ΑΠ Ολ. 39/2002

 

Υπερημερία εργοδότη - Δήλη ημέρα - Τόκοι υπερημερίας - Υπερεργασία - Υπερωρία - Εργασία σε ημέρες αργίας - Επιδόματα (δώρα) εορτών - Επίδομα αδείας - Αποδοχές αδείας - Αποζημίωση απόλυσης -.

Για την αμοιβή της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας, δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό, με την πάροδο της οποίας ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος και οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας, είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες. Για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες. Αυτός που καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, γίνεται υπερήμερος περί την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως αμέσως μεν για την αποζημίωση μέχρι ποσού αποδοχών έξι μηνών και από τη λήξη κάθε τριμήνου από της καταγγελίας για τα επί πλέον ποσά αποζημιώσεως.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός 39/2002

   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

   ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

   Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης Γεώργιο Κάπο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πέτρο Κακκαλή, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Δημήτριο Σουλτανιά, Δημήτριο Λινό, Αντιπροέδρους, Παύλο Μεϊδάνη, Στυλιανό Μοσχολέα, Στυλιανό Πατεράκη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Αθανάσιο Κρητικό, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Ιωάννη Βερέτσο, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Χρήστο Μαυρογένη, Ευριπίδη Αντωνίου - Εισηγητή, Χρήστο Μπαβέα, Δημήτριο Γυφτάκη, Δημήτριο Καπτάνη, Σταμάτιο Γιακουμέλο, Ιωάννη Δαβίλλα, Πολύκαρπο Βούλγαρη και Νικόλαο Συρόπουλο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

   Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2002, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Κρουσταλάκη και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

   Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Ε.Κ. του Β., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.

   Της καθής η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ε.Τ.ΕΠ. Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Λάμπρου.

   Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Σεπτεμβρίου 1992 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1531/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8870/1995 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5 Μαΐου 1998 αίτησή του και τους από 19 Ιουλίου 1999 πρόσθετους λόγους αυτής.

   Στη συνέχεια εκδόθηκε η 813/2001 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 17 Ιανουαρίου 2002 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

   Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

   Ο Εισαγγελέα πρότεινε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τους βάσιμους δύο λόγους του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που έχουν παραπεμφθεί στην Ολομέλεια.

   Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

   1. Παραδεκτά εισάγονται στην τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ σχετικοί λόγοι του κυρίου δικογράφου της από 5.5.1998 αίτησης του Ε.Β.Κ., και του από 19.7.1999 δικογράφου των προσθέτων λόγων για αναίρεση της 8870/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, οι οποίοι παραπέμφθηκαν σε αυτά με την 813/2001 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, διότι κρίθηκε ότι με τους λόγους αυτούς τίθενται ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος.

   2. Κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Αρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του ΑΚ. Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες. Εξάλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του ΑΚ, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες. Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμός της ημέρας καταβολής του, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας. Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική κατά το άρθρο 342 του ΑΚ της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Ν. 3198/1955 η αποζημίωση για καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταβάλλεται κατά την ημέρα της λύσεως της σχέσεως εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών. Διαφορετικά, το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως καταβάλλεται κατά την απόλυση, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 341 ΑΚ, αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως όχληση προς τον οφειλέτη δεν απαιτείται και όταν από το νόμο ορίζεται ότι η εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτου πρέπει να γίνει αμέσως ή μετά πάροδο ορισμένης προθεσμίας από την πραγμάτωση ορισμένου περιστατικού από τον ίδιο τον οφειλέτη, διότι στην περίπτωση αυτή με την επιχείρηση, από αυτόν τον ίδιο, του περιστατικού που αφετηριάζει την οφειλή του, επέρχεται η κατά την άνω διάταξη "καταγγελία" περί της οφειλής και συνεπώς αυτός που καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, γίνεται υπερήμερος περί την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως αμέσως μεν για την αποζημίωση μέχρι ποσού αποδοχών έξι μηνών και από τη λήξη κάθε τριμήνου από της καταγγελίας για τα επί πλέον ποσά αποζημιώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείου Αθηνών με την προσβαλλόμενη 8870/1995 απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι με έγγραφη από 13.2.19988 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ως τεχνίτης "καλουπατζής" για να εργασθεί στα τεχνικά έργα, που η εναγομένη εκτελούσε στη Λιβύη. Ότι ως μισθός του ενάγοντος συμφωνήθηκε το ποσό των 62.000 δρχ. το μήνα με τη διευκρίνιση ότι περιέχει τις προβλεπόμενες από την οικεία συλλογική σύμβαση αποδοχές, δηλ. το βασικό μισθό και τα επιδόματα, που αντιστοιχούν στην ειδικότητα, την οικογενειακή κατάσταση και την προϋπηρεσία του. Ότι συμφωνήθηκε ως εφαρμοστέο το Ελληνικό δίκαιο και ότι ο ενάγων εργάσθηκε υπό την ανωτέρω ειδικότητά του στο εργοτάξιο της εναγομένης στη Λιβύη από 13.2.1988 μέχρι 9.7.19092, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε τη μεταξύ του σύμβαση εργασίας. Εκρινε δε το Εφετείο ότι για τα επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του στον ενάγοντα από την ως άνω εργασιακή σχέση επί μέρους χρηματικά ποσά με βάση τα ειδικότερα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά για υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, επιτρεπόμενη απασχόληση σε ημέρες εβδομαδιαίας αργίας στη Λιβύη (Παρασκευές), επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας και αποζημίωση απολύσεως απαιτείτο όχληση εκ μέρους του δικαιούχου μισθωτού και συνεπώς μόνον από την επιχείρηση αυτής οφείλονται νόμιμοι τόκοι υπερημερίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, και συνεπώς, είναι βάσιμοι οι σχετικοί, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων.

   3. Μετά ταύτα, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 και 5 του ΚΠολΔ πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξη της που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας για τον προ της οχλήσεως χρόνο για τα επί μέρους χρηματικά ποσά για υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, επιτρεπόμενη απασχόληση σε ημέρες εβδομαδιαίας αργίας στη Λιβύη (Παρασκευές), επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας και αποζημίωση απολύσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν.

   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

   Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την απόφαση 8870/1995 του Εφετείου Αθηνών.

   Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

   Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

   Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2002 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2002.