ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΘεσ 1302/2020

 

Μεταγαμιαία διατροφή - Προϋποθέσεις επιδίκασης -. 

 

Η μεταγαμιαία διατροφή συνιστά διαφορετική αξίωση με διαφορετικές προϋποθέσεις από την διατροφή εν διαστάσει συζύγου. Παραχώρηση οικογενειακής στέγης. Συνιστά μορφή περιορισμένης εκτάσεως διατροφής κατά την ορθότερη άποψη. Προϋποθέσεις διατροφής για το παρελθόν. Απαιτείται όχληση. Η επίδοση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής διατροφής συνιστά όχληση. Έννομο συμφέρον για άσκηση έφεσης. Ένορκη βεβαίωση. Εάν η κλήτευση γίνει με τρόπο διαζευκτικό, αυτή θεωρείται αόριστη και η ένορκη βεβαίωση θεωρείται ανύπαρκτη και δε λαμβάνεται υπόψη. Φωτογραφίες από facebook. Αποτελούν προσωπικά δεδομένα που απαιτούν συγκατάθεση του υποκειμένου προστασίας. Κανονισμός 2016/679 και Ν. 4624/2019. Για να επιτραπεί η επεξεργασία τους πρέπει να γίνει επίκληση και απόδειξη υπερτερου εννόμου συμφέροντος που πρέπει να προστατευθεί. Εφόσον υφίσταται ρύθμιση απορρήτου που επιτρέπει την προβολή φωτογραφιών μόνο σε διαδικτυακούς «φίλους» και όχι δημόσια σε τρίτους, οι δημοσιευμένες φωτογραφίες είναι προστατευόμενα προσωπικά δεδομένα. Οι φορολογικές δηλώσεις δεν αποτελούν αψευδή δικαστικά τεκμήρια καθώς δεν έχουν ελεγχθεί για την ειλικρίνειά τους. Η ενάγουσα δικαιούται διατροφής μετά το διαζύγιο καθώς η  ηλικία και η κατάσταση υγείας της ενάγουσας δεν επιτρέπουν την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος και σε κάθε περίπτωση δικαιούται διατροφής από λόγους επιείκειας για να μη μείνει αβοήθητη.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Κωνσταντινίδη)

 

 

 

Αριθμός 1302/2020

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Τμήμα ΣΤ'

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Ερατώ Κολέση, Εφέτη, που ορίστηκε νόμιμα και από τη Γραμματέα,

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …  κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός … ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου…… με AM …. του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός …, με ΑΦΜ …. η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Γεωργίου Κωνσταντινίδη με ΑΜ 10671 του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

 

Οι ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: …/13-7-2018 αγωγή της, με αντικείμενο την επιδίκαση τακτικής μηνιαίας διατροφής προς αυτήν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (αρθρ 592 - 613 ΚΠολΔ), η υπ' αριθμ. 5254/25.04.2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτήν. Την ανωτέρω απόφαση εξεκάλεσαν στο παρόν Δικαστήριο αμφότεροι οι διάδικοι, και συγκεκριμένα ο μεν εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 30.5.2019 έφεση του, που κατέθεσε με ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./10-6-2019 στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./11-6-2019 στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η δε ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 18-7-2019 έφεση της, που κατέθεσε με ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./19-7-2019 στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με ΓΑΚ /ΕΑΚ: ./19-7-2019 στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Για τις εφέσεις αυτές, με τις από 11-6-2019 και 19-7-2019 αντίστοιχα, πράξεις της Γραμματέως αυτού του Δικαστηρίου, ορίστηκε δικάσιμος η παραπάνω αναφερόμενη ημέρα συνεδριάσεως.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μερών παραστάθηκαν, όπως εκτίθεται ανωτέρω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

1.. Α. Οι κρινόμενες εφέσεις, ήτοι η από 30-5-2019 και με αριθμό καταθέσεως ./11-6-2019 έφεση του εναγομένου και η από 18-7-2019 και με αριθμό καταθέσεως ./19-7-2019 έφεση της ενάγουσας, αντίστοιχα, που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 5254/25-4-2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων της και επιπλέον αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 31, 246 και 524 παρ.1 του ΚΠολΔ).

 

Β. Οι ως άνω συνεκδικαζόμενες εφέσεις στρέφονται κατά της προρρηθείσας οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592-613 ΚΠολΔ), και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ανωτέρω υπ' αριθμ. καταθέσεως ΓΑΚ ΕΑΚ ./13-7-2018 αγωγή της ενάγουσας περί επιδίκασης τακτικής μηνιαίας διατροφής της. Οι εφέσεις αυτές έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα, σύμφωνα με τα άρθρα 495 παρ.1 & 2, 499, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β', 516 παρ.1, 517 και 591 παρ. 1 και άρθ. 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς η μεν πρώτη έφεση, του εκκαλούντος εναγομένου, ασκήθηκε προ της επιδόσεως της απόφασης, η δε δεύτερη, της εκκαλούσας ενάγουσας, ασκήθηκε εντός της 30ήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η μεν εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε την 21-6-2019 (όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 7341 β' έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης …, η 0ε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 19-7-2019, και περαιτέρω, εισάγονται αρμόδια και παραδεκτά για να συζητηθούν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 19 του ΚΠολΔ, αφού δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ, καθώς η σχετική υποχρέωση δεν ισχύει στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 3 ΚΠολΔ (βλ. και παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από τους ν.4335/2015 και 4446/2016 και ισχύει). Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με τις εφέσεις στο δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο (αρθ. 522 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, δεν επιτεύχθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 611 του ΚΠολΔ συμβιβαστική επίλυση των παρουσών διαφορών.

 

2. Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και εκκαλούσα, ζητούσε, με την ως άνω, (υπ' αριθμ. καταθέσεως ./13-7-2018), αγωγή της, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της, το οποίο έτρεψε εν μέρει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στο οικείο πρακτικό (άρθρα 223, 294 εδ. α', 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, πρώην σύζυγος της, να της προκαταβάλλει, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, το ποσό των 700,00 ευρώ και να αναγνωρισθεί, ότι αυτός υποχρεούται να της καταβάλει επιπλέον το ποσό των 854,09 ευρώ, για το χρονικό διάστημα τριών ετών από την επομένη της επίδοσης της με αριθμό κατάθεσης 4017/2018 της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του (επίδοση της στις 07.03.2017, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ../2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης άλλως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής της (επίδοση της στις 27.09.2017, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ. ./2017 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή), ως τακτική, μηνιαία, σε χρήμα, διατροφή της μετά τη λύση του γάμου, λόγω αδυναμίας της ίδιας να εξασφαλίσει τη διατροφή της από τα εισοδήματα της και την περιουσία της, η δε ηλικία και η κατάσταση της υγείας της δεν της επιτρέπει να εργασθεί και τέλος να καταδικασθεί αυτός στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος, να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα από την 7-3-2018, δηλαδή από την επομένη της επίδοσης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και επί μία τριετία (μέχρι τις 7-3-2021) και με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως τακτική σε χρήμα μηνιαία διατροφή της, το ποσό των 600,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονούνται τώρα αμφότερες οι διάδικες πλευρές με τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις τους, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτές λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν την εξαφάνιση ή επικουρικά τη μεταρρύθμιση της, με σκοπό ο μεν εκκαλών της πρώτης έφεσης να απορριφθεί ολοκληρωτικά η αγωγή της αντιδίκου του, άλλως να περιορισθεί το επιδικασθέν ως άνω ποσό, η δε εκκαλούσα της δεύτερης να γίνει ολοκληρωτικά δεκτή η αγωγή της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ειδικότερα στα δικόγραφα των εφέσεων.

 

3.Α Κατά τη διάταξη του άρθρου 1442 ΑΚ "εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλον: 1) αν κατά την έκδοση του διαζυγίου βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει από αυτή τη διατροφή του, 2) αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι’ αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, 3) αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, 4) σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση διαζυγίου, επιβάλλεται για λόγους επιείκειας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η μεν βασική προϋπόθεση της αξιώσεως διατροφής, ήτοι "η αδυναμία εξασφαλίσεως της διατροφής, του πρώην συζύγου από τα εισοδήματα ή την περιουσία του", πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής διατροφής, η δε πρόσθετη διαζευκτικούς τιθέμενη προϋπόθεση της αδυναμίας ευρέσεως ή συνεχίσεως της ασκήσεως επαγγέλματος, ή της επιμέλειας ανήλικου τέκνου, ή της υπάρξεως λόγων επιείκειας για την παροχή διατροφής πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο "εκδόσεως του διαζυγίου" (ΑΠ. 1567/2012. ΑΠ 1921/2009). Περαιτέρω, από την ίδια αυτή διάταξη, συνδυασμένη και με το επόμενο άρθρο 1443 εδ. α’ ΑΚ, που ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 1487, 1493, 1494 και 1496 ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και για το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο, συνάγεται ότι η αξίωση διατροφής μετά το διαζύγιο παρέχεται μόνον όταν η διατροφή δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μείνει αβοήθητος, όταν δεν μπορεί με τα εισοδήματα, την περιουσία του ή το επάγγελμα που είναι σε θέση να ασκήσει ο ίδιος, να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά το διαζύγιο, συνθήκες της ζωής του (Βλ. ΑΠ 1414/2017 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 720/2018 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρόσθετη βασική προϋπόθεση για τη γέννηση του δικαιώματος διατροφής διαζευγμένου συζύγου, είναι, η ευπορία του υπόχρεου κατά το άρθρο 1487 ΑΚ, ώστε να μην διακινδυνεύει η δική του διατροφή, για να αντιμετωπισθεί η απορία του δικαιούχου κατά το άρθρο 1443 εδ. α' ΑΚ. Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του, ενώ ευπορία του υπόχρεου δεν σημαίνει οπωσδήποτε και κάποιο ιδιαίτερο πλούτο. Γίνεται ακόμη δεκτό, ότι λαμβάνοντας υπ' όψη τις συνθήκες ηλικίας, υγείας, ικανότητος ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υπόχρεου, μπορεί να γεννηθεί δικαίωμα διατροφής και στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, έχει περιουσία, το προϊόν όμως ρευστοποιήσεως αυτής, μαζί με τα τυχόν υπάρχοντα περιορισμένα εισοδήματα του, δεν επαρκούν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για συνολική κάλυψη των βιοτικών αναγκών. Στο ίδιο πλαίσιο, με βάση τη διέπουσα το θεσμό, αρχή της επιείκειας, δεν δύναται να αξιωθεί η εκποίηση μικρής εκτάσεως απρόσοδων περιουσιακών στοιχείων, όταν η διατήρηση τους επιβάλλεται από λόγους πρόνοιας, προς εξασφάλιση του δικαιούχου στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης (ΕφΠειρ 565 /2014 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική όταν, η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση δεν δικαιολογείται και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει εις αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα συναίσθημα αδικίας (ΑΠ 1567/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 720/2018 δημ. ΝΟΜΟΣ).

 

Β. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, για την επιδίκαση μεταγαμιαίας διατροφής, κατ' αρχήν δεν ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η διάσπαση (εγκατάλειψη ή αποπομπή), η οποία μπορεί να οφείλεται ακόμη και σε υπαιτιότητα του ενός από τους συζύγους ή και των δύο (ΑΠ 1031/1993 ΕΕΝ 1994 σελ. 612, ΑΠ 1659/2003 ΧρϊΔ 2004 σελ. 333, ΑΠ 1118/1999 ΕλΔνη 2005 σελ. 373). Το δικαίωμα διατροφής ωστόσο, μπορεί να αποκλείεται ή να περιορίζεται κατά την διάταξη του άρθρου 1444 εδ. 1 ΑΚ αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια ή αν ο δικαιούχος είναι υπαίτιος του διαζυγίου του ή προκάλεσε εκούσια την απορία του. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ κρίνεται όχι από το αιτιολογικό αλλά από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι’ αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατ' εξαίρεση βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού (ΑΠ 920/2013, ΕφΔωδ 90/2019, 201/2018). Αντίθετα οι εσφαλμένες αιτιολογίες δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης, διότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες ή μη ορθές κατά τον εκκαλούντα, καθώς το ουσιώδες είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες της απόφασης, ενώ το δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αγωγή σύμφωνα με το άρθ. 534 ΚΠολΔ και με άλλες πρόσθετες αιτιολογίες (ΑΠ 1182/2012). Στην υπό κρίση περίπτωση η εκκαλούσα - ενάγουσα παραπονείται με το σχετικό λόγο της έφεσης της, διότι η εκκαλουμένη απόφαση στην αιτιολογία της περιέλαβε την εσφαλμένη παραδοχή, ότι η έγγαμη συμβίωση της με τον εναγόμενο διασπάσθηκε, λόγω ισχυρού κλονισμού από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και της ίδιας, ενώ το ορθό είναι ότι ο ισχυρός κλονισμός προήλθε αποκλειστικά από τη συμπεριφορά του εναγομένου. Με τον ίδιο λόγο η εκκαλούσα παραπονείται, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε, ότι το γεγονός της μη εργασίας της ενάγουσας κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων οφειλόταν σε συμφωνία με τον εναγόμενο, ενώ το γεγονός είναι, ότι αυτός το επέβαλε αυτό στην ενάγουσα, καθώς και ότι δεν έκανε αναφορά στο γεγονός ότι ο εναγόμενος της μετέδωσε υπαιτίως σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Ο λόγος αυτός έφεσης είναι αβάσιμος, καθώς προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μεταγαμιαία διατροφή δεν ερευνάται ποιος προκάλεσε τον κλονισμό και ήταν υπαίτιος της λύσης του γάμου, μόνο δε αν ο δικαιούχος ήταν μοναδικός υπαίτιος της λύσης του γάμου, μπορεί αυτό να οδηγήσει σε αποκλεισμό ή περιορισμό του δικαιώματος διατροφής. Επίσης δεν ερευνώνται καθώς δεν έχουν σχέση με τη γένεση αξίωσης διατροφής υπέρ του δικαιούχου, οι λοιπές επικαλούμενες από την εκκαλούσα περιστάσεις που το μεν αφορούν τις μεταξύ τους σχέσεις κατά τη διάρκεια του γάμου, το δε την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας. Συνεπώς στην εξεταζόμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη αιτιολογία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν έβλαψε την εκκαλούσα και ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος.

 

Γ. Εξάλλου, υποστηρίχθηκε, από μέρος της θεωρίας και της νομολογίας των κατωτέρων και ανωτέρων δικαστηρίων (απόφαση του ΑΠ σχετικά με το θέμα αυτό δεν φαίνεται να έχει δημοσιευθεί στο νομικό τύπο), ότι η κατά το άρθρο 1393 Α.Κ. παραχώρηση της οικογενειακής στέγης δεν είναι χαριστική και θα πρέπει να επιδικάζεται στον άλλο σύζυγο - κύριο της οικογενειακής στέγης αντάλλαγμα υπό μορφή μισθώματος, ανάλογου με τη μισθωτική αξία αυτής, πλην όμως κατ’ άλλη άποψη, με την οποία συντάσσεται και το Δικαστήριο τούτο, η ως άνω παραχώρηση ενέχει μορφή περιορισμένης εκτάσεως διατροφής σε είδος από το νόμο, η οποία θα πρέπει να υπολογίζεται στη συνολική διατροφή, που οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης οικογενειακής στέγης (βλ. ΑΠ 1630/2002, Δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 27/2019, Δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 346/2015 Δικογραφία 2015, 82, ΕφΠειρ 345/2016 Δημ. ΤΝΠ Νόμος, για τις άνω απόψεις τις Εφ.Θεσ. 320/1995 Ελ.Δικ. 37,358 Εφ. Αθ. 663/1990 Ελ.Δικ. 33, 186 και τις εκεί παραπομπές στη βιβλιογραφία και νομολογία).

 

Δ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 και 1498 ΑΚ συνάγεται ότι διατροφή για το παρελθόν δεν ορίζεται παρά μόνο από υπερημερία επέρχεται με μόνη την όχληση του υπόχρεου, χωρίς δηλ. να απαιτείται η συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας του τελευταίου. Η όχληση απαιτείται, γιατί δεν πρέπει ο υπόχρεος να αιφνιδιάζεται και να εξαναγκάζεται να πληρώσει εκ των υστέρων αθροιστικά τη διατροφή, την οποία εφόσον δεν ζητήθηκε έγκαιρα δεν μπορούσε να προβλέψει και αφότου πάντως ο υπόχρεος καταστεί υπερήμερος κατά την παραπάνω έννοια, ενέχεται εφεξής στην παροχή της διατροφής και αν ακόμα ο δικαιούχος κατά το διάστημα της υπερημερίας κατόρθωσε να διατραφεί με δικά του μέσα ή με δωρεές τρίτων, Η όχληση μπορεί να γίνει και με την επίδοση στον υπόχρεο αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί επιδίκασης προσωρινής διατροφής, εφόσον δε πρόκειται για οφειλή διαδοχικών παροχών, μπορεί να αφορά είτε αορίστως το σύνολο των μελλοντικών παροχών, είτε τις παροχές ορισμένου χρονικού διαστήματος (βλ ΑΠ 342/2001 ΝοΒ 2002.341, ΑΠ 539/1974 ΝοΒ 23.46, ΕφΠειρ 909/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 222/2000 Αρμ ΝΕ.39, Α.Γεωργιάδη - Μ.Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ Τομ ii στο άρθρο 340 σελ. 235-237).

 

4. Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, … και … αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν μετά από πρόταση των διαδίκων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα προσαγόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους, ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση, πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκτιμώμενες χωριστά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρος, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) δικόγραφα και δικαστικές αποφάσεις από προηγηθείσες μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκες (ΑΠ 1758/2008, ΑΠ 227/2008, ΑΠ 1590/2003 ΝΟΜΟΣ), ακόμα και αυτά που προσκομίζουν για πρώτη φορά στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ προϋποθέσεις αποκλεισμού αυτών ως απαράδεκτων και τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο νια την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (Α.Π 1001/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α.Π 1628/2003 Ελλ.Δνη 2004, 723), όπως και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …., υπ' αριθ. ./18-9-2018, και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης υπ' αριθ. ./24-8-2018, που προσκομίζονται από την ενάγουσα εφεσίβλητη και εκκαλούσα, ελήφθησαν δε μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου της στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, μη λαμβανομένης όμως υπόψη, της ένορκης βεβαίωσης, υπ' αριθ. ./7-1-2020, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. η οποία προσκομίζεται από τον εναγόμενο εκκαλούντα - εφεσίβλητο και ελήφθη εν όψει της εκδικάσεως της παρούσας έφεσης , ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. …β/30-12-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης …., καθόσον η κλήτευση της αντιδίκου του δεν έγινε νομότυπα, καθώς ο προσδιορισμός του χρόνου και του τόπου της εξέτασης των μαρτύρων έγινε με διαζευκτικό τρόπο (την Τρίτη 9-1-2020 και ώρα 9.30 π.μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Β. Φυσεκίδου ή την 9-1-2020 και ώρα 10.15 π.μ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου), και έτσι ο προσδιορισμός αυτός δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος ώστε να παρέχεται στην αντίδικο του η δυνατότητα να παρασταθεί κατά την εξέταση και συνακόλουθα δεν πληρούται στη προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από το άρθ. 422 ΚΠολΔ προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης του αντιδίκου, ως εκ τούτου δε η δοθείσα, παρά την έλλειψη αυτή, ως άνω ένορκη βεβαίωση, κατά την οποία και δεν παραστάθηκε η ενάγουσα, είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. ΑΠ 1321/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ), μη λαμβανομένων επίσης υπόψιν των διαφόρων φωτογραφιών που ανήρτησε η εκκαλούσα- ενάγουσα στον προσωπικό της λογαριασμό στο facebook, οι οποίες προσκομίζονται από τον εκκαλούντα -εναγόμενο, χωρίς να επικαλείται ή να αποδεικνύει ότι συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις νόμιμης επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, που ορίζονται στον Γ ενικό Κανονισμό Προστασίας προσωπικών Δεδομένων της Ε.Ε. (2016/679) και το νόμο 4624/2019, οπωσδήποτε δε, δεν κρίνεται, ότι η ενέργεια αυτή υπηρετεί σκοπούς και έννομα συμφέροντα υπέρτερα αυτών της ενάγουσας ως υποκειμένου των εν λόγω δεδομένων (βλ. και ΑΠ 996/2010 με επίκληση της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου αγαθού), καθόσον αυτές, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του προσωπικού της λογαριασμού είναι προσιτές μόνο σε «φίλους» και δεν είναι δημόσιες αναρτήσεις, και ως εκ τούτου αποτελούν προσωπικά δεδομένα (ΕφΛαρ 346/2015 δημ. ΝΟΜΟΣ), τα οποία προστατεύονται από του ανωτέρω Κανονισμό και Νόμο, και σύμφωνα με άρθρο 6 του ανωτέρω Κανονισμού, η επίκληση και προβολή των εν λόγω δεδομένων εκ μέρους τρίτου προσώπου, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου προστασίας και χωρίς τη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, αποτελεί απαγορευμένη επεξεργασία (σημειουμένου τέλος ότι πλην των ανωτέρω φωτογραφιών, γραπτά ηλεκτρονικά μηνύματα [SMS] δεν προσκομίσθηκαν στο παρόν δικαστήριο από τον εναγόμενο), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στον Ιερό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Θεσσαλονίκη, στις 08.01.1989, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, το … που γεννήθηκε στις 27.0.1994 και ήδη, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είναι ενήλικος (25 ετών). Μετά το γάμο τους, εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα , που βρίσκεται στην οδό … στη Θεσσαλονίκη, εμβαδού 115,94 τ.μ., επί του οποίου ο εναγόμενος διατηρεί δικαίωμα επικαρπίας, που αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη. Η έγγαμη συμβίωση των ως άνω συζύγων ήταν στην αρχή αρμονική, αλλά πολύ πριν το έτος 2007 άρχισαν να διαφαίνονται προβλήματα στη σχέση τους, καθόσον η συμπεριφορά του εναγομένου συζύγου προς την ενάγουσα σύζυγο του δεν υπήρξε η δέουσα κατά την διάρκεια του συζυγικού τους βίου. Η έγγαμη συμβίωση του διεκόπη περί τον Μάϊο του έτους 2014, οπότε ο εναγόμενος εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη, με πρόθεση οριστικής διακοπής της έγγαμης σχέσης, Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 4539/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των με αριθμούς κατάθεσης ./ 2015 και ./2015 αγωγών διαζυγίου της ενάγουσας, στηριζόμενη στον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης τους από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του συζύγου της, και του εναγομένου, αντίστοιχα, στηριζόμενη στη συνεχή διετή διάσταση μεταξύ τους, γεγονός εκ του οποίου τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης τους . Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, αφού με την έκδοση της υπ' αριθ. 2845/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν εξαφανίστηκε αυτή αναφορικά με το κεφάλαιο της λύσης του γάμου των διαδίκων. Με την ανωτέρω απόφαση (4539/2017) κρίθηκε, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε λόγω ισχυρού κλονισμού που επήλθε για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου αποκλειστικά και όχι και του εναγομένου, όπως προφανώς από παραδρομή αναφέρεται στην εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν οι διάδικοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης (βλ. την με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ./21-2-2018 έκθεση κατάθεσης παραίτησης από δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων των διαδίκων) και επομένως από τις 21-2-2018 επήλθε η αμετάκλητη λύση του γάμου τους. Κατά συνέπεια, μετά από την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, έπαυσε η αξίωση διατροφής του διακόψαντος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία συζύγου, ενώ η μετά το διαζύγιο αξίωση διατροφής αυτού (άρθρα 1442 και επ. έως 1446 του ΑΚ) συνιστά νέα διαφορετική αξίωση, με σαφώς διαφορετικές προϋποθέσεις, όπως εκτίθεται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις (ΑΠ 88/2006, ΑΠ 272/2004 στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 624/ 2002 ΕλλΔνη 43/1635, όπως και ΕφΠειρ 155/2004 στη ΝΟΜΟΣ). Ως προς τη διατροφή αυτή δεν ασκεί επιρροή ποιος εκ των συζύγων διέκοψε την έγγαμη συμβίωση και αν είχε εύλογη αιτία προς τούτο (βλ. ανωτέρω υπό 3Α) αλλά το σχετικό δικαίωμα εξαρτάται από την απορία της ενάγουσας και τη συνδρομή των όρων που προβλέπονται στο άρθ. 1442 ΑΚ σε συνδυασμό με την ευπορία του εναγόμενου, του οποίου σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο η ίδια διατροφή. Σημειώνεται ακόμη ότι, η εκκαλούσα προ της ασκήσεως της παρούσας αγωγής άσκησε κατά του εφεσίβλητου (εκεί καθ' ου η αίτηση), την από 6.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ : ./2018 αίτηση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε νόμιμα σ' αυτόν στις 07.03.2018, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ./07.03.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … Με την αίτηση αυτή η εκκαλούσα ζητούσε να επιδικασθεί σ' αυτήν προσωρινή διατροφή ύψους 1.504,09 ευρώ μηνιαίως, προκαταβολικά τις πρώτες δέκα ημέρες κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε επιμέρους δόσης έως την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και να εκδοθεί προσωρινή διαταγή με αυτό το περιεχόμενο. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11.869/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο εφεσίβλητος υποχρεώθηκε να καταβάλει ως προσωρινή διατροφή το ποσό των 700,00 ευρώ στην εκκαλούσα τις πρώτες δέκα ημέρες κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσης μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Η επίδοση της αίτησης αυτής συνιστά όχληση με αποτέλεσμα αυτός να έχει περιέλθει σε υπερημερία από την επομένη της επιδόσεως της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δηλαδή από 8-3-2018. Η εκκαλούσα, πρώην σύζυγος του εφεσίβλητου, ηλικίας, 65 ετών, κατά τον επίδικο ως άνω χρόνο (γεννήθηκε το έτος 1954), κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου της δεν εργαζόταν, πράγμα που αποτελούσε επιθυμία και του εφεσιβλήτου-εναγομένου συζύγου της, όπως σχετικώς κατέθεσε η μάρτυρας αποδείξεως, αφ' ενός διότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο, αφού οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειας καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενο, ο οποίος είχε επαρκή εισοδήματα από την εργασία του και αφ' ετέρου για να φροντίζει αποκλειστικά συνεχώς και καθημερινά για την εύρυθμη λειτουργία του νοικοκυριού και για την ανατροφή του προαναφερθέντος κοινού τέκνου των διαδίκων συμμετέχοντας με τον τρόπο αυτό στις ανάγκες του κοινού οίκου. Η ηλικία της εκκαλούσας, η έλλειψη γνώσης κάποιας τέχνης ή επιστήμης καθώς και η έλλειψη εξειδίκευσης στο πρόσωπο της, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη οικονομική κρίση που κυριαρχεί στην χώρα μας και επηρεάζει δυσμενώς την αγορά εργασίας με ποσοστό ανέργων που ξεπέρασε σε ποσοστό το 25% του πληθυσμού της, υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι ισχυροί ανασταλτικοί παράγοντες της δυνατότητας και της ικανότητας της ενάγουσας να εργαστεί σε μια ηλικία που συνήθως ο εργαζόμενος συνταξιοδοτείται. Με αυτά τα δεδομένα η εκκαλούσα δεν είναι σε θέση, ούτε με τη φροντίδα νεογνών να ασχοληθεί και να κάνει την «μπέιμπυ σίττερ», ούτε, όπως προβάλλει ο εφεσίβλητος-εναγόμενος να εργασθεί ως κοπτοράπτρια, ειδικότητα, που όπως ο ίδιος παραδέχεται, είχε αποκτήσει πριν την τέλεση του γάμου τους κατά τη δεκαετία του 80, καθώς είναι προφανές, ότι μετά τόσα χρόνια που δεν την έχει ασκήσει, έχει απωλέσει την ικανότητα να ασχοληθεί επαγγελματικά και να κερδίσει τα προς το ζην από αυτή την απασχόληση. Ενισχυτικό προς την παραπάνω κρίση, ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα δεν είναι σε θέση να εργασθεί, είναι το γεγονός ότι όπως αποδείχθηκε η υγεία της είναι κλονισμένη. Κατ' αρχήν ήδη κατά τη διάρκεια του γάμου, από το έτος 2013, διαγνώσθηκε ότι πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη, η οποία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα, όπως βεβαιώνεται στις προσκομιζόμενες γνωματεύσεις της ψυχιάτρου - ψυχοθεραπεύτριας …. με τελευταία τη γνωμάτευση της 8-1-2020. Επίσης πάσχει από χρόνιο υποθυρεοειδισμό συνεπεία αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας, οστεοπόρωση και από το έτος 2010 από έρπητα ζωστήρα, νόσημα που μεταδίδεται σεξουαλικώς με εξάρσεις και υφέσεις. Η ύπαρξη αυτών των προβλημάτων υγείας της εκκαλούσας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που αφορά η αγωγή προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την ίδια ιατρικές βεβαιώσεις και εξετάσεις διαγνωστικών κέντρων, οι οποίες κρίνονται αξιόπιστες από το παρόν δικαστήριο, καθώς επίσης και από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία επιβεβαίωσε τα ανωτέρω. Όσον αφορά τα εισοδήματα της εκκαλούσας, πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή εμφανιζόταν ως εργαζόμενη με σύμβαση μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…», στην οποία ήταν κύριος μέτοχος ο εφεσίβλητος, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ποσού 350,00 ευρώ. Η σύμβαση της διήρκεσε από την 23.11.2009 μέχρι την 29.05.2017, οπότε και λύθηκε με καταγγελία της ως άνω εταιρίας και την ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης ποσού 797,65 ευρώ. Έτσι κατόπιν αυτών, η εκκαλούσα, εγγράφηκε στο μητρώο ανέργων του ΟΕΑΔ και από τις 05.06.2017 και για χρονικό διάστημα ενός έτους λάμβανε επίδομα ανεργίας ποσού 360,00 ευρώ μηνιαίως. Συνεπώς η εκκαλούσα, μετά το χρονικό αυτό διάστημα, το οποίο αφορά η αγωγή της, δεν είχε πλέον κανένα εισόδημα από εργασία. Ο ισχυρισμός, ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα είναι συνιδιοκτήτρια κληρονομιαίας περιουσίας στις Σέρρες, συγκεκριμένα αγροτικής εκτάσεως 40-50 στρεμμάτων, αφ' ενός δεν αποδείχθηκε, αφ' ετέρου η ίδια, όπως δεν αμφισβητείται, εξακολουθεί να διαμένει με το ενήλικο πλέον τέκνο της, στο επικαρπίας του εναγόμενου διαμέρισμα, που αποτελούσε την οικογενειακή τους στέγη. Επομένως δεν επιβαρύνεται με δαπάνες ενοικίου, πλην της συμμετοχής της στις λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας αυτής, αλλά και τις δαπάνες διαβίωσης της αλλά και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης της, λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας που περιγράφηκε ανωτέρω. Σύμφωνα πάντως με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω η αξία χρήσης της εν λόγω κατοικίας θα συνυπολογισθεί στη διατροφή που της οφείλει ο εναγόμενος ως επικαρπωτής του παραχωρούμενου ακινήτου. Αλλα εισοδήματα ή περιουσία από οποιαδήποτε πηγή δεν αποδείχθηκε ότι έχει η τελευταία, ειδικώς δε δεν αποδείχθηκε ότι αυτή διαθέτει ακίνητη αγροτική κληρονομιαία περιουσία στις Σέρρες, όπως αορίστως ισχυρίζεται ο εκκαλών, ούτε ότι η αξία αυτής της περιουσίας είναι αρκετή, ώστε σε περίπτωση εκποίησης της θα μπορούσε να καλύψει έστω και εν μέρει τις διατροφικές της ανάγκες. Τέλος η εκκαλούσα δεν επιβαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής προς τρίτα πρόσωπα, ούτε με άλλες ιδιαίτερες δαπάνες, εκτός από τις συνήθεις δαπάνες διαβίωσης ενός ατόμου της ηλικίας της, όσον αφορά τη διατροφή και την εν γένει κάλυψη των προσωπικών αναγκών της. Από την άλλη μεριά ο εφεσίβλητος - εναγόμενος σύζυγος, ηλικίας 59 ετών, κατά τον επίδικο ως άνω χρόνο (γεννήθηκε το έτος 1959), κατά τον οποίο κρίνονται οι προϋποθέσεις επιδικάσεως διατροφής και ο καθορισμός της έκτασης και του ύψους αυτής, είναι έμπορος και ασχολείται με την παραγωγή και διάθεση εσωρούχων και συναφών ενδυμάτων. Είναι αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και κύριος μέτοχος με ποσοστό 30% του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ….με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ο κύκλος εργασιών της ως άνω εταιρίας ανήλθε σε 3.014.685,93 ευρώ το έτος 2015, σε 3.397.378,70 ευρώ το έτος 2016 και 3.574.210,72 ευρώ το έτος 2017, με ζημία -11.683,34 ευρώ το 2015 και καθαρή κερδοφορία 58.343,20 ευρώ και 57,615,02 ευρώ τα έτη 2016 και 2017 (βλ. ανάλυση αποτελεσμάτων χρήσεως που προσκομίζεται από τον εναγόμενο και υπογράφεται από την …). Τα εισοδήματα του εφεσίβλητου προέρχονται τόσο από αμοιβές μελών του Δ.Σ, που καθορίζονται με αποφάσεις των Γ. Σ των μετόχων, όσο και από μερίσματα μετοχών, που καθορίζονται κατά κύριο λόγο από τα εκάστοτε κέρδη της ως άνω εταιρίας. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα της ΑΑΔΕ υπ' αριθ. ./20-7-2017 και ./25-10-2017, αυτός δήλωσε ετήσια εισοδήματα, μεικτά ύψους 46.914,52 ευρώ το έτος 2014 στα οποία αναλογούσε φόρος 4.787,18 ευρώ, ύψους 98.272,58 ευρώ το έτος 2015 στα οποία αναλογούσε φόρος 16:923,89 ευρώ και 84.876,24 ευρώ το έτος 2016 στα οποία αναλογούσε φόρος 12.831,44 ευρώ και 4.989,86 ευρώ ειδική εισφορά αλληλεγγύης. Σύμφωνα τέλος με το εκκαθαριστικό σημείωμα του φορολογικού έτους 2017, το οποίο επιβεβαιώνεται από το υπ' αριθ. 14789/24-10-2018 έγγραφο της ΑΑΔΕ ο εναγόμενος δήλωσε για το 2017 ετήσια εισοδήματα, μεικτά ύψους 16.158,43 ευρώ και καθαρά, ύψους 14.590,08 ευρώ (αφού αφαιρεθεί εξ αυτών το ποσό των 1.476,86 ευρώ για φόρο εισοδήματος και το ποσό των 91,49 ευρώ για εισφορά αλληλεγγύης). Όπως τέλος προκύπτει από με αριθ. 18/20.07.2019 πρακτικό της γενικής συνέλευσης της ως άνω εταιρίας η ετήσια αμοιβή του εναγομένου, ως μέλους του ΔΣ κατά το έτος 2019 ορίστηκε στο ποσό των 15.600,00 ευρώ, και σύμφωνα με το 4° θέμα της ημερήσιας διάταξης αποφασίσθηκε η διανομή κερδών στους μετόχους, παρελθουσών χρήσεων, ύψους 100.000, 00 ευρώ, εκ των οποίων στον ίδιο αντιστοιχεί ποσό ανάλογο προς τη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της εταιρείας. Σημειώνεται, ότι κατά το μέρος που τα προαναφερθέντα εισοδήματα προκύπτουν από φορολογικές δηλώσεις του ιδίου του εναγομένου, δεν προκύπτει, ότι έχουν ελεγχθεί και δεν συνιστούν αψευδή δικαστικά τεκμήρια περί του ακριβούς ύψους των εισοδημάτων του (ΑΠ 953/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από την άλλη μεριά από τα ίδια αυτά έγγραφα προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος, ακόμη και αν για κάποια έτη είχε εισόδημα, μόνο από την ιδιότητα του ως μέλος του δ.σ. της εταιρείας, κατά μέσο όρο ετησίως είχε υψηλά καθαρά εισοδήματα που αν αναχθούν σε μηνιαία βάση κυμαίνονταν στο ύψος των 4000 έως 7000 ευρώ, τα οποία υπερεπαρκούσαν για την κάλυψη των ατομικών του αναγκών, αλλά και της οικογένειας του μέχρι τη λύση του γάμου και σίγουρα απέμενε σημαντικό υπόλοιπο, το οποίο δεν έχει αναλωθεί. Υπέρ αυτής της παραδοχής συνηγορεί και το γεγονός, ότι σύμφωνα με το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας της 3ης Ιουνίου 2019 ο εφεσίβλητος, για προσωπικούς του λόγους (λόγους υγείας), όπως αναφέρει ο ίδιος, δηλώνει ότι από 01.06.2019 παραιτείται από αυτήν ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου παραιτούμενος ταυτόχρονα και από το εξ αυτής ετήσιο εισόδημα. Από το επίσης προσκομιζόμενο και προαναφερθέν πρακτικό Γ.Σ. 18/20.07.2019 προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος μεταβίβασε επιπλέον και τις 336.000 μετοχές του στην κόρη του Προέδρου της εταιρίας η οποία έλαβε τη θέση του στην εταιρεία. Ωστόσο για τη μεταβίβαση ενός τόσο σημαντικού στοιχείου είναι βέβαιο, ότι ο εφεσίβλητος εισέπραξε υψηλό τίμημα, ως προς το οποίο δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο, αλλά το γεγονός αυτό συνεκτιμάται για τον προσδιορισμό του πραγματικού του εισοδήματος. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι το εισόδημα του εφεσίβλητου, κατά το κρίσιμο για την παρούσα δίκη χρονικό διάστημα, δεν υπολείπεται του καθαρού ποσού των 4.000,00 - 4.500,00 ευρώ περίπου. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο εφεσίβλητος είναι κύριος ενός διαμερίσματος εμβαδού 72,50 τ.μ., που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο οικοδομής επί της οδού …. στη Θεσσαλονίκη, την χρήση του οποίου έχει παραχωρήσει στη μητέρα του. Ακόμη έχει την επικαρπία της μέχρι πρότινος συζυγικής τους κατοικίας, ήτοι του με αριθμό Δ1 διαμερίσματος οικοδομής επί της οδού … στη Θεσσαλονίκη, καθώς και ενός διώροφου διαμερίσματος, που βρίσκεται στη θέση Κάμπος στην Τοπική Κοινότητα Πευκοχωρίου της Δημοτικής Ενότητας Παλλήνης του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, εμβαδού 90,00 τ.μ., αποτελούμενου από ισόγειο, εμβαδού 47,20 τ.μ. και πρώτου ορόφου, εμβαδού 42,80 τ.μ. Δυνάμει του υπ' αριθ. … συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ….που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε με γονική παροχή στον υιό του την ψιλή κυριότητα των ανωτέρω δύο ακινήτων. Διαμένει από τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων (από τις 10-5-2014) σε μίσθιο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου οικοδομής επί της οδού ….στη Θεσσαλονίκη, καταβάλλοντος μηνιαίο μίσθωμα ποσού 260,00 ευρώ. Τέλος ο εφεσίβλητος έχει στην κυριότητα του ένα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας …1329 κ.ε. έτους πρώτης κυκλοφορίας 2015 (βλ. το ανωτέρω υπ' αριθ. ./2018 έγγραφο της ΑΑΔΕ που προσκομίζει η εκκαλούσα). Από την άλλη μεριά ο εφεσίβλητος επιβαρύνεται με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας αυτής, που αφορούν θέρμανση, κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος κλπ. Πλέον αυτών, ο εφεσίβλητος έχει να αντιμετωπίσει τις δαπάνες διατροφής, ενδύσεως και ψυχαγωγίας του. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έχει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ούτε αποδείχθηκε ότι επιβαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής τρίτου προσώπου, υποχρεωμένου από το νόμο να διατρέφει. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός πάσχει από ετών, από την νόσο της ιδιοπαθούς πολυμυοστίτιδας, τα συμπτώματα δε της νόσου αυτής εμφανίζουν, περιόδους έξαρσης και ύφεσης, και η εντοπιζόμενη αδυναμία επικεντρώνεται κυρίως στην βάδιση, την άνοδο σκαλών, την έγερση εκ της καθήμενης θέσης και την ανύψωση των χεριών άνω της κεφαλής (βλ. την με επίκληση προσκομιζόμενη από τον ίδιο ιατρική βεβαίωση του ειδικού παθολόγου με ημερομηνία 10-1-2017).

 

Όπως προαναφέρθηκε ότι η εν λόγω πάθηση του εναγόμενου φαίνεται ότι συνέβαλε στην απόφαση του να αποχωρήσει από τη θέση που κατείχε στο δ.σ. της εταιρείας ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι αυτή τον έχει καταστήσει ανίκανο προς εργασία, τη στιγμή μάλιστα που δεν προκύπτει, ότι αυτός έχει συμπληρώσει προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ή ότι δικαιούται αναπηρικής σύνταξης, αλλά αποτελεί ένδειξη του γεγονότος, ότι λόγω της καλής περιουσιακής του κατάστασης δεν έχει ανάγκη να εργασθεί περαιτέρω. Με βάση τα ανωτέρω, εφ' όσον η εκκαλούσα-ενάγουσα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες διατροφής της, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής της μετά το διαζύγιο και για λόγους επιείκειας πρέπει ο εναγόμενος να της καταβάλλει μεταγαμιαία διατροφή. Λαμβάνοντας υπόψη την απορία της εκκαλούσας - εφεσίβλητης- ενάγουσας και την ευπορία του εφεσιβλήτου-εκκαλούντος- εναγόμενου (με την έννοια ότι είναι σε θέση να παρέχει διατροφή χωρίς να διακινδυνεύει η δική του) την ηλικία και της κατάστασης της υγείας ανικανότητα της ενάγουσας που δεν της επιτρέπει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος ώστε να εξασφαλίσει από αυτό τη διατροφή της, αλλά και το ότι σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται η επιδίκαση σ' αυτήν διατροφής από λόγους επιείκειας, κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση αξίωσης διατροφής της τελευταίας έναντι του εναγόμενου πρώην συζύγου της. Ενόψει δε των αναγκών της, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, η ανάλογη διατροφή την οποία υποχρεούται να καταβάλλει ο τελευταίος, χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ το μήνα, αφού συνεκτιμηθεί και το ποσό που εξοικονομεί η εκκαλούσα από την μη καταβολή ενοικίου διαμένουσα στην παραχωρηθείσα από τον εναγόμενο οικογενειακή κατοικία, και το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 100,00 ευρώ μηνιαίως. Η παραχώρηση αυτή, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στο στοιχ. 3. Γ της παρούσας, αποτελεί περιορισμένης έκτασης διατροφή σε είδος εκ του νόμου που θα πρέπει να υπολογίζεται στη συνολική διατροφή που οφείλει ο υπόχρεος κύριος (εν προκειμένω επικαρπωτής) της παραχωρούμενης συζυγικής στέγης (ΕΑ 663/1990 ΕλλΔνη 33.186, ΕΑ 4585/2002, ΕφΘεσσ 320/1995 ΤρΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ), γενομένου εν μέρει δεκτού και του αντίστοιχου ισχυρισμού που προέβαλλε αυτός, ως εφεσίβλητος (βλ. τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου), προς υπεράσπιση της εναντίον του έφεσης που άσκησε η ενάγουσα.

 

5. Συνακόλουθα, μετά τις ανωτέρω παραδοχές, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του, δέχτηκε την ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας- εφεσίβλητης, κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα-εφεσίβλητο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα, ως τακτική μηνιαία διατροφή της, το ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 07.03.2018 έως 7.03.2021, αντί να επιδικάσει σε αυτήν το προαναφερόμενο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και για τούτο πρέπει, να απορριφθεί η έφεση της ενάγουσας, και να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση του εναγομένου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της και συνακόλουθα και ως προς τη διάταξη της περί δικαστικών εξόδων (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ακολούθως, πρέπει, να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο η υπόθεση και να δικασθεί στην ουσία της η παραπάνω αγωγή και στη συνέχεια, να γίνει δεκτή αυτή, κατά ένα μέρος της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, ως τακτική , κατά μήνα, διατροφή της, το ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ήτοι από την 08.03.2018 και για μια τριετία, ήτοι μέχρι την 8.03.2021, με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την ολοσχερή εξόφληση Τα δικαστικά έξοδα, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν, κατά ένα μέρος σε βάρος του εναγομένου, λόγω της εν μέρει ήττας και νίκης του (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ με παρόντες τους διαδίκους, τις με ΓΑΚ/ΕΑΚ; ./11-6-2019 έφεση του εναγομένου και με ΓΑΚ/ΕΑΚ: ./19-7-2019 έφεση της ενάγουσας, που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ.5254/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις ανωτέρω εφέσεις.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν τη με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ/ΕΑΚ; ./ 2019 έφεση της ενάγουσας.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ανωτέρω εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ .

 

ΔΕΧΕΤΑΙ κατ' ουσίαν τη με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ/ ΕΑΚ: ./2019 έφεση του εναγομένου.

 

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθμ.5254/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

 

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ τη με αριθμ. καταθ. ΓΑΚ/ ΕΑΚ: ./13-7-2018 αγωγή στην ουσία της.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή, κατά ένα μέρος.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, ως τακτική, σε χρήμα, μηνιαία, διατροφή της, το ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, αρχής γενομένης από την 8-3-2018 και για μία τριετία (έως 8-3-2021), με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στη Θεσσαλονίκη, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την παρουσία και της Γραμματέως, στις 03.06.2020.

 

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ