων και δη ορίζει αυτόν από τον χρόνο κατάρτισης της πρώτης κατά σειρά σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστου των αιτούντων. 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 1706/2020

 

(Αριθμός κατάθεσης αίτησης: ./2019)

(Αριθμός κατάθεσης κλήσης: ./2019)

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Βολίκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Χορού.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ-ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Χριστίνας Καραγιαννίδου (AM Δ ΣΑ 23701), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

 

ΤΟΥ ΚΑΘΌΥ Η ΑΙΤΗΣΗ-ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ: Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής», το οποίο εδρεύει στο Αιγάλεω (Αγ. Σπυρίδωνος και Δημητσάνης), με ΑΦΜ ..., νομίμως εκπροσωπουμένου και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δρόσο (AM ΔΣΑ 26727), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

 

Οι αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2019 αίτηση τους, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 5-7-2019 και κατόπιν ματαίωσης και επαναφοράς της με την από 13-7-2019 κλήση (αρ. καταθ. Δικογρ. ./2019) για τις 8-11-2019 και κατόπιν αναβολής για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

 

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 13-7-2019 κλήση (αρ. καταθ. Δικογρ. ./2019) των αιτούντων η από 20-5-2019 αίτηση τους (αρ. καταθ. δικογρ. ./2019) κατ' άρθρα 315, 316 ΚΠολΔ.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφαση του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης που παρεισέφρησαν από παραδρομή και οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που διατυπώθηκαν ή σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, ενώ επίσης διόρθωση χωρεί και όταν το διατακτικό είναι ελλιπές, δηλαδή όταν σε σχέση με το σκεπτικό δεν περιέχει όλες τις διατάξεις οι οποίες προβλέφθηκαν σε αυτό έστω και εάν από τη διόρθωση επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία, επιτρεπόμενη από το νόμο, δεν ανατρέπει αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου (ΑΠ 1259/2002 ΕλλΔνη 44.130, ΑΠ 1856/1999 ΕλλΔνη 41.1307, ΑΠ 1132/1980 ΝοΒ 29.520). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 318§ 1 του ΚΠολΔ ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η συζήτηση γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται ή ερμηνεύεται, και αφού κληθούν οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην απόφαση. Αν τη διόρθωση προκαλεί το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, η κλήση των διαδίκων γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου. 2. Αν κατά τη συζήτηση της αίτησης δεν εμφανίζεται κάποιος διάδικος που κλητεύθηκε νόμιμα, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και, αν δεν κλητεύθηκε νόμιμα, η συζήτηση αναβάλλεται και το δικαστήριο διατάζει να κλητευθεί». Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι η κλήτευση των διαδίκων δεν είναι απαραίτητη ούτε η παράλειψη της καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση, όταν οι διάδικοι που δεν κλητεύθηκαν δεν έχουν έννομο συμφέρον να αποτρέψουν τη διόρθωση, διότι τα συμφέροντα τους δεν θίγονται άμεσα ή έμμεσα σε περίπτωση αποδοχής της σχετικής αίτησης [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου) ΚΠολΔ I (2000), 318 αρ. 2]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 316 του ΚΠολΔ «αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοια της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό που ερμηνεύεται». Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι η ερμηνεία επιχειρείται από το ίδιο το δικαστήριο που είχε εκδώσει την αρχική απόφαση και με την ίδια διαδικασία, χωρίς χρονικό περιορισμό και μόνο ύστερα από αίτημα διαδίκου και  όχι αυτεπαγγέλτως. Η ερμηνεία, η οποία είναι ξένη προς κάθε ιδέα αντίθεσης της απόφασης προς την πραγματικότητα, αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθούς νοήματος της απόφασης, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους για τον λόγο ότι η διατύπωση της απόφασης είναι ασαφής ή αμφίβολη. Δηλαδή από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της αποφάσεως του περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθούς έννοιας, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης του (ΑΠ 1124/2002 ΕλλΔνη 2004.406, ΑΠ 110/2001, ΑΠ 337/1993 ΤΝΠ Νόμος). Αμφίβολο καταρχήν θεωρείται το νόημα της απόφασης, όταν η λεκτική διατύπωση και οι όροι που χρησιμοποιούνται παρέχουν λαβή σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές. Η ασάφεια, εξάλλου, της απόφασης πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται αδύνατη η κατανόηση της απόφασης, ή η εκτέλεση αυτής και ο καθορισμός της έκτασης του δεδικασμένου. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία, με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης, να αλλοιώσει την ουσία της απόφαση και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλείψεις σε αιτήματα που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, διότι αυτό αντίκειται στους κανόνες δεδικασμένου (ΑΠ 1 77/1975 ΝοΒ 23.897, ΑΠ 2009/1986, ΝοΒ 1987.1234, ΕφΑΘ 8958/2003, ΕλλΔνη 2004.1457). Η ερμηνεία πρέπει να κινείται στα όρια του διατακτικού της απόφασης. Περίπτωση ερμηνείας του αιτιολογικού της απόφασης συντρέχει, όταν τούτο συνδέεται προς το διατακτικό (ΑΠ 337/1993, ΕλλΔνη 1994.379, ΕφΑΘ 3404/2014 ΝοΒ 2015.49=ΕΠολΔ 2014.326, ΕφΑΘ 8958/2003 ΕλλΔνη 2004.1457). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 320 του ίδιου κώδικα, η διορθωτική απόφαση σημειώνεται, με την επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου (ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ ΕρμΚΠολΔ στο άρθρο 320 αριθμ. 1) στο πρωτότυπο της αποφάσεως που διορθώνεται, έχει δε αναδρομική δύναμη, καθόσον ανατρέχει στο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως που διορθώνεται (ΑΠ 1151/1976 ΝοΒ 25, 698, ΕφΠειρ 602/1997 ΕλλΔνη 1999, 364, ΕφΑΘ 1662/1987 ΕλλΔνη 29, 538).

 

Με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την αναφερόμενη στην αίτηση αγωγή τους κατά του πρώην ΤΕΙ Αθηνών, το οποίο απορροφήθηκε αυτοδικαίως από το καθ' ου η αίτηση, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το εκεί εναγόμενο νομικό πρόσωπο συνιστά σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ήτοι, να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με αυτό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το εκεί εναγόμενο να τους απασχολεί υπό τις ειδικότητες, υπό τις οποίες τους προσέλαβε και μετά την αναγραφόμενη στην τελευταία σύμβαση εργασίας εκάστου εξ αυτών ημερομηνία λήξεως των συμβάσεων τους, καθώς και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και μετά την ημερομηνία αυτή με τους όρους, βάσει, των οποίων παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως συνδεόμενα, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να καταδικαστεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εκ των εναγόντων το ποσό των 230,00 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της εκδοθησομένης αποφάσεως, να κηρυχθεί αυτή προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί το εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη. Ότι εξεδόθη επ' αυτής η υπ' αρ. 772/2018 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με το διατακτικό της οποίας μεταξύ άλλων έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους αιτούντες, αναγνωρίστηκε ότι η σύμβαση, που τους συνδέει με το εκεί εναγόμενο αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το εναγόμενο να τους απασχολεί στην ίδια θέση και τους ίδιους όρους εργασίας, όπως μέχρι τις 30-6-2017 που έληξαν οι συμβάσεις τους. Ότι η ως άνω Απόφαση γεννά αμφιβολίες ως προς το αληθές της νόημα και ιδίως ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της σύμβασης αορίστου χρόνου που συνδέει έκαστο των αιτούντων με το εναγόμενο. Για τους λόγους αυτούς αιτούνται την ερμηνεία της ως άνω απόφασης προκειμένου να διατυπωθεί η αληθής βούληση του Δικαστηρίου ως προς τον χρόνο έναρξης της αναγνωρισμένης με αυτήν σύμβασης αορίστου χρόνου που συνδέει έκαστο των αιτούντων με το εναγόμενο. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που εξέδωσε την υπό διόρθωση οριστική απόφαση (άρθρα 315, 316 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμοζομένων των ειδικότερων ρυθμίσεων που αφορούν τις εργατικές διαφορές (άρθρα 318§ 1, 591, 614 § § 1 και 3 και 621 ΚΠολΔ). Η συζήτηση της δεν εμποδίζεται από την έλλειψη κλήτευσης των διαδίκων που αναφέρονται στην πιο πάνω απόφαση, αφού κρίνεται ότι δεν πλήττονται τα έννομα συμφέροντα των διαδίκων από την συζήτηση της χωρίς την παρουσία τους. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη σης διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.

 

Από τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και η υπό διόρθωση απόφαση, προκύπτει ότι επί της από 6-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου./2017 αγωγής μεταξύ άλλων των αιτούντων κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΘΗΝΑΣ (Τ.Ε.Ι.)», το οποίο συγχωνεύθηκε από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία των «Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής», η οποία συζητήθηκε κατά τη διαδικασία εργατικών διαφορών στις 9-10-2017, εκδόθηκε η υπ' αρ. 772/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή. Συγκεκριμένα, αναγνωρίστηκε ότι η σύμβαση, που συνδέει τους αιτούντες με το εκεί εναγόμενο αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το εναγόμενο να τους απασχολεί στην ίδια θέση και τους ίδιους όρους εργασίας, όπως μέχρι τις 30-6-2017 που έληξαν οι συμβάσεις τους. Στο σκεπτικό της ως άνω Απόφασης αναφέρεται στις σελ. 5-6: «Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α'85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις των κατά την έναρξη ισχύος των ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από τον νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίον διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ολΑΠ 7/2011, ΑΠ 201/2015 α' δημοσίευση στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ».

 

Περαιτέρω, στις σελίδες 26-27 της ως Άνω Απόφασης αναφέρεται: «Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της για τους τους έκτη, έβδομη, ένατο, ενδέκατη, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστό δεύτερο, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και τριακοστή τρίτη των εναγόντων διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω σε συνδυασμό και με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο καταρτίσεως των επίδικων συμβάσεων, του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό και με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των συγκεκριμένων εναγόντων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή τους και προπαρατέθηκαν καταρτίστηκαν προ της 18.04.2001 και μπορούσαν συνεπώς να προσλάβουν, ενιαία κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και όπως αποδείχθηκε κάλυπταν οι ενάγοντες αυτοί μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ο δε καθορισμός του είδους των ως άνω συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγόμενου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή παρότι η σχέση εργασίας των εναγόντων όπως δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους». Τέλος, στις σελ. 28-29 αναφέρονται τα εξής: «Κατόπιν των ανωτέρω, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας των έκτης, έβδομης, ένατου, ενδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατης όγδοης, δέκατης ένατης, εικοστού, εικοστής δεύτερης, εικοστής τρίτης, εικοστής πέμπτης, εικοστής έκτης, εικοστού έβδομου, εικοστής όγδοης και τριακοστής τρίτης των εναγόντων, κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκε κατά την σύναψη τους ως σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου. Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων την 30.06.2017. Επομένως, η δεύτερη εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί να απασχολεί πραγματικά τους προαναφερόμενους ενάγοντες στην ίδια ακριβώς θέση και με τους ίδιους ακριβώς όρους και αποδοχές, με την απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση αρνήσεως της να συμμορφωθεί με την παρούσα. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους έκτης, έβδομης, ένατου, ενδέκατης, δέκατης πέμπτης, δέκατης όγδοης, δέκατης ένατης, εικοστού, εικοστής δεύτερης, εικοστής τρίτης, εικοστής πέμπτης, εικοστής έκτης, εικοστού έβδομου, εικοστής όγδοης και τριακοστής τρίτης των εναγόντων, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη για τους λοιπούς και να αναγνωριστεί ότι μεταξύ των διαδίκων μερών ήτοι των ανωτέρω εναγόντων και του εναγομένου έχει καταρτιστεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί στην ίδια θέση με τους ίδιους όρους εργασία όπως έως την λήξη των συμβάσεων εργασίας τους την 30.06.2017». Το εναγόμενο ερμηνεύοντας την ως άνω Απόφαση στις πράξεις διορισμού των αιτούτων στις συσταθείσες στο καθ' ου θέσεις, στις οποίες οι αιτούντες διορίστηκαν, δεν ανέτρεξε στο χρονικό σημείο από το οποίο θεωρείται υφιστάμενη η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκάστου των αιτούντων, ήτοι κατά τον χρόνο της πρώτης κατά σειράς σύμβασης ορισμένου χρόνου με το πρώην ΤΕΙ Αθηνών. Η ερμηνεία όμως αυτή της υπ' αριθμ. 772/2018 Απόφασης είναι προδήλως εσφαλμένη καθόσον η βούληση του Δικαστηρίου ήταν να λογισθούν οι ως άνω συμβάσεις ενεργές από τον χρόνο έναρξης της πρώτης σύμβασης, καθόσον, όπως μνημονεύεται στην ως άνω Απόφαση, αυτές είχαν καταρτιστεί πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 και οι οποίες απαγορεύουν την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, οι ως συμβάσεις είχαν καταρτιστεί για την 1η αιτούσα στις 25-10-1994, για τη 2η στις 20-10-1997, για τον 3ο στις 28-9-1998, για την 4η στις 27-9-1993, για την 5η στις 13-10-1997, για την 6η στις 8-10-1996, για τον 7ο στις 30-10-1984, για την 8η στις 1-11-1999, για την 91η στις 9-12-1998, για τη 10η στις 1-10-1998, για τον 11ο στις 5-101998 και για τη 12η στις 14-10-1996. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ΠΔ 164/2004, το οποίο άρχισε να ισχύει στις 19-7-2004, και αναφέρονται obiter στην ως άνω Απόφαση, δεν εφαρμόζονται στην κρινόμενη περίπτωση καθόσον όπως αναφέρεται στη σελ. 6 αυτής (στιχ. 7-14) «οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξης ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου». Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αρθεί η οιαδήποτε ασάφεια στην κατανόηση του ακριβούς νοήματος της υπ' αριθμ. 7727/2018 Απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου και να ερμηνευθεί το περιεχόμενο της διάταξης του διατακτικού της, η οποία αναγνωρίζει ότι η σύμβαση που συνδέει τους αιτούντες με το εναγόμενο αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το πρίσμα της έναρξης εκάστης των συμβάσεων από τον χρόνο κατάρτισης της πρώτης κατά σειρά σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστου των αιτούντων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, και να διαταχθεί η σημείωση της παρούσας ερμηνευτικής απόφασης στο πρωτότυπο της απόφασης που ερμηνεύεται (άρθρο 320 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη συμπλήρωση του διατακτικού της υπ' αριθμ. 772/2018 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία αναγνωρίζει ότι η σύμβαση που συνδέει τους αιτούντες με το τότε εναγόμενο ΤΕΙ Αθηνών αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως προς τον χρόνο έναρξης εκάστης των συμβάσεων των αιτούντων και δη ορίζει αυτόν από τον χρόνο κατάρτισης της πρώτης κατά σειρά σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστου των αιτούντων.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη σημείωση του αριθμού της παρούσας απόφασης στο περιθώριο της διορθωμένης υπ' αρ. 772/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 12-11-2020.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ