ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΔΠρΑθ 13990/2020

 

Κοινωνική ασφάλιση - ΤΣΜΕΔΕ - Ειδική Προσαύξηση – Αστική ευθύνη δημοσίου - Αρχή μη επιστροφής εισφορών -.

 

Κατάργηση της Ειδικής Προσαυξήσεως που προβλεπόταν στο πλαίσιο του ΤΣΜΕΔΕ. Σιωπηρή απόρριψη από το ΤΣΜΕΔΕ του αιτήματος των εναγόντων για καταβολή στον καθέναν από αυτούς των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλαν στον εν λόγω φορέα κοινωνικής ασφάλισης για τον σχηματισμό της Ειδικής Προσαυξήσεως, μετά την κατάργησή της. Εφαρμογή της γενικής αρχής του ασφαλιστικού δικαίου περί μη επιστροφής εισφορών. Εφόσον ο νόμος δεν διέλαβε ρητή πρόβλεψη για επιστροφή των εισφορών που καταβλήθηκαν υπέρ του σχηματισμού του κεφαλαίου της Ειδικής Προσαυξήσεως στους ασφαλισμένους που τις κατέβαλαν, ο εναγόμενος φορέας δεν εδύνατο να κάνει δεκτό το αίτημα των εναγόντων για επιστροφή σε αυτούς των ποσών των πρόσθετων ασφαλιστικών εισφορών του επίδικου χρονικού διαστήματος. Ασφαλιστική σχέση διεπόμενη από κανόνες δημόσιας τάξης (κανόνες κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου). Δέσμια αρμοδιότητα του εναγόμενου φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Νόμιμη η σιωπηρή απόρριψη από αυτόν του επίδικου αιτήματος των εναγόντων

 

 

 

Αριθμός απόφασης: 13990/2020

Αριθμός εισαγωγής: ΑΓ./2017

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΏΝ

ΤΜΗΜΑ 13° ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

 

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 5 Φεβρουαρίου 2020, με δικαστή την Ιωάννα Μπασιούκα, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και με γραμματέα την Παναγιώτα Καλαβρυτινού, δικαστική υπάλληλο,

 

γ ι α να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 25.9.2017,

 

των: 1)... και 50) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του δικηγόρου Σαράντη Θεοδωρόπουλου, στον οποίο χορηγήθηκε, κατόπιν αιτήματος του, προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών για να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά του έγγραφα,

 

κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (νπδδ) «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ), που εκπροσωπείται από τον Διοικητή του, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Φίλιππου Κωστάρα.

 

Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν στο ακροατήριο ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

 

Σκέφθηκε κατά το νόμο

 

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, όπως το αίτημα αυτής νομίμως μετατράπηκε σε αναγνωριστικό με προφορική δήλωση του δικηγόρου των εναγόντων στο ακροατήριο οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Φορέα να τους καταβάλει νομιμοτόκως τα κάτωθι ποσά και, συγκεκριμένα, στον 1ο από αυτούς το ποσό των 6.406-, 10 ευρώ, στο 2ο το ποσό των 5.391,36 ευρώ, στην 3η το ποσό των 6.421,05 ευρώ, στην 4η το ποσό των 4.86149 ευρώ, στον 5ο το ποσό των 8.631,02 ευρώ, στον 6ο το ποσό των 7.495,90 ευρώ, στον 7ο το ποσό των 6.974,31 ευρώ, στον 8ο το ποσό των 6.720,51 ευρώ, στον 9ο το ποσό των 6.720,51 ευρώ, στη 10η το ποσό των 7.569,38 ευρώ, στο 11ο το ποσό των 3.341,04 ευρώ, στη 12η το ποσό των 5.404,49 ευρώ, στη 13η το ποσό των 7.398,26 ευρώ, στον 14ο το ποσό των 6.720,51 ευρώ, στη 15η το ποσό των 3.505,58 ευρώ, στην 16η το ποσό των 712,99 ευρώ, στη 17η το ποσό των 8.306,35 ευρώ, στη 18η το ποσό των 4.082,79 ευρώ, στο 19ο το ποσό των 3.268,43 ευρώ, στον 20ο το ποσό των 6.969,78 ευρώ, στην 21η το ποσό των 7.319,22 ευρώ, στον 22ο το ποσό των 1.595,11 ευρώ, στον 23ο το ποσό των 7.035 ευρώ, στον 24ο το ποσό των 7.444,02 ευρώ, στον 25ο το ποσό των 4.739,05 ευρώ, στην 26η το ποσό των 2.820,45 ευρώ, στην 27η το ποσό των 2.439,68 ευρώ, στην 28η το ποσό των 4.016,88 ευρώ, στον 29ο το ποσό των 7.444,02 ευρώ, στην 30η το ποσό των 5.595,20 ευρώ, στον 31ο το ποσό των 4.484,88 ευρώ, στην 32η το ποσό των 2.519,05 ευρώ, στην 33η το ποσό των 3.224,71 ευρώ, στον 34ο το ποσό των 7.444,02 ευρώ, στον 35ο το ποσό των 7.771,61 ευρώ, στην 36η το ποσό των 2.173,74 ευρώ, στην 37η το ποσό των 4.349,79 ευρώ, στον 38ο το ποσό των 7.444,02 ευρώ, στον 39ο το ποσό των 6.803,76 ευρώ, στον 40ο το ποσό των 8.160,74 ευρώ, στον 41ο το ποσό των 7.899,68 ευρώ, στην 42η το ποσό των 7.444,02 ευρώ, στον 43ο το ποσό των 4.026,88 ευρώ, στην 44η το ποσό των 2.578,09 ευρώ, στην 45η το ποσό των 2.272,20 ευρώ, στην 46η το ποσό των 2.912 ευρώ, στην 47η το ποσό των 2.185,94 ευρώ, στην 48η το ποσό των 7.506,25 ευρώ, στην 49η το ποσό των 7.444,01 ευρώ και στον 50ο το ποσό των 6.702,67 ευρώ. Τα ως άνω ποσά ζητούν, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 - 106 του ΕισΝΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), νια την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που, όπως ισχυρίζονται, υπέστησαν από τη φερόμενη ως παράνομη άρνηση του εναγομένου να επιστρέψει σε αυτούς τις ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλαν στο ΤΣΜΕΔΕ, μετέπειτα ΕΤΑΑ - ΤΣΜΕΔΕ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα επιμέρους χρονικά διαστήματα, για το σχηματισμό της Ειδικής Προσαύξησης του άρθρου 2 του ν. 3518/2006 (Α' 272), μετά την κατάργηση της, από 1.1.2016, με το άρθρο 94 του ν. 4387/2016 (Α' 85).

 

 

2. Επειδή, στο άρθρο 26 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97), ορίζεται ότι: «Τα στοιχεία νομιμοποίησης των νόμιμων αντιπροσώπων και των εκπροσώπων των διαδίκων υποβάλλονται στο δικαστήριο ως την πρώτη συζήτηση. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 28 εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τους νόμιμους αντιπροσώπους και τους εκπροσώπους των διαδίκων» και στο άρθρο 27 παρ. 1 ότι: «Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρόσωποι τους διενεργούν τις διαδικαστικές πράξεις, και παρίστανται κατά τη συζήτηση, με δικαστικούς πληρεξουσίους». Εξάλλου, στο άρθρο 28 του εν λόγω Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, εφόσον είτε επακολουθήσει η νομιμοποίηση δικαστικού πληρεξουσίου είτε εμφανιστεί στο ακροατήριο ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος του και δηλώσει ότι εγκρίνει τη διενέργεια τους. 2...3....4....5. Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου τελικώς δεν νομιμοποιηθεί, οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι αυτοδικαίως άκυρες και το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται. 6....». Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του παραπάνω Κώδικα προβλέπεται ότι: «1. Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών, πλην του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διαδίκων ορίζονται δικηγόροι σύμφωνα με το Δικηγορικό Κώδικα.....2. Η, κατά την προηγούμενη παράγραφο, δικαστική πληρεξουσιότητα παρέχεται: α) με προφορική δήλωση του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του στο ακροατήριο, η οποία και καταχωρείται στα πρακτικά, ή β) με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, οπότε όμως απαιτείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή..... 3. Η δικαστική πληρεξουσιότητα προς τους κατά την πρώτη περίοδο της παρ.1 δικαστικούς πληρεξουσίους θεωρείται ότι έχει παρασχεθεί με μόνη τη συνυπογραφή, από το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον εκπρόσωπο του, κατά περίπτωση, του δικογράφου του ένδικου βοηθήματος ή μέσου. Στην περίπτωση αυτή η συνυπογραφή του δικηγόρου θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των πιο πάνω προσώπων. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με την παρ.6, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα. 4... 5... 6.... 7....» και στο άρθρο 35 αυτού ότι: «Το Δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων».

 

 

3. Επειδή, όσον αφορά τους 5ο (…), 16η (...) και 46η (...) από τους ενάγοντες δεν συνυπογράφουν το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής ούτε εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά την παρούσα δικάσιμο που το Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης προκειμένου με προφορική δήλωση τους να εγκρίνουν την άσκηση της αγωγής, ούτε, εξάλλου, προσκομίσθηκαν γι αυτούς τα αναγκαία έγγραφα παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την αγωγή και ήδη παρασταθέντα κατά την παρούσα δικάσιμο δικηγόρο Σαράντη Θεοδωρόπουλο στον οποίο χορηγήθηκε προθεσμία 15 ημερών για την προσκομιδή νομιμοποιητικών εγγράφων, αλλά για τους ενάγοντες αυτούς παρήλθε άπρακτη. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που αφορά τους προαναφερόμενους ενάγοντες, πρέπει να απορριφθεί, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης νομιμοποίησης του περιστάσεων, πρέπει άπαντες οι ανώι·-; δικαστικά έξοδα του εναγομένου (άρθρο 2  4 ΚΔΔ).

 

 

4. Επειδή, περαιτέρω, η κρινόμενη για τους λοιπούς ενάγοντες, ήτοι, πλην των 5ου, 18ης και 4 ... παραδεκτώς και ως εκ τούτου πρέπει να εξετασθεί ως προς αυτ..τη και ουσιαστική της βασιμότητα.

 

 

5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει, στο …… «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου απ…… αρχική υποχρέωση της Πολιτείας», στο άρθρο 4, ότι: «Οι Έλ……. Ενώπιον του νόμου» (παρ. 1) και ότι: «συνεισφέρουν χωρίς δι….. ια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» (παρ. 5), στο άρθρ….. το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων …..ς ορίζει», στο δε άρθρο 25, ότι: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ….αι ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινω……. Ου τέλούν υπό την εγγύηση του Κράτους. (...) Οι κάθε είδους….. μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα……. Να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (...)» (παρ. 1…. τος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλ……  της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης» (παρ. 4). Εξάλλου, ….. ρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος: «Για την εδραίωση της κοινό γενικού συμφέροντος το Κράτος προγρα…… ζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας…… την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικ…. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Το Σύνταγμα….. αρ. 5, κατοχυρώνει  το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης των ε…… γει τη μέριμνα για την προαγωγή του σε σκοπό του Κράτους…. μενο της εν λόγω ασφάλισης   αποτελεί   η,   έναντι   κατά…….. προστασία του ασφαλισμένου από την επέλευση κινδύνων (γήρατος, ασθένειας; αναπηρίας, κ.λπ. αι οποίοι αναιρούν την ικανότητα του να εργάζεται (ασφαλιστικοί κίνδυνοι) και, συνακόλουθα, τείνουν να υποβαθμίσουν τις συνθήκες διαβίωσης του. Πέραν του ανωτέρω δημοσίου σκοπού, μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, εκδηλώνεται - όπως και μέσω της κοινωνικής πρόνοιας - η κοινωνική  αλληλεγγύη  και  ασκείται  κοινωνική  πολιτική,  ειδικότερα  δε, αναδιανομή εισοδήματος με σκοπό την άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς στην κοινωνική ασφάλιση η ευθεία αναλογία (αμιγής ανταποδοτικότητα) μεταξύ εισφορών και παροχών (βλ. Ολ ΣτΕ 1891/2019, 2287, 2288/2015, 3487/2008 Ολομ.), επιτρέπονται δε η θέσπιση ανωτάτου ορίου παροχών, η απονομή σύνταξης επί εργατικού ατυχήματος ανεξαρτήτως καταβολής εισφορών ή η μη χορήγηση σύνταξης, παρά την καταβολή εισφορών, σε περίπτωση μη θεμελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώματος. Και ναι μεν η χορηγούμενη από τον ασφαλιστικό φορέα παροχή  δεν απαιτείται να  αντιστοιχεί ευθέως σε καταβληθείσες εισφορές του ασφαλισμένου ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματος του, δεν πρέπει, όμως, ο υπολογισμός της παροχής να οδηγεί σε ανατροπή των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας, να απολήγει δηλαδή σε χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, το ύψος της οποίας, ενόψει των καταβληθεισών από τον ασφαλισμένο εισφορών και του συνολικού χρόνου ασφάλισης του, υπολείπεται του ανεκτού κατά το Σύνταγμα κατωτάτου ορίου πέραν του οποίου συντρέχει προφανής παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών αρχών και της αρχής της ανταποδοτικότητας. Εξάλλου, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου των ασφαλιστικών φορέων, δηλαδή για τη βιωσιμότητα τους χάριν και  των επομένων γενεών.  Σε  περιπτώσεις δε εξαιρετικά  δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, όταν προκύπτει δικαιολογημένως ότι το Κράτος δεν μπορεί να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα των λειτουργούντων ασφαλιστικών φορέων με άλλα μέσα, επιβάλλεται συνταγματικώς, στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, η επέμβαση του νομοθέτη προκειμένου να εξακολουθήσει να λειτουργεί το ασφαλιστικό σύστημα χάριν τόσο των ήδη συνταξιούχων όσο και των ασφαλισμένων και μελλοντικών συνταξιούχων. Και στις εξαιρετικές, όμως, αυτές περιπτώσεις, η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές είτε ευθέως είτε με τη θέσπιση νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η εφαρμογή του οποίου να οδηγεί στην απονομή μικρότερων συνταξιοδοτικών παροχών σε σχέση με το προϊσχύον σύστημα, δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρ. 25 παρ. 4 Σ.) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρ. 4 παρ. 5 Σ.), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρ. 25 παρ. 1 Σ.), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος (πρβλ. ΣτΕ 2192-2196/2014 Ολομ.), ο δε νομοθέτης οφείλει να σέβεται το συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος (βλ. Ολ. ΣτΕ 1889, 1890, 1891/2019).

 

 

6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του από 20.3.1952 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Σύμβαση της Ρώμης «Διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», τα οποία - Πρωτόκολλο και Σύμβαση - κυρώθηκαν με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256) και έχουν υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ει μή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με την προαναφερόμενη διάταξη θεσπίζεται γενικός και απόλυτος κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Στην προστασία αυτή εντάσσεται, κατ' αρχήν, και το δικαίωμα παντός ενδιαφερομένου προς λήψη ασφαλιστικών παροχών, εφόσον όμως συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που τάσσονται εκάστοτε από το εσωτερικό δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου κράτους. Εκ τούτου έπεται ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα εμπίπτει μεν στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος, δεν προστατεύεται όμως ως δικαίωμα σε σύνταξη ή άλλη συνταξιοδοτική παροχή ορισμένου ποσού, δεδομένης της αναδιανεμητικής φυσιογνωμίας του συστήματος και της συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος (Ολ. ΣτΕ 3487/2008, 3267/2002 κ.ά).

 

 

7. Επειδή, άλλωστε, κατά γενική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου, οι εισφορές των ασφαλισμένων, οι οποίες καλύπτουν νομίμως χρόνο υποχρεωτικής ασφάλισης και περιλαμβάνονται μεταξύ των πόρων των ασφαλιστικών οργανισμών, με τους οποίους σχηματίζεται το ασφαλιστικό κεφάλαιο, δεν επιστρέφονται σε αυτούς που τις κατέβαλαν, και όταν ακόμη καθίσταται βέβαιο εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι εφικτή η χορήγηση ασφαλιστικών παροχών, η αρχή δε αυτή κάμπτεται μόνο όταν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για επιστροφή των εισφορών, οπότε το επιστρεφόμενο ποσό θεωρείται και αυτό ασφαλιστική παροχή (πρβλ. ΣτΕ 746/2011, 3003/2005 7μ., 2825/2005). Εξάλλου, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα κρίνεται, εκτός εάν υπάρχει αντίθετη διάταξη νόμου, με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του ενδιαφερόμενου για συνταξιοδότηση (βλ. ΣτΕ 2025/2009, 718/2006 7μ, 1297/2004 7μ, 3107, 58/1999).

 

 

8. Επειδή, με τον α.ν. 2326/1940 (Α' Ί4δ), ιδρύθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (ΤΣΜΕΔΕ), με σκοπό την "(...) παροχή συντάξεως η εφ' άπαξ βοηθήματος εις τους μετόχους, οι οποίο; παύουσι να εξασκώσι το επάγγελμα, ως και τάς οικογενείας αυτών...) (άρθρο 2Υ. Άλλωστε, με το άρθρο 33 του ν. 915/1979 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί, Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων νομοθεσίας» (Α' 103) ορίστηκε ότι: «1. Συνιστάται παρά τω Ταμείω Ειδικός Λογαριασμός Προσθέτων Παροχών, έχων ιδίαν οικονομικήν και λογιστικήν αυτοτέλειαν. 2. Σκοπός του ως άνω συνιστώμενου Ειδικού Λογαριασμού είναι η παροχή: α) Προσθέτου συντάξεως εις τους λόγω γήρατος ή αναπηρίας συνταξιοδοτούμενους ή εν περιπτώσει θανάτου εν ενεργεία ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εις τα μέλη της οικογενείας αυτού, κατά τα ορισθησόμενα υπό της κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 34 του παρόντος προβλεπομένης Υπουργικής Αποφάσεως,  β)  Εφ' άπαξ βοηθήματος (...) 3. α) {όπως η περ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1211/1981- Α' 278) Εις τον κατά το παρόν άρθρον Ειδικόν Λογαριασμόν υπάγονται υποχρεωτικώς πάντες οι ησφαλισμένοι του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. οι μη υπαγόμενοι εις έτερον φορέα κυρίας ασφαλίσεως δια συνταξιοδότησιν, ή μη δικαιούμενοι συντάξεως εκ του Δημοσίου. (...) β. (...) γ. Εις περίπτωσιν μεταγενέστερος υπαγωγής των μετόχων εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως ή του Δημοσίου, οι κατά την παρούσαν παράγραφον υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν του Ειδικού Λογαριασμού Προσθέτων Παροχών, εξαιρούνται της παρ’ αυτώ ασφαλίσεως. Οι εξ αυτών έχοντες υπερδεκαετή συμμετοχήν εις τον Ειδικόν Λογαριασμόν Προσθέτων Παροχών, λαμβάνουν το αναλογούν μέρος του μηνιαίου βοηθήματος, άμα τη συνταξιοδοτήσει των εκ του Ταμείου. (...)». Εξάλλου, στο άρθρο 34 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι: «1. Πόροι του κατά το προηγούμενον άρθρον συνιστώμενου Ειδικού Λογαριασμού Προσθέτων Παροχών, είναι: α. Μηνιαία εισφορά των υπαγομένων εις την ασφάλισιν αυτού (...}¦ β. Ποσοστόν πεντήκοντα επί τοις εκατό (50%) των κατά τα εδάφια ε, ιγ και ιη της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Α.Ν. 2326/1940 εσόδων του Ταμείου, γ. Εργοδοτική εισφορά (...) 3. ΔΓ αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων μετά γνώμην του Δ.Σ. του. Ταμείου, θέλουν ορισθή τα της κατανομής των εσόδων μεταξύ των επί μέρους λογαριασμών δια πρόσθετον μηνιαίον βοήθημα, εφ άπαξ παροχήν, έξοδα διοικήσεως και ασφαλιστικόν αποθεματικόν κεφάλαιον εκ ποσοστον 10% τουλάχιστον των ετησίων εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού Προσθέτων Παροχών, τα του χρόνου ενάρξεως χορηγήσεως εκάστης των κατά το προηγούμενον άρθρον παροχών, αι προϋποθέσεις τας οποίας δέον να πληρούν τα ασφαλιζόμενα εις τον Ειδικόν Λογαριασμόν Προσθέτων Παροχών, πρόσωπα, και αι τοιαύται της απονομής παροχών, ο κύκλος των προστατευομένων προσώπων υπό των εν ενεργεία ή συντάξει ησφαλισμένων και το δικαιούμενον υπ' αυτών ποσοστόν των παροχών, το ύψος των προβλεπομένων εισφορών και παροχών, ο τρόπος αναγνωρίσεως και εξαγοράς προϋπηρεσίας υπό ησφαλισμένων και της καταβολής των εκ της αιτίας ταύτης οφειλών και προσθέτων επιβαρύνσεων, οι λόγοι αναστολής, διακοπής ή απώλειας των παροχών, ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εκπλήρωσιν των σκοπών του Ειδικού Λογαριασμού. (...)». Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η 43/3/715/8.4.1981 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών «Περί εγκρίσεως του Κανονισμού Παροχών του συσταθέντος στο Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων Ειδικού Λογαριασμού Προσθέτων Παροχών» (Β' 223), στο άρθρο 2 της οποίας προβλέπεται ότι; «Για τη χορήγηση προσθέτων παροχών από τον Ε.Λ.Π.Π. απαιτείται: 1. Προσθέτου συντάξεως: α) Η χορήγηση συντάξεως γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου από τον Κλάδο Συντάξεων του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. β) Η μη συνταξιοδότηση από άλλον ασφαλιστικό φορέα κυρίας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 3 εδ. α' του ν. 915/79, εκτός εάν η υπαγωγή στην ασφάλιση άλλου φορέα κυρίας ασφαλίσεως ή του Δημοσίου έγινε μετά την συμπλήρωση δέκα ετών ασφαλίσεως στον ΕΛΠΠ σύμφωνα με το εδ. ν' της παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 915/1879. 2. (...) 3. Στους υπαγόμενους στην ασφάλιση του Ε.Λ.Π.Π. και στους δικαιούχους παροχών έχουν ανάλογη εφαρμογή: α) (...) γ) Οι διατάξεις τον Κλάδου Συντάξεων του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. οι σχετικές με τις προϋποθέσεις απονομής, αναστολής και διακοπής ή απώλειας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος πλην αν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα απόφαση».

 

 

9. Επειδή, ακολούθως, ο ν. 3518/2006 ( Α' 272/21.12.2006 και Α' 2/02.01.2007 για διόρθωση σφαλμάτων) με τίτλο «Αναδιάρθρωση των κλάδων του Ταμείου  Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) και ρύθμιση άλλων θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας» προέβλεψε, στο άρθρο 2, ότι: "Κατάργηση  του  Ειδικού Λογαριασμού  Προσθέτων  Παροχών -  Ειδική Προσαύξηση. Ο Ειδικός Λογαριασμός Προσθέτων Παροχών (Ε.Λ.Π.Π.) που συστήθηκε με το άρθρο 33 του ν. 915/1979 καταργείται από την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του παρόντος μήνα. Η πρόσθετη σύνταξη του Λογαριασμού αντικαθίσταται από την Ειδική Προσαύξηση, βαρύνει τον κλάδο κύριας σύνταξης Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και καταβάλλεται από αυτόν, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα. Η καταβολή των παροχών εφάπαξ του καταργούμενου κλάδου βαρύνει το συνιστώμενο Κλάδο Εφάπαξ Παροχών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα. Το αποθεματικό του Ε.Λ.Π.Π. μεταφέρεται και επιμερίζεται στον ισχύοντα κλάδο κύριας σύνταξης Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και στους Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών, που συνιστώνται με το νόμο αυτόν. Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και αναλογιστική μελέτη, καθορίζεται το ποσοστό επιμερισμού του μεταφερόμενου αποθεματικού του προηγούμενου εδαφίου. Με την ίδια διαδικασία επιμερίζονται οι οφειλόμενες εισφορές προς τον Ε.Λ.Π.Π. καί εισπράττονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του Ταμείου", στο άρθρο 3, ότι; "Πρόσωπα που υπάγονται στην Ειδική Προσαύξηση. Στην Ειδική Προσαύξηση υπάγονται: 1. Υποχρεωτικά τα κάτωθι πρόσωπα: α) Οι μέχρι 31.12/1992 ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.. β) Οι από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., εφόσον έχουν συμπληρώσει δεκαετή ασφάλιση στον κλάδο κύριας σύνταξης και το 35ο έτος της ηλικίας τους. γ) Οι τακτικοί υπάλληλοι του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., καθώς και οι υπάλληλοι του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.). 2. Προαιρετικά ύστερα από αίτηση τους: α) Οι μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ασφαλίζονται ή θα ασφαλισθούν μεταγενέστερα σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή στο Δημόσιο, β) Οι από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει δεκαετή ασφάλιση στον Κλάδο Κύριας Σύνταξης ή το 35ο έτος της ηλικίας τους", στο άρθρο 4, ότι: "Πόροι του Κλάδου κύριας σύνταξης είναι: 1. Οι εισφορές του κλάδου κύριας σύνταξης, οι οποίες ορίζονται ως εξής: (...) 2. Οι εισφορές της Ειδικής Προσαύξησης, οι οποίες ορίζονται ως εξής: Για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 και από 1.1.1993 και εφεξής το ποσοστό εισφοράς των ελευθέρων επαγγελματιών και των μισθωτών καθορίζεται για μία πενταετία, από την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του παρόντος μήνα στο 12% του ποσού της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας του ν. 2084/1992 και του π.δ. 124/1993, όπως κάθε φορά διαμορφώνεται. Μετά τη λήξη της πενταετίας, με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αναλογιστική μελέτη αναπροσαρμόζεται το πιο πάνω ποσοστό σταδιακά έως 20%. Για τους από 1.1.1993 ασφαλισμένους, υπαγόμενους για πρώτη φορά στην ασφάλιση, οι καταβαλλόμενες εισφορές στην Ειδική Προσαύξηση για την πρώτη πενταετία ορίζονται στο 70% των πιο πάνω αναφερομένων. 3. Το μεταφερόμενο αποθεματικό του Ε.Λ.Π.Π. κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος. 4. Το σύνολο των μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος λοιπών προβλεπόμενων πόρων του κλάδου κύριας σύνταξης  Τ.Σ.Μ.£.Δ.Ε. και του Ειδικού Λογαριασμού Πρόσθετων Παροχών (Ε.Λ.Π.Π.), εκτός του εδαφίου γ" της παραγράφου 1 του άρθρου 34 του ν. 815/1979", στο άρθρο 5 ότι: "Προϋποθέσεις χορήγησης της Ειδικής Προσαύξησης. Το δικαίωμα για χορήγηση της Ειδικής Προσαύξησης ασκείται εφόσον ο δικαιούχος: α) Έχει καταστεί συνταξιούχος του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, β) Έχει καταβάλει την εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 4 του παρόντος νόμου για το χρόνο ασφάλισης στην Ειδική Προσαύξηση", στο άρθρο 6, ότι: -"Χρόνος ασφάλισης για την Ειδική Προσαύξηση. Ως-Χρόνος ασφάλισης στην Ειδική Προσαύξηση λογίζεται: α) Ο χρόνος ασφάλισης από την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του παρόντος μήνα και εφεξής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, β) Ο χρόνος που έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Ε.Λ.Π.Π. Ο χρόνος αυτός μπορεί, ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου, να θεωρηθεί ως χρόνος ασφάλισης στον Τομέα  Επικουρικής Ασφάλισης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ε.ΤΑΑ. και στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη για την Ειδική Προσαύξηση (μετά την αντικατάσταση της περ. β' του άρθρου 6 με την παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 3996/2011, Α' 170)", στο άρθρο 8, ότι: Ί. (...) 2.α) Το ποσό της ειδικής προσαύξησης προσδιορίζεται από τη σχέση: Σ = 1,33 Χ Β Χ 40-Δ/40 όπου Σ είναι το ύψος της ειδικής προσαύξησης, Β το ύψος του ποσού  της  κύριας σύνταξης ασφαλισμένου  μέχρι 31.12.1992  (παλαιού ασφαλισμένου) για ίσο χρόνο ασφάλισης με το διανυθέντα στην ειδική προσαύξηση και Δ ο διανυθείς χρόνος ασφάλισης σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, μετά την υπαγωγή στην κύρια ασφάλιση του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. Χρόνος απονομής της ειδικής προσαύξησης είναι ο χρόνος απονομής της κύριας σύνταξης. Ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. που μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος και πριν την έναρξη της ασφάλισης τους σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο έχουν 6·ώ/ύσει υπερδεκαετή χρόνο ασφάλισης στον καταργούμενο Ε.Λ.Π.Π., για το χρόνο αυτόν. - και μόνον, αποκτούν δικαίωμα αυτοτελούς υπολογισμού του τμήματος αυτού στην Ειδική Προσαύξηση- χωρίς τον υπολογισμό του μετέπειτα διανυθέντος χρόνου ασφάλισης σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο. Ασφαλισμένοι του καταργηθέντος Ειδικού Λογαριασμού Προσθέτων Παροχών (Ε.Λ.Π.Π.), οι οποίοι δεν λαμβάνουν παροχή από το Λογαριασμό αυτόν, λόγω συνταξιοδότησης τους και από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης της ημεδαπής ή το Δημόσιο, πλην Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. {σήμερα Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων), οι οποίοι έχουν ήδη καταβάλει εισφορές στον καταργηθέντα Ε.Λ.Π.Π. και δεν έχουν μεταφέρει το χρόνο αυτό σε άλλον ασφαλιστικό φορέα, αποκτούν δικαίωμα λήψης παροχών από τον καταργηθέντα Ε.Λ.Π.Π. (σήμερα Ειδική Προσαύξηση), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο με το συνυπολογισμό μόνο του χρόνου παράλληλης ασφάλισης στον καταργηθέντα Ε.Λ.Π.Π. και σε άλλον φορέα κύριας ασφάλισης της ημεδαπής ή το Δημόσιο που έχει αναγνωριστεί στον πρώην Ε.Λ.Π.Π. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και για όσους έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί από τον Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων. Η καταβολή στα ανωτέρω πρόσωπα της Ειδικής Προσαύξησης αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μετά την υποβολή αίτησης μήνα για αιτήσεις που υποβάλλονται από τη δημοσίευση του παρόντος, (όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 3996/2011, Α' 170). β) Από την 1.1.2006 οι καταβαλλόμενες από τον Ε.Λ.Π.Π. παροχές επανυπολογίζονται σύμφωνα με τον τρόπο υπολογισμού της Ειδικής Προσαύξησης. Εφόσον τα ήδη χορηγούμενα ποσά είναι μεγαλύτερα, αυτά εξακολουθούν να καταβάλλονται. Οι διατάξεις περί κατωτάτων ορίων της κύριας σύνταξης δεν εφαρμόζονται επί της Ειδικής Προσαύξησης.", στο άρθρο 9, ότι: "Οικονομική επιβάρυνση. 1. Από την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του παρόντος μήνα, τα ποσά των συντάξεων του Ε.Λ.Π.Π., που ήδη καταβάλλοντα!, βαρύνουν τον κλάδο κύριας σύνταξης Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. 2. Κάθε δαπάνη, που προκύπτει από μεταφορά στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του χρόνου, που έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Ε.Λ.Π.Π. μέχρι την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του παρόντος μήνα, βαρύνει τον κλάδο κύριας σύνταξης Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε." Περαιτέρω, στο Κεφάλαιο Β του ανωτέρω νόμου, με τίτλο "ΚΛΑΔΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" ορίστηκαν τα εξής: "Άρθρο 11. Σκοπός του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης είναι η παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στα κατά τα επόμενα" άρθρα αναφερόμενα πρόσωπα, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους."

 

 

10. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι δια του άρθρου 33 του ν. 915/1979 συστάθηκε Ειδικός Λογαριασμός Πρόσθετων Παροχών (ΕΛΠΠ) με σκοπό τη συμπλήρωση της μοναδικής ασφάλισης που απολάμβαναν οι μέτοχοι του- τότε - ΤΣΜΕΔΕ (βλ. ΣτΕ 3001/2019, 4888/1988 7μ.). Ακολούθως, από την έναρξη ισχύος του ν. 3518/2006 (1.1.2007), συστάθηκε η Ειδική Προσαύξηση και καταργήθηκε ο Ειδικός Λογαριασμός Προσθέτων Παροχών (ΕΛΠΠ) του ν. 915/1979 και, επιπροσθέτως, συστάθηκε αυτοτελής Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης για τους ασφαλισμένους στο πρώην ΤΣΜΕΔΕ Η Ειδική Προσαύξηση απετέλεσε μία ιδιαίτερη επιπλέον συνταξιοδοτική παροχή, στην οποία υπάγονταν υποχρεωτικά όσοι είχαν ασφαλισθεί μέχρι 31.12.1992 στο ΤΣΜΕΔΕ, καθώς και οι από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένοι του ΤΣΜΕΔΕ, εφόσον έχουν συμπληρώσει δεκαετή ασφάλιση στον κλάδο κύριας σύνταξης και το 35ο έτος της ηλικίας τους. Περαιτέρω, από τη συστηματική ερμηνεία του ν. 3518/2006, συνάγεται ότι η Ειδική Προσαύξηση δεν αποτελούσε φορέα επικουρικής ασφάλισης, όπως ο καταργηθείς Ειδικός Λογαριασμός (βλ. ΣτΕ 2696/2009, 218/2007, 1855/1994), αλλά, ουσιαστικά, μία ειδική πρόσθετη συνταξιοδοτική παροχή, καταβαλλόμενη από τον Κλάδο κύριας σύνταξης του ΤΣΜΕΔΕ του οποίου (κλάδου) οι πόροι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3518/2006, προέρχονται, πέραν από τις εισφορές του κλάδου κύριας σύνταξης και της ειδικής προσαύξησης, από μέρος του μεταφερόμενου αποθεματικού του ΕΛΠΠ, καθώς και αττό τάν κοινωνικό πόρο του άρθρου 34 παρ. 1 περ. β' του ν. 915/1979 (άρθρο 7 παρ. 1 περ.ιγ' του α.ν. 2326/1940) (βλ. ΣτΕ 452/2002).

 

 

11. Επειδή, όπως, επιπλέον, προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, η υπαγωγή των ασφαλισμένων του ΤΣΜΕΔΕ στο καθεστώς της Ειδικής Προσαύξησης του ν. 3518/2006, αποτελούσε επέκταση της ήδη υφιστάμενης υποχρεωτικής ασφαλιστικής τους σχέσης. Και ενώ ο νομοθέτης προνόησε ρητά για τις προϋποθέσεις της, κατόπιν αιτήσεως τους, προαιρετικής υπαγωγής στο καθεστώς αυτό των ασφαλισμένων του ΤΣΜΕΔΕ που δεν συμπλήρωναν τις προβλεπόμενες από το νόμο χρονικές προϋποθέσεις, εντούτοις δεν περιέλαβε και ρητή πρόβλεψη περί δυνατότητας αποχώρησης από το συγκεκριμένο ασφαλιστικό καθεστώς όσων ασφαλισμένων είχαν ενταχθεί προαιρετικώς σε αυτό, ούτε, αντιστοίχως, περί υποχρέωσης του Ταμείου προς απόδοση στους αποχωρούντες των, εκ μέρους αυτών, καταβληθεισών επιπλέον εισφορών. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και στο χώρο του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης, πλην αντίθετης νομοθετικής πρόβλεψης, η ιδιωτική βούληση δεν δύναται να καταργήσει ή να ρυθμίσει διαφορετικά την - έστω και προαιρετικά - καθιδρυθείσα ασφαλιστική έννομη σχέση, η οποία, κατά τη λειτουργία και την εξέλιξη της, διέπεται, κατά τα γνωστά, αποκλειστικά από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι οι κανόνες περί κοινωνικής ασφάλισης. Επομένως, το αίτημα του ασφαλισμένου για, μη ρητώς προβλεπόμενη από το νόμο, κατάργηση, διακοπή ή μεταβολή της ασφαλιστικής του σχέσης, έστω και προαιρετικώς καθιδρυθείσης, όπως και η τυχόν παραίτηση του από την αξίωση περί απονομής ασφαΑιοπκών παροχών, στερούνται ισχύος και, ως εκ τούτου, δεν υποχρεώνουν τον ασφαλιστικό του φορέα, αλλά ούτε του παρέχουν την ευχέρεια προς αποδοχή αυτών (πρβλ. ΣτΕ 4760/2012 σκ. 4, Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 198/2017). Η ως άνω ερμηνευτική θέση ενισχύεται και από την ανάγκη σταθερότητας της ασφαλιστικής σχέσης, που αποτελεί αξίωση της έννομης τάξης (πρβλ ΣτΕ 2696/2009 σκ. 6, 218/2007 σκ. 4, 1059/1995 σκ. 3), καθώς και από την πάγια νομολογιακή παραδοχή ότι, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση (όπως εν προκειμένω, για την οικειοθελή αποχώρηση των προαιρετικά υπαχθέντων στην Ειδική Προσαύξηση ασφαλισμένων του ΤΣΜΕΔΕ και την επιστροφή των ήδη καταβληθεισών προσαυξημένων ασφαλιστικών εισφορών), οι κανόνες που διέπουν την υποχρεωτική ασφάλιση έχουν εφαρμογή και στους προαιρετικά ασφαλισμένους (πρβλ. ΣτΕ 2646/2014 σκ. 9, 3382/2003 σκ. 4, 2184/2002, 1703/1988, κ.ά., βλ. και άρθρο 2 παρ. 3γ' του Κανονισμού Παροχών ΕΛΠΠ του ΤΣΜΕΔΕ). Περαιτέρω, η εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών υποχρεώσεων εκ μέρους των κατά νόμον υπόχρεων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την ύπαρξη λειτουργικού ασφαλιστικού συστήματος, η οποία αποτελεί βασική επιδίωξη της έννομης τάξης (όπως αυτή απορρέει από το άρθρ. 22 παρ. 5 Συντάγματος) (βλ. ΣτΕ 1483/2016 σκ. 8), με απώτερο σκοπό την υπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, ενώ η είσπραξη των σχετικών οφειλών των ασφαλισμένων από τα ασφαλιστικά Ταμεία διενεργείται στο πλαίσιο δέσμιας και όχι διακριτικής ευχέρειας των αρμοδίων προς τούτο διοικητικών οργάνων (πρβλ. ΔΕφΑΘ 2699/2013 κ.ά.). Κατά συνέπεια, η ένταξη των ασφαλισμένων του ΤΣΜΕΔΕ στο καθεστώς της Ειδικής Προσαύξησης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 2 β' του ν. ν. 3518/2006, παρά τον προαιρετικό της χαρακτήρα, κατέστησε υποχρεωτική τόσο την καταβολή των προσαυξημένων εισφορών από τους υπόχρεους, όσο και την είσπραξη αυτών από τον οικείο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Επομένως, για την ταυτότητα των αναφερθέντων νομικών λόγων, δύναται να  τύχει εφαρμογής και επί ασφάλισης, σύμφωνα με την οποία οι εισφορές των ασφαλισμένων που καλύπτουν, νόμιμα, χρόνο ασφάλισης δεν επιστρέφονται σε αυτούς, αφού αποτελούν πόρους των ασφαλιστικών οργανισμών με τους οποίους σχηματίζεται το ασφαλιστικό κεφάλαιο, κατά τα ήδη εκτεθέντα στην έκτη σκέψη της παρούσας.

 

 

12. Επειδή, στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 3655/2008 (Α' 58), ο κλάδος κύριας σύνταξης του ΤΣΜΕΔΕ εντάχθηκε ως Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων στον κλάδο κύριας ασφάλισης του νπδδ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ)". Ακολούθως, με το άρθρο 51 του ν. 4387/2016 (Α' 85/12.5.2016), με τίτλο "Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος-  Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο επιδιώχθηκε, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική αιτιολογική έκθεση, «η πλήρης αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, στο πλαίσιο ενός ενιαίου συστήματος κοινωνικής ασφάλειας», συστάθηκε το νπδδ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)», σύμφωνα δε με το άρθρο 53 του ίδιου νόμου: «Ο Ε.Φ.Κ.Α. αποτελείται από ένα (1) κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, στον οποίο εντάσσονται, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 51 του παρόντος, οι παρακάτω φορείς, με τους κλάδους, τομείς και λογαριασμούς τους, πλην των αναφερόμενων στο Κεφάλαιο Στ', ως εξής: Α. (...) Γ. Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.ΤΑΑ.). α. Κλάδος Κύριας Ασφάλισης, αα. Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), και η Ειδική Προσαύξηση, ββ. (...)», ενώ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70 του ως άνω νόμου «1. Το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού που προέρχεται από τους εντασσόμενους στον Ε.Φ.ΚΑ φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, οι πόροι που προβλέπονται υπέρ αυτών από τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία τους. περιέρχονται αυτοδίκαια στον Ε.Φ.ΚΑ ως καθολικό διάδοχο τους. Ο Ε.Φ.ΚΑ υπεισέρχεται στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών. (...)». Περαιτέρω, με το άρθρο 94 του ίδιου νόμου, ορίστηκαν τα ακόλουθα: Ί. (..,.) 4. Η Ειδική Προσαύξηση του Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) που προβλέφθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3518/2006, καταργείται από 1.1.2016. Ο χρόνος ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί στον καταργηθέντα Ειδικό Λογαριασμό Προσθέτων Παροχών (ΕΛΠΠ) θεωρείται ως προς τις έννομες συνέπειες ως χρόνος που έχει διανυθεί στην ασφάλιση της Ειδικής Προσαύξησης. Οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπάγονταν στην ασφάλιση του ΤΣΜΕΔΕ και κατέβαλλαν εισφορές υπέρ της Ειδικής Προσαύξησης, αποκτούν δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης τους, το ύψος της οποίας θα προσδιοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από εισήγηση της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, βάσει σχετικής οικονομικής αναλογιστικής μελέτης,  για τα έτη ασφάλισης που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ειδική Προσαύξηση από 1.1.2007 και μετά ή για χρόνο ασφάλισης που έχει μεταφερθεί σε αυτήν από τον καταργηθέντα Ειδικό Λογαριασμό Προσθέτων Παροχών (ΕΛΠΠ). Στη μελέτη για τον προσδιορισμό του ποσοστού προσαύξησης λαμβάνονται υπόψη το ύψος των εισφορών υπέρ της Ειδικής Προσαύξησης, ο αντίστοιχος χρόνος καταβολής τους, καθώς και τα έτη καταβολής της παροχής λόγω Ειδικής Προσαύξησης. 5. (...) 6. Κάθε διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του άρθρου αυτού καταργείται". Ακολούθως, τα εδάφια 3 και 4 της παραγράφου 4 του ως άνω νόμου αντικαταστάθηκαν, με την παράγραφο 10 του άρθρου 234 του ν. 4389/2016 (Α' 94, έναρξη ισχύος 27 5.2016), με τίτλο "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις", ως εξής: «Για τους ασφαλισμένους, οι οποίοι έως την έναρξη. ισχύος του παρόντος νόμου υπάγονταν "στην ασφάλιση του ΤΣΜΕΔΕ και κατέβαλλαν εισφορές υπέρ της Ειδικής Προσαύξησης, η επιπλέον παροχή θα υπολογίζεται, για κάθε έτος καταβολής επιπλέον εισφοράς, με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς. Ο συντάξιμος μισθός σε αυτήν την περίπτωση θα προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς. Οι διατάξεις των άρθρων 8,14, 28 και 33 εφαρμόζονται αναλόγως».

 

 

13. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (πδ 456/1984, Α' 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 106 αυτού ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων 104 και 105 εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νπδδ προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων τους, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται μεταξύ άλλων η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση αυτού, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα, ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψη της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (πρβλ. ΣτΕ 898/2014, 3901/2013, 730/2010). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του ως πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (πρβλ: ΣτΕ 73472018,-474172014 Ολομ., 3901, "450/2013 7μ 2773/2010 7μ., 1038/2006 7μ.), με συνέπεια τη δημιουργία αποζημιωτικής ευθύνης σε βάρος του ν.π.δ.δ., όργανο του οποίου εξέδωσε την πράξη αυτή (βλ. ΣτΕ 479 -481/2018 Ολομ., 4741/2014). Εξάλλου, η μη ρύθμιση συγκεκριμένου ζητήματος με την έκδοση κανονιστικής πράξης στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας μόνο, κατ' εξαίρεση, όταν η δοθείσα νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση για την έκδοση κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, ή όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως εκ του Συντάγματος. Συνεπώς, μόνο στις περιπτώσεις αυτές η άσκηση της αρμοδιότητας προς κανονιστική ρύθμιση καθίσταται δεσμία και η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική αυτή αρμοδιότητα είναι αντίθετη προς τον νόμο (βλ. ΣτΕ 4917/2012, 1849/2009 Ολομ.). Άλλωστε, για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (βλ. ΣτΕ 479/2018 Όλομ. 4741/2014).

 

 

14. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες (για τους οποίους η αγωγή ασκείται παραδεκτά) είναι "νέοι" (ήτοι μετά την 1.1.1993) ασφαλισμένοι του τέως ΤΣΜΕΔΕ, εν συνεχεία δε του Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του ΕΤΑΑ και ήδη του ΕΦΚΑ, στον οποίο εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, ο τελευταίος ασφαλιστικός φορέας. Άπαντες, πλην της 33ης, υπήχθησαν υποχρεωτικά (μεταξύ 1.1.2007 και 11.9.2015) στο καθεστώς της Ειδικής Προσαύξησης, η οποία συστάθηκε με το ν. 3518/2006 [κατ' αντικατάσταση του Ειδικού Λογαριασμού Προσθέτων Παροχών (Ε.Λ.Π.Π.) του ν. 915/1979] και στην οποία υπάγονταν υποχρεωτικά, μεταξύ άλλων, οι από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένοι του ΤΣΜΕΔΕ, εφόσον είχαν συμπληρώσει δεκαετή ασφάλιση στον κλάδο κύριας σύνταξης και το 35ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 3 παρ. 1β' του ν. 3518/2006). Άλλωστε, οι 3η, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 14ος, 15η 17η, 21η, 23ος, 35ος, 39ος και 41ος εκ των εναγόντων, πριν την υποχρεωτική υπαγωγή τους στην Ειδική Προσαύξηση, είχαν ήδη υπαχθεί προαιρετικά σε αυτή (οι 3η, 6ος, 17η, 21η, 35ος, 39ος 41ος από 1.1.2007, οι 8ος, 9ος και 14ος από 1.10.2007, η 15η από 1.1.2007 έως 30.6.2008 και από 8.6.2009 έως 4.10.2009, ο 17ος από 17.10.2007 και ο 23ος από 8.11.2007), σύμφωνα με τη σχετική δυνατότητα που έδινε η παρ. 2β' του άρθρου 3 του ν. 3518/2006 στους "νέους" ασφαλισμένους του ΤΣΜΕΔΕ που δεν είχαν συμπληρώσει τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, ενώ, η 33η υπήχθη μόνο στην προαιρετική ασφάλιση   στην Ειδική Προσαύξηση από 21.11.2007 έως 31.12.2012 και από 1.1.2015 έως 31.5.2015. Οι ενάγοντες διεγράφησαν από την Ειδική Προσαύξηση από 1.1.2016, οπότε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 4 του ν. 4387/2016, αυτή καταργήθηκε. Έχοντας δε καταβάλει εισφορές υπέρ. αυτής/απέκτησαν δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης τους, ο προσδιορισμός του Τρόπου υπολογισμού της οποίας (προσαύξησης) αρχικά προβλέφθηκε να γίνει με την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στη συνέχεια δε, με την παράγραφο 10 του άρθρου 234 του ν. 4389/2016, ορίσθηκε ότι η επιπλέον παροχή θα υπολογίζεται, για κάθε έτος καταβολής επιπλέον εισφοράς, με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς. Κατόπιν τούτων, την 14.9.2017, οι ενάγοντες επέδωσαν στον ήδη εναγόμενο ΕΦΚΑ την από "11.9.2017- Εξώδικη  Δήλωση - Διαμαρτυρία - "Πρόσκληση" (σχ. η .ΣΤ/14.9.2017 Έκθεση Επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …). Με αυτή αιτήθηκαν την επιστροφή σε έκαστο εξ αυτών των ασφαλιστικών εισφορών που αυτός κατέβαλε στο ΤΣΜΕΔΕ, μετέπειτα ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ, γιο το σχηματισμό της Ειδικής Προσαύξησης μέχρι την κατάργηση της την 1.1.2016 (όπως τα ποσά αυτά ειδικότερα προσδιορίσθηκαν για έκαστο εξ αυτών, μεταξύ 712,99 ευρώ και 8.160,74 ευρώ), υποστηρίζοντας ότι είχαν θεμελιώσει ενοχικής φύσης περιουσιακό δικαίωμα προσδοκίας σε ειδική παροχή που θα μπορούσε να φθάσει σε ποσοστό 133% της κύριας σύνταξης τους, ενόψει, όμως, του προβλεπόμενου από το άρθρο 234 παρ. 10 του ν. 4389/2016 τρόπου υπολογισμού της επιπλέον παροχής, η αιτία για την οποία οι εισφορές αυτές καταβάλλονταν επί σειρά ετών εξέλειπε.

 

 

14. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή παραδεκτώς αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν στις 10.2.2020 υπόμνημα, οι ενάγοντες ζητούν, μετά τη νομότυπη τροπή του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Φορέα να καταβάλει, νομιμοτόκως από την 31η Δεκεμβρίου ενός εκάστου έτους, οπότε, κατά τους ισχυρισμούς τους, κατέστη κάθε αιτούμενο κονδύλι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, τα αναφερόμενα για καθέναν στην 1η σκέψη ποσά. Οι ενάγοντες αιτούνται τα-ποσά αυτά, ως αποζημίωση,' σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 - 106 του ΕισΝΑΚ, για ;την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που, όπως ισχυρίζονται, υπέστησαν από τη φερόμενη ως παράνομη άρνηση του εναγομένου Φορέα να επιστρέφει σε αυτούς τις, ισόποσες με τα αιτούμενα ποσά, ασφαλιστικές εισφορές. που κατέβαλαν στο ΤΣΜΕΔΕ, μετέπειτα ΕΤΑΑ - ΤΣΜΕΔΕ, κατά τα ειδικότερα για τον καθένα αναφερόμενα στο δικόγραφο χρονικά διαστήματα, για το σχηματισμό της Ειδικής Προσαύξησης του άρθρου 2 του ν. 3518/2006, μετά την κατάργηση της, από 1.1.2016, με το άρθρο 94 του ν. 4387/2016. Επικουρικώς δε ζητούν τα ποσά αυτά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.). Ειδικότερα, κατά τα προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή, η άρνηση του ΕΦ ΚΑ να επιστρέψει στους ενάγοντες τα, αιτηθέντα με την από 11.9.2017 εξώδικη όχληση τους, ποσά ασφαλιστικών εισφορών υπέρ της Ειδικής Προσαύξησης είναι μη νόμιμη, διότι οι διατάξεις του άρθρου 94 του ν. 4387/2016 αντίκεινται στο άρθρο 25 του Συντάγματος περί αρχής της αναλογικότητας, στο άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας της περιουσίας, καθώς και στο αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος που διεξήχθη στις 5.7.2015 και είναι, για το λόγο αυτό, ανίσχυρες. Όπως υποστηρίζουν, ενώ υπό το καθεστώς του ν. 3518/2006, καταβάλλοντος πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές επί σειρά ετών, είχαν θεμελιώσει ενοχικής φύσης περιουσιακό δικαίωμα προσδοκίας σε ειδική παροχή που θα μπορούσε να φθάσει σε ποσοστό 133% της κύριας σύνταξης τους και, περαιτέρω, υφίστατο δυνατότητα επιστροφής εισφορών σε όσους δεν συμπλήρωναν τη δεκαετία, που αποτελούσε τον ελάχιστο χρόνο για την καταβολή της Ειδικής Παροχής, πλέον, δηλαδή μετά την κατάργηση της Ειδικής Προσαύξησης, με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 94 παρ. 4 του ν. 4387/2016, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 234 παρ. 10 του ν. 4389/2018, οι "νέοι" ασφαλισμένοι, έχοντας /διανύσει μέγιστο χρόνο ασφάλισης στην Ειδική Προσαύξηση εννέα έτη, θα λάβουν, ως προσαύξηση της σύνταξης τους, ποσό κάτω των 4,00 ευρώ κατ' έτος ασφάλισης, το οποία, μάλιστα, θα τους καταβληθεί σε απώτατο χρόνο, ήτοι με τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα επιστροφής των ασφαλιστικών εισφορών που αυτοί κατέβαλαν. Κατά τους ισχυρισμούς δε των εναγόντων, με τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις, που περιόρισαν σε δυσανάλογο βαθμό το καταβλητέο σε αυτούς ποσό Ειδικής Προσαύξησης της σύνταξης τους, προσεβλήθη το προπεριγραφόμενο ενοχικό δικαίωμα προσδοκίας τους, το οποίο, εντάσσεται στην-έννοια της περιουσίας, και ματαιώθηκε η ικανοποίηση της γεγενημένης κατά το εθνικό δίκαιο απαίτησης τους σε πρόσθετη συνταξιοδοτική παροχή ορισμένου ύψους, η οποία εντάσσεται στην έννοια της ιδιοκτησίας. Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους αυτών, οι ενάγοντες προσθέτουν ότι η Ειδική Προσαύξηση, υπό την ισχύ του ν. 3518/2006, είχε αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, διότι τα κεφάλαια της σχηματίζονταν από τις ειδικές χωριστές εισφορές των ασφαλισμένων, χωρίς κρατική συμμετοχή ή δανεισμό, και, επιπλέον, ότι διέθετε οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια έναντι των λοιπών κλάδων και λογαριασμών του ΤΣΜΕΔΕ, όπως και ο προϋφιστάμενος ΕΛΠΠ, εφόσον δεν υπήρξε διαφορετική νομοθετική πρόβλεψη. Περαιτέρω, κατά τους ενάγοντες, η άρνηση του ΕΦΚΑ να επιστρέψει σε αυτούς τα αιτηθέντα με την από 11.9.2017 εξώδικη όχληση ποσά καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών είναι μη νόμιμη, διότι παραβιάζει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του διοικούμενου, υπό την έννοια ότι ενώ το πρώην ΤΣΜΕΔΕ είχε ενημερώσει τους ασφαλισμένους του εγγράφως με δελεαστικό τρόπο για τα οφέλη από την ένταξη τους στην Ειδική Προσαύξηση και  αυτοί, πράγματι, κατέβαλλαν πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, προσδοκώντας, επί σειρά ετών, μία υψηλότερη σύνταξη, εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι δεν θα δικαιωθούν της σύνταξης αυτής, ούτε θα τους επιστραφούν οι ως άνω εισφορές. Επιπροσθέτως, κατά τα προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγήν (α) 'η παράλειψη του νομοθέτη να προβλέψει παραλλήλως με την κατάργηση της Ειδικής Προσαύξησης με το άρθρο 94 του ν. 4387/2016, τρόπο επιστροφής των ασφαλιστικών εισφορών που καταβλήθηκαν από τους ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ - ΤΣΜΕΔΕ για το σχηματισμό του κεφαλαίου της αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς επέφερε δυσανάλογη προς το σκοπό του νόμου αυτού βλάβη στην περιουσία τους, και (β) (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του κρινόμενου δικογράφου) η παράλειψη θέσπισης συμπληρωματικής κανονιστικής ρύθμισης για επιστροφή των επίδικων εισφορών ή συμψηφισμό τους με νέες καταβλητέες από 1.1.2017, ζημιώνει το προαναφερόμενο περιουσιακό δικαίωμα των εναγόντων, κατά παράβαση διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος, με αποτέλεσμα να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγόμενου και ικανοποίησης της αξίωσης των εναγόντων για αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας μέσω επιδίκασης αποζημίωσης ίσης με τις καταβληθείσες από αυτούς πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές. Επικουρικά, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ και, στη συνέχεια, ο ΕΦΚΑ, ως καθολικός διάδοχος του, κατέστησαν πλουσιότεροι κατά το ποσό των πρόσθετων ασφαλιστικών εισφορών που έχουν καταβάλει υπέρ της Ειδικής Προσαύξησης, διότι η αιτία της καταβολής τους εξέλειπε από 1.1.2016, και, ως εκ τούτου, οι εισφορές αυτές πρέπει να επιστραφούν στους ίδιους κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

 

16. Επειδή, αντιθέτως, ο εναγόμενος Φορέας, με την ./7.1.2020 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Εισφορών των Τομέων Μηχανικών & ΕΔΕ, ζητεί την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης. Προς τούτο δε, προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η υπαγωγή στην Ειδική Προσαύξηση του πρώην ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ των από 01.01.1993 ασφαλισμένων που είχαν συμπληρώσει 10ετή ασφάλιση στο ΤΣΜΕΔΕ και το. 35ο έτος της ηλικίας ήταν υποχρεωτική, και συνεπώς οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί από τα ανωτέρω πρόσωπα αφορούν σε υποχρεωτική ασφάλιση και δεν είναι δυνατή η επιστροφή τους ως αχρεωστήτως καταβληθείσες. Σε κάθε περίπτωση γ:α το χρόνο ασφάλισης στην Ειδική Προσαύξηση μέχρι 3112.2016 οι ασφαλισμένοι 6α λάβουν συνταξιοδοτική παροχή, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Ν. 4387/2016 στις περιπτώσεις παράλληλης ασφάλισης και καταβολής πολλαπλής ασφαλιστικής εισφοράς (άρθρο 36) και καταβολής ασφαλίστρου υψηλότερου του προβλεπόμενου για το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΜΑ (άρθρο 30).

 

 

17. Επειδή, με τα ως άνω δεδομένα και σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν και έγιναν δεκτές; το Δικαστήριο, λαμβάνει, κατ' αρχάς, υπόψη αφενός ότι, κατά τα ισχύσαντα υπό το καθεστώς του ν. 3518/2006, χρόνος απονομής της Ειδικής Προσαύξησης στους ασφαλισμένους είναι ο χρόνος απονομής σε αυτούς κύριας σύνταξης από το τέως ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ (βλ. άρθρα 5 και 8 του ν. 3518/2006), αφετέρου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 94 του ν. 4387/2016, η επιπλέον παροχή που δικαιούνται οι ασφαλισμένοι που κατέβαλλαν στο ΤΣΜΕΔΕ εισφορές υπέρ της Ειδικής Προσαύξησης, πριν την κατάργηση της, καταβάλλεται υπό τη μορφή προσαύξησης της σύνταξης τους. Περαιτέρω, λαμβάνει υπόψη ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, καθώς και από τα διαλαμβανόμενα στο κρινόμενο δικόγραφο, οι ενάγοντες δεν έχουν καταστεί (ακόμα) συνταξιούχοι του εναγόμενου Φορέα, ούτε έχουν υποβάλει σε αυτό αίτηση συνταξιοδότησης. Ενόψει τούτων κρίνει ότι, εφόσον ο εναγόμενος Φορέας δεν έχει εφαρμόσει στην ατομική περίπτωση καθενός εκ των εναγόντων τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 4 του ν. 4387/2016, με την έκδοση από όργανα του σχετικών ατομικών διοικητικών πράξεων απονομής σύνταξης, στις οποίες να υπολογίζεται η επιπλέον παροχή που αυτοί δικαιούνται με βάση τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 10 του άρθρου 234 του ν. 4389/2016 ποσοστά αναπλήρωσης (ούτε, άλλωστε, οι ενάγοντες προβάλλουν τούτο), η όποια τυχόν οικονομική βλάβη των εναγόντων, όπως αυτή εκτίθεται στην κρινόμενη αγωγή,· προέρχεται απευθείας από το προαναφερόμενο νομοθετικό καθεστώς, με αποτέλεσμα να μην δύναται να γεννηθεί αποζημιωτική ευθύνη σε βάρος του ως άνω νπδδ, αλλά ενδεχομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη 13η σκέψη της παρούσας, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, κατά του οποίου, όμως, δεν στρέφεται η κρινόμενη αγωγή. Επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται, εν προκειμένω, ότι οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 4 του ν. 4387/2016, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 234 του ν. 4389/2016, αντίκεινται στις αναφερόμενες στο κρινόμενο δικόγραφο διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, διότι και αληθής υποτιθέμενος ο εν λόγω ισχυρισμός δεν θα εδύνατο, κατά τα ανωτέρω, να θεμελιώσει την αποζημιωτική ευθύνη του εναγόμενου Φορέα. Για τον ίδιο δε λόγο, αλυσιτελής παρίσταται και ο ειδικότερος ισχυρισμός των εναγόντων ότι η παράλειψη του νομοθέτη να προβλέψει, παραλλήλως με την κατάργηση της Ειδικής Προσαύξησης, τρόπο επιστροφής των πρόσθετων, καταβληθεισών υπέρ αυτής, ασφαλιστικών εισφορών παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Άλλωστε, απορριπτέα ως αβάσιμα είναι και τα όσα, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου, υποστηρίζουν οι ενάγοντες περί επιζήμιας παράνομης παράλειψης του εναγόμενου Φορέα να εισαγάγει κανονιστική ρύθμιση για την επιστροφή των επίδικων εισφορών στους ασφαλισμένους ή το συμψηφισμό τους με νέες. Τούτο δε διότι, η μη ρύθμιση του συγκεκριμένου ζητήματος από τον εν λόγω Φορέα με την έκδοση κανονιστικής πράξης δεν στοιχειοθετεί, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικά δεκτά στη 13η σκέψη της παρούσας, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, δεδομένου ότι, αφενός μεν, δεν προκύπτει, ούτε, άλλωστε, οι ενάγοντες υποστηρίζουν, ότι ο εναγόμενος Φορέας είχε εξουσιοδοτηθεί νομοθετικά προς τούτο, αφετέρου δε, ο τελευταίος δεν υπείχε σχετική υποχρέωση ευθέως εκ του Συντάγματος.

 

 

18. Επειδή, περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι οι ενάγοντες {πλην της 33ης) υπήχθησαν υποχρεωτικά στο καθεστώς της Ειδικής Προσαύξησης του ν. 3518/2006, ως πληρούντες τις προϋποθέσεις της παρ. 1 β' του άρθρου 3 του νόμου αυτού, και, ως εκ τούτου, ο χρόνος που διήνυσε έκαστος εξ αυτού στο ασφαλιστικό αυτό καθεστώς από την υπαγωγή του έως την κατάργηση της Ειδικής Προσαύξησης, στις 11.2016, αποτελεί χρόνο υποχρεωτικής ασφάλισης, για τον οποίο νομίμως, κατά τα τότε ισχύοντα, κατέβαλε τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές (οι οποίες περιλαμβάνονταν μεταξύ των πόρων του τέως ΤΣΜΕΔΕ, μετέπειτα ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ, που σχημάτιζαν το ασφαλιστικό κεφάλαιο του εν λόγω ασφαλιστικού φορέα). Επομένως, κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής του ασφαλιστικού δικαίου που αναφέρθηκε στην έκτη σκέψη της παρούσας, εφόσον ο ν. 4387/2016, με το άρθρο 94 του οποίου καταργήθηκε η Ειδική Προσαύξηση, δεν διέλαβε ρητή πρόβλεψη για επιστροφή των εισφορών που καταβλήθηκαν υπέρ του σχηματισμού του κεφαλαίου αυτής στους ασφαλισμένους που τις κατέβαλαν, ο εναγόμενος Φορέας δεν εδύνατο να κάνει δεκτό το, διατυπωθέν δια της από 11.9.2017 εξώδικης όχλησης των εναγόντων, αίτημα επιστροφής σε αυτούς των ποσών των πρόσθετων ασφαλιστικών εισφορών του επίδικου χρονικού διαστήματος- πολλώ δε μάλλον, εφόσον, εν προκειμένω, η προαναφερόμενη διάταξη προέβλεπε τη χορήγηση στους ενάγοντες, έστω και μειωμένης, πρόσθετης ασφαλιστικής παροχής. Εξάλλου, ως προς τους 3η, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 14ο, 15η, 17η, 21η, 23ο, 35ο, 39ο και 41ο εκ των εναγόντων, οι οποίοι είχαν προηγουμένως υπαχθεί προαιρετικά στην Ειδική Προσαύξηση (με βάση τη σχετική δυνατότητα που τους παρείχε η παρ. 2β' του άρθρου 3 του ν. 3518/2006), όπως δε και η 33η η οποία, καθ' όλο το επίδικο γι' αυτήν χρονικό διάστημα είχε υπαχθεί μόνο στην προαιρετική  ασφάλιση  στην  Ειδική προσαύξηση, η από 11.9.2017 εξώδικη όχληση  ερμηνευόμενη ως αίτηση αποχώρησης από το συγκεκριμένο ασφαλιστικό καθεστώς, με απόδοση των πρόσθετων εισφορών που καταβλήθηκαν για τα χρονικά διαστήματα της προαιρετικής ασφάλισης στην. Ειδική Προσαύξηση και ταυτόχρονη παραίτηση» από την αξίωση απονομής πρόσθετων ασφαλιστικών παροχών - δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή από τον εναγόμενο Φορέα. Τούτο δε διότι, κατά τα γενόμενα δεκτά στην 11η σκέψη της παρούσας, η, έστω και προαιρετικώς καθιδρυθείσα, ασφαλιστική σχέση μεταξύ των προαναφερόμενων ασφαλισμένων και του τέως ΤΣΜΕΔΕ, μετέπειτα ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ, ελλείψει αντίθετης ρύθμισης, αφενός μεν, διέπεται από κανόνες δημόσιας τάξης (κανόνες κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου) που δεν επιτρέπουν την παρέμβαση σε αυτή, αφετέρου δε, υπόκειται στους κανόνες της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων η προαναφερθείσα γενική αρχή περί μη επιστροφής εισφορών που καλύπτουν νομίμως χρόνο ασφάλισης. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η άρνηση του εναγόμενου Φορέα να ικανοποιήσει το διατυπωθέν με την από 11.9.2017 εξώδικη όχληση τους αίτημα παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, πρέπει να απορριφθεί, διότι (ανεξαρτήτως του ότι όσα αυτοί αναφέρουν, σχετικά με θετικές ενέργειες του τέως ΤΣΜΕΔΕ που τους δημιούργησαν τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι θα δικαιώνονταν πρόσθετης σύνταξης σημαντικού ύψους, προβάλλονται αορίστως), σε κάθε περίπτωση, η προαναφερόμενη αρχή δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής όταν η Διοίκηση δρα κατά δέσμια αρμοδιότητα, όπως, εν προκειμένω, ο εναγόμενος Φορέας, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω (πρβλ. ΣτΕ 2603/2014, 2504/2011 κ.ά). Ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι νομίμως ο εναγόμενος Φορέας απέρριψε σιωπηρά το επίδικο αίτημα των εναγόντων και, άρα, ουδεμία ευθύνη προς αποζημίωση υπέχει εκ του λόγου τούτου, απορριπτόμενων όσων περί του αντιθέτου προβάλλονται με την κρινόμενη αγωγή. Τέλος, απορριπτέα παρίσταται η κρινόμενη αγωγή και ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον, όπως έχει κριθεί, από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής, ουσιαστικά, φύσης και μπορεί να ασκηθεί-μόνον όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω (βλ. ΣτΕ 651/2018, 2367/2017, 528/2014 κ.ά.).

 

 

19. Επειδή, κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ενώ, πρέπει να απαλλαγούν οι ενάγοντες από τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου ΕΦΚΑ, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων (άρθρο 275 παρ. 1-εδ. ε' του ΚΔΔ).

 

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

 

Απορρίπτει την αγωγή.

 

Απαλλάσσει τους ενάγοντες από τα δικαστικά έξοδα του ΕΦΚΑ.

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 11.9.2020, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΑΣΙΟΥΚΑ                             ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟΥ