ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΠατρών 334/2019

 

Σύμβαση δανείου μεταξύ συζύγων - Προφορική σύναψη συμβάσεων δανείου μεταξύ συζύγων - Απόδειξη -.

 

Απόρριψη έφεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Ασφαλής και αξιόπιστη κατάθεση μάρτυρα. Επιτρεπτό απόδειξης με μάρτυρες λόγω της ύπαρξης ηθικής αδυναμίας από μέρους του ενάγοντος για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, αφού ήταν σύζυγος με την εναγομένη και εν μέσω της ατμόσφαιρας εμπιστοσύνης μεταξύ των η εκδήλωση επιθυμίας από μέρους του για τη λήψη έγγραφης απόδειξης θα αποτελούσε δυσπιστία ικανή να διαταράξει τον δεσμό με την εναγομένη σύζυγό του.

 

 

 

Αριθμός απόφασης 334/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αγγελική Τσώλα, Εφέτη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο Εφετών και τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 8/2/2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Της Εκκαλούσας - Εναγομένης: ..., κατοίκου Αγίου Βασιλείου Ρίου Πατρών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευθυμία Τόγια

 

Του Εφεσίβλητου - Ενάγοντος: ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αργύρη Τόλια.

 

Ο ενάγων και ήδη Εφεσίβλητος με την από 28/3/2011 (αριθμ. έκθ. καταθ. ./2011) αγωγή του (τακτική διαδικασία) προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

 

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 62/2015 οριστική απόφαση του.

 

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 6/4/2015 (αριθμ. έκθ.καταθ. ./6-4-2015) έφεση της προς το Δικαστήριο τούτο, που προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 9ης Φεβρουαρίου 2017, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

 

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου Πινακίου και συζητήθηκε.

 

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 62/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ.1, 517 εδ.α', 518 παρ. 1 και 520 Κ.Πολ.Δ.).

 Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

 

Ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου του με την εναγομένη, δυνάμει διαδοχικών προφορικών συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Μαΐου του έτους 2005 μέχρι την 26η/7/2008, κατέβαλε τμηματικά στην τελευταία λόγω δανείου το συνολικό ποσό των 61.123,93 (εξήντα μιας χιλιάδων εκατόν είκοσι τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ). Ότι συμφωνήθηκε πως το εν λόγω ποσό των δανείων θα ήταν αποδοτέο σε μη καθορισμένες δόσεις και ειδικότερα, το ποσό των 36.783,93  (τριάντα έξι χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ), το αργότερο μέχρι την 31η/12/2009 και το υπόλοιπο ποσό των 24.340,00 (είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ευρώ), το αργότερο μέχρι την 31η/12/2010, ατόκως και σε περίπτωση υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο. Ότι η εναγομένη, αρνείται μέχρι σήμερα να του αποδώσει το παραπάνω ποσό, καίτοι οχλήθηκε επανειλημμένα προς τούτο. Ότι άλλως και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις δανείου είναι άκυρες η εναγομένη υποχρεούται να της αποδώσει το ανωτέρω ποσό με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού κατά το ποσό αυτό κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της δικής του περιουσίας. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις έγγραφες προτάσεις του, αλλά και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 223, 294, 295 παρ.1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 61.123,93 (εξήντα μιας χιλιάδων εκατόν είκοσι τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ), εκ του οποίου ποσό 36.783,93 (τριάντα έξι χυλιάδων επτακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ), νομιμοτόκως από την 1η/1/2010 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και ποσό 24.340,00 (είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ευρώ) νομιμοτόκως από την 1η/1/2011 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, άλλως νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά του έξοδα.

 

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δίκασε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την αγωγή αυτή κατά την τακτική διαδικασία, με την οριστική απόφαση του με αριθμό 62/2015 δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη στη συνέχεια δε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 61.123,93 (εξήντα ενός χιλιάδων εκατόν είκοσι τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ) νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και επέβαλε σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία όρισε στο ποσό των 300,00  (τριακοσίων ευρώ). Η εναγομένη άσκησε στο Δικαστήριο τούτο την από 6/4/2015 (αριθμ. έκθ. καταθ. ./6-4-2015) έφεση της εναντίον του ενάγοντος, με την οποία ζητεί, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

 

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (ένας από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Πάτρα Αχαΐας στις 26/2/2005 από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα και ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα με συναινετικό διαζύγιο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 877/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους η εναγομένη, διατηρούσε ατομική επιχείρηση, ήτοι κατάστημα εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων, στην Πάτρα, το οποίο όμως ήταν ζημιογόνο (βλ. τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα αντίγραφα εκκαθαριστικά σημειώματα του φόρου εισοδήματος της ΔΟΥ . Πατρών, των οικονομικών ετών 2006, 2007 και 2008 σύμφωνα με τα οποία η εν λόγω επιχείρηση της εναγομένης εμφάνιζε ζημίες), και το οποίο έπαυσε να λειτουργεί στα τέλη του έτους 2009. Από την άλλη πλευρά ο ενάγων υπηρετούσε ως στρατιωτικός στην Πολεμική Αεροπορία και από την εργασία του αυτή αποκόμιζε ένα σταθερό εισόδημα κάθε μήνα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τα τέλη του έτους 2005 η ..., μητέρα της εναγομένης, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-9-2005 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πατρών ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω γονικής παροχής, στην εναγομένη θυγατέρα της, τα υπό στοιχεία (1-1) και (1-2) διαμερίσματα επιφανείας 42,70 τ.μ. (το πρώτο) και 81,40 τ.μ. (το δεύτερο) ολοκλήρου του ισογείου ορόφου διώροφης οικοδομής, κειμένης στη θέση «Α ή Χ» των Πατρών του Δήμου Πατρέων και στη διασταύρωση των οδών ....  Τα εν λόγω ακίνητα, τα οποία κατασκευάστηκαν το έτος 1975, ήταν σε κακή κατάσταση (βλ. την επ' ακροατηρίω ένορκη κατάθεση του μάρτυρος από την πλευρά της εναγομένης) και ως εκ τούτου μη κατοικήσιμα. Για το λόγο αυτό η εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια των ως άνω διαμερισμάτων, αποφάσισε να τα ανακαινίσει ριζικά, έτσι ώστε να καταστούν κατοικήσιμα και έτοιμα προς επωφελή εκμετάλλευση (εκμίσθωση). Επειδή όμως δε διέθετε τα απαιτούμενα κεφάλαια, καθώς η επιχείρηση που διατηρούσε, όπως προεκτέθηκε, ήταν ζημιογόνος και παράλληλα είχε οφειλές προς διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συμφώνησε προφορικά με τον ενάγοντα σύζυγο της, να της δανείσει τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά για την ανακατασκευή των ανωτέρω διαμερισμάτων της, καθώς και για την κάλυψη των λοιπών οφειλών της και να του επιστρέψει τα χρήματα μόλις εκμισθώσει τα ακίνητα.  Ειδικότερα, ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2005 μέχρι την 26η/7/2008 με διαδοχικές προφορικές συμβάσεις δανείου μεταβίβασε στην εναγομένη κατά κυριότητα τα κάτωθι χρηματικά ποσά, ήτοι: α) Τέλη Μαΐου του έτους 2005  κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 500,00 (πεντακοσίων ευρώ), προκειμένου να πληρώσει την αμοιβή του μηχανικού ..., ο οποίος εκπόνησε το από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη του υπ' αριθμ. ./29-9-2005 συμβολαίου γονικής παροχής και προσαρτήθηκε σε αυτό, β) την 1/9/2005 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 7.500,00 (επτά χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ), το οποίο ο ίδιος έλαβε ως δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν για την ανακατασκευή των ανωτέρω διαμερισμάτων της, γ) Την 29/9/2005 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 1.155,43 (χιλίων εκατόν πενήντα πέντε ευρώ και σαράντα τριών λεπτών του ευρώ), προκειμένου να πληρώσει την αμοιβή του Συμβολαιογράφου Πατρών ... για τη σύνταξη και μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής, δ) Τον Νοέμβριο του έτους 2005 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 12.000,00 (δώδεκα χιλιάδων ευρώ), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν για την ανακατασκευή των ανωτέρω διαμερισμάτων της, ε) Την 16/1/2006 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 10.000,00  (δέκα χιλιάδων ευρώ), το οποίο έλαβε ως δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για τον ίδιο λόγο, στ) Την 13/2/2006 και την 21/2/2006 κατέβαλε στην εναγομένη τα ποσά των 303,00 (τριακοσίων τριών ευρώ) και 330,50  (τριακοσίων τριάντα ευρώ και πενήντα λεπτών του ευρώ), αντιστοίχως, προκειμένου αυτή να πληρώσει στη Δ.Ο.Υ. . Πατρών το φόρο που προέκυψε από την ανωτέρω γονική παροχή, ζ) Την 22/5/2006 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 5.000,00 (πέντε χιλιάδων ευρώ), το οποίο έλαβε ως δάνειο από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν για την ανακατασκευή των ανωτέρω διαμερισμάτων της, η) Την 23/7/2008 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 15.390,00 (δέκα πέντε χυλιάδων τριακοσίων ενενήντα ευρώ), το οποίο έλαβε ως δάνειο από την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» με την εγγύησή της, προκειμένου αυτή να εξοφλήσει τις οφειλές της προς την τράπεζα «EUROBANK ERGASIAS» ήτοι: 1) την οφειλή της από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, ποσού 3.100,00 (τριών χιλιάδων εκατό ευρώ), 2) την οφειλή της από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα ποσού 5.130,00 (πέντε χιλιάδων εκατόν τριάντα ευρώ), 3) την οφειλή της από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ανοικτού δανείου, ποσού 2.050,00 (δύο χιλιάδων πενήντα ευρώ) και 4) την οφειλή της από την υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα ποσού 5.110,00  (πέντε χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ) (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. ./23-7-2008 σύμβαση δανείου με την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» με τη συνημμένη επιστολή του προς αυτήν (ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ) να καταβάλει για λογαριασμό του από το εν λόγω δάνειο στην Τράπεζα «EUROBANK ERGASIAS» τις ως άνω οφειλές της εναγομένης, καθώς και την υπ' αριθμ. πρωτ. ./22-2-2011 βεβαίωση της «ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» ότι το εν λόγω δάνειο εξοφλήθηκε πλήρως από τον ενάγοντα και θ) την 25/7/2008 και την 26/7/2008, κατέβαλε στην εναγομένη ποσό 1.900,00 (χιλίων εννιακοσίων ευρώ) και ποσό 7.050,00 (επτά χιλιάδων πενήντα ευρώ) αντιστοίχως τα οποία έλαβε τις ίδιες ημερομηνίες ως προσωπικά δάνεια από την Τράπεζα «EUROBANK ERGASIAS», προκειμένου η τελευταία να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της επιχείρησης ετοίμων ενδυμάτων που διατηρούσε επί της οδού ... στην Πάτρα. Επομένως, ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 61.128,93 (500,00 + 7.500,00 + 1.155,43 + 12.000,00 + 10.000,00 + 303,00 + 330,50 + 5.000,00 + 15.390,00 + 8.950,00 ), με τη συμφωνία η τελευταία να του το επιστρέψει ατόκως, και σε περίπτωση υπερημερίας με το νόμιμο τόκο, σε μη καθορισμένες δόσεις αναλόγως με την οικονομική της δυνατότητα. Η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αρνήθηκε γενικώς το γεγονός ότι καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του ενάγοντος οι επίδικες συμβάσεις ατόκου δανείου σε εκτέλεση των οποίων ο τελευταίος της μεταβίβασε κατά κυριότητα το συνολικό ποσό των 61.123,93 (εξήντα μιας χιλιάδων εκατόν είκοσι τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ) και ισχυρίστηκε ότι τα έξοδα για τη σύνταξη και μεταγραφή στο οικείο υποθηκοφυλακείο του προαναφερομένου συμβολαίου γονικής παροχής καταβλήθηκαν εξ ολοκλήρου από τους γονείς της, ενώ τα χρήματα που απαιτήθηκαν για την ανακαίνιση των διαμερισμάτων της προήλθαν από το «κοινό συζυγικό ταμείο» που διατηρούσαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών τους. Από τη γενική αυτή άρνηση της εναγομένης, καθώς και από το σύνολο των ισχυρισμών της το Δικαστήριο συναγάγει έμμεση ομολογία της εναγομένης ως προς το ανωτέρω γεγονός, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνη η αλήθεια του πραγματικού αυτού γεγονότος. Επιπροσθέτως δε, διότι, στις «οικογενειακές ανάγκες», για την αντιμετώπιση των οποίων οι σύζυγοι έχουν κοινή υποχρέωση ανάλογης συνεισφοράς με τα εισοδήματα και την περιουσία του έκαστος μέσω της δημιουργίας ενός κεφαλαίου που θα καλύπτει τις κοινές δαπάνες αλλά και τις ατομικές ανάγκες καθενός, δεν περιλαμβάνονται δαπάνες σαν τις προαναφερόμενες, αφού, κατά τον καθορισμό από το νομοθέτη του περιεχομένου του όρου αυτού, «οικογενειακές ανάγκες» είναι η διατροφή (των συζύγων μεταξύ τους και των παιδιών από κοινού, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο την τροφή, αλλά και όλες τις δαπάνες διαβίωσης και ότι είναι αναγκαίο για να ζήσει κανείς («λειτουργία του κοινού οίκου»), καθώς και οι δαπάνες για την κάλυψη των αναγκών από τη συγκατοίκηση (άρθρο 1389 Α.Κ.) στις οποίες δεν εμπεριέχονται οι προαναφερόμενες δαπάνες της εναγομένης. Εξάλλου, από το γεγονός ότι η εναγομένη δεν είχε άλλη πηγή εισοδήματος, εκτός του εμπορικού καταστήματος που διατηρούσε στην Πάτρα, του οποίου η λειτουργία όμως δεν της απέφερε κέρδη, σε συνδυασμό και με την κακή οικονομική κατάσταση της επιρρωνύεται η κρίση του Δικαστηρίου για το ότι καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων οι επίδικες συμβάσεις ατόκου δανείου, προκειμένου η εναγομένη να χρησιμοποιήσει μέρος των χρημάτων που της μεταβίβασε ο ενάγων για να προβεί στην ανακαίνιση των διαμερισμάτων της. Ενώ, και η παραδοχή από μέρους της (εναγομένης) ότι η ίδια συνεισέφερε το ποσό των 45.000,00 (σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ) που έλαβε ως στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζα «EUROBANG ERGASIAS» για την ανακαίνιση των διαμερισμάτων της, συνιστά έμμεση ομολογία της ότι για την ανακαίνιση των (διαμερισμάτων) δεν ήρκεσε μόνο το ποσό αυτό αλλά, δαπανήθηκαν και άλλα χρηματικά ποσά. Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό της εναγομένης ότι τα έξοδα για τη σύνταξη και μεταγραφή του προαναφερομένου συμβολαίου γονικής παροχής καταβλήθηκαν εξ ολοκλήρου από τους γονείς της, τούτος δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το γεγονός ότι καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων οι επίδικες συμβάσεις ατόκου δανείου αποδεικνύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος λόγω του συγγενικού δεσμού του με τον ενάγοντα (πρώτος εξάδελφος του) είχε φιλοξενηθεί στην οικία των διαδίκων επί ένα μήνα και ήταν παρών σε σχετικές συζητήσεις μεταξύ τους. Η κατάθεση αυτή, η οποία κρίνεται ασφαλής και αξιόπιστη, δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, ο οποίος δεν έχει προσωπική αντίληψη για τις επίδικες συμβάσεις δανείου και όσα κατέθεσε τα γνωρίζει από διηγήσεις της ιδίας (της εναγομένης) και της μητέρας της. Σημειωτέον δε, πως στην προκειμένη περίπτωση επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες λόγω της ύπαρξης ηθικής αδυναμίας από μέρους του ενάγοντος για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, αφού ήταν σύζυγος με την εναγομένη και εν μέσω της ατμόσφαιρας εμπιστοσύνης μεταξύ των η εκδήλωση επιθυμίας από μέρους του για τη λήψη έγγραφης απόδειξης θα αποτελούσε δυσπιστία ικανή να διαταράξει το δεσμό του με την εναγομένη σύζυγο του (ΑΠ 2/2015, ΑΠ 346/2013 ΝΟΜΟΣ).

 

Τέλος, πρέπει να λεχθεί πως ο ενάγων δεν επιδίωξε τη λήψη έγγραφης απόδειξης, κατά τη διαδικασία έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου του με την εναγομένη, καθόσον για την απόκτηση της θα απαιτείτο και η σύμπραξη της εναγομένης σε μια χρονική περίοδο που οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες και ήταν βέβαιο πως η τελευταία δεν θα συμμετείχε σε μια τέτοια κοινή προσπάθεια που απαιτούσε τη συνεννόηση και των δύο πλευρών, ενώ σε περίπτωση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου η συμφωνία για τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων δεν επικυρώνεται από το Δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις ατόκου δανείου, σε εκτέλεση των οποίων ο ενάγων μεταβίβασε κατά κυριότητα στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 61.123,93 (εξήντα μιας χιλιάδων εκατόν είκοσι τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ), το οποίο η τελευταία αρνείται να του επιστρέψει και ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 20/4/2011, κατήγγειλε τις εν λόγω συμβάσεις δανείου. Συνακόλουθα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του οδηγήθηκε στην ίδια κρίση και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 61.123,93 (εξήντα μιας χιλιάδων εκατόν είκοσι τριών ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατά συνέπεια η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να υποχρεωθεί η εκκαλούσα ως ηττηθείσα διάδικος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου  για τον παρόντα  βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

 

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό μέρος της και απορρίπτει αυτή κατά το ουσιαστικό μέρος της.

 

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε 500,00 (πεντακόσια ευρώ).

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Πάτρα στις 12 Ιουλίου 2019, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ