ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΣτΕ 2457/2018

 

Υποχρέωση δικηγόρων αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα.

 

Αριθμός 2457/2018

 

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β'

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Μαρτίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β' Τμήματος.

 

Για να δικάσει την από 23 Ιουνίου 2017 αίτηση:

 

του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" (Δ.Σ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ακαδημίας αρ. 60), το οποίο παρέστη με τους δικηγόρους: 1) Γεώργιο Γεραπετρίτη (Α.Μ. 2136 Δ.Σ. Πειραιά), 2) Γεώργιο Παπαδόπουλο (Α.Μ. 28544) και 3) Πέτρο Τσαντίλα (Α.Μ. 20211), που τους διόρισε με απόφασή του ο Πρόεδρος,

 

κατά των : 1) Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και 2) Υπουργού Οικονομικών, οι οποίοι παρέστησαν με τους: α) Νικόλαο Αμιραλή και β) Νικόλαο Πατηνιώτη, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

Με την αίτηση αυτή το αιτούν νομικό πρόσωπο επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 45231/20.4.2017 (ΦΕΚ Β' 1445/27.4.2017) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών.

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Μ. Πικραμένου.

 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους του αιτούντος νομικού προσώπου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τους εκπροσώπους των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 

 

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο

 

 

1.         Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, ΕτΚ Α', φ. 31).

 

2.         Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως έχει συμπληρωθεί με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της 45231/20.4.2017 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Οικονομικών «Ρύθμιση υποχρέωσης αποδοχής πληρωμών με κάρτα, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 4446/2016 (Α' 240)» (ΕτΚ Β', φ. 1445/27.4.2017), όπως τροποποιήθηκε με την 86437 -03/08/2017 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΕτΚ Β', φ. 2881/21.8.2017), κατά το μέρος που θεσπίζεται υποχρέωση των ασκούντων νομικές δραστηριότητες, ως δικαιούχων πληρωμής της περ. γ' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα, κατά την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής που πραγματοποιούν καταναλωτές της περ. α' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016 και ήδη, μετά τη δημοσίευση της ως άνω τροποποιητικής κοινής υπουργικής απόφασης, πληρωτές της περ. β' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, οι οποίοι ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα.

 

3.         Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισήχθη, με την από 4.7.2017 πράξη της Προέδρου του Β' Τμήματος, στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας (άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, ΕτΚ Α', φ. 8).

 

4.         Επειδή, στο π.δ. 361/2001 «Κατανομή σε Τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας» (ΕτΚ Α', φ. 244) ορίζεται, στο άρθρο 2, ότι «1. Στο Β' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) τους φόρους, ... του Δημοσίου, ..., β) ..., γ) την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, δ) ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Στο Δ' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές, οι οποίες δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα των άλλων Τμημάτων, όπως είναι ιδίως οι σχετικές με: α) την άσκηση κάθε είδους επαγγέλματος ή επιχείρησης, β) .». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ. 361/2001, η αρμοδιότητα των Τμημάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνεται από τη φύση της νομοθεσίας, κατ' εφαρμογή της οποίας έχει εκδοθεί η επίδικη διοικητική πράξη (ΣτΕ 2106/2015 κ.ά.). Κατά την έννοια δε των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων ενόψει και του σκοπού τους, που συνίσταται στην υπαγωγή ομοειδών διαφορών στον αυτό σχηματισμό, σε περίπτωση διάταξης, η οποία μπορεί να υπαχθεί εννοιολογικώς σε περισσοτέρους τομείς της νομοθεσίας, πρέπει να αναζητείται ο προέχων χαρακτήρας της, ώστε να αποφεύγεται η κατάτμηση ομοειδών διαφορών σε περισσότερα Τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2089, 2148/2015 Ολομ., 2469/2008 Ολομ.).

 

5. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρων 62, 63, 64 και 65 του ν. 4446/2016 (ΕτΚ Α', φ. 240), οι οποίες αποτέλεσαν το εξουσιοδοτικό έρεισμα για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, θεσπίζονται κανόνες, οι οποίοι, όπως προκύπτει και από την οικεία αιτιολογική έκθεση, αποσκοπούν στη διεύρυνση της αποδοχής ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής από τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες και τη σταδιακή καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε όλο το εύρος της οικονομίας, καθώς και στη δημιουργία ενός «συνεκτικού μηχανισμού για τη συνεχή τροφοδότηση» της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με τα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών, διά μέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών του ν. 3862/2010 (εγχώριων ή αλλοδαπών) που δραστηριοποιούνται νομίμως στη χώρα, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η διασταύρωση των στοιχείων αυτών και, περαιτέρω, ο προσδιορισμός των εσόδων των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών και ο εντοπισμός ενδεχόμενης φοροδιαφυγής. Με τα δεδομένα αυτά, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4446/2016, κατ' εφαρμογή των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, εντάσσονται προεχόντως στη νομοθεσία περί φόρων του Δημοσίου και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού. Συνεπώς, αρμόδιο για την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως είναι το Β' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

6.         Επειδή, στο άρθρο 90 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΕτΚ Α', φ. 208/27.9.2013), με τίτλο "Σκοποί και αρμοδιότητες Δικηγορικών Συλλόγων", ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: α) ... ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων ... για κάθε ζήτημα ..., οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ... Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση ακύρωσης, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ακυρωτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ...». Επί τη βάσει της ανωτέρω διάταξης ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη πράξη, όπως έχει τροποποιηθεί, θεσπίζεται υποχρέωση των ασκούντων νομικές δραστηριότητες να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης, δεδομένου ότι με την κανονιστική αυτή απόφαση επιβάλλεται στους δικηγόρους η σύναψη συμβάσεων με αδειοδοτημένους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών καθώς και η υποχρεωτική αποδοχή των μέσων πληρωμής με κάρτα για ποσά κάτω των πεντακοσίων ευρώ, οι ρυθμίσεις δε αυτές επηρεάζουν τα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα των μελών του (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 3372/2015, 2527/2013 κ.ά.).

 

7.         Επειδή, με την παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α', φ. 58) θεσπίστηκε το πρώτον η υποχρέωση προς εξόφληση φορολογικών στοιχείων, χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ και άνω, που εκδίδονται από επιτηδευματίες, για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, αποκλειστικά μέσω τράπεζας, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες του αγοραστή των αγαθών ή λήπτη των υπηρεσιών ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγές, αποκλειομένης της εξόφλησης των στοιχείων αυτών με μετρητά. Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου «ΓΕΝΙΚΑ: ... Άμεση προτεραιότητά μας είναι η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, γιατί αποτελεί τη χειρότερη ίσως μορφή αδικίας μέσα στο φορολογικό μας πλαίσιο, που εμποδίζει τη λειτουργία του κράτους, πολλαπλασιάζει τη διαφθορά και δημιουργεί συνθήκες κοινωνικής αδικίας μεταξύ των πολιτών και αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων. Η φοροδιαφυγή έχει πολλές όψεις και κάποιες από αυτές ενθαρρύνονται και από το ίδιο το πλαίσιο και το σύστημα φορολόγησης που επιτρέπει την απόκρυψη και την αποφυγή δήλωσης φορολογητέας ύλης. Οι βασικές αλλαγές του νέου φορολογικού πλαισίου έχουν ως εξής: - ... - ... Ηλεκτρονική διασύνδεση του Υπουργείου Οικονομικών με όλα τα Υπουργεία και Φορείς με υποχρέωση όλων για υποβολή κάθε στοιχείου οικονομικού ενδιαφέροντος είτε πρόκειται για αμοιβές ... Τακτική εφαρμογή ηλεκτρονικών διασταυρώσεων. ... Σε συνδυασμό με τον επαγγελματικό λογαριασμό προωθείται η σταδιακή εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και ηλεκτρονικής διακίνησης των τιμολογίων μεταξύ επιχειρήσεων και μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίου. ... - Από 1.1.2011 δεν θα θεωρείται νόμιμη κάθε συναλλαγή μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων αξίας μεγαλύτερης των 1.500 ευρώ, εάν αυτή γίνεται με μετρητά. Οι συναλλαγές αυτές θα γίνονται με πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες ή δίγραμμες επιταγές. ...». Και τούτο, όπως εκτίθεται στην ίδια έκθεση υπό το άρθρο 20 παρ. 3, «για την εξασφάλιση της γνησιότητας των σχετικών συναλλαγών και παραστατικών και για τη διενέργεια άμεσων διασταυρώσεων των σχετικών συναλλαγών». Ακολούθως, με    το ν. 3862/2010, με τίτλο «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις Οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α', φ. 113), μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2007/64/ΕΚ για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά (Payment Services Directive). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3862/2010 (άρθρο 2 της Οδηγίας 2007/64) "Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης". Κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου (άρθρο 4 της Οδηγίας 2007/64) "Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: 1 5. "πράξη πληρωμής": η ενέργεια στην οποία προβαίνει ο πληρωτής ή ο δικαιούχος και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου.... 10. "χρήστης υπηρεσιών πληρωμών": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής ή δικαιούχος, ή και με τις δύο ιδιότητες. 11. "Καταναλωτής": το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί υπό επαγγελματική ιδιότητα όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από την παρούσα Οδηγία... 15. "Χρηματικά ποσά": χαρτονομίσματα και κέρματα, λογιστικό και ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια της παραγράφου 20 του άρθρου 2 του ν. 3601/2007".». Εξάλλου, με το Κεφάλαιο Α' του Δεύτερου Μέρους του ν. 4021/2011 «Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων - Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα - Κύρωση της Σύμβασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεων της και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α', φ. 218) ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 «για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της   δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των Οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 2000/46/EK (EE L 267)". Στο άρθρο 10 του ως άνω ν. 4021/2011, που αποδίδει το αντίστοιχο άρθρο 2 της Οδηγίας, ως «ηλεκτρονικό χρήμα» ορίζεται «οποιαδήποτε νομισματική αξία αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό, συμπεριλαμβανομένου μαγνητικού, υπόθεμα, που εμφανίζεται ως απαίτηση έναντι του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος, η οποία έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού για το σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 3862/2010 (Α' 113) και γίνεται δεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν του εκδότη». Περαιτέρω, στο άρθρο 21 του ν. 4172/2013 (ΕτΚ Α', φ. 167, Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος) ορίζεται ότι: «1. Ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. ... 3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. ...», στο δε άρθρο 23 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν: α) ..., β) κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, γ) ...». Ο ν. 4174/2013 (ΕτΚ Α', φ. 170, Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας) ορίζει στο άρθρο 15 : «1. Κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος του Γενικού Γραμματέα, οι κρατικές υπηρεσίες και κάθε φορέας της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και όλων των δημόσιων οργανισμών, φορέων και εταιρειών, όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία το Κράτος, καθώς και των ανεξάρτητων αρχών, υποχρεούνται να παρέχουν στη Φορολογική Διοίκηση κάθε διαθέσιμη πληροφορία και να επιδεικνύουν, χωρίς τη μεταφορά τους εκτός των εγκαταστάσεων, όλα τα πρωτότυπα έγγραφα, μητρώα και στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους. 2. . 3. Ο Γενικός Γραμματέας δικαιούται να ζητά πληροφορίες ή έγγραφα από . τρίτα πρόσωπα, όπως ιδίως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα . για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1. ... 4. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει απόφαση, με την οποία ορίζονται ορισμένες κατηγορίες προσώπων που υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές τους με φορολογούμενους .. 5. Τρίτα πρόσωπα που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο υποχρεούνται στη χορήγηση των πληροφοριών της παραγράφου 3, εφόσον αυτές αφορούν οικονομικές συναλλαγές τους με τον φορολογούμενο. ...». Βάσει της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η απόφαση ΠΟΛ. 1033/2014 του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με τίτλο «Υποχρεώσεις πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, ιδρυμάτων πληρωμών, Ελληνικών Ταχυδρομείων, Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, επιχειρήσεων ιδιωτικής ασφάλισης, ιδιωτικών θεραπευτηρίων, ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, εταιριών σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, εταιριών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και ύδρευσης, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 4174/2013» (ΕτΚ Β', φ. 276), η οποία προβλέπει, στο άρθρο 1, μεταξύ άλλων, ότι τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα ιδρύματα πληρωμών και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία υποχρεούνται να διαβιβάζουν στη Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών στοιχεία που αφορούν σε συναλλαγές καρτών πληρωμής (χρεωστικών, πιστωτικών, προπληρωμένων κ.λπ.), που πραγματοποιούνται σε συμβεβλημένες με τις τράπεζες επιχειρήσεις (περ. 1.4.δ), αναφορικά με τις οποίες (συναλλαγές) διαβιβάζονται: «α) Τριψήφιος κωδικός τράπεζας ..., β) ΑΦΜ επιχείρησης, γ) Επωνυμία επιχείρησης, δ) Διακριτικός τίτλος επιχείρησης, ε) Πλήθος συναλλαγών καρτών για την περίοδο αναφοράς, ... , στ) Αξία συναλλαγών καρτών σε ευρώ για την περίοδο αναφοράς, ... 1.5. Η διαβίβαση των στοιχείων της παρ. 1.4. θα γίνεται απευθείας στη Γ.Γ.Δ.Ε. μέσω διαδικτυακής εφαρμογής ασφαλούς συστήματος μεταφόρτωσης αρχείου. Ειδικά για τα τραπεζικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα θα γίνεται μέσω της «Διατραπεζικά Συστήματα Α.Ε.» (ΔΙΑΣ), ενώ η συχνότητα διαβίβασης των στοιχείων είναι μηνιαία ...». Παράλληλα, με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013 (ΕτΚ Α', φ. 163) θεσπίστηκε «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που λειτουργούν στην Ελλάδα καθώς και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωμών με έδρα το εξωτερικό και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας επιχειρήσεις στην ελληνική επικράτεια, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαβίβαση, αφενός, των αιτημάτων παροχής πληροφοριών των αρμόδιων ελεγκτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και, αφετέρου, των απαντήσεων των ανωτέρω ιδρυμάτων σε τέτοια αιτήματα. Στη συνέχεια, με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΕτΚ Α', φ. 65) κηρύχθηκε τραπεζική αργία, η οποία, παραταθείσα διαδοχικώς, έληξε τη Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015, έκτοτε δε, με την από 18.7.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΕτΚ Α', φ. 84), η οποία, τροποποιηθείσα, ίσχυε μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης (και οι δύο αυτές π.ν.π. με τις τροποποιητικές τους κυρώθηκαν με το ν. 4350/2015, ΕτΚ Α', φ. 161/30.11.2015), επιβλήθηκε περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων, καταλαμβάνων τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, τα ιδρύματα πληρωμών του ν. 3862/2010, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος του ν. 4021/2011 κ.ο.κ.. Ακολούθως, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας», που κυρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. Γ' «Συμφωνία δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» του ν. 4336/2015 (ΕτΚ Α', φ. 94), ορίσθηκε, στο Κεφάλαιο 2.3 «Μεταρρυθμίσεις της φορολογικής διοίκησης», ότι «οι αρχές, χρησιμοποιώντας τεχνική βοήθεια: i. θα ενισχύσουν τη συμμόρφωση. Έως τον Οκτώβριο του 2015, η κυβέρνηση: α) ...' β) θα επεξεργαστεί, με την Τράπεζα της Ελλάδος και τον ιδιωτικό τομέα, κοστολογημένο σχέδιο για την προώθηση και τη διευκόλυνση της χρήσης ηλεκτρονικών πληρωμών και τη μείωση της χρήσης μετρητών, με εφαρμογή που θα αρχίζει από τον Μάρτιο του 2016' γ) ...».

 

8. Επειδή, στις 22.12.2016 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4446/2016, ο οποίος περιλαμβάνει στο Κεφάλαιο Β' «Μέτρα για την προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και την καταπολέμηση της απόκρυψης εσόδων». Στο Τμήμα Α' του Κεφαλαίου αυτού, με τίτλο «Μέτρα για την προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 62: «Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α. «καταναλωτής», κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική του δραστηριότητα σύμφωνα με την περίπτωση 3 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751. β. «πληρωτής», το φυσικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτόν τον λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 3862/2010 (Α' 113). γ. «δικαιούχος πληρωμής», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής, σύμφωνα με την περίπτωση 13 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751. δ. «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών», οι επιχειρήσεις που δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και οι οποίες διακρίνονται στις ακόλουθες έξι κατηγορίες: (α) πιστωτικά ιδρύματα, (β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ..., (δ) ιδρύματα πληρωμών, ... ε. "σύστημα πληρωμών", το σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, τον συμψηφισμό ή/και το διακανονισμό πράξεων πληρωμών... στ. "σύστημα καρτών πληρωμής", ένα ενιαίο σύνολο κανόνων, πρακτικών, προτύπων και/ή κατευθυντηρίων γραμμών εφαρμογής για την εκτέλεση  πράξεων πληρωμής με κάρτα ζ. «τετραμερές σύστημα καρτών πληρωμής», ένα σύστημα καρτών πληρωμής στο οποίο οι πράξεις πληρωμών με κάρτα πραγματοποιούνται από τον λογαριασμό πληρωμών ενός πληρωτή στον λογαριασμό πληρωμών ενός δικαιούχου πληρωμής μέσω της διαμεσολάβησης του συστήματος, ενός εκδότη (από την πλευρά του πληρωτή) και ενός αποδέκτη (από την πλευρά του δικαιούχου πληρωμής), σύμφωνα με την περίπτωση 17 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751. η. ... ιγ. «ηλεκτρονικό χρήμα», οποιαδήποτε αποθηκευμένη - σε ηλεκτρονικό και μαγνητικό υπόθεμα - νομισματική αξία, αντιπροσωπευόμενη από απαίτηση έναντι του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος, η οποία έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού για το σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμής και η οποία γίνεται αποδεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πέραν του εκδότη, σύμφωνα με την περίπτωση 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α' 218). ιδ. ... ιε. «μέσο πληρωμής με κάρτα» νοείται οποιοδήποτε μέσο πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της κάρτας (πιστωτικής, χρεωστικής, προπληρωμένης), κινητού τηλεφώνου, ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλης τεχνολογικής συσκευής που περιλαμβάνει την κατάλληλη εφαρμογή πληρωμής διά της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στον πληρωτή να κινήσει πράξη πληρωμής με κάρτα (πιστωτική, χρεωστική, προπληρωμένη), η οποία δεν αποτελεί μεταφορά πίστωσης ή άμεση χρέωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 260/2012. ιστ. ... ιζ. «τερματικό αποδοχής καρτών πληρωμών και μέσων πληρωμής με κάρτα», στις οποίες κινείται η πράξη πληρωμής, το οποίο περιλαμβάνει όλες τις διαθέσιμες συσκευές, μεθόδους και Εφαρμογές Πληρωμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποδοχή καρτών, τόσο με φυσική παρουσία κάρτας, όσο και χωρίς φυσική παρουσία κάρτας (πωλήσεις εξ αποστάσεως). ... ιη. Ως «Επαγγελματικός Λογαριασμός» ορίζεται ο λογαριασμός που τηρείται σε Πάροχο Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, μέσω του οποίου διενεργούνται συναλλαγές που αφορούν αποκλειστικά την επιχειρηματική δραστηριότητα του κατόχου». Στο άρθρο 63 του ανωτέρω νόμου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 του ν. 4484/2017, οριζόταν ότι: «Οι διατάξεις του Τμήματος Α' εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής με κάρτα και μέσα πληρωμής με κάρτα που έχουν εκδοθεί από τετραμερές σύστημα πληρωμής, καθώς και στις ηλεκτρονικές πληρωμές εν γένει, όταν ο πληρωτής ενεργεί στο πλαίσιο της συναλλαγής με την ιδιότητα του καταναλωτή». Στο άρθρο 65 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017, ορίζονταν τα εξής: «Υποχρέωση αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα 1. Οι δικαιούχοι πληρωμής, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με καταναλωτές, υποχρεούνται, εντός ορισμένης προθεσμίας και ανάλογα με τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητάς τους (ΚΑΔ), να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής. 2. Για την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα, οι δικαιούχοι πληρωμής συμβάλλονται υποχρεωτικά με νομίμως αδειοδοτημένους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών, κατά το οριζόμενα στο ν. 3862/2010 (Α' 113). Για την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα και μετρητά, καθώς και την είσπραξη για λογαριασμό τρίτου εν γένει, οι δικαιούχοι πληρωμής απαγορεύεται να συμβάλλονται με οντότητες οι οποίες δεν αποτελούν νομίμως αδειοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών ή Αντιπροσώπους αυτών,  εκτός αν άλλως ορίζεται  ρητά στην οικεία ισχύουσα νομοθεσία. 3. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Οικονομικών, ορίζονται τα εξής: α. οι υπόχρεοι συμμόρφωσης βάσει των κύριων ΚΑΔ, β. η προθεσμία συμμόρφωσης, γ. οι διαδικασίες δήλωσης και τροποποίησης των τηρούμενων Επαγγελματικών Λογαριασμών στους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, δ. οι διαδικασίες και τα δεδομένα παρακολούθησης καθώς και η σύνταξη αναφορών, που καταγράφουν τη συμμόρφωση με τις προβλέψεις του Νόμου, ε. οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των ανωτέρω υπό α' έως δ' υποχρεώσεων, στ. η επέκταση της υποχρέωσης της παραγράφου 1 και σε άλλα μέσα πληρωμής, και ζ. οι αρμόδιες αρχές και τα μέσα προσφυγής και δικαστικής προστασίας κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Τμήματος Α'». Περαιτέρω, στο άρθρο 66 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι δικαιούχοι πληρωμής, οι οποίοι αποδέχονται κάρτες πληρωμών ενημερώνουν τους καταναλωτές για την αποδοχή καρτών και μέσων πληρωμής του συστήματος καρτών πληρωμής, με σαφή τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείας. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να αναγράφονται ευκρινώς στην είσοδο του καταστήματος και στο ταμείο. 2. Στους παραβάτες των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) ευρώ. 3. ... 4. Αρμόδια αρχή για τη διενέργεια του ελέγχου και την επιβολή του προστίμου της παραγράφου 2 ορίζεται η Διεύθυνση Θεσμικών Ρυθμίσεων και Εποπτείας Αγοράς Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή και τα Τμήματα Εμπορίου των Διευθύνσεων Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας. 5. ...» και στο άρθρο 67 ότι: «1. Κάθε αδειοδοτημένος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, ημεδαπός ή αλλοδαπός, υποχρεούται να γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή τιμολογιακά στοιχεία για ορισμένα βασικά προϊόντα και υπηρεσίες που αυτός προσφέρει. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών, ορίζεται: α. Το ακριβές περιεχόμενο των στοιχείων που γνωστοποιούνται στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή. β. Η διαδικασία και η περιοδικότητα γνωστοποίησης των στοιχείων. γ. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης γνωστοποίησης». Περαιτέρω, στα άρθρα 68 και 69 του ίδιου ν. 4446/2016, που εντάσσονται στο Β' Τμήμα του Κεφαλαίου Β' με τίτλο «Φορολογικές και λοιπές ρυθμίσεις», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Άρθρο 68. Μειώσεις φόρου μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών 1. Στο άρθρο 16 του ν. 4172/2013 (Α' 167) προστίθεται νέα παράγραφος 3, ως εξής: «3. α) Προκειμένου να διατηρηθεί η μείωση φόρου σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ο φορολογούμενος απαιτείται να πραγματοποιήσει δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών στην ημεδαπή ή σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ε.Ο.Χ., οι οποίες να έχουν εξοφληθεί με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, όπως, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, κάρτες και μέσα πληρωμής με κάρτες, πληρωμή μέσω λογαριασμού πληρωμών Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, χρήση ηλεκτρονικού πορτοφολιού κ.λπ., το ελάχιστο ποσό των οποίων προσδιορίζεται ως ποσοστό του φορολογητέου εισοδήματός του, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα: 2. Η προηγούμενη παράγραφος ισχύει από το φορολογικό έτος 2017 και  μετά. 3 Άρθρο 69. Διασφάλιση και έλεγχος συναλλαγών. 1. ... 2. Η παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τα φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας πεντακοσίων (500) ευρώ και άνω, που εκδίδονται για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, εξοφλούνται από τους λήπτες τους, αγοραστές των αγαθών ή των υπηρεσιών, αποκλειστικώς με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής, όπως ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, τραπεζικό έμβασμα, πληρωμή μέσω λογαριασμού πληρωμών, χρήση ηλεκτρονικού πορτοφολιού. Δεν επιτρέπεται εξόφληση των  στοιχείων αυτών με μετρητά». 3. ...». Επίσης, στο άρθρο 70 "Πρόγραμμα Δημοσίων Κληρώσεων (Λοταρία)" του ίδιου ν. 4446/2016 ορίζεται : «1. Οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής, για την αγορά αγαθών ή την λήψη υπηρεσιών, λαμβάνονται υπόψη για τη συμμετοχή σε πρόγραμμα δημοσίων κληρώσεων (Λοταρίες), μέσω του οποίου οι τυχεροί επιβραβεύονται με χρηματικά ή και σε είδος έπαθλα. ...». Τέλος, στο άρθρο 71 του ίδιου ν. 4446/2016 ορίζονται τα εξής: «1. Η παρ. 1 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Συστήνεται «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» (Σ.Μ.Τ.Λ. και Λ.Π.) των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που λειτουργούν στην Ελλάδα, καθώς και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωμών (card acquirers) με έδρα το εξωτερικό και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας επιχειρήσεις στην Ελληνική επικράτεια, με σκοπό τη διευκόλυνση της διαβίβασης των αιτημάτων παροχής πληροφοριών από το σύνολο των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών, την Οικονομική Αστυνομία, τον Οικονομικό Εισαγγελέα, τον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, την Αρχή Καταπολέμησης της νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης. Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών αφορούν σε κάθε στοιχείο και πληροφορία για φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που τηρούνται στους ως άνω αναφερόμενους Παρόχους, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την άρση του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου, καθώς και του απορρήτου των στοιχείων έναντι των παραπάνω αρχών και υπηρεσιών του δημοσίου και της αυτοματοποιημένης πρόσβασής τους σε αυτό. ...». 2. ... 3. Μετά το άρθρο 62 του ν. 4170/2013 προστίθεται νέο άρθρο 62Α που έχει ως εξής: «Άρθρο 62Α Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη 1. Στις περιπτώσεις συναλλαγών με χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, όπως ενδεικτικά μέσω μεταφοράς από λογαριασμό ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking), μέσω χρήσης κάρτας πληρωμής καθώς και μέσω οποιουδήποτε άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών, όπως ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, ηλεκτρονικό πορτοφόλι, ηλεκτρονικό χρήμα, κουπόνι, voucher, καθίσταται υποχρεωτική η ονομαστικοποίηση του ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής, με ταυτοποίηση του κατόχου του ...».

 

9. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4446/2016, υπό το Κεφάλαιο Β', εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ - ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ Κεντρική δέσμευση της κυβέρνησης είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών που θα ανατάξουν την εθνική οικονομία... και θα συμβάλλουν στην αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών που αποστέρησαν δημόσια έσοδα.... Στο πιο πάνω πλαίσιο, στόχος του νομοσχεδίου είναι η δημιουργία μιας συγκροτημένης δέσμης υποχρεώσεων και δικαιωμάτων μεταξύ πολιτών και επιχειρήσεων, αναφορικά με τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών. Εισάγονται μέτρα διεύρυνσης της αποδοχής ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής από τις επιχειρήσεις, ώστε η χώρα να ωφεληθεί από τις ευρωπαϊκές τεχνολογικές και κανονιστικές εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών πληρωμών και να ανακτήσει το χαμένο έδαφος των προηγούμενων ετών. Η εν λόγω νομοθετική πρωτοβουλία ανταποκρίνεται επιπλέον σε ένα διαρκές αίτημα της αγοράς και των θεσμικών φορέων της, εξορθολογίζοντας τις συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα (τράπεζες, ιδρύματα πληρωμών, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος), αίροντας στρεβλώσεις πολλών ετών. Επιπρόσθετα, το νομοσχέδιο δημιουργεί ένα συνεκτικό μηχανισμό για τη συνεχή τροφοδότηση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με τα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών των επιχειρήσεων, διά μέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών του Ν. 3862/2010 (εγχώριων ή αλλοδαπών) που δραστηριοποιούνται νομίμως στη χώρα, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η διασταύρωση των στοιχείων συναλλαγών των επιχειρήσεων. Το μέτρο θα επιτρέψει ... τον προσδιορισμό των εσόδων των επιχειρήσεων και τον εντοπισμό ενδεχόμενης φοροδιαφυγής. ... Β. ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ - ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟ ... Άρθρο 62. Ορισμοί. Αξιοποιούνται οι ορισμοί των νόμων 3862/2010 και 4021/2011, των Κανονισμών 2015/751 και 260/2012 καθώς και της Οδηγίας 2009/110/ΕΚ της Ε.Ε. ως πεδίο ορισμών του Σχεδίου Νόμου, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτικότητα με το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Άρθρο 63. Πεδίο εφαρμογής. Καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του νόμου, το οποίο καταλαμβάνει όχι μόνο τις κάρτες πληρωμής (πιστωτικές, χρεωστικές, προπληρωμένες) αλλά και το σύνολο των μέσων πληρωμής και των υποθεμάτων που βασίζονται στη χρήση καρτών (ηλεκτρονικά πορτοφόλια κ.λπ.). ... Άρθρο 65. Υποχρέωση αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα. Καταληκτικός στόχος του νομοσχεδίου είναι η καθιέρωση της υποχρεωτικής αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα, στο σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική επικράτεια. Στο πλαίσιο του άρθρου 66 [ενν. προφανώς 65], δίνεται η δυνατότητα στον Υπουργό Οικονομικών να ορίζει τις κατηγορίες επιχειρήσεων που θα εμπίπτουν στην υποχρέωση αποδοχής καρτών, ώστε να γίνει σταδιακή, ομαλή μετάβαση στην καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε όλο το εύρος της οικονομίας. Στόχος είναι η τροφοδότηση του Υπουργείου Οικονομικών και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με πλήρη και ολοκληρωμένα στοιχεία που αφορούν τις ηλεκτρονικές συναλλαγές των επιχειρήσεων, δια μέσου στοιχείων συναλλαγών που διαβιβάζονται από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. ... Άρθρο 66. Υποχρέωση ενημέρωσης καταναλωτή. Θεσπίζεται ένα σαφές πλαίσιο για την υποχρέωση ενημέρωσης και τα δικαιώματα μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων, αναφορικά με την αποδοχή καρτών και τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα. ... Άρθρο 67. Υποχρεώσεις παρόχων υπηρεσιών πληρωμών προς τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή σχετικά με τιμολογιακά δεδομένα. Εισάγεται η υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών να γνωστοποιούν στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή στοιχεία που αφορούν την τιμολογιακή τους πολιτική για ορισμένα βασικά προϊόντα. ... Σκοπός της ρύθμισης είναι να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα σύγκρισης ορισμένων βασικών προϊόντων ως προς τις τιμές και τις προμήθειες (π.χ. εμβάσματα, αγορά pos κ.ά.), ώστε να επιλέγει το προϊόν που τον συμφέρει. Άρθρο 68. Μειώσεις φόρου μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών. Με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται από 1.1.2017 ένα ισχυρό πλαίσιο κινήτρων προς τους πολίτες για τη διεύρυνση της χρήσης μέσων πληρωμής με κάρτα. Οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής συμβάλλουν στη διατήρηση του προβλεπόμενου ποσού μείωσης του φόρου, βάσει συγκεκριμένης κλίμακας. ... Άρθρο 69. Διασφάλιση και έλεγχος συναλλαγών. Καθορίζεται το πλαίσιο για τη διαβίβαση, την επεξεργασία, τη διαχείριση και τη διάθεση των δεδομένων των συναλλαγών. Αρμόδια υπηρεσία ορίζεται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων. Μειώνεται από 1.500 ευρώ σε 500 ευρώ το ύψος των συναλλαγών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων πάνω από το οποίο οι συναλλαγές πραγματοποιούνται αποκλειστικά με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής ... Άρθρο 70. Πρόγραμμα Δημοσίων Κληρώσεων (Λοταρία). Καθορίζεται πρόγραμμα δημοσίων κληρώσεων (λοταρία) που θα βασίζεται στις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί με τη χρήση μέσων πληρωμής, κάρτας ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής για την αγορά αγαθών ή την λήψη υπηρεσιών. ... Άρθρο 71. Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και λοιπές διατάξεις. Καταρτίζεται ενός συνεκτικός μηχανισμός για την συνεχή τροφοδότηση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με τα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών των επιχειρήσεων, διαμέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, που δραστηριοποιούνται νομίμως στη χώρα, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η διασταύρωση των στοιχείων συναλλαγών των επιχειρήσεων. Τα πιστωτικά ιδρύματα, τα ιδρύματα πληρωμών, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωμών («card acquirers») ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης, με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, που παρέχουν υπηρεσίες εξυπηρετώντας Ελληνικές επιχειρήσεις, διασυνδέονται στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών και τροφοδοτούν με στοιχεία τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων. Οι ως άνω πάροχοι, που διαβιβάζουν στοιχεία στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, συμπεριλαμβάνονται σε δημόσιο μητρώο που είναι προσβάσιμο ηλεκτρονικά μέσω TAXISNET. Οι ελληνικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να δηλώνουν μέσω του TAXISNET τους συνεργαζόμενους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, διαμέσου των οποίων αποδέχονται ηλεκτρονικές πληρωμές. Οι επιχειρήσεις δηλώνουν πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, μεταξύ αυτών που έχουν συμπεριληφθεί στο ως άνω δημόσιο μητρώο. Κατ' αυτό τον τρόπο, οι οικείες Αρχές έχουν τη δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων συναλλαγών των επιχειρήσεων διά μέσου των δεδομένων συναλλαγών που διαβιβάζουν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών. Η περίπτωση που επιχείρηση δεν δηλώνει συνεργαζόμενο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών δηλοί ότι αυτή δεν αποδέχεται ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής και, κατά συνέπεια, δεν διαβιβάζει στο Υπουργείο Οικονομικών τα δεδομένα των συναλλαγών. Η περίπτωση αυτή συνιστά υπόθεση υψηλής προτεραιότητας για τον περαιτέρω έλεγχο ενδεχόμενης απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Το μέτρο θα επιτρέψει την αξιοποίηση δεδομένων συναλλαγών με οργανωμένο τρόπο από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, δίνοντας για πρώτη φορά στο Ελληνικό Δημόσιο ένα σύγχρονο οπλοστάσιο για τον προσδιορισμό των πραγματικών εσόδων των επιχειρήσεων και τον εντοπισμό της φοροδιαφυγής. ...».

 

10. Επειδή, κατ' επίκληση της ως άνω διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 65 του ν. 4446/2016 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 45231/20.4.2017 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Οικονομικών, η οποία όρισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 1: «1. Οι δικαιούχοι πληρωμής της περ. γ' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016 (Α' 240), οι οποίοι διαθέτουν τους παρακάτω κύριους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (εφεξής Υπόχρεοι), υποχρεούνται να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα κατά την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής που πραγματοποιούν καταναλωτές της περ. α' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, (Α' 240). Περιγραφή δραστηριότητας ... ΚΑΔ 69.10 Νομικές δραστηριότητες ... 2. Οι ως άνω Υπόχρεοι οφείλουν να συμμορφωθούν εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας. 3. ... 4. Οι Υπόχρεοι που θα προβούν σε έναρξη δραστηριότητας ή σχετική μεταβολή μετά την παρέλευση της προθεσμίας, της οριζόμενης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, οφείλουν να συμμορφωθούν εντός ενός (1) μηνός από την έναρξη ή τη μεταβολή». Άρθρο 2: «1. Αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια των ελέγχων, την επιβολή των προστίμων και τη βεβαίωση παραβάσεων της παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 4446/2016 ορίζονται η Διεύθυνση Θεσμικών Ρυθμίσεων και Εποπτείας Αγοράς Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή και οι Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας. 2. Οι υπηρεσίες της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Ε.Γ.Σ.Δ.Ο.Ε.) και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), εφόσον στα πλαίσια των ελέγχων που διενεργούν βάσει των αρμοδιοτήτων τους, διαπιστώσουν παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, υποχρεούνται σε έγγραφη ενημέρωση της Διεύθυνσης Θεσμικών Ρυθμίσεων και Εποπτείας της Αγοράς Προϊόντων και Υπηρεσιών ή της κατά τόπο αρμόδιας Διεύθυνσης Ανάπτυξης για την περαιτέρω εφαρμογή της οριζόμενης με την παρούσα διαδικασίας». Άρθρο 3: «1. Η Α.Α.Δ.Ε. κοινοποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή κατάλογο στον οποίο περιλαμβάνονται: α) Οι Αριθμοί Φορολογικού Μητρώου του συνόλου των Υπόχρεων, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 της παρούσας. β) Στοιχεία από τα οποία προκύπτει η δυνατότητα ή μη αποδοχής πληρωμών με κάρτα, όπως, ενδεικτικά, εισπράξεις μέσω πιστωτικών, χρεωστικών και προπληρωμένων καρτών ή άλλων μέσων πληρωμής με κάρτα, για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, σύμφωνα με την περ. δ της παρ. 4 του άρθρου 1 της ΠΟΛ 1033/2014 (Β' 276), όπως ισχύει. 2. ...». Άρθρο 4: «1. Στους παραβάτες του άρθρου 1 της παρούσας επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. 2. ... 4. Η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου της παρούσης υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της, η οποία ασκείται ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, ... 5. Η απόφαση επί της ενδικοφανούς προσφυγής υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ...». Άρθρο 5: «Σε περίπτωση που οι αρμόδιες Υπηρεσίες της παρ. 1 του άρθρου 2 της παρούσας δεχθούν τουλάχιστον πέντε καταγγελίες σε διάστημα τριών διαδοχικών μηνών για την μη αποδοχή πληρωμών με χρήση Μέσων Πληρωμής με Κάρτα από Υπόχρεο της παρ. 1 του άρθρου 1 της παρούσας, αυτές κοινοποιούνται στην Α.Α.Δ.Ε. και στην Ε.Γ.Σ.Δ.Ο.Ε., προκειμένου να ληφθούν υπόψη κατά τον προγραμματισμό και τη διενέργεια ελέγχων, αρμοδιότητάς τους». Άρθρο 6: «Οι διατάξεις της παρούσας ισχύουν από τη δημοσίευσή της. ...». Ακολούθως, με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017 (ΕτΚ Α', φ. 74/19.5.2017) αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του ως άνω άρθρου 65 ως εξής: «Οι δικαιούχοι πληρωμής, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με πληρωτές οι οποίοι ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα, υποχρεούνται, ανάλογα με τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητάς τους (ΚΑΔ) και εντός ορισμένης προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής». Ακολούθως, με το άρθρο 73 του ν. 4484/2017 (ΕτΚ Α', φ. 110/1.8.2017) το άρθρο 63 του ν. 4446/2016 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Οι διατάξεις του Τμήματος Α' εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής με κάρτα και μέσα πληρωμής με κάρτα που έχουν εκδοθεί από τετραμερές σύστημα πληρωμής, καθώς και στις ηλεκτρονικές πληρωμές εν γένει, όταν ο πληρωτής ενεργεί για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική του δραστηριότητα». Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τη σχετική τροπολογία «Η συγκεκριμένη τροποποίηση είναι αναγκαία για την εναρμόνιση του πεδίου εφαρμογής με τις υπόλοιπες διατάξεις του ν. 4446/2016 (Α' 240), καθώς η παρ. 1 του άρθρου 65 του εν λόγω νόμου, ... τροποποιήθηκε με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017 (Α' 74) ... , ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση ως προς το πεδίο εφαρμογής του νόμου τόσο στους υπόχρεους σε συμμόρφωση, όσο και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Διοίκησης». Κατ' επίκληση της αυτής ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η 86437/3.8.2017 κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία τροποποιήθηκε το εδ. α' της παρ. 1 άρθρου 1 της προσβαλλόμενης 45231/20.4.2017 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Οικονομικών, αντικατασταθείσης της φράσης «καταναλωτές της περ. α' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016» με τη φράση «πληρωτές της περ. α' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, οι οποίοι ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα".  Επίσης εκδόθηκε η ΔΕΑΦ 1167412/6.11.2017 κοινή υπουργική απόφαση (ΕτΚ Β', φ. 3944/9.11.2017), με την οποία μετά το άρθρο 5 της προσβαλλόμενης απόφασης προστέθηκε νέο άρθρο 5α, στο οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Οι δικαιούχοι πληρωμής της παρ. 1 του άρθρου 1 υποχρεούνται να δηλώνουν ηλεκτρονικά τον ή τους Επαγγελματικό/ούς Λογαριασμό/ούς στο διαδικτυακό τόπο της ΑΑΔΕ ... 2. Στον Επαγγελματικό λογαριασμό οι υπόχρεοι αποδέχονται συναλλαγές που πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής όπως, ενδεικτικά, μέσα πληρωμής με κάρτα, εντολές άμεσης χρέωσης, μεταφορές πίστωσης, πάγιες εντολές, καθώς και συναλλαγές με μετρητά. Οι συναλλαγές που διενεργούνται μέσω του Επαγγελματικού Λογαριασμού αφορούν αποκλειστικά την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου. 3. Συναλλαγές που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου, μέσω των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3682/2010 ανεξαρτήτως του μέσου συναλλαγής, διενεργούνται μέσω Επαγγελματικού Λογαριασμού, που έχει δηλωθεί σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 1. 4. ...».

 

11. Επειδή, στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοικήσεως επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζει καθ' ύλην το αντικείμενό της, δηλαδή να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει, βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης, κανονιστικώς. Εξ άλλου, ως «ειδικότερα θέματα», για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η παροχή νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως, πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Η ανωτέρω δε ουσιαστική ρύθμιση μπορεί να υπάρχει τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΣτΕ Ολομ. 1804/2017, 1240/2016, 2573/2015). Για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές και κατευθύνσεις στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών (ΣτΕ Ολομ. 1804/2017). Εξάλλου, η ρύθμιση της οργάνωσης επαγγέλματος ή της άσκησης οικονομικής ελευθερίας ή ατομικού δικαιώματος εν γένει πρέπει καταρχήν να γίνεται με προεδρικό διάταγμα, όμως τα εν λόγω ζητήματα μπορούν να ρυθμιστούν και με υπουργική απόφαση, εφόσον η ουσιαστική ρύθμιση του θέματος διαγράφεται, έστω σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή σε άλλη διάταξη (ΣτΕ Ολομ. 1804/2017).

 

12. Επειδή, η παρατεθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, τόσο πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017, υπό την ισχύ της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κανονιστική απόφαση, όσο και μετά την αντικατάσταση της εν λόγω παραγράφου, υπό την ισχύ της οποίας εκδόθηκε η τροποποιητική της προσβαλλόμενης 86437/3.8.2017 κοινή υπουργική απόφαση, παρέχει στη Διοίκηση την αρμοδιότητα θέσπισης κανόνων δικαίου προς ρύθμιση των εξής θεμάτων: α. των υποχρέων συμμόρφωσης βάσει των κύριων ΚΑΔ, ήτοι των κατηγοριών δικαιούχων πληρωμής, οι οποίοι, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με φυσικά πρόσωπα που ενεργούν για λόγους μη εμπίπτοντες στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα (καταναλωτές), υποχρεούνται, εντός ορισμένης προθεσμίας (τριετούς, σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017) και ανάλογα με τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητάς τους (ΚΑΔ), να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής, β. της προθεσμίας συμμόρφωσης των υποχρέων, γ. των διαδικασιών δήλωσης και τροποποίησης των τηρούμενων Επαγγελματικών Λογαριασμών στους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, ήτοι της διαδικασίας δηλώσεως, ηλεκτρονικώς μέσω taxisnet, στο οικείο μητρώο της Γ.Γ.Δ.Ε. (νυν Α.Α.Δ.Ε.), των λογαριασμών που τηρούν οι ως άνω υπόχρεοι σε πιστωτικά ιδρύματα κ.λπ., μέσω των οποίων διενεργούν συναλλαγές που αφορούν αποκλειστικά την «επιχειρηματική» δραστηριότητά τους (βλ. ιδίως άρθρο 62 ιη' ν. 4446/2016 σε συνδυασμό με άρθρο 4 αριθ. 14 ν. 3862/2010 και άρθρο 71 ν. 4446/2016 περί Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών κ.λπ., με τις διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν διατάξεις του άρθρου 62 ν. 4170/2013 και προστέθηκαν νέες' βλ. και άρθρο 20 παρ. 2 ν. 3842/2010), δ. των διαδικασιών και των δεδομένων παρακολούθησης καθώς και της σύνταξης αναφορών, που καταγράφουν τη συμμόρφωση με τις προβλέψεις του νόμου, ήτοι της διαδικασίας τροφοδότησης αρχών, που είναι αρμόδιες για την επιβολή των κυρώσεων σε περίπτωση μη αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα ή μη δήλωσης επαγγελματικού λογαριασμού εκ μέρους υποχρέου, με στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η μη συμμόρφωση' τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται στις αρχές που αναφέρονται στο απολύτως συναφές και σε λογική και αδιάσπαστη ενότητα με το παρόν τελούν αμέσως επόμενο άρθρο 66 του ίδιου Τμήματος Α', Κεφαλαίου Β' του ν. 4446/2016, προκειμένου, κατόπιν ελέγχου, να επιβάλλουν κυρώσεις, ε. των κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των ανωτέρω υπό α' έως δ' υποχρεώσεων, στ. της επέκτασης της υποχρέωσης της παραγράφου 1 και σε άλλα μέσα πληρωμής («ηλεκτρονικές πληρωμές εν γένει» κατ' άρθρο 63), ήτοι της επιβολής της υποχρέωσης αποδοχής και άλλων, πέραν των μέσων πληρωμής με κάρτα, «εξατομικευμένων μηχανισμών ή/και σειράς διαδικασιών που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και τα οποία [εναλλακτικά αυτά μέσα πληρωμής] χρησιμοποιεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προκειμένου να κινήσει εντολή πληρωμής, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3862/2010» (βλ. άρθρο 62 ιδ' ν. 4446/2016), και ζ. των αρμόδιων αρχών και των μέσων προσφυγής και δικαστικής προστασίας κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Τμήματος Α' (άρθρων 62-67' και για τα θέματα αυτά πρβλ. ιδίως άρθρο 66 ν. 4446/2016).

 

13. Επειδή, κατά την πρόδηλη έννοιά της, η επίμαχη εξουσιοδοτική διάταξη - η οποία δεν μπορεί να ερμηνευθεί αυτοτελώς αλλά μόνο σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του νομοθετήματος στο οποίο εντάσσεται και στο πλαίσιο που οι διατάξεις αυτές συνθέτουν με τις διατάξεις των λοιπών παρατεθέντων νομοθετημάτων, με τις οποίες ρυθμίζονται ζητήματα ηλεκτρονικών συναλλαγών προς το σκοπό «της αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών που αποστέρησαν δημόσια έσοδα» (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4446/2016, Κεφ. Β', Α. Γενικό Μέρος - Επί της Αρχής) - αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων δικαίου με αντικείμενο τη ρύθμιση των ως άνω επιμέρους ζητημάτων, που αφορούν την, καταρχήν, διεπόμενη από την ενωσιακή νομοθεσία αποδοχή ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής από τις επιχειρήσεις. Η τελευταία, σε συνδυασμό με την τροφοδότηση του Υπουργείου Οικονομικών και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με πλήρη στοιχεία που αφορούν τις ηλεκτρονικές συναλλαγές των επιχειρήσεων αυτών, διά μέσου στοιχείων συναλλαγών που διαβιβάζονται από τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών, θα καταστήσει ευχερέστερη τη διασταύρωση των στοιχείων συναλλαγών των εν λόγω επιχειρήσεων, προς επίτευξη του προς αυτήν συναρτωμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος (πάταξη της φοροδιαφυγής). Με τα δεδομένα αυτά, η μνησθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του ν. 4446/2016 είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α' του Συντάγματος. Και τούτο διότι με την εν λόγω εξουσιοδοτική διάταξη αφενός καθορίζονται τα συγκεκριμένα θέματα τα οποία είναι δυνατόν να ρυθμίσει ο κανονιστικός νομοθέτης (υπόχρεοι συμμόρφωσης, προθεσμία, διαδικασία δηλώσεως επαγγελματικού λογαριασμού, στοιχεία για τη συμμόρφωση των υποχρέων, διαβίβαση αυτών στις αρμόδιες αρχές για την άσκηση ελέγχων και την επιβολή κυρώσεων, επέκταση της υποχρεώσεως της παρ. 1 και σε άλλα μέσα πληρωμής, διοικητική διαδικασία και μέσα δικαστικής προστασίας) και αφετέρου παρέχονται με αυτήν αλλά και από το νομοθετικό πλαίσιο, στο οποίο αυτή εντάσσεται, λαμβανόμενο υπόψη στο σύνολό του, οι γενικές κατευθύνσεις και αρχές για το περιεχόμενο των προς θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2151/2017, 2573/2015). Περαιτέρω, η μνημονευθείσα εξουσιοδότηση αφορά τη ρύθμιση ειδικότερου θέματος, κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος, διότι η ουσιαστική ρύθμιση της επιβολής υποχρέωσης αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα σε εμπόρους, επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες, ως αρρήκτως συνδεόμενη με την εν γένει διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών ως προϋπόθεσης για την τροφοδότηση της Γ.Γ.Δ.Ε. με τα στοιχεία των συναλλαγών αυτών διά μέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών του ν. 3862/2010 (εγχώριων ή αλλοδαπών) που δραστηριοποιούνται νομίμως στη χώρα, περιέχεται, κατά τα αναλυτικώς παρατιθέμενα σε προηγούμενες σκέψεις, στον εξουσιοδοτικό νόμο, όπως αυτός συμπληρώνεται από τις σχετικές προς το ρυθμιστικό αντικείμενό του λοιπές νομοθετικές διατάξεις και προσδιορίζεται σε συνάρτηση με την ανάγκη αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών (απόκρυψης εισοδημάτων) που στερούν έσοδα από το Δημόσιο (πρβλ. ΣτΕ 1240/2016, 17/2015 Ολομ.). Στο νομοθετικώς καθοριζόμενο αυτό πλαίσιο της υποχρεωτικής αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα εκ μέρους των ασκούντων «επιχειρηματική» δραστηριότητα (υπό την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο Κεφ. Γ' του Κώδικα Φορολογία Εισοδήματος, άρθρα 21 επ.), με την εξουσιοδοτική διάταξη παρέχεται, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, σε όργανο της Διοίκησης άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και συγκεκριμένα στους συναρμόδιους Υπουργούς Οικονομικών και Οικονομίας και Ανάπτυξης, η αρμοδιότητα κανονιστικής ρύθμισης, με κοινή απόφασή τους, των κατηγοριών υποχρέων, της προθεσμίας συμμόρφωσης, επιμέρους όρων και προϋποθέσεων καθώς και συνεπειών της μη συμμόρφωσης στην υποχρέωση αυτή (πρβλ. ΣτΕ 2573/2015). Ενόψει τούτων, η ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, νομίμως εκδόθηκε, βάσει αυτής (και τροποποιήθηκε, με όμοιες αποφάσεις), η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η επίμαχη νομοθετική εξουσιοδότηση παραβιάζει το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος για τον λόγο ότι σ' αυτήν περιέχεται μόνον ο καθ' ύλην προσδιορισμός του αντικειμένου της ρύθμισης ενώ δεν περιέχεται κατ' αρχήν ουσιαστική ρύθμιση ως προς τους επαγγελματίες στους οποίους επιβάλλεται ο επίμαχος περιορισμός της επαγγελματικής ελευθερίας.

 

14. Επειδή, προβάλλεται ότι η συμπερίληψη των δικηγόρων στους υπόχρεους   αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα κείται εκτός εξουσιοδοτήσεως, όπως είχε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, δηλαδή οι δικηγόροι δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 65 σε συνδυασμό με το άρθρο 63 του ν. 4446/2016, δοθέντος ότι ούτε οι εντολείς των δικηγόρων είναι «καταναλωτές», κατά την έννοια του ν. 2251/1994 αλλά και του ενωσιακού δικαίου, ούτε οι δικηγόροι διαθέτουν «κατάστημα» ή «ταμείο» προς αναγραφή των σχετικών πληροφοριών κατά το άρθρο 66 του ν. 4446/2016. Επιπροσθέτως ο αιτών Σύλλογος προβάλλει, με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, ότι το πεδίο εφαρμογής των εξουσιοδοτικών διατάξεων δεν διευρύνθηκε με τους μεταγενέστερους της προσβαλλόμενης πράξης ν. 4472/2017 και 4484/2017, επί τη βάσει των οποίων αυτή τροποποιήθηκε, και με τους οποίους αντικαταστάθηκε απλώς ο επίμαχος όρος «καταναλωτές» με τον ορισμό του (: «πληρωτές που ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα»). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του ν. 4446/2016, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής της και του εκτεθέντος σκοπού του νόμου (ο οποίος διαφέρει από τον σκοπό προστασίας των καταναλωτών που υπηρετούν τόσο ο ν. 2251/1994 όσο και η οδηγία 93/13/ΕΟΚ), ήτοι της καθιέρωσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε όλο το εύρος της οικονομίας ώστε να καταπολεμηθεί η απόκρυψη εσόδων - φοροδιαφυγή, αφορά, ήδη προ πάσης τροποποιήσεως του εξουσιοδοτικού νόμου (αλλά, προδήλως, και μετά απ' αυτήν), το σύνολο των εμπόρων, βιοτεχνών, ελεύθερων επαγγελματιών αλλά και αγροτών, των ασκούντων «επιχειρηματική δραστηριότητα», κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 21 Κ.Φ.Ε., συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων, ως «δικαιούχων πληρωμής» στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με «εντολείς-καταναλωτές» νομικών υπηρεσιών. Άλλωστε, όπως έχει κριθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η έννοια της επιχείρησης καλύπτει κάθε φορέα, ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ήτοι δραστηριότητα που συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προσφορά υπηρεσιών, σε συγκεκριμένη αγορά, ανεξαρτήτως από το νομικό καθεστώς που τον διέπει, στους φορείς δε αυτούς συγκαταλέγονται και οι δικηγόροι, ως εκ της φύσεως της δραστηριότητάς τους (ΣτΕ 3154/2014 7μ, ΔΕΚ απόφαση 19.2.2002 C-309/99, Wouters κλπ. σκ. 44-46, απόφαση 19.2.2002 C-35/99 Arduino, αποφάσεις της 5.12.2006, συνεκδικασθείσες C-94/04 και C-202/04 Federico Cipolla). Επομένως, στις διατάξεις των άρθρων 63 και 65 του ν. 4446/2016 ενέπιπταν οι δικηγόροι ήδη πριν αντικατασταθούν από τις διατάξεις των άρθρων 73 του ν. 4484/2017 και 74 του ν. 4472/2017 αντιστοίχως.

 

15. Επειδή, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά και η ελευθερία των συμβάσεων (ΣτΕ 1964/2016, 4569/2015 7μ., 3962/2014 Ολομ., 3372/2015 Ολομ.), στην οποία περιλαμβάνεται η ελευθερία σύναψης ή μη σύμβασης και η ελευθερία επιλογής του προσώπου με το οποίο θα συναφθεί συγκεκριμένη σύμβαση (ΣτΕ 2451/2012 7μ.). Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος (ΣτΕ 1964/2016, 4569/2015 7μ.), οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης δραστηριότητας, να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού και να μην είναι δυσανάλογοι, σε σχέση προς αυτόν (ΣτΕ 3372/2015 Ολομ., 2527/2013 Ολομ., 2451/2012 7μ. κ.ά.). Εξάλλου, όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας ενός μέτρου, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τον καθορισμό των ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες και, συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (ΣτΕ 4569/2015 7μ., 3962/2014 Ολομ. κ.ά.).

 

16. Επειδή, όπως έχει ήδη εκτεθεί σε προηγούμενες σκέψεις, η επίμαχη εξουσιοδοτική διάταξη αποτελεί μέρος δέσμης ρυθμίσεων για την προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών, η οποία εκτιμάται από τον νομοθέτη ότι θα συμβάλει στον αποτελεσματικότερο έλεγχο των εσόδων των επιχειρήσεων κ.λπ. και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, που αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος υψίστης προτεραιότητας «ιδιαίτερα σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και αυστηρού δημοσιονομικού πλαισίου» (βλ. ανωτέρω την αιτιολογική έκθεση του ν. 4446/2016 καθώς και την έκθεση απόψεων της Υφυπουργού Οικονομικών που περιλαμβάνεται στο έγγραφο ΥΦ.ΟΙΚ.00698 ΕΞ 2017 ΕΜΠ/6.10.2017). Η επιλογή των επιμέρους ρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής υποχρεωτικής αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα από κατηγορίες επαγγελματιών, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στις εξής διαπιστώσεις, όπως αναφέρονται στην προαναφερθείσα έκθεση απόψεων της Υφυπουργού Οικονομικών: «Όσον αφορά τη σύνθεση της φοροδιαφυγής ... (σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΓΓΠΣ) ... προκύπτει ότι οι αυτοαπασχολούμενοι και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις φοροδιαφεύγουν. Αυτό το φαινόμενο έχει μικρότερες συνέπειες στα φορολογικά έσοδα των περισσότερων ανεπτυγμένων χωρών, διότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις σε αυτές τις οικονομίες είναι λίγες και οι αυτοαπασχολούμενοι αποτελούν μικρό ποσοστό του εργατικού δυναμικού. ... Στην Ελλάδα το ποσοστό της αυτοαπασχόλησης είναι διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (34%).... η παραοικονομία είναι το σύνολο των αδήλωτων οικονομικών συναλλαγών και ως έννοια δεν ταυτίζεται με τη φοροδιαφυγή... Σύμφωνα με μελέτη της Ernst & Young (2016), στην Ελλάδα, οι ηλεκτρονικές πληρωμές εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύουν μόλις το 6% των συνολικών πληρωμών, ένα από τα μικρότερα ποσοστά στην Ευρώπη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που αγγίζει το 24%. Η τεράστια έμφαση στη χρήση μετρητών είναι συνυφασμένη με την [εκ]τεταμένη παραοικονομία και τη συνακόλουθη φοροδιαφυγή. ... Η περιορισμένη χρήση των ηλεκτρονικών πληρωμών συναρτάται με τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, καθώς ο μεγάλος αριθμός αυτοαπασχολούμενων - μικρών επιχειρήσεων κατατάσσει την Ελλάδα στην πρώτη θέση ανάμεσα σε 32 ευρωπαϊκές χώρες στην κατηγορία αυτή. Τα περιστατικά φοροδιαφυγής των αυτοαπασχολουμένων είναι σαφώς πιο δύσκολο να εντοπιστούν, καθώς τα εισοδήματα από την εργασία τους εμφανίζονται/δηλώνονται μόνον εφόσον εκδοθούν τα αντίστοιχα για την κάθε συναλλαγή παραστατικά στοιχεία, σε σύγκριση ειδικά με τους μισθωτούς, η εργασία των οποίων δηλώνεται από τον εργοδότη τους και υπολογίζεται εύκολα η ακρίβεια των δηλωθέντων εισοδημάτων τους. Εκτιμάται ότι το μέσο δηλωθέν εισόδημα των αυτοαπασχολουμένων στην Ελλάδα πλησιάζει το κατώτατο δυνατό, και σίγουρα είναι κατά πολύ χαμηλότερο από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, συνθήκη που καταδεικνύει ότι ένα μεγάλο μέρος του πραγματικού εισοδήματος παραμένει αδήλωτο... Ενδελεχής μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (2016) επιβεβαιώνει τα παραπάνω ευρήματα ως προς την ελληνική αγορά... υπολογίζεται ότι μια αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών κατά 10% θα μπορούσε να προσθέσει στον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ περίπου 0,2%... Περαιτέρω, η μελέτη του Ι.Ο.Β.Ε. (2015) για την περίπτωση της Ελλάδας, αναδεικνύει τη χρησιμότητα θέσπισης συνδυαστικών μέτρων για την προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών... ο ΙΟΒΕ προτείνει την επιβολή της υποχρεωτικής διάθεσης POS, ειδικά στις επιχειρήσεις-επαγγέλματα των κλάδων που εμφανίζουν μέτριο με αυξημένο κίνδυνο φοροδιαφυγής. Το μέτρο θα μπορούσε να ενισχυθεί με τη θέσπιση προστίμων σε περίπτωση άρνησης αποδοχής ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής στις συναλλαγές από την πλευρά των επιχειρήσεων και την απόδοση, τουλάχιστον μέρους αυτών, στους καταναλωτές που έχουν κάνει την καταγγελία. Σημειώνεται δε ότι ο κλάδος με κωδικό δραστηριότητας 69.10 «Νομικές δραστηριότητες» κατατάσσεται ... στους κλάδους υψηλής επικινδυνότητας για φοροδιαφυγή. Παρομοίως τα ευρήματα της μελέτης των Artavanis N., Morse A. & Tsoutsoura M. (2015), όπως αποτυπώνονται στην πρόσφατη μελέτη της Ernst & Young (2016), ... ο κλάδος παροχής νομικών υπηρεσιών είναι ένας από τους τομείς της αγοράς, στους οποίους ενδεχομένως παρατηρείται μεγαλύτερη φοροδιαφυγή...». Ενόψει αυτών ο νομοθέτης, που είχε ήδη προβλέψει, μεταξύ άλλων, ότι οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων (ή επαγγελματιών) και ιδιωτών άνω των 1.500 ευρώ θα πρέπει να εξοφλούνται μέσω τραπέζης, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγές (βλ. άρθρο 20 παρ. 3 ν. 3842/2010) και ότι για την εξεύρεση του κέρδους από «επιχειρηματική δραστηριότητα» δεν εκπίπτουν δαπάνες αγοράς αγαθών ή λήψης υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής (βλ. άρθρο 23 παρ. 1 β' Κ.Φ.Ε. - ν. 4172/2013), με τον ν. 4446/2016: α) Προέβλεψε, επιπλέον, την παροχή φορολογικού κινήτρου στους πολίτες, συνδέοντας την έκπτωση φόρου εισοδήματος (αφορολόγητο) με την πραγματοποίηση ηλεκτρονικών πληρωμών (βλ. άρθρο 68 παρ. 1). Περαιτέρω, για την απλοποίηση των διαδικασιών, προέβλεψε την «αυτόματη παροχή στοιχείων των πραγματοποιηθεισών πληρωμών από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών προς τη Φορολογική Διοίκηση, ξεφεύγοντας από το παλαιό και γραφειοκρατικό καθεστώς συλλογής αποδείξεων και διαφύλαξης αυτών για πιθανό μελλοντικό έλεγχο ..., ενημερώνοντας την ηλεκτρονική μερίδα (TAXISNET) του φορολογουμένου, ώστε να μπορεί να υποβάλλει ηλεκτρονικά τη φορολογική του δήλωση. Με τη χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος επιτυγχάνεται η ηλεκτρονική αποτύπωση της εκάστοτε συναλλαγής, γεγονός που συμβάλλει σημαντικά όχι μόνο στην απλοποίηση των διαδικασιών για τους πολίτες αλλά και στη διενέργεια αποτελεσματικότερου φορολογικού ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές» (σελ. 21 της ανωτέρω έκθεσης απόψεων). β) Θέλοντας να περιορίσει περαιτέρω τη χρήση μετρητών σε συναλλαγές μεγάλης αξίας προέβη στη μείωση του ποσού της προαναφερόμενης διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 20 ν. 3842/2010 από 1.500 ευρώ σε 500 (βλ. άρθρο 69 παρ. 2). γ) Προέβλεψε επίσης, ως επιπλέον κίνητρο για τους πολίτες, τη συμμετοχή σε πρόγραμμα δημόσιων κληρώσεων (λοταρίες). Για τη συμμετοχή αυτή λαμβάνονται υπόψη οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλο ηλεκτρονικό μέσο πληρωμής και οι τυχεροί επιβραβεύονται με χρηματικά (κατά την πρώτη φάση εφαρμογής) ή σε είδος έπαθλα (βλ. άρθρο 70 παρ. 1).

 

17.  Επειδή, προβάλλεται ότι η επίμαχη εξουσιοδοτική διάταξη και η κατ' επίκληση αυτής εκδοθείσα προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη αντίκεινται στην κατοχυρούμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία, μεταξύ άλλων, των δικηγόρων, καθώς ούτε ο εξουσιοδοτικός νόμος διαγράφει τα κριτήρια καθορισμού των ΚΑΔ που θα επωμισθούν το βάρος προμήθειας, εγκατάστασης και χρήσης POS [Point of sale. Με τον όρο αυτό νοείται η τερματική συσκευή, μέσω της οποίας πραγματοποιούνται πληρωμές για αγορά προϊόντων ή καταβολή αμοιβής για παροχή υπηρεσιών με πιστωτική ή χρεωστική κάρτα] ούτε η προσβαλλόμενη περιέχει σχετική αιτιολογία. Κατά τον αιτούντα Σύλλογο, με τον εξουσιοδοτικό ν. 4446/2016 και την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζεται και η ελευθερία σύναψης συμβάσεων διά της υποχρεώσεως των υπαγόμενων στη ρύθμιση επαγγελματιών να συνάψουν αναγκαστική σύμβαση με αδειοδοτημένους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών, χωρίς μάλιστα να επιβάλλονται αντίστοιχες υποχρεώσεις στους Παρόχους ως προς την τιμολογιακή τους πολιτική. Επιπροσθέτως, ο αιτών προβάλλει ότι ναι μεν η συμβατική ελευθερία των δικηγόρων κάμπτεται προς αντιμετώπιση (σύμφωνα με τον δεδηλωμένο σκοπό του νόμου) της φοροδιαφυγής, ο σκοπός όμως αυτός επιδιώκεται κατά παράβαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, και υπό τις τρεις πτυχές αυτής (προσφορότητα, αναγκαιότητα, αναλογικότητα stricto sensu) διότι: α) Οι επίμαχες διατάξεις δεν καθιστούν τις κάρτες αμφιμερώς υποχρεωτικό μέσο πληρωμής, εξακολουθεί να υπάρχει εν τοις πράγμασι η δυνατότητα για τους συναλλασσομένους να μην εκδώσουν το προβλεπόμενο παραστατικό και να χρησιμοποιήσουν μετρητά χρήματα. β) Δεν αναζητήθηκαν εκ μέρους του αρμόδιου Υπουργείου ούτε προκρίθηκαν άλλες εναλλακτικές λύσεις, που συνεπάγονται την προαιρετική χρήση POS, όπως η παροχή φορολογικών ή άλλων κινήτρων σε όσους επιλέγουν την τοποθέτηση POS, ούτε τέθηκαν κριτήρια σχετιζόμενα με τον κύκλο εργασιών των βαρυνόμενων επαγγελματιών. Και τούτο, μολονότι, κατά τον αιτούντα Σύλλογο, είχαν ήδη ληφθεί επαρκή μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, όπως η καθιερωθείσα με το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 3842/2010 (αμφιμερώς) υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών μέτρων πληρωμής για συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων άνω των 1.500 ευρώ (ήδη 500 ευρώ, μετά την αντικατάσταση της εν λόγω παραγράφου με την παρ. 2 του άρθρου 69 του ν. 4446/2016). γ) Η υποχρεωτική επιβολή του κόστους αγοράς ή μίσθωσης τερματικού μηχανήματος POS σε δικηγόρους που εκ των πραγμάτων δεν θα το χρησιμοποιήσουν (περίπου 30% των δικηγόρων της Αθήνας χωρίς γραμμάτιο προεισπράξεως την τελευταία τετραετία και περίπου 20% των δικηγόρων της Αθήνας με 1-5 γραμμάτια, δικηγόροι «με μπλοκάκι» και επαγγελματική έδρα στην κατοικία τους, που εξομοιώνονται, εξ απόψεως φορολογίας εισοδήματος, με μισθωτούς) είναι προδήλως δυσανάλογη.

 

18. Επειδή, είναι απορριπτέος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι με την επίμαχη εξουσιοδότηση και την κατ' επίκληση αυτής εκδοθείσα προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη παραβιάζεται η κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία των δικηγόρων, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του ν. 4446/2016 αποσκοπεί στην καθιέρωση σταδιακά των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε όλο το εύρος της οικονομίας και επομένως ως "υπόχρεοι συμμόρφωσης των κύριων ΚΑΔ" νοούνται όλοι οι δικαιούχοι πληρωμής, οι οποίοι, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με φυσικά πρόσωπα που ενεργούν για λόγους μη εμπίπτοντες στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα, υποχρεούνται εντός ορισμένης προθεσμίας να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα, ενώ η προσβαλλόμενη, ως κανονιστική πράξη, δεν χρήζει αιτιολογίας, αλλά ελέγχεται μόνον από την άποψη της τήρησης των όρων των εξουσιοδοτικής διάταξης, βάσει της οποίας εκδίδεται, και της μη υπέρβασης των ορίων που αυτή θέτει (πρβλ. ενδεικτικώς ΣτΕ 3155/2014 7μ.). Επίσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα περί παραβιάσεως της συμβατικής ελευθερίας των δικηγόρων, λόγω της ιδρυόμενης με την επίμαχη εξουσιοδότηση συναλλακτικής ανισορροπίας εις βάρος αυτών και προς όφελος των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών, οι οποίοι δεν υπόκεινται σε αντίστοιχες δεσμεύσεις ως προς την τιμολογιακή τους πολιτική, δεδομένου ιδίως (και πέραν όσων περί του επιδιωκόμενου σκοπού δημόσιου συμφέροντος έχουν εκτεθεί) ότι: α) οι δικηγόροι, όπως και οι λοιποί επαγγελματίες διατηρούν πάντως το δικαίωμα επιλογής του αντισυμβαλλομένου τους, μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων, ενώ η πραγματοποίηση της συναλλαγής με τον εκάστοτε «εντολέα -καταναλωτή» επαφίεται και στη βούλησή τους, β) η οικονομική επιβάρυνση για την απόκτηση της αναγκαίας υποδομής και την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ούτε προβάλλεται από τον αιτούντα με συγκεκριμένα στοιχεία ότι καθιστά αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των δικηγόρων (πρβλ. ΣτΕ 4569/2015 7μ. σκ. 11, 3372/2015 Ολομ., σκ. 18, 2527/2013 Ολομ., σκ. 15) και γ) με τη διάταξη του άρθρου 67 του ν. 4446/2016 εισάγεται η υποχρέωση των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών να γνωστοποιούν στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή στοιχεία που αφορούν την τιμολογιακή τους πολιτική για ορισμένα βασικά προϊόντα με σκοπό «να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα σύγκρισης ορισμένων βασικών προϊόντων ως προς τις τιμές και τις προμήθειες (π.χ. εμβάσματα, αγορά pos κ.ά.), ώστε να επιλέγει το προϊόν που τον συμφέρει» (βλ. την αιτιολογική έκθεση του νόμου). Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι επίμαχες διατάξεις του ν. 4446/2016 έχουν τεθεί προς πάταξη της φοροδιαφυγής και αύξηση των δημοσίων εσόδων, ο σκοπός δε αυτός επιδιώκεται με την ώθηση των συναλλασσομένων για τη πραγματοποίηση πληρωμών με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων για συναλλαγές κάτω των πεντακοσίων (500) ευρώ, προς τούτο δε παρέχονται κίνητρα όπως το "χτίσιμο" του αφορολόγητου και το πρόγραμμα των δημοσίων κληρώσεων. Η προβλεπόμενη δε στο άρθρο 69 παρ. 2 του ν. 4446/2016 αμφιμερώς υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής για συναλλαγές άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ δεν αποτελεί εναλλακτικό ισοδύναμο μέτρο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, διότι η υποχρεωτική τοποθέτηση τερματικών POS από τους δικαιούχους πληρωμής αποβλέπει στην ενδυνάμωση της "ανιχνευσιμότητας" των πληρωμών για συναλλαγές κάτω των πεντακοσίων ευρώ με σκοπό την πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Με τα δεδομένα αυτά το επίδικο μέτρο της επιβολής στους δικαιούχους πληρωμής, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, υποχρεωτικής τοποθέτησης τερματικού POS προς αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής, τελεί σε συνάφεια με το αντικείμενο της ρύθμισης και τον επιδιωκόμενο με αυτήν σκοπό πάταξης της φοροδιαφυγής και αύξησης των δημοσίων εσόδων, χωρίς να παρίσταται, και δη προδήλως, απρόσφορο, περιττό ή δυσανάλογο, ώστε να καθιστά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερή την άσκηση των οικείων οικονομικών δραστηριοτήτων, δεδομένου ότι όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας ενός μέτρου ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης (ΣτΕ Ολομ. 3962/2014). Ως εκ τούτου τα περί τα αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, κατά το μέρος δε που πλήσσουν τη σκοπιμότητα της επιλογής του συγκεκριμένου μέτρου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα διότι εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου. Απορριπτέος είναι και ο ειδικότερος ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο η υποχρεωτική επιβολή του κόστους αγοράς ή μίσθωσης τερματικού μηχανήματος POS σε δικηγόρους που εκ των πραγμάτων δεν θα το χρησιμοποιήσουν είναι προδήλως δυσανάλογη, διότι, κατά τα προαναφερθέντα, η καταστολή της φοροδιαφυγής την οποία εξυπηρετεί το επίδικο μέτρο, συνιστά επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης (βλ. ΣτΕ 680/2017 7μ., 1992/2016 7μ.), ο δε αιτών δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι η οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η τοποθέτηση και χρήση τερματικού μηχανήματος POS για την κατηγορία των ως άνω δικηγόρων είναι τέτοιου ύψους που καθιστά αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.

 

19. Επειδή, προβάλλεται ότι με την επίμαχη εξουσιοδότηση και την κατ' επίκληση αυτής προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη προσβάλλεται το κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα έννομης προστασίας λόγω της αύξησης του κόστους πρόσβασης στη δικαιοσύνη που θα προέλθει από την μετακύλιση σε όλους τους εντολείς των δικηγόρων, ακόμα και σε αυτούς που δεν επιλέγουν να πληρώσουν μέσω κάρτας, του κόστους αγοράς (ή μίσθωσης) και χρήσης (με προμήθεια ανά συναλλαγή) των τερματικών POS, ενόψει και των υπόλοιπων οικονομικών επιβαρύνσεων για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη που έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του καθότι στηρίζεται σε υποθετικά σενάρια, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης εκδοχής διότι με τις επίμαχες διατάξεις δεν θεσπίζεται προσαύξηση των αμοιβών των δικηγόρων που εισπράττονται με χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ούτε, βεβαίως, χρηματική «ποινή» για όσους «εντολείς - καταναλωτές» δικηγορικών υπηρεσιών επιλέγουν την πληρωμή με χρήση τέτοιων μέσων, αλλά επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, στους δικηγόρους η υποχρέωση να αποδέχονται ως μέσο πληρωμής τις κάρτες στις συναλλαγές με τους εντολείς τους, χωρίς μάλιστα να προβάλλεται από τον αιτούντα Σύλλογο με επίκληση και προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, ότι το ύψος της οικονομικής επιβάρυνσης επιδρά ουσιωδώς στην επαγγελματική δραστηριότητα των δικηγόρων.

 

20.       Επειδή, προβάλλεται ότι το επίδικο μέτρο συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σε βάρος των εντολέων του δικηγόρου που λαμβάνουν τις υπηρεσίες του μακράν της επαγγελματικής έδρας αυτού, οι οποίοι «για αντικειμενικούς, τεχνικούς λόγους» δεν μπορούν να κάνουν χρήση της δυνατότητας πληρωμής με κάρτα (στο δικηγορικό του γραφείο). Ο λόγος αυτός ακυρώσεως, ανεξαρτήτως ότι προβάλλεται εκ συμφέροντος τρίτου, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής προϋπόθεσης, διότι, όπως αναφέρεται στην προμνησθείσα έκθεση απόψεων της Υφυπουργού Οικονομικών, «ήδη υφίστανται εδώ και πολλά χρόνια στην ελληνική αγορά τερματικά αποδοχής καρτών τύπου POS με δυνατότητα ασύρματης λειτουργίας μέσω δικτύων κινητών επικοινωνιών, ... η δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικών εφαρμογών, εφαρμογών επί κινητού, ακόμη και ... τηλεφωνικών κλήσεων για τη χρέωση καρτών (συναλλαγές τύπου «ΜΟΤΟ»), που βάσει των ορισμών του άρθρου 62 του Ν. 4446/2016 αποτελούν νόμιμους τρόπους αποδοχής καρτών [και] δεν προκαλούν κανέναν τεχνικό χωρικό περιορισμό ως προς τη χρήση της δυνατότητας [αυτής]. Εξάλλου η διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση πληρωμής με κάρτα τύπου POS».

 

21.       Επειδή, κατά τα παγίως κριθέντα, το δικηγορικό επάγγελμα αποτελεί μεν ελευθέριο επάγγελμα, έχει όμως και χαρακτήρα δημόσιου λειτουργήματος, που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης, δοθέντος άλλωστε ότι οι δικηγόροι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), θεωρούνται συλλειτουργοί της (βλ. Σ.τ.Ε. 1466/2016 Ολομ., 3154/2014 7μ.). Τούτου όμως δεν παρέπεται, ότι κωλύεται η θέσπιση από τον νομοθέτη περιορισμών σ' αυτό (πρβλ. ενδεικτικώς ΣτΕ 2527/2013 Ολομ.) ή ότι ο δικηγόρος δύναται, κατ' επίκληση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση υποχρεώσεων που θεσπίζονται για όλους τους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα και αποβλέπουν στη θεραπεία σκοπού δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Ως εκ τούτου αβασίμως προβάλλεται ότι με τις επίδικες διατάξεις, με τις οποίες, όπως έχει αναφερθεί, ρυθμίζεται ο τρόπος άσκησης μιας πτυχής της συμβατικής ελευθερίας των δικηγόρων (της σχετικής με την αμοιβή τους), προσβάλλεται η ανεξαρτησία και η θεσμική ιδιότητα του δικηγόρου ως συλλειτουργού της Δικαιοσύνης λόγω του υποβιβασμού του σε εκτελούντα την επεξεργασία των συναλλακτικών του δεδομένων για λογαριασμό άλλου (του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών), με τον οποίο αναγκαστικώς συμβάλλεται και σύμφωνα με τους προδιατυπωμένους και μονομερώς επιβληθέντες από αυτόν Γενικούς Όρους Συναλλαγών. Ούτε συνιστά ανεπίτρεπτη εξομοίωση των δικηγόρων με εμπόρους η, κατά τον αιτούντα Σύλλογο, αναντίστοιχη προς τη φύση του λειτουργήματος των πρώτων, υπαγωγή τους στον έλεγχο και την εποπτεία της, καθ' ύλην αρμόδιας, ως εκ του αντικειμένου της ρύθμισης, Διεύθυνσης Θεσμικών Ρυθμίσεων και Εποπτείας αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή και των Διευθύνσεων Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας. Άλλωστε με την προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση οι δικηγόροι δεν υπάγονται γενικώς στις προβλέψεις της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών, στο πεδίο εφαρμογής της οποίας δεν εμπίπτει, κατ' αρχήν, η παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών (πρβλ. ΑΠ 18/1999 Ολομ.), αλλά μόνο στην εποπτεία των οικείων αρχών για την τήρηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων, ήτοι των υποχρεώσεων αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα και, ενδεχομένως, σχετικής ενημέρωσης των εντολέων-καταναλωτών.

 

22. Επειδή, στο άρθρο 9Α του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει ...». Με τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (ΕτΚ Α', φ. 50) μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24.10.1995 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (L 281/1995). Κατά τους ορισμούς της Οδηγίας, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που δέχεται το άρθρο 13 αυτής, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύμφωνη, αφενός προς τις «αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων», τις οποίες θέτει το άρθρο 6, και αφετέρου προς τις «βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων» που απαριθμεί το άρθρο 7 της οδηγίας. Ειδικότερα, τα δεδομένα πρέπει «να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς» (άρθρο 6 παρ. 1 στ. β'), να είναι «κατάλληλα, συναφή προς το θέμα και όχι υπερβολικά» σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία (άρθρο 6 παρ. 1 στ. γ') και να διατηρούνται με μορφή που επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων στα οποία αναφέρονται μόνο κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει την απαιτούμενη για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεγεί ή για τους οποίους αργότερα υφίστανται επεξεργασία (άρθρο 6 παρ.1 στ. ε'). Επιπλέον, κατά το άρθρο 7 στ. γ' και ε' της ίδιας Οδηγίας, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμιτή, αντιστοίχως, αν «είναι απαραίτητη για την τήρηση εκ του νόμου υποχρεώσεως του υπευθύνου της επεξεργασίας» ή αν «είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος ή εμπίπτοντος στην άσκηση δημοσίας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας [... ] στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα». Εντούτοις, κατά το άρθρο 13 στ. ε' και στ' της εν λόγω Οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν ιδίως από το άρθρο 6 παρ. 1 της οδηγίας όταν τούτο είναι αναγκαίο για τη διαφύλαξη «σημαντικού οικονομικού ή χρηματοοικονομικού συμφέροντος κράτους μέλους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών θεμάτων» ή «αποστολής ελέγχου, επιθεώρησης ή ρυθμιστικών καθηκόντων που συνδέονται, έστω και ευκαιριακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας» στις ειδικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στο προαναφερθέν στοιχείο ε'. Όπως έχει γίνει δεκτό οι διατάξεις της Οδηγίας 95/46, καθόσον διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών και, ειδικότερα, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύονται ενόψει των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία, κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση του οποίου διασφαλίζει το Δικαστήριο αυτό (Δ.Ε.Ε. C-465/00, C-138/01 και C-139/01 Rechnungshof απόφαση της 20.5.2003 σκ. 65-68, βλ. και C-293/12 και C-594/12 Digital Rights Ireland Ltd απόφαση της 8.4.2014 σκ. 38-44) και ΣτΕ 2649/2017 σκ. 24).

 

23. Επειδή, ο ν. 2472/1997 ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής» και στο άρθρο 2, με τον τίτλο «Ορισμοί», ότι «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β) «Ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν ... υγεία, ... καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες. γ) «Υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί . δ) «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η συντήρηση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια» [(ως η παρ. ε' αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006 (Α' 133)], στ) . ζ) «Υπεύθυνος επεξεργασίας», οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ... η) ... θ)... ι) ... ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν ... ιβ) ...». Περαιτέρω, ο ίδιος ν. 2472/1997 ορίζει στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας ... γ) ... δ) ...», στο άρθρο 5 ότι: «1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) ... β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο, γ) ... δ ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. 3. ...», στο άρθρο 7 ότι: «1. Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμενο των δεδομένων έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση ... β) ... γ) ... δ) ... ε) Η επεξεργασία εκτελείται από Δημόσια Αρχή και είναι αναγκαία είτε αα) ... ββ) ... γγ) ... δδ) για την άσκηση δημόσιου φορολογικού ελέγχου ή δημόσιου ελέγχου κοινωνικών παροχών...». Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω νόμος ορίζει στο άρθρο 7Α ότι: «1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη ... [όπως το στοιχείο ε' αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 23 του ν. 3471/2006 (Α' 133)] στ) ...». Επίσης, στο άρθρο 10 του ν. 2472/1997 ορίζονται τα εξής: «1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. ... 2. ... 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι αντικείμενο της επεξεργασίας...». Τέλος, στο άρθρο 11 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι: «1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του β) το σκοπό της επεξεργασίας γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών των δεδομένων δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. . 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς. 4. ...», ενώ στο άρθρο 13 παρ. 1 προβλέπεται ότι «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή ...».

 

24.       Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 2965/2017, 1616/2012, 2255-4/2005, 3908/2004), με τις προεκτεθείσες διατάξεις κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ως τέτοια δεδομένα θεωρούνται όχι μόνο τα αναφερόμενα στην ιδιωτική ζωή του υποκειμένου, αλλά και τα προοριζόμενα για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα (άρθρο 2 περ. α' του ν. 2472/1997), η δε παρεχόμενη προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες. Η προστασία, όμως, αυτή δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, αλλά καλύπτεται με τη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τους οποίους είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ώστε να επιτυγχάνεται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος του υποκειμένου επί των προσωπικών του δεδομένων και της ικανοποιήσεως άλλων εννόμων δικαιωμάτων τρίτων. Η ανωτέρω επεξεργασία πρέπει να διενεργείται, καταρχήν, με τη συγκατάθεση του υποκειμένου σ' αυτήν και, κατ' εξαίρεση, και χωρίς την εν λόγω συγκατάθεση, όταν αυτή παρίσταται αναγκαία για τη θεραπεία νόμιμου σκοπού και εννόμου συμφέροντος, την ικανοποίηση των οποίων επιδιώκουν ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα προσωπικά δεδομένα του υποκειμένου, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω συμφέρον υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου.

 

25.       Επειδή, κατά τον αιτούντα Σύλλογο "υπό τις διατάξεις του εξουσιοδοτικού ν. 4446/2016 και της προσβαλλόμενης κανονιστικής απόφασης, η υποχρεωτική τοποθέτηση και χρήση «τερματικών αποδοχής καρτών πληρωμών και μέσων πληρωμής με κάρτα» από τους δικηγόρους συνεπάγεται τετραπλή, τουλάχιστον, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα των δεδομένων συναλλακτικής δραστηριότητας του δικηγόρου με τον εντολέα του, που περιλαμβάνουν το πρόσωπο του εντολέα - πληρωτή, το πρόσωπο του δικηγόρου -δικαιούχου της πληρωμής, το ποσό της συναλλαγής, τον χρόνο και πιθανώς την αιτία αυτής". Κατά τον αιτούντα Σύλλογο, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που συνεπάγεται για τους δικηγόρους η εφαρμογή της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης δεν είναι νόμιμη διότι: α) λαμβάνει χώρα κατά παράβαση της κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2472/1997 αρχής της αναλογικότητας, εφόσον η λήψη δικηγορικών υπηρεσιών δεν γίνεται επί καθημερινής βάσεως, έχει κατεξοχήν προσωπικό χαρακτήρα, οι δικηγορικές αμοιβές δεν είναι κατά κανόνα μικρές, λόγω κυρίως των μεγάλων γραμματίων προείσπραξης, και η δικηγορική εντολή έχει διαρκή χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή ούτε αναγκαία η καταβολή της δικηγορικής αμοιβής ταυτόχρονα και στον ίδιο τόπο (δικηγορικό γραφείο) με την παρεχόμενη δικηγορική υπηρεσία, καθώς τούτο (δηλαδή ο χρόνος καταβολής) καθορίζεται από την ειδική νομοθεσία (λ.χ. έκδοση γραμματίου προείσπραξης πριν από τη δικάσιμο), β) η ανωτέρω τετραπλή επεξεργασία, εξ αντικειμένου υπονομεύουσα το δικηγορικό απόρρητο - που αποτελεί θεσμό δημόσιας τάξης και εμπίπτει, ως προς τη διαδικαστική του πτυχή, στο δικαίωμα δίκαιης δίκης κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, και, ως προς την ουσιαστική του πτυχή, στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής κατά το άρθρο 8 της ίδιας Σύμβασης - λαμβάνει χώρα χωρίς πλήρη ενημέρωση του υποκειμένου - εντολέα, που όμως είναι απαραίτητη για την κατά τα άρθρα 2 ια' και 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997 έγκυρη συγκατάθεση στην επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, γ) ειδικώς ως προς τις ποινικές υποθέσεις (ΚΑΔ 69.10.11 «Υπηρεσίες παροχής νομικών συμβουλών και νομικής  εκπροσώπησης στον τομέα του ποινικού δικαίου») η επίμαχη επεξεργασία των οικείων ευαίσθητων κατ' άρθρο 2 β' του ν. 2472/1997 προσωπικών δεδομένων (: η συναλλαγή και η πληρωμή δικηγόρου ο οποίος παρέχει τέτοιες υπηρεσίες φανερώνει τη σύνδεση του εντολέα - πληρωτή με ποινική δίωξη ή καταδίκη) λαμβάνει χώρα χωρίς την απαιτούμενη από το άρθρο 7 παρ. 1-2 του ίδιου νόμου άδεια της Αρχής, δ) η «εκθετική» αύξηση της επεξεργασίας ηλεκτρονικών συναλλακτικών δεδομένων πολλαπλασιάζει τους κινδύνους ασφάλειας γι' αυτά, ενόψει ιδίως του ευπρόσβλητου των τερματικών μηχανημάτων P.O.S. από ιούς και της μη λήψεως πρόνοιας για τη θωράκιση αυτών με κατάλληλα τεχνικά μέσα.

 

26. Επειδή, όπως ρητώς ορίζεται στο άρθρο 3 της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου η Α.Α.Δ.Ε. κοινοποιεί στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή αφενός τους Αριθμούς Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) των υπόχρεων και αφετέρου τα στοιχεία που ορίζονται στην παράγραφο 1.4.δ του άρθρου 1 της απόφασης ΠΟΛ 1033/2014 του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (ΕτΚ Β', φ. 276), όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις ΠΟΛ 1260/2015 (ΕτΚ Β', φ. 2637) και 1054/2015 (ΕτΚ Β', φ. 495), αναφορικά με συναλλαγές καρτών πληρωμής, και συγκεκριμένα τον τριψήφιο κωδικό τράπεζας, τον Α.Φ.Μ., την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο της επιχείρησης, το πλήθος και την αξία συναλλαγών. Ως εκ τούτου κατά την εν λόγω διαδικασία, η οποία εκκινεί με την εντολή πληρωμής εκ μέρους του πληρωτή και τελειούται δια της αποδοχής και της ολοκλήρωσης της πράξης πληρωμής, γίνεται επεξεργασία απλών (οικονομικών) δεδομένων του εντολέα-πληρωτή και του επαγγελματία-δικαιούχου πληρωμής, μέσω της διαμεσολάβησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κατά την πληρωμή δε μέσω POS δεν αποκαλύπτεται η αιτιολογία της συναλλαγής και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αφού δεν προκύπτει σύνδεση των δικηγορικών υπηρεσιών με ορισμένο αντικείμενο, ποινικού ή άλλου χαρακτήρα. Η ανιχνευσιμότητα των εν λόγω οικονομικών δεδομένων, η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση του ως άνω συστήματος, εξυπηρετεί υπέρτερο λόγο δημοσίου συμφέροντος, διότι συμβάλλει σημαντικά στη διενέργεια αποτελεσματικών φορολογικών ελέγχων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής καθώς καλύπτει οποιαδήποτε συναλλαγή με τους υπόχρεους και για ποσά κάτω των πεντακοσίων (500) ευρώ, η δε διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών στις αρμόδιες υπηρεσίες προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου και περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τον φορολογικό έλεγχο στοιχεία. Η επεξεργασία των ανωτέρω οικονομικών δεδομένων θωρακίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για τις προϋποθέσεις άρσης του τραπεζικού απορρήτου, υπό τη συνδρομή των οποίων και μόνον είναι δυνατή η πρόσβαση των δημοσίων ελεγκτικών φορέων του άρθρου 71 του ν. 4446/2016 στα δεδομένα αυτά [για τη λειτουργία και τις εγγυήσεις του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών βλ. ΠΟΛ 1202/2015 (ΕτΚ Β', φ. 1957) που εκδόθηκε κατόπιν της σχετικής Γνωμοδότησης 5/2013 της Α.Π.Δ.Π.Χ., καθώς και τις προγενέστερες ΠΟΛ 1131/2014 (ΕτΚ Β', φ. 1232) και 1258/2013 (ΕτΚ Β', φ. 3101)]. Παράλληλα, κατά τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων αυτών από τον φορολογικό έλεγχο, η Διοίκηση και τα όργανά της δεσμεύονται από το προβλεπόμενο στο νόμο απόρρητο των στοιχείων του φορολογούμενου (βλ. άρθρο 85 προγενέστερου ΚΦΕ-ν. 2238/1994- και ήδη άρθρο 17 του ν. 4174/2013, ΣτΕ 2935-4/2017 σκ. 10). Ούτε γεννάται θέμα παραβίασης του δικηγορικού απορρήτου, κατά το ν. 4194/2013, διότι η ταυτότητα του εντολέα, το ύψος της δικηγορικής αμοιβής και εν γένει η οικονομική πλευρά της σχέσης μεταξύ εντολέα και δικηγόρου δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο προστασίας του δικηγορικού απορρήτου. Άλλωστε, η πληρωμή της οφειλόμενης στο δικηγόρο αμοιβής, ύψους κάτω των 500 ευρώ, μέσω POS εναπόκειται απολύτως στον εντολέα του δικηγόρου, ενώ, εξάλλου, η εκ μέρους του προσώπου αυτού επιλογή του εν λόγω τρόπου πληρωμής συνεπάγεται την παροχή έγκρισης προς τα πιστωτικά ιδρύματα για επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων που αφορούν τη συγκεκριμένη συναλλαγή, γεγονός που απορρέει από τους όρους χορήγησης και χρήσης της κάρτας ή του συνδεόμενου με αυτή τραπεζικού λογαριασμού, ο δε εντολέας γνωρίζει (βλ. άρθρο 68 του ν. 4446/2016 και ΠΟΛ 1005/2017 της Υφυπουργού Οικονομικών, ΕτΚ Β', φ. 145) ότι η συγκεκριμένη δαπάνη καταγράφεται στα τραπεζικά πληροφοριακά συστήματα. Ως προς την ασφάλεια των τερματικών μηχανημάτων POS στην απόφαση ΠΟΛ 1202/2015 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών για την «Επέκταση και Τροποποίηση του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» (ΕτΚ Β', φ. 1957), και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 5 αυτής (Ασφάλεια Συστήματος) ορίζεται ότι για την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας της διαδικασίας όλα τα φορολογικά ή τραπεζικά στοιχεία που ανταλλάσσονται, κρυπτογραφούνται μέσω διαδικασιών ασύμμετρης κρυπτογράφησης και περαιτέρω καθορίζονται οι προδιαγραφές της κρυπτογράφησης και προτείνεται το συμβατό λογισμικό, η δε περαιτέρω εκτίμηση της επάρκειας των ανωτέρω μέτρων συνιστά τεχνική κρίση η οποία δεν είναι δυνατή στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου (πρβλ. ΣτΕ 2649/2017 σκ. 31). Υπό τα δεδομένα αυτά όλοι οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ανεξαρτήτως αν προβάλλονται με έννομο συμφέρον από τον αιτούντα Σύλλογο, καθό μέρος με αυτούς γίνεται επίκληση βλάβης που, κατά τον Σύλλογο, επέρχεται από την επίμαχη ρύθμιση στους εντολείς των δικηγόρων.

 

27. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

 

 

Απορρίπτει την αίτηση. Και

 

Επιβάλλει στον αιτούντα Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου, 25 Απριλίου και 3 Μαΐου 2018

 

Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος    Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος

 

Ε. Σάρπ                            Ι. Μητροτάσιος

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 2018.

 

Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος    Η Γραμματέας

 

Ε. Σάρπ                         Α. Ζυγουρίτσα