ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕιρΠατρών 123/2020

 

Προσβολή προσωπικότητας - Ψευδής καταμήνυση - Απλή και συκοφαντική δυσφήμηση -.

 

Προσβολή της προσωπικότητας από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση ή ψευδή καταμήνυση. Ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου που προσβλήθηκε. Μπορεί να συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται και υπαιτιότητα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή, η οποία πρέπει να είναι σημαντική. Αποκλείεται η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εάν, είτε η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, καίτοι τυχόν παράνομη, είτε είναι ανυπαίτια, είτε έλαβε χώρα κατʼ ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευμένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομη, εκτός εάν, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εν λόγω ενάσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική, υφίσταται δε και το στοιχείο της υπαιτιότητας. Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως. Στοιχειοθέτηση εγκλημάτων, ψευδούς καταμηνύσεως, απλής και συκοφαντικής δυσφήμησης. Ο άδικος χαρακτήρας της προσβλητικής συμπεριφοράς, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ.. Παραμένει η ποινική ευθύνη και η υποχρέωση προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο όταν η προσβλητική συμπεριφορά περιέχει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου,  εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΚΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

Αριθμός Απόφασης 123/2020

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 

Αποτελούμενο από τον Ειρηνοδίκη Άγγελο Σιμιτζή και από τη Γραμματέα Παναγιώτα Τζουβέκα.

 

            Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2019 για  να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Του ενάγοντος: …, κατοίκου Πατρών, με ΑΦΜ …, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα και νομότυπα προτάσεις δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ιωάννη Κόττα και δεν παρουσιάσθηκε κατά τη συζήτηση.

 

Του εναγομένου: …, κατοίκου Πατρών, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα και νομότυπα προτάσεις δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αγγελικής Καλλέργη και δεν παρουσιάσθηκε κατά τη συζήτηση.

 

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 28-2-2019 και με αριθμό καταθέσεως ./7-3-2019 αγωγή του κατά του εναγομένου, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας κατά την οποία και συζητήθηκε και δικάζων Δικαστής ο αναφερόμενος επίσης στην αρχή της παρούσας, με την υπ’ αρ. ./28-2-2019 Πράξη της Προϊσταμένης του παρόντος Ειρηνοδικείου. Το Δικαστήριο

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ για τη θεμελίωση αξίωσης για άρση προσβολής της προσωπικότητας απαιτείται πράξη επαγόμενη μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, που πρέπει, όμως, να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση ή ψευδή καταμήνυση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 229 παρ. 1 του Π.Κ.. Κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ, στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57 του ΑΚ), το Δικαστήριο, με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, που αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι και η τιμή εκάστου ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής και β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, οπότε ο προσβαλλόμενος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη). Όμως, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται και υπαιτιότητα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή, η οποία πρέπει να είναι σημαντική (ΑΠ 195/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1252/2003 ΧρΙΔ 2004.119, ΕφΠατρ 357/2004 ΑΧΑΝΟΜ 2005.4, ΕφΑθ 3664/2003 ΕλΔνη 2004.263, ΕφΑθ 4786/2002 ΔΕΕ 2003.1003, ΠολΠρωτΑθ 2303/2006 ΔΙΜΜΕ 2007.67). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Στην έννοια της υπαιτιότητας (πταίσματος) περιλαμβάνονται, τόσο ο δόλος, που στο πεδίο εφαρμογής του Αστικού Δικαίου κρίνεται με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 27 του ΠΚ, όσο και η αμέλεια. Αποκλείεται, συνεπώς, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εάν, είτε η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, καίτοι τυχόν παράνομη, είτε είναι ανυπαίτια, είτε έλαβε χώρα κατʼ ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευμένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομη, εκτός εάν, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εν λόγω ενάσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική, ως αντικείμενη στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ, υφίσταται δε και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 753/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 391/2006 ΧρΙδ 2006.596). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτή την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος (ΑΠ 886/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 19/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 22/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη θεμελίωση του άνω αδικήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος (βλ. ΑΠ 2480/2003, ΠοινΔικ 2004.503, ΑΠ 1216/2002, ΠοινΔικ  2002.1340). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361 (ΑΠ 179/2011 ΕΦΑΔ 2012.125, ΑΠ 543/2009 ΧρΙΔ 2010, 253, ΑΠ 1095/2008, ΑΠ 1462/2005 και ΑΠ 387/2005 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά δε το άρθρο 363 Π. Κ.: «Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται …». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του, και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέλησή του να ισχυριστεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Αν ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε γι’ αυτό αμφιβολίες, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενδεχομένως, όμως, να στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφήμησης (βλ. ΑΠ 73/2002, ΕλλΔνη 2002.857). Αντίθετα δηλαδή με όσα συμβαίνουν στη συκοφαντική δυσφήμιση, η απλή δυσφήμιση στοιχειοθετείται ανεξάρτητα από το εάν το γεγονός είναι αληθές ή όχι (ΑΠ 871/2007 Α' δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, το έγκλημα της απλής δυσφήμισης, θεμελιώνεται, αντικειμενικά μεν με τον ισχυρισμό ή τη διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, υποκειμενικά δε, στο δόλο που συνίσταται στη γνώση του δράστη, ότι το γεγονός που διαδίδει ή ισχυρίζεται, είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό αυτό γεγονός. Αν αποδειχθεί η αλήθεια του γεγονότος, η πράξη μένει ατιμώρητη, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 366 παρ. 1 του Π.Κ.. Εξάλλου, επί προσβολής της τιμής του προσώπου, προβλέπεται στο άρθρο 367 παρ. 1 του ΠΚ, ότι δεν αποτελούν άδικη πράξη και επομένως δεν δημιουργούν υποχρέωση προς αποζημίωση και οι εκδηλώσεις που γίνονται, πέραν των άλλων περιπτώσεων και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (περ. γ). Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος), αποτελεί η άσκηση αγωγής ή ανακοπής για την προστασία δικαιώματος, όπως και η κατάθεση μήνυσης ενώ η ένορκη και η κατάθεση κάποιου ως μάρτυρα συνιστά εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, με συνέπεια την άρση του αδίκου, εφόσον τα περιλαμβανόμενα στην αγωγή, την ανακοπή ή την μήνυση, ή όσα κατέθεσε κάποιος ως μάρτυρας, δεν υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικό αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος ή το δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη και προστασία του δικαιώματος (A.Π 1339/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Προσέτι, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 367 του ΠΚ, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παράνομου της προσβολής. Όμως, όπως προεκτέθηκε, ο άδικος χαρακτήρας της προσβλητικής συμπεριφοράς, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή όταν η προσβλητική συμπεριφορά, περιέχει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης. Τέτοιος δε σκοπός εξύβρισης, εμφαίνεται στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής (εξυβριστικής ή απλής δυσφημιστικής) συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψης του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και όταν ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 179/2011 ΕΦΑΔ 2012.125, ΑΠ 1609/2009, ΑΠ 1496/2009, ΑΠ 1095/2009 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1462/2005 Δνη 47.187, ΑΠ 1573/2005 Δνη 47.840).

 

Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος εξεταζόμενος ενόρκως στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών κατέθεσε σε βάρος του τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην κρισιολογούμενη αγωγή αναληθή για αυτόν (τον ενάγοντα) γεγονότα, παρότι γνώριζε την αναλήθεια τους. Ότι ένεκα της καταθέσεώς του αυτής παραπέμφθηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών για την πράξη της συνέργειας σε απάτη τελεσθείσας σε βάρος του εδώ εναγομένου. Ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. 100/2018 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου αθωώθηκε (ο ενάγων). Ότι λόγω των ως άνω ενεργειών του εναγομένου, ήτοι της τέλεσης του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, άλλως και επικουρικά της εξύβρισης, προσεβλήθη η προσωπικότητά του, διότι διεσύρθη το όνομά του στην τοπική κοινωνία. Για τους λόγους αυτούς, κατόπιν του νομότυπου περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 223 εδ. β’, 295 παρ. 1 εδ. β και 297 ΚΠολΔ), ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 5.000,00 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το ποσό των 15.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και, τέλος, να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το με κωδικό πληρωμής ./18-6-2019 ηλεκτρονικό παράβολο και την από 21-6-2019 απόδειξη πληρωμής των ΕΛΤΑ) και για το παραδεκτό των παραστάσεων των πληρεξούσιων δικηγόρων των διαδίκων και των σχετικών διαδικαστικών πράξεων έχουν προκαταβληθεί οι κατ’ άρθρο 61 Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) εισφορές στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο (Πατρών), παραδεκτώς εισάγεται για συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 1, 22 του ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 237 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), και είναι, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην άνω νομική σκέψη, επαρκώς ορισμένη παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του ενάγομενου και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 346, 914, 932 του ΑΚ, 224 παρ. 2, 229 παρ. 1, 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, 176, 191, 907, 908 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ, ενώ, μετά τον κατά τα άνω περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό (ο οποίος εξισώνεται με τη μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, βλ. άρθρο 295§1 εδ. β’ ΚΠολΔ), δεν είναι νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα για προσωρινή εκτελεστότητα της αντίστοιχης διάταξης πέραν του καταψηφιστικού αιτήματος. Πρέπει επομένως η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη.

 

Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του αρνείται γενικά και ειδικά τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την αγωγή. Περαιτέρω, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεών του, ισχυρίζεται ότι προέβη στην από 30-1-2017 ένορκη κατάθεση – έγκλησή του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προκειμένου μόνο να διερευνηθεί και διαλευκανθεί η υπόθεσή του. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

 

Από τα έγγραφα που νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται οι αντίδικοι σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, δίχως να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 250/2000, ΕλλΔ/νη 41, 980, ΑΠ 587/1992, ΕλλvΔ/νη 35, 1278), μεταξύ των οποίων και τα προερχόμενα από τις σχηματισθείσες ποινικές δικογραφίες σε βάρος αμφότερων, την υπ’ αρ. ./2018 ένορκη βεβαίωση της … ενώπιων της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου η οποία λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί προς την υποστήριξη εγκλήσεως του εδώ ενάγοντος και εκεί παθόντος κατά του εδώ εναγομένου, τα υπ’ αρ. ./2018 πρακτικά – απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, την υπ’ αρ. 4..5/2018 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών Βασιλικής Δημοπούλου, το υπ’ αρ. 5..2/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, τα οποία ως άνω ειδικότερα αναφερόμενα λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, μη λαμβανομένης υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρ. 424 ΚΠολΔ) της υπ’ αρ. ./21-6-2019 ένορκης βεβαίωσης της … ενώπιον της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου καθόσον δεν λήφθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του ενάγοντος αφού δεν τηρήθηκε η διάταξη του άρ. 422 ΚΠολΔ μη αποτελούντος νομίμου τρόπου κλήτευσης αυτού η αναγραφή των στοιχείων των αρ. 421 - 422 ΚΠολΔ στις κατατεθείσες στον γραμματέα προτάσεις του εναγομένου αντίγραφο των οποίων δεν επιδόθηκε στον ενάγοντα και την εκτίμηση των δικαστικών τεκμηρίων αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Περί τα μέσα Ιανουαρίου του έτους 2017 καταγγέλθηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών η τέλεση πράξεων απάτης και  πλαστογραφίας τις οποίες φερόταν ότι τελούσε από το έτος 2014 και εντεύθεν ο πρώην δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών … ο οποίος είχε διαγραφεί από τα μητρώα του ως άνω Συλλόγου στις … . Συγκεκριμένα ότι ο ανωτέρω, αντιποιούμενος την ιδιότητα του δικηγόρου παραπλανούσε υποψήφιους «πελάτες» του ότι μπορούσε να διεκπεραιώσει νομικές τους υποθέσεις, με την ιδιότητα του δικηγόρου, με σκοπό να αποκομίσει ίδιο όφελος ζημιώνοντας αυτούς. Ότι προς επίτευξη δε του σκοπού του αυτού προέβαινε στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων και τη χρήση αυτών, τόσο σε δημόσιες υπηρεσίες για έκδοση νόμιμων δικαιολογητικών, όσο και σε ιδιώτες (παθόντες), ενώ προκειμένου να εμφανίζεται ως επαγγελματίας είχε προσλάβει μία αλλοδαπή γυναίκα ως γραμματέα του «γραφείου» του ονόματι … . Ότι ο ανωτέρω προέβαινε σε σύνταξη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή δακτυλογραφημένων πλαστών εγγράφων όπως διαθηκών, τραπεζικών βεβαιώσεων, βεβαιώσεων γνησίου υπογραφής, νομικών εγγράφων - εξώδικων διαμαρτυριών και ταυτοπροσωπιών αλλοδαπών και εν συνεχεία με τη μέθοδο «κολάζ», αφού επικολλούσε σε ξεχωριστό κομμάτι χαρτιού τον τίτλο της εκάστοτε δημόσιας υπηρεσίας, εταιρείας, τράπεζας κ.λπ. και στο τέλος του κειμένου σε έτερο κομμάτι χαρτιού, σφραγίδες των ως άνω, συνοδευόμενες από ονοματεπώνυμο και υπογραφή υπαλλήλου, προέβαινε στην εκτύπωση έγχρωμης φωτοτυπίας, τα οποία παρουσίαζε ως γνήσια. Μάλιστα η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών συνέστησε ειδική ομάδα για τη διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαπίστωσε ότι ο … διατηρούσε «γραφείο» στην Πάτρα επί της οδού Εγλυκάδος και είχε μάλιστα θέσει σε εξωτερικό χώρο του «γραφείου» και κατά τις ώρες «εργασίας» αυτού, κινητή ταμπέλα αναγράφουσα «…» και ότι εντός αυτού είχε δημιουργήσει εργαστήριο πλαστογραφίας εγγράφων, αποτελούμενο, μεταξύ άλλων, από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, έγχρωμους υπερσύγχρονους εκτυπωτές - υψηλής ανάλυσης σαρωτές εγγράφων (scaner), χάρτινα αποκόμματα σφραγίδων δημόσιων υπηρεσιών, δικηγόρων, συμβολαιογράφων, τραπεζών και σφραγίδες ιδιωτών. Ακόμη αποδείχθηκε ότι είχαν περιέλθει αρχικές πληροφορίες στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών ότι ο προδιαληφθείς είχε αναθέσει στον εδώ ενάγοντα και σε έτερο άγνωστο πρόσωπο με το μικρό όνομα «…», τον ρόλο ικανοποιημένου πελάτη, προκειμένου να εφησυχάζει τους ενοχλημένους και εξαπατημένους πελάτες για να αποτρέπει την από μέρους τους υποβολή σχετικών καταγγελιών και ότι άλλες φορές παρουσίαζε τον εδώ ενάγοντα, ως υποψήφιο αγοραστή, με σκοπό να αποσπάσουν χρήματα από διάφορους ιδιώτες. Ο εδώ εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης του με αρ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο (ταξί), εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, μοντέλο AVENSIS, και περί τον Οκτώβριο του έτους 2016 αναζητώντας κάποιον επαγγελματία προκειμένου να διευθετήσει φορολογικές του εκκρεμότητες, ενημερώθηκε από τη συνοικούσα με αυτόν μητέρα του ότι ο ως άνω, …, «δικηγόρος», αναλαμβάνει αυτής της φύσεως υποθέσεις καθώς και ότι ασχολείται και με τις πωλήσεις ακινήτων και έτσι επισκέφθηκε αυτόν στο «γραφείο» του. Ο εναγόμενος εξαπατηθείς περί της ιδιότητας του …, πείσθηκε από τον τελευταίο ότι προκειμένου αυτός να μπορέσει άμεσα να διευθετήσει της φορολογικές του εκκρεμότητες θα έπρεπε να του καταβάλει όλο το ποσό της οφειλής του, ήτοι το ποσό των 4.130,00 ευρώ, όπως και έκανε. Επίσης ο … είχε ενημερωθεί από τη μητέρα του εναγόμενου ότι ο τελευταίος ενδιαφερόταν να πουλήσει το ταξί του και την άδεια εκμετάλλευσής του, χρησιμοποιώντας την πληροφορία αυτή αλλά και την πειθώ που τον διέκρινε του υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να βρει αγοραστή ο οποίος θα δεχόταν να καταβάλει ως τίμημα το ιδιαιτέρως υψηλό και για τις υφιστάμενες εκείνη τη χρονική περίοδο συνθήκες της αγοράς, ποσό των 120.000,00 ευρώ και του σύστησε ως υποψήφιο αγοραστή τον εδώ ενάγοντα. Ο δε ενάγων γνώριζε τον …, όπως και ο ίδιος συνομολογεί στην κρισιολογούμενη αγωγή του, ενώ μάλιστα αν και αναφέρει ότι γνώριζε και ότι ήταν δικηγόρος που του είχαν αφαιρέσει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και ότι ο ίδιος (ο ενάγων) είχε αναθέσει τις προσωπικές του υποθέσεις στον και εδώ πληρεξούσιο δικηγόρο του, παρ’ όλα αυτά τον εμπιστεύθηκε και απευθύνθηκε σε αυτόν προκειμένου να του προτείνει δυνατότητες επένδυσης χρημάτων της συντρόφου του (του ενάγοντος), … , η οποία διέμενε τότε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Για τον λόγο αυτό μετέβησαν μαζί, ο ενάγων με τον …, σε επιχείρηση παραγωγής και πώλησης λαδιού στην περιοχή Λάππα Αχαΐας, πλην όμως τελικά δεν συνεργάστηκαν. Επίσης ο ενάγων απευθύνθηκε στον … προκειμένου να τον συμβουλευθεί για την τότε επικείμενη υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής του και για τον λόγο αυτό τον επισκέφθηκε στο «γραφείο» του. Εκεί δε, συναντήθηκε με τον εναγόμενο και ρωτήθηκε από τον τελευταίο και τον … εάν ενδιαφέρεται για την αγορά του ταξί και της αδείας του που πωλούσε ο εναγόμενος έναντι του ποσού των 120.000,00 ευρώ. Ο ενάγων δεν απάντησε αρνητικά, αντίθετα δήλωσε ότι θα μετέφερε την πρόταση στην ως άνω σύντροφό του. Εν συνεχεία προκειμένου να αποσπάσει χρήματα ο … από τον εναγόμενο, του ζήτησε και έλαβε το ποσό των 2.700,00 ευρώ δήθεν για να το χρησιμοποιήσει για τη μεταβίβαση του επαγγελματικού του οχήματος. Για να γίνει δε πιο πειστικός στον εναγόμενο του ζήτησε να υπογράψει με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, το από 3-10-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε καταρτίσει ο ίδιος ο … στο οποίο φερόταν ως πωλητής ο εναγόμενος και αγοραστής ο ενάγων με αντικείμενο πώλησης το ως άνω όχημα (ταξί) του εναγομένου και τη με αρ. … άδειά του, έναντι τιμήματος 30.000,00 ευρώ, αντίγραφο του οποίου προσκομίστηκε. Το αναγραφέν δε αυτό ποσό των 30.000,00 ευρώ απείχε κατά πολύ από αυτό των 120.000,00 ευρώ, δηλαδή από το ποσό το οποίο είχε προταθεί ως τίμημα για την αγορά στον ενάγοντα, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην ένδικη αγωγή του, και το οποίο ο … είχε υποσχεθεί, με τη δική του μεσολάβηση, να λάβει τελικά ο εναγόμενος, πλην όμως σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας αυτό είθισται να γίνεται –μη νομίμως- για φορολογικούς λόγους προκειμένου να μην φορολογηθούν οι συμβαλλόμενοι στην πώληση για το πραγματικό ποσό του τιμήματος. Αν και το αντίγραφο του ως άνω συμφωνητικού που έλαβε ο εναγόμενος δεν έφερε την υπογραφή του φερόμενου ως αντισυμβαλλόμενού του, δηλαδή του εδώ ενάγοντος, ήταν αρκετό μαζί με τις διαβεβαιώσεις και την πειθώ του … για να πιστέψει ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση αυτή και έτσι να του καταβάλλει και το ως άνω ποσό των 2.700,00 ευρώ. Επειδή όμως, εύλογα, η κατά τα ως άνω «καταρτισθείσα» σύμβαση πώλησης δεν ολοκληρωνόταν με την καταβολή του τιμήματος και τη μεταβίβαση του οχήματος και της άδειας, ο εναγόμενος άρχισε να ανησυχεί, ληφθέντος υπόψη ότι ο εμφανιζόμενος ως μεσολαβών στην αγοραπωλησία του είχε αποσπάσει χρήματα, και οχλούσε τηλεφωνικά αυτόν (τον …), ο οποίος προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες απέδιδε την καθυστέρηση στο πρόσωπο του ενάγοντος. Μεταξύ δε των δικαιολογιών που προέβαλλε ήταν και ταξίδι του ενάγοντος στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής περί τον Ιανουάριο του 2017, γεγονός που ήταν αληθές, όπως συνομολογείται και στην ένδικη αγωγή, και αποδεικνύει ότι ο ενάγων και ο … είχαν μεταξύ τους επικοινωνία, έστω και για άλλα ζητήματα. Προκειμένου δε ο … να εφησυχάσει τον εναγόμενο και να τον αποτρέψει από οποιαδήποτε ενέργεια για την επιστροφή των χρημάτων που του είχε δώσει ο τελευταίος, στις 13-1-2017 τον κάλεσε στο «γραφείο» και του έδωσε το από 13-1-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο φέρονταν ως αντισυμβαλλόμενοι οι εδώ δύο αντίδικοι και ότι σε συνεχεία της από τον Οκτώβριο του 2016 συμφωνίας τους συναποδέχονταν το τίμημα της αγοραπωλησίας να ορισθεί στο ποσό των 120.000,00 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν σε τρεις ισόποσες δεκαπενθήμερες δόσεις. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο έγγραφο αυτό είχε αναγραφεί εσφαλμένα το όνομα (και μάλιστα με αναγραμματισμό) και το πατρώνυμο του ενάγοντος, καθόσον είχε αναγραφεί ως « … » και ότι δεν έφερε την υπογραφή αυτού (ή οιοδήποτε άλλου «αγοραστή») πλην της υπογραφής του εναγομένου, ενώ φέρεται να έφερε και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από το Γ’ Αστυνομικό Τμήμα Πατρών. Κατόπιν, επειδή βέβαια η καταβολή των δόσεων ουδέποτε έλαβε χώρα, ο … προέτρεψε τον εναγόμενο να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον ενάγοντα δίνοντας του έναν τηλεφωνικό αριθμό καλώντας τον οποίο ουδέποτε κατάφερε να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα και γι’ αυτό ο εναγόμενος του ζήτησε να του επιστρέψει το ποσό που του είχε καταβάλει, όμως ο … απέφυγε να το πράξει βεβαιώνοντάς τον ότι η πώληση θα ολοκληρωθεί. Ακολούθως ο εναγόμενος, του οποίου η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του … είχε κλονισθεί, απευθύνθηκε στον λογιστή του που τον ενημέρωσε ότι δεν είχε τακτοποιηθεί το σύνολο των οφειλών του στην Εφορία όπως εσφαλμένα πίστευε ο ίδιος αλλά παρέμενε οικονομική εκκρεμότητα ποσού 2.500,00 ευρώ. Έτσι, από τα ανωτέρω, ο εναγόμενος αντιλήφθηκε τελικά ότι ο … του είχε προκαλέσει οικονομική ζημία συνολικού ποσού 5.200,00 ευρώ και γι’ αυτό στο πλαίσιο της διενεργούμενης κατ’ άρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών αστυνομικής προανάκρισης, εξεταζόμενος ενόρκως στις 30-1-2017 ενώπιον της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πατρών, ως παθών – εγκαλών, κατέθεσε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά καθώς και ότι «… Στις 2 Οκτωβρίου συναντηθήκαμε στο γραφείο του, μαζί με τον υποψήφιο αγοραστή και όλοι μαζί συμφωνήσαμε, ότι το ταξί θα μου το αγοράσει ο … αντί ποσού 120.000 ευρώ. Μάλιστα ο … μου υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό επικυρωμένο από το ΚΕΠ Πατρών, αντίγραφο του οποίου σας το παραδίδω, ενώ το πρωτότυπο το κράτησε ο … στο γραφείο του … Τις επόμενες ημέρες ξαναπήγα στο γραφείο του … άλλες δύο φορές, αφού είδα ότι δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια για την πώληση του ταξί μου. Εκεί και τις δύο φορές συνάντησα τον …, ο οποίος μαζί με τον …, μου είπαν ότι ο …  είχε προβλήματα φορολογικά και γι’ αυτό καθυστερεί η μεταβίβαση. Ενώ την δεύτερη φορά … ο … μου είπε, ότι είχε πρόβλημα το παιδί του και θα πήγαινε στην Αμερική. Ύστερα από αυτά τα γεγονότα και ύστερα από τηλεφωνικές πιέσεις προς τον … για την τακτοποίηση θεμάτων που είχε αναλάβει, στις 13-1-2017 με κάλεσε στο γραφείο του δίνοντάς μου ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο υπέγραφε ο … και από το οποίο προέκυπτε ότι θα μου έδινε τρείς ισόποσες δόσεις των 120.000 ευρώ και  έπρεπε να το  υπογράψω. … Επίσης μου έδωσε το ίδιο συμφωνητικό επικυρωμένο από το ΚΕΠ Πατρών με την υπογραφή του …, ο οποίος δεσμευόταν ότι θα εκπληρώσει την παραπάνω υπόσχεση. Στην συνέχεια ο … επειδή του τηλεφωνούσα συνεχώς, μου είπε ότι δεν βρίσκει άκρη με τον … και μου έδωσε το τηλέφωνό του ... αλλά το τηλέφωνο αυτό δεν λειτουργούσε … Ο .. με το πρόσχημα αυτό μου πήρε το ποσό των 2.500 ευρώ καθώς και το ποσό των 2.700 ευρώ για την μεταβίβαση του ταξί, συνολικά 5.200 ευρώ. Πιστεύω ότι ο … με εξαπάτησε προκειμένου να μου αποσπάσει χρήματα. Επίσης είμαι βέβαιος ότι ο … είναι συνεργάτης του … , ο οποίος προσελήφθη από τον τελευταίο ως δήθεν αγοραστής, με σκοπό να μου αποσπάσουν χρήματα από κοινού και επιθυμώ την ποινική δίωξη», όπως αυτά προκύπτουν από το προσαγόμενο αντίγραφο της από 30-1-2017 ένορκης κατάθεσης του νυν εναγόμενου ενώπιον της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πατρών. Κατόπιν της ολοκληρώσεως της αστυνομικής προανάκρισης, μετά και τη λήψη ενόρκων καταθέσεων από μεγάλο αριθμό παθόντων, υποβλήθηκε αρμοδίως από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών προς τον Εισαγγελία Πρωτοδικών Πατρών, η σχηματισθείσα δικογραφία σε βάρος των ανωτέρω, ήτοι του …, της … και του εδώ ενάγοντος, …, σε βάρος των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας κατά μόνας και από κοινού, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (σε βάρος του …), β) της απάτης κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας από κοινού, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ (σε βάρος της …), γ) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας από κοινού, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προκληθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ (σε βάρος και των τριών), δ) της σύστασης συμμορίας (σε βάρος και των τριών), ε) της αντιποίησης δικηγορίας κατ’ εξακολούθηση (σε βάρος του …), στ) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση (σε βάρος του …) και ζ) της υπεξαίρεσης από κοινού και κατά μόνας κατ’ εξακολούθηση (σε βάρος του …), πράξεις που φέρονταν ως τελεσθείσες στην Πάτρα, ήτοι για παράβαση των άρθρων 175 §§ 2-1, 187 § 5 εδ. α’, 220 § 1, 216 §§ 1α’- β’ και 3 περ. β’, 375 § 1α’, 386 §§ 1 και 3α’-β’ του ΠΚ. Τελικώς, οι ανωτέρω παραπέμφθηκαν με το υπ’ αριθ. 552/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικαστούν, ενώ ο εδώ ενάγων παραπέμφθηκε να δικαστεί μόνο για την αξιόποινη πράξη της πλημμεληματικής απάτης τελεσθείσας από κοινού με τον …, αναφορικά με το ως άνω ποσό των 2.700,00 ευρώ για την υποτιθέμενη πώληση του ταξί και της άδειας λειτουργίας του από τον εδώ εναγόμενο στον εδώ ενάγοντα με τη μεσολάβηση του …, ενώ το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών, απεφάνθη, να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του νυν ενάγοντος για τις προδιαληφθείσες έτερες πράξεις. Στις 22-1-2018, οπότε και εκδικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων η προαναφερθείσα ποινική δικογραφία, ο εδώ ενάγων αθωώθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. 100/2018 αποφάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης τελεσθείσας από κοινού με τον …, που φερόταν ως τελεσθείσα εις βάρος του εδώ εναγομένου επειδή δεν αποδείχθηκε η τέλεση της ως άνω άδικης πράξης από μέρους του, ομοίως δε, αθωώθηκε και η …, ενώ ο … καταδικάστηκε. Συνεπώς, τα όσα κατεμήνυσε ο εναγόμενος αναφορικά με τον ενάγοντα δεν αποδείχθηκαν αληθή. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος υπέβαλε την έγκλησή του (αφού ήταν ο παθών) εν γνώσει του ψεύδους των ισχυρισμών του. Αντιθέτως, όταν αυτός κατέθεσε ως μάρτυρας – παθών ενώπιον της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πατρών, ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι οι ισχυρισμοί του αληθεύουν. Συνεπώς, στόχος του δεν ήταν ούτε να προκαλέσει την καταδίωξη του ενάγοντος ούτε άλλωστε να θίξει την τιμή και την υπόληψη του. Αποσκοπούσε, αποκλειστικά, να υπερασπίσει τα συμφέροντά του, τα οποία θεωρούσε ότι κινδυνεύουν και δη να λάβει τα χρηματικά ποσά που παρανόμως του είχε αποσπάσει ο … ο οποίος τον είχε εξαπατήσει, γι’ αυτό ζήτησε τη συνδρομή της δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί τελικά και γι’ αυτό ο … με την υπ’ αριθ. 100/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Δεν πρέπει δε να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ο εδώ εναγόμενος κατέθεσε τα ανωτέρω αφού κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο της τότε διενεργούμενης αστυνομικής προανάκρισης και όχι υποβάλλοντας αυτοτελή έγκληση και κατά του εδώ ενάγοντος. Άλλωστε κατέστη σαφές ότι ο εναγόμενος είχε εξαπατηθεί από τον …, ο οποίος κατάφερε με τις μεθόδους που ακολουθούσε να αποσπάσει χρήματα όχι μόνο από αυτόν αλλά και από έτερα πρόσωπα παθόντα και γι’ αυτό καταδικάστηκε για την τέλεση του αδικήματος της απάτης κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Εκμεταλλεύθηκε δε τη μεγάλη απειρία του ενάγοντος στις συναλλαγές και κατάφερε κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του, αφού θεωρούσε ότι συναλλάσσεται με έγκριτο εν ενεργεία δικηγόρο, επιδεικνύοντας του τα προχείρως συνταχθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά, με πληθώρα λαθών ακόμη και στα ονοματεπώνυμα των δήθεν συμβαλλομένων, ως αναλυτικά προεκτέθηκαν, να τον καταπείσει ότι με τη δική του μεσολάβηση θα ολοκληρωνόταν η πώληση του ταξί και της αδείας λειτουργίας αυτού με υψηλότατο τίμημα, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος επεδίωκε. Του επέδειξε δε και του χορήγησε αντίγραφα των από 3-10-2016 και 13-1-2017 ιδιωτικών συμφωνητικών τα οποία δήθεν υπεγράφησαν χωριστά από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο και στον τελευταίο έδωσε αντίγραφα με τη δική του μόνο υπογραφή και παρ’ όλα αυτά κατάφερε να τον καταπείσει ότι υφίστανται και αντίγραφα υπογεγραμμένα από τον φερόμενο ως αντισυμβαλλόμενό του, δηλαδή τον ενάγοντα, ενώ ο εναγόμενος σαφώς δεν αντιλήφθηκε ότι τα αναγραφόμενα στο από 14-1-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό στοιχεία ταυτότητας δεν ταυτίζονταν με τα στοιχεία του προσώπου, που είχε συναντηθεί στο γραφείο του …, δηλαδή του εδώ ενάγοντος, δεδομένου ότι στην περίπτωση που είχε αντιληφθεί τούτο δεν θα είχε καταβάλει το ποσό των 2.700,00 ευρώ στον ... . Όμως αποδείχθηκε ότι πράγματι τους δύο εδώ αντιδίκους τους έφερε σε επικοινωνία ο … παρουσιάζοντας τον ενάγοντα ως υποψήφιο αγοραστή, καθώς και ότι αρχικά ο ενάγων δεν απέκλεισε την πιθανότητα αγοράς τους επαγγελματικού οχήματος (ταξί) και της αδείας του εναγόμενου και μάλιστα έναντι του υψηλού τιμήματος των 120.000,00 ευρώ από τη σύντροφό του, επομένως ευλόγως ο εναγόμενος θεώρησε ότι ο ενάγων και ο … βρίσκονται σε επικοινωνία ή ακόμη και συνεργασία, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει το είδος της όποιας μεταξύ τους σχέσης – συνεργασίας. Αντίθετα από κανένα προσαγόμενο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε επικοινωνήσει ο ίδιος τηλεφωνικά με τον εναγόμενο προκειμένου να τον ενημερώσει ότι δεν ενδιαφέρεται η σύντροφός του για την αγορά, καθόσον ο ίδιος ο … θα είχε αποτρέψει την απευθείας μεταξύ τους επικοινωνία γιατί έτσι μόνο θα μπορούσε να τον εξαπατήσει προκειμένου να του αποσπάσει τα χρήματα που τελικά του απέσπασε, αλλά και να προβεί στις μετέπειτα συγκαλυπτικές της απάτης του πράξεις όπως τα καταρτισθέντα από τον ίδιο ιδιωτικά συμφωνητικά κλπ. Άλλωστε αν οι δύο αντίδικοι είχαν προσωπική μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία, ο εναγόμενος θα είχε συγκρατήσει τον τηλεφωνικό αριθμό του ενάγοντος και θα τον προσέγγιζε ο ίδιος για να του ζητήσει διευκρινήσεις σχετικά με την «καθυστέρηση» στην ολοκλήρωση της υποτιθέμενης συμφωνίας τους. Δεδομένης λοιπόν της αποδειχθείσας συναλλακτικής απειρίας που διέκρινε τον εναγόμενο, αλλά και της εξαπάτησής του από τον …, ο οποίος εκμεταλλευόμενος το αρχικό ενδιαφέρον του ενάγοντος για την αγορά, του παρίστανε ψευδώς ότι ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση και συμφώνησε να αγοράσει το ταξί και την άδειά του, ενώ λόγω της μη υπάρξεως απευθείας επικοινωνίας μεταξύ των δύο νυν αντιδίκων δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει και το βαθμό εμπλοκής και ευθύνης αντίστοιχα ενός εκάστου αυτών. Ήταν δε τέτοια η πειθώ και η επιρροή του … στον εναγόμενο, αλλά όπως αποδείχθηκε στην ποινική δίκη και σε έτερους παθόντες, που κατάφερε να του αποσπάσει προκαταβολικά και όλο το οφειλόμενο από τον ίδιο (τον εδώ εναγόμενο) ποσό προς την Εφορία, υποσχόμενος ότι θα τακτοποιούσε όλη την οφειλή του, ενώ τελικά δεν το έπραξε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με την από 30-1-2017 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πατρών, με την οποία δήλωσε ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του εδώ ενάγοντος …, αφενός μεν κατέθεσε, απλώς περιστατικά, που έλαβαν χώρα στο «γραφείο» του … και αφετέρου –ως προελέγχθηκε- επιθυμούσε την διερεύνηση και διαλεύκανση της υπόθεσης πρωτίστως και όχι την ποινική δίωξη και τιμωρία του νυν ενάγοντος, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε τον απαιτούμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, άμεσο δόλο για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως. Ειδικότερα, δεν αποδείχτηκε ότι αυτός καταμήνυσε εν γνώσει του ψεύδους τον ενάγοντα για την αξιόποινη πράξη της συναυτουργίας σε απάτη, καθώς αυτός πίστευε πως τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ήταν αληθινά. Εξάλλου, τόσο οι Εισαγγελείς που άσκησαν τη δίωξη και πρότειναν να παραπεμφθεί σε δίκη ο νυν ενάγων όσο και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών που τελικά τον παρέπεμψε να δικαστεί, έκριναν ότι υπήρχαν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αυτή έστω και αν ο ίδιος είχε απολογηθεί στην προδικασία εκθέτοντας τους ισχυρισμούς του. Αντιθέτως, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος γνώριζε την αλήθεια περί της μη συμμετοχής του στη σε βάρος του τελεσθείσα απάτη. Ακολούθως, προέκυψε ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω εγκλήσεως του εναγομένου περιλαμβάνει μη αληθή γεγονότα και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων τον εξαπάτησε ενεργώντας από κοινού με τον …, και, επομένως, πληροί την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης (άρθρο 363 ΠΚ). Εν προκειμένω, όμως,  δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του εναγομένου ο άμεσος δόλος, που απαιτεί ο νόμος για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως, καθόσον ο εναγόμενος, δικαιολογημένα, πίστευε πως τα γεγονότα που ισχυρίστηκε/κατήγγειλε ήταν αληθινά, κατά τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα. Ωστόσο, τα όσα διέλαβε στην επέχουσα θέση εγκλήσεως από 30-1-2017 ένορκη κατάθεσή του στοιχειοθετούν μεν την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, αφού τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω μήνυση συνιστούν ισχυρισμό ενώπιον τρίτου γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού αυτός εμφανίζεται ως συνεργός στην τέλεση απάτης σε βάρος του εναγομένου, το άδικο, όμως, της αξιόποινης πράξεως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αίρεται, αφού ο εναγόμενος προέβη σε αυτήν κατ’ ενάσκηση και προς διαφύλαξη (προστασία) νομίμου δικαιώματός του, προς προάσπιση του αγαθού της περιουσίας του και όπως προεκτέθηκε, απλώς ασκώντας νόμιμο δικαίωμα του για αναφορά ποινικά κολάσιμης πράξης και παροχή δικαστικής προστασίας κατά του ή των υπαιτίων αυτής και όχι για λόγους εκδίκησης ή κακεντρέχειας, ήτοι (όχι) για να βλαφθεί η τιμή ή η υπόληψη του ενάγοντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχε λόγους να πιστεύει ότι αυτός συμμετείχε στην εξαπάτησή του από τον ... . Ο τρόπος δε με τον οποίο ενήργησε ο εναγόμενος ήταν εκ των συγκεκριμένων περιστάσεων αναγκαίος και επιβαλλόμενος χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, το σύνολο δε του περιεχομένου της ως άνω ενόρκου καταθέσεως – εγκλήσεώς του επουδενί αποδεικνύουν και σκοπό εξύβρισης σε βάρος του ενάγοντος και συνεπώς πρέπει στην περίπτωση αυτή να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η σχετική κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 εδ. γ’ ΠΚ ένσταση του εναγομένου, ενώ το γεγονός της αθώωσης του ενάγοντος με την προαναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών δεν αρκεί να οδηγήσει σε έτερο αποτέλεσμα. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την υπ’ αρ. 4..5/2018 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών με την οποία τέθηκε στο αρχείο η από 15-1-2018 μήνυση του εδώ ενάγοντος κατά του εδώ εναγομένου, με την οποία κατήγγειλε ότι ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος του τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρος και κατά της οποίας διάταξης ο εδώ ενάγων δεν άσκησε προσφυγή.

 

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, τα δε δικαστικά έξοδα να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (αρ. 179 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.

 

Απορρίπτει την αγωγή.

 

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

 

Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Πάτρα, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 18 Μαΐου 2020, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

O  ΕΙΡΗΝΟΔΙΚHΣ                                             H  ΓPAMMATEAΣ