ΑΠ 1138/2002

 

Ναρκωτικά - Καλλιέργεια ινδικής κάνναβης - Απόπειρα -.

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καλλιέργειας φυτού του γένους της κάνναβης, απαιτείται η ενέργεια από τον δράστη πράξεων που συντείνουν στη γεωργική παραγωγή τέτοιων φυτών. Οι ενέργειες αυτές ειδικότερα, αρχίζουν από τη σπορά ή τη φύτευση και περιλαμβάνουν κάθε πράξη, η οποία συντελεί στη βλάστηση και τη μετέπειτα ανάπτυξη και περιποίηση των φυτών αυτών, μέχρι τη συγκομιδή, η οποία αποτελεί διαφορετικό έγκλημα. Ως συστατικό μέρος της σποράς ή της φύτευσης φυτού του γένους της κάνναβης θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, και ή με οποιοδήποτε τρόπο ή τεχνικό μέσο επίτευξη και επίσπευση της προβλάστησης των σπόρων κάνναβης, προκειμένου αυτοί να φυτευθούν και με την περαιτέρω κατάλληλη φροντίδα να αναπτυχθούν σε δενδρύλλια κάνναβης από τα οποία θα παραχθεί η ναρκωτική ουσία. Κατά τη γνώμη ενός εκ των μελών της συνθέσεως του Τμήματος μόνη η κατ' οίκον διατήρηση σπόρων καννάβεως και η προετοιμασία αυτών, δίχως σπορά, δηλαδή χωρίς να ριφθούν ή να φυτευθούν σε χώρα, δεν αποτελούν απόπειρα καλλιέργειας του φυτού της κάνναβης, γιατί δεν είναι πράξεις που περιέχουν αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός 1138/2002

   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

   Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

   Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Μυρσινιά, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Καρατζά, Αριστείδη Κρομμύδα, Στυλιανό Μοσχολέα - Εισηγητή και Ευριπίδη Αντωνίου, Αρεοπαγίτες.

   ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2002, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Κανιαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας), και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Γ.Λ. του Ι., κατοίκου Καλλονής Πόρου Τροιζηνίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κοττέα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 140/2000 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με συγκατηγορούμενη την Α.Α.Α.

   Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2000 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1672/2000, ως και του από 13 Φεβρουαρίου 2002 πρόσθετους λόγους.

   Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

   Σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που αποφάσισε ο δράστης, καθώς και εκείνη η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την προηγουμένως αναφερόμενη περίπτωση, μπορεί να θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, ως συστατικό μέρος αυτής και αν δεν ανακοπεί από οποιαδήποτε αιτία, οδηγεί αμέσως στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. στ' του ν. 1729/87 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993), τιμωρείται για κακούργημα με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος καλλιεργεί ή συγκομίζει οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης, το φυτό της υπνοφόρου μήκωνος, οποιοδήποτε φυτό του γένους ερυθρόξυλο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυτό από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καλλιέργειας φυτού του γένους της κάνναβης, απαιτείται η ενέργεια από τον δράστη πράξεων που συντείνουν στη γεωργική παραγωγή τέτοιων φυτών. Οι ενέργειες αυτές ειδικότερα, αρχίζουν από τη σπορά ή τη φύτευση και περιλαμβάνουν κάθε πράξη, η οποία συντελεί στη βλάστηση και τη μετέπειτα ανάπτυξη και περιποίηση των φυτών αυτών, μέχρι τη συγκομιδή, η οποία αποτελεί διαφορετικό έγκλημα. Ως συστατικό μέρος της σποράς ή της φύτευσης φυτού του γένους της κάνναβης θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, και ή με οποιοδήποτε τρόπο ή τεχνικό μέσο επίτευξη και επίσπευση της προβλάστησης των σπόρων κάνναβης, προκειμένου αυτοί να φυτευθούν και με την περαιτέρω κατάλληλη φροντίδα να αναπτυχθούν σε δενδρύλλια κάνναβης από τα οποία θα παραχθεί η ναρκωτική ουσία.

   Κατά τη γνώμη όμως του εκ των μελών της συνθέσεως του Τμήματος, Αρεοπαγίτη Στυλιανού Μοσχολέα, οι ενέργειες του δράστη οι οποίες συντείνουν στη γεωργική παραγωγή του φυτού της κάνναβης και στοιχειοθετούν κατά τα προεκτεθέντα το έγκλημα της καλλιέργειας, αρχίζουν από τη σπορά ή τη φύτευση και περιλαμβάνουν κάθε πράξη η οποία συντελεί στη βλάστηση και μετέπειτα ανάπτυξη και περιποίηση του φυτού αυτού. Επομένως, μόνη η κατ' οίκον διατήρηση σπόρων καννάβεως και η προετοιμασία αυτών, δίχως σπορά, δηλαδή χωρίς να ριφθούν ή να φυτευθούν σε χώρα, δεν αποτελούν απόπειρα καλλιέργειας του φυτού της κάνναβης, γιατί δεν είναι πράξεις που περιέχουν αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού, με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω.

   Εξάλλου, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει πραγματικά, ή χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

   Στην υπόθεση που εξετάζεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Γ.Λ., για το ότι στην Καλλονή Τροιζηνίας, κατά τον Απρίλιο έως και 5 Μαϊου 1998, από κοινού με τον Α.Α., η οποία δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το έγκλημα της καλλιέργειας καννάβεως, επιχείρησαν πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως αυτής. Συγκεκριμένα, το δικάσαν Εφετείο, κατ' επιτρεπτό συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, δέχθηκε (κατά συνοπτική μεταφορά των εκτιθεμένων), ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Στο σπίτι της Α.Α., όπου κατά την έρευνα της αστυνομίας βρέθηκε ο αναιρεσείων Γ.Λ., (ο οποίος συζούσε με εκείνη, έχοντας αποκτήσει και ένα παιδί), αυτοί, έχοντας αποφασίσει από κοινού να καλλιεργήσουν κάνναβη, διατηρούσαν επιμελώς τοποθετημένους εντός του θερμοθαλάμου ηλεκτρικής κουζίνας, σε πλαστικό μπώλ, με βαμβάκι εμποτισμένο με νερό 130 σπόρους καννάβεως και εντός ερμαρίου της "τουαλέτας" του υπνοδωματίου της οικείας, σε πιατάκι με βαμβάκι εμποτισμένο με νερό 50 σπόρους καννάβεως, οι οποίοι ήταν στο στάδιο της προβλαστήσεως και τους οποίους ο Γ.Λ. (από κοινού με την Α.Α.) είχαν τοποθετήσει και σκόπευαν φυτεύσουν, να λιπάνουν και να ποτίσουν, για να δημιουργηθούν δενδρύλλια καννάβεως, από τα οποία θα παράγονταν η ναρκωτική ουσία. Απέτυχαν όμως του σκοπού τους, από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, διότι κατά την αστυνομική έρευνα στην παραπάνω οικία, ανεκαλύφθησαν οι προαναφερόμενοι σπόροι πριν εκείνοι τους φυτεύσουν. Σημειώνει ακόμη στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο, ότι "η θέση των σπόρων της κάνναβης σε ειδικές συνθήκες για την προβλάστηση και την εν συνεχεία φύτευση αυτών και καλλιέργεια, με σκοπό τη συγκομιδή της ναρκωτικής ουσίας, όπως αποδείχθηκε σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, συνιστά πρόσφορη απόπειρα καλλιέργειας καννάβεως, αφού πρόκειται για πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως του επιδιωκόμενου εγκλήματος, δοθέντος ότι, από γενικής σκοπιάς, αυτή η πράξη μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να οδηγήσει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής αποστάσεως του εγκλήματος της καλλιέργειας καννάβεως". Με αυτά που δέχθηκε ο Πενταμελές Εφετείο κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου τούτου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 εδ. στ' ν. 1929/87, όπως ισχύει, και 42 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε, αφού τα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνιστούν πράξη η οποία τελούσε σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης καλλιέργειας φυτών του γένους της κάνναβης, ώστε, κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται συστατικό μέρος της φύτευσης αυτών που οδηγούσε αμέσως στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης της καλλιέργειας, αν δεν ανεκόπτετο από την επέμβαση των αστυνομικών οργάνων. Επομένως ο δεύτερος (υπό στοιχ. 2.1) από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

   Αντίθετα, κατά τη γνώμη της ανωτέρω μειοψηφίας, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έπειτα από όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσης αποφάσεως, τούτο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, δεδομένου ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο αναιρεσείων, δεν συνιστούν πράξεις που περιέχουν αρχή εκτελέσεως της καλλιέργειας του φυτού της καννάβεως, ώστε να στοιχειοθετούν απόπειρα τελέσεως του εγκλήματος αυτού για το οποίο καταδικάστηκε, αλλ' αποτελούν μη τιμωρητές προπαρασκευστικές πράξεις, που χρησίμευαν απλώς για να καταστεί δυνατή, ή να διευκολυνθεί η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της καλλιέργειας. Επομένως, κατά την ίδια γνώμη της μειοψηφίας, ο σχετικός ως άνω λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος και έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα.

   Περαιτέρω, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον στην αξιόποινη καλλιέργεια της καννάβεως, η χρησιμοποίηση των σπόρων αυτής αποτελεί τμήμα της διαδικασίας παραγωγής του φυτού της καννάβεως, δεν ερευνάται αυτοτελώς αν οι σπόροι είναι ή όχι ουσία ναρκωτική. Ετσι, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι οι σπόροι της καννάβεως δεν αποτελούν ναρκωτική ουσία, δεν παραβίασε ούτε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 Πίνακας Α, αριθμ. 6 του ν. 1729/87 και του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. β' της Ενιαίας Συμβάσεως του 1961 περί ναρκωτικών (ν.δ. 1105/1972), κατά την έννοια των οποίων ναρκωτική ουσία είναι η κάνναβις και η ρητίνη καννάβεως, όχι δε και οι σπόροι αυτής, και συνεπώς ο άλλος της αιτήσεως (υπό στοιχ. 2.2), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι μη βάσιμος και πρέπει επίσης να απορριφθεί.

   Εξάλλου, το δικάσαν Εφετείο, περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους, ή μνεία των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από το καθένα, καθώς επίσης αναφέρει τους συλλογισμούς και σκέψεις με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε για την καταδίκη του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, ουδεμία ασάφεια συναντάται στην απόφαση ως προς το στοιχείο του δόλου του αναιρεσείοντος, ο οποίος δόλος ενυπάρχει στη θέληση τούτου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Επίσης η προσβαλλόμενη με τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων με τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια (και δη αντίφαση), αλλά καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου (ως εσφαλμένης), γεγονός που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο. Ακόμη, όσον αφορά την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος, για την αιτιολόγηση της αποφάσεως αρκεί ότι αναφέρονται σε αυτήν τα περιστατικά βάσει των οποίων το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συμμετάσχε στην τέλεσή του ως συναυτουργός. Δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες τούτου. Ούτε χρειάζεται να εξειδικεύσει το δικαστήριο από ποία αποδεικτικά μέσα συνήγαγε τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος ως συναυτουργού. Γι' αυτό, οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου και του πρόσθετου δικογράφου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τις αντίθετες προς τα προεκτεθέντα αιτιάσεις τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως (υπό 2.3), διότι υπό την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ αμφισβητείται επίσης η αναιρετικά ανέλεγκτη υπό της ουσίας κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου.

   Για τους λόγους αυτούς

   Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2000 αίτηση του Γ.Ι.Λ., για αναίρεση της 140/2000 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με το από 18 Φεβρουαρίου 2002 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, Και,

   Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

   Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2002, και

   Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2002.